Διαχειριστική Επιτροπή Κτιριακού Συγκροτήματος PROFELIA COMPLEX ν. YEGHIA YERVANT BOYADJIAN άλλως PETER BOYADJIAN, Αρ. Αγωγής: 818/2011, 27/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 818/2011 Μεταξύ: Διαχειριστική Επιτροπή Κτιριακού Συγκροτήματος PROFELIA COMPLEX Ενάγουσας- αιτήτριας και YEGHIA YERVANT BOYADJIAN άλλως PETER BOYADJIAN Εναγόμενου -Καθ΄ού η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: Χρ.Π. Μιτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. γι΄αυτόν κα Κ.Κυριάκου Για τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση : κ. Νέστορας Νικηφόρου γι΄αυτόν κα Κήπου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης) Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €5.219,28σ. ως οφειλόμενο για καθυστερημένα κοινόχρηστα για τρία διαμερίσματα σε κτιριακό συγκρότημα στον Πρωταρά Παραλιμνίου για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010, ενδιάμεσα κοινόχρηστα από 1.07.11 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, νόμιμο τόκο και έξοδα. Τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί και μετά από αίτηση ορισμού, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες και στη συνέχεια στις 30.10.2012 υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η ενάγουσα αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως της με την οποία επιδιώκει την διόρθωση δύο λαθών που έχουν γίνει κατά τη σύνταξη της. Το πρώτο λάθος, όπως προσδιορίζεται από τους αιτητές, αφορά τις λεπτομέρειες των αξιούμενων ποσών, δηλαδή στην επεξήγηση της χρέωσης των κοινοχρήστων για κάθε τρίμηνο καθώς εκ λάθους αντιστράφηκαν οι χρεώσεις για κάθε επίδικο διαμέρισμα. Δηλαδή οι χρεώσεις για το διαμέρισμα 30 έχουν αναγραφεί στις λεπτομέρειες χρεώσεων για τα διαμερίσματα 31 και 32 και οι χρεώσεις για τα διαμερίσματα 31 και 32 έχουν αναγραφεί στις λεπτομέρειες χρεώσεων για το Διαμέρισμα
- Το δεύτερο λάθος αφορά την περίοδο για την οποία αξιώνονται τα οφειλόμενα κοινόχρηστα. Το συνολικό αξιούμενο ποσό αντιπροσωπεύει τα καθυστερημένα κοινόχρηστα της περιόδου Ιανουαρίου του 2005 μέχρι και Ιούνιο του 2011 και όχι μέχρι Δεκέμβριο του 2010 όπως έχει κατά λάθος γραφτεί. Έτσι η ορθή περίοδος είναι από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι και τον Ιούνιο του 2011 και όχι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 όπως έχει κατά λάθος γραφτεί. Το συνολικό ποσό που αξιώνεται παραμένει το ίδιο όσο και η περίοδος που αντιπροσωπεύουν τα αξιούμενα καθυστερημένα κοινόχρηστα είναι μεγαλύτερη. Επομένως δεν επηρεάζεται κανένα συμφέρον του εναγόμενου. Ούτε και επηρεάζεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο η υπεράσπιση την οποία έχει προβάλει. Συνεπώς η μόνη ζημιά που προκαλείται σε αυτόν είναι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας της αίτησης τροποποίησης τα οποία η πλευρά της ενάγουσας αναγνωρίζει ότι τα δικαιούται. Η πλευρά του εναγόμενου στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης του προβάλλει δεκαεννέα λόγους ενστάσεως οι οποίοι εν πολλοίς επαναλαμβάνονται και αλληλοκαλύπτονται. Αυτοί μπορούν να καταταχθούν στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες:
- Προβάλλεται το λανθασμένο και ανύπαρκτο της νομικής βάσης ή και του παράτυπου της αίτησης.
- Η έλλειψη αναφοράς σε ουσιαστικά γεγονότα.
- Ότι η αίτηση στηρίζεται σε ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς και είναι κακόπιστη.
- Ότι συντρέχει κατάχρηση διαδικασίας και ότι καθυστερημένα υποβλήθηκε το αίτημα και ότι θα προκληθεί αδικία και θα προκληθεί ζημία στη πλευρά του εναγόμενου καθώς θα παραβιαστεί και το συνταγματικό του δικαίωμα για γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης.
