← Κύπρος

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. ΚΟΝ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΛΟΥΠΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1183/2012, 8/3/2013

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. ΚΟΝ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΛΟΥΠΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1183/2012, 8/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου Βασιλείου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1183/2012 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD, από Λευκωσία Εναγόντων -και-

  1. ΚΟΝ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΛΟΥΠΙΑ ΛΤΔ, από Ξυλοφάγου
  2. ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από Ξυλοφάγου
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΒΛΑΧΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ, από Φρέναρος Εναγομένων Αίτηση για απόφαση ημερ. 7.1.13 εναντίον της εναγόμενης 3 Ημερομηνία:8.3.13 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Ζαχαρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν την έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγόμενης 3 που να διατάττει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/2960 Φ/Σχ.2-283-379 τεμάχιο 151 στο χωριό Φρέναρος της Επαρχίας Αμμοχώστου έναντι ή/και προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Επίσης αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα απόφαση για το ποσό των €35.358,00 σεντ πλέον τόκο προς 11% από 1.11.2012 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους και για το ποσό των €34.063,04 σεντ πλέον τόκο προς 11% από 1.7.12 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγόμενη 3 η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προχωρήσουν στην καταχώριση μονομερούς αίτησης ημερ. 7.1.13 δια της οποίας εξαιτούνται απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3 ως ανωτέρω αναφέρεται. Προς τούτο καταχώρισαν γραπτή ένορκη δήλωση ημερ. 15.1.13 της Εύας Νικόλα, υπαλλήλου των εναγόντων στην οποία ένορκη δήλωση επισυνάπτονται επτά συνολικά τεκμήρια. Πρόκειται για τη Συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 24.1.08 τεκ.Α, την Επιστολή αποδοχής τεκ.Β, τη Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού τεκ.Γ, το Έγγραφον Εγγυήσεως τεκ.Δ, τα έγγραφα υποθήκης Υ105/2008 τεκ. Ε, την επιστολή τερματισμού τεκ. Στ και τις καταστάσεις λογαριασμών τεκ.Ζ. Το ζήτημα το οποίο ηγέρθηκε από το Δικαστήριο και αποτέλεσε το αντικείμενο γραπτής αγόρευσης των εναγόντων είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες πέραν της έκδοσης εναντίον της εναγόμενης 3 διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ως αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης δικαιούνται και απόφασης για τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών που ανέρχονται στα ποσά που περιγράφονται πιο πάνω ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 3 δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 με γραπτή σύμβαση εγγύησης. Σημειώνεται βέβαια πως οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγόμενη 3 υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης τεκ.Δ. Στην παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης τους αναφέρουν ότι προς περαιτέρω και/ η καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του οποιουδήποτε υπολοίπου των επίδικων λογαριασμών η εναγόμενη 3 προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με τα σχετικά έγγραφα την υποθήκη που περιγράφεται πιο πάνω ημ. 28.01.
  4. Περαιτέρω στην παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης προβάλλεται ότι βάση των όρων της υποθήκης οι ενάγοντες δικαιούνται να πωλήσουν το ενυπόθηκο κτήμα είτε μέσω κτηματολογίου είτε δια αγωγής μέσω του δικαστηρίου και το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί έναντι ή προς εξόφληση των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων του εναγόμενου
  5. Η συνήγορος για τους ενάγοντες στη γραπτή αγόρευσή της υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3 και για τα χρεωστικά υπόλοιπα βασίζοντας τη θέση αυτή στην ερμηνεία των όρων της σύμβασης υποθήκης. Συγκεκριμένα παρέπεμψε στην παρ. 5 του εγγράφου υποθήκης η οποία προνοεί τα ακόλουθα: 5.. Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που θα παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιανδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για να εξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες ή οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές. Παρέπεμψε επίσης στη πρώτη παράγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης ( Τύπο Ν271) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: Εγώ η Γεωργία Βλάχου Γεωργία ... συνάπτω σύμβαση με την SOSIETE GΕNΕRALE CYPRUS LIMITED να τους καταβάλω σε πρώτη ζήτηση το ποσό των € 60.000 μαζί με τον κυμαινόμενο τόκο προς 7% ... και σε περίπτωση που ληφθούν δικαστικά μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου και τα σχετικά έξοδα.... Η συνήγορος των εναγόντων υποστήριξε τη θέση ότι από τα πιο πάνω διαφαίνεται πως η συμφωνία που υπέγραψε η εναγόμενη 3 αποτελεί ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής χρέους που αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων είναι μια επιλογή και δυνατότητα που έχουν οι ενάγοντες και δικαίωμα που μπορούν να ασκήσουν προς εξασφάλιση του ποσού που τους οφείλεται. Παρέπεμψε το δικαστήριο σε νομολογία η οποία κατά την εισήγηση της ενισχύει τις πιο πάνω θέσεις των εναγόντων. Οι εισηγήσεις της πλευρά των εναγόντων δεν με βρίσκουν σύμφωνη για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 «υποθήκη» σημαίνει επιβάρυνση συσταθείσα επί ακινήτου με τη βούληση του κυρίου προς εξασφάλιση οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεση χρηματικού χρέους ή υποχρέωσης. Το άρθρο 21

(1)(γ) του Ν.9/65, προνοεί τα ακόλουθα: «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) . . . . . . . . . . . ... (β) . . . . . . . . . . . . (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύι νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθορισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:» Ο νόμος καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις υποθήκης έτσι ώστε με την προσαγωγή τους από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή στον εκάστοτε Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό να είναι δυνατή η εγγραφή υποθήκης. Θεωρώ συνεπώς ότι ο όρος 5 του εγγράφου υποθήκης τέθηκε για να συνάδει και να ταυτίζεται με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65. Καμία άλλη ερμηνεία μπορεί να δοθεί και μάλιστα τέτοια που να καθίσταται ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσωπικά υπόλογος για την καταβολή του οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου για το οποίο πρόσφερε ως εξασφάλιση κάποιο ακίνητο. Αντίθετα αυτό που ακριβώς προνοείται είναι ότι αν ποσό το οποίο καλύπτεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει την ευχέρεια εφόσον του ζητηθεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και να εξαλειφθεί η υποθήκη από το ενυπόθηκο ακίνητο όπως προνοεί και το άρθρο 35 του Νόμου. Σε αντίθετη περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το εκ της συμφωνίας αλλά και εκ του νόμου δικαίωμα να προχωρήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει δηλαδή τη δυνατότητα να ανακόψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου του και να το περισώσει καταβάλλοντας το ποσό το οποίο εξασφαλίζει η υποθήκη και έχει καταστεί απαιτητό από τον ενυπόθηκο δανειστή. Τα πιο πάνω προκύπτουν και από τις πρόνοιες των άρθρων 37 και 44 του Νόμου 9/65 όπου προβλέπεται η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου είτε μέσω του διευθυντή του Κτηματολογίου είτε μέσω του Δικαστηρίου. Επιβεβαιώνονται δε από την υπόθεση Re National Provincial Bank Ltd.
(1941)1 All E.R. 97, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In the present case, so far as I can see, he is under no obligation whatsoever to the bank. He is in this position. The bank has demanded payment of the money owing by Mrs Milburn. That does not create an obligation upon the mortgagor to