- Αλλάζει η βάση της αγωγής.
- Η ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση είναι παράτυπη και υπογράφεται από ακατάλληλο πρόσωπο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Καταγράφω τη νομική βάση της αίτησης καθώς αυτή προβάλλεται ως λανθασμένη. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2
(3),Δ.9
(1),
(2),
(10),
(11), Δ.25, Δ.48 Θ. 1-4, Δ.64 καθώς επίσης και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 η οποία ρυθμίζει το ζήτημα τροποποίησης ή της διόρθωσης ενός δικογράφου και αυτό επιτρέπεται με σκοπό την αποπεράτωση των πραγματικών ζητημάτων που απασχολούν στην αγωγή μεταξύ των διαδίκων. Η αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.48 που διέπει τη διαδικασία των αιτήσεων και επίσης στη Δ.64 η οποία αφορά τη δυνατότητα διόρθωσης παρατυπιών. Κρίνω επομένως ότι η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στις ορθές δικονομικές διατάξεις η δε πλευρά του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση δεν εισηγείται τη συμπερίληψη οποιασδήποτε άλλης δικονομικής διάταξης η οποία παραλήφθηκε ή ότι οι πιο πάνω διατάξεις δεν είναι οι ορθές. Προκύπτει από την πιο πάνω διαταγή (Δ.25), αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε):
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης ότι αυτή δεν βασίζεται σε ουσιαστικά γεγονότα παρατηρώ ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που επέβαλαν αυτό το διαδικαστικό διάβημα δεν είναι άλλα από τα δύο τυπικά λάθη τα οποία επεξηγούνται με σαφήνεια και λεπτομέρεια και τα οποία εξηγείται επίσης πως αυτά καταγράφηκαν και έτσι κρίθηκε από την πλευρά της ενάγουσας όταν αυτά έγιναν αντιληπτά ότι θα πρέπει να διορθωθούν. Ο λόγος ένστασης ότι η αίτηση βασίζεται σε ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς εκτός από γενικοί και αόριστοι δεν έχουν οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Δεν εντοπίζω οποιανδήποτε σκοπιμότητα στα λάθη που σημειώθηκαν και ούτε εντοπίζω επιδίωξη παραπλάνησης του Δικαστηρίου και επιδίωξη σπατάλης χρόνου από την ενάγουσα η οποία κατά τα άλλα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την σύντομη εκδίκαση της αγωγής και δικαίωση της. Δεν διακρίνω επίσης οποιαδήποτε κακοπιστία στο αίτημα και δεν διαπίστωσα ότι συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος εκτός από την πραγματική ανάγκη που προέκυψε τεθούν τα επίδικα θέματα στην ορθή τους βάση. Η ενόρκως δηλούσα δεν αντεξετάστηκε σε αυτή τη βάση. Επειδή δε το λάθος οφειλόταν στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την υπόθεση της ενάγουσας και όχι στην ίδια την ενάγουσα είναι αυτό το γεγονός που υπαγόρευσε όπως η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση υπογραφεί από δικηγόρο του ίδιου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα η οποία και γνωρίζει τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει κώλυμα ή παρατυπία ή κακοπιστία εκ μέρους της ενάγουσας αλλά ούτε και έχει καταδειχθεί κακοπιστία προσωπικά εκ μέρους της ενάγουσας. Το ότι υποστηρίζεται η αίτηση με ένορκη δήλωση δικηγόρου αυτό από μόνο του δεν συνιστά παρατυπία ούτε και μη επιθυμητό στην κατάλληλη περίπτωση (βλ. Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms κ.ά.,
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 964. Το λάθος το οποίο επιδιώκεται να διορθωθεί δεν μπορεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να κριθεί ως κακόπιστο και ότι δεν προσέρχεται η ενόρκως δηλούσα ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια εφόσον εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι που επέβαλαν αυτό το διάβημα. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά) (πιο πάνω). Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Πρόκειται πράγματι για παράδοξο ισχυρισμό, γιατί το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πιο είναι το συμφέρον της στο να καθυστερεί να προωθηθεί η αγωγή της. Εξηγεί η ενόρκως δηλούσα πως προέκυψε το λάθος και ως εκ τούτου δεν εντοπίζω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται σε ένα διάδικο να διορθώσει τυχόν λάθη στο δικόγραφο του. Οι θεσμοί που ρυθμίζουν τη πολιτική διαδικασία το επιτρέπουν και η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να καταχωρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και μετά τη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Στη προκείμενη περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε με τη πρώτη ευκαιρία όταν διαπιστώθηκε το λάθος πριν ακόμα η αγωγή οριστεί για ακρόαση και κατά το στάδιο της μελέτης της κατά τον ορισμό της για οδηγίες. Δεν συντρέχει ασφαλώς ζήτημα παραβίασης της συνταγματικής προστασίας του δικαιώματος του εναγομένου για τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης του. Η αγωγή καταχωρήθηκε μόλις την 29.08.2011 και αφορά εντελώς πρόσφατες αξιώσεις για οφειλές του εναγομένου ως κοινόχρηστα δικαιώματα οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω εξακολουθούν να τρέχουν και γι΄αυτό η αξίωση για ενδιάμεσα κοινόχρηστα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Επομένως είναι η κατάληξη μου ότι ούτε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος συντρέχει ούτε και καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Η έγκριση του αιτήματος κάτω από τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες δεν προκαλεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του εναγομένου. Σε αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι η αιτούμενη θεραπεία και το ποσό που αξιώνεται δεν διαφοροποιούνται καθ΄οιονδήποτε τρόπο αλλά παραμένουν τα ίδια και ούτε και διαφοροποιούν ισχυρισμούς ή γεγονότα τα οποία προβάλλει ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του τουναντίον επεκτείνεται η περίοδος για την οποία αξιώνεται το ίδιο ποσό. Ο εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει τροποποιημένη υπεράσπιση και να θέσει τα γεγονότα στην ορθή τους βάση. Σε σχέση δε με την ζημία που επικαλείται, αναφέρω απλά ότι αυτός δικαιούται στα έξοδα που προκαλούνται συνεπεία της επιζητούμενης τροποποίησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένσταση ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει τη μεταβολή του πλαισίου της δίκης λόγω της φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων στην World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, αποφασίστηκε κατά ανάλογο τρόπο, που κατά την άποψη μου ισχύει και με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν διαφοροποιεί τη βάση της αγωγής. Η αιτούμενη τροποποίηση θα θέσει τα επίδικα θέματα στην σωστή τους διάσταση. Εξετάζοντας λοιπόν ποιο είναι ακριβώς το λάθος που επιβάλλει την τροποποίηση δεν βρίσκω ότι η έγκριση της αίτησης και της τροποποίησης που επιδιώκεται αλλάζει τη βάση της αγωγής ή ότι αυτή αναδομείται όπως προβάλλεται. Όπως εξάλλου αναφέρθηκε στην Saba & Co (T.M.T) v.T.M.P. Agents,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 426 στη σελ. 427: «Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί.» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση, έχοντας κατά νου τη φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται μπορεί να επιτραπεί καθώς αυτή θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες για την γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607 : «σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς.» Αυτά ακριβώς απαντούν στον σχετικό λόγο ένστασης που προβλήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου περί μη αναφοράς ουσιαστικών γεγονότων που να δικαιολογούν το αίτημα. Το Δικαστήριο είναι ταγμένο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του σε όση έκταση αυτός επιθυμεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν στον εναγόμενο ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως το αιτητικό υπό στοιχεία 1 (α),(β) και (γ) της αίτησης. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση και ως εκ τούτου αυτή κρίνεται καταχρηστική. Η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η πιο πάνω διαταγή μου συνάδει με τις πρόνοιες της διαταγής 59 Θ. 13 ο οποίος αποσκοπεί στην έκδοση διαταγών ως προς τα έξοδα οι οποίες να αποτρέπουν την καταχρηστική άσκηση διαδικασιών όταν αυτές κρίνονται αχρείαστες και προκαλούν καθυστέρηση. Κρίνω όμως δίκαιο όπως επιδικάσω υπέρ του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση τα έξοδα τα οποία θα απαιτηθούν από τούδε και στο εξής για τις ανάγκες της τροποποίησης των δικογράφων. Αυτά επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι επίσης πληρωτέα στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων εντός 10 ημερών να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και ακολούθως εντός 7 ημερών από της επιδόσεως της τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως να καταχωρηθεί τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 27.03. 2013 ώρα 08:30. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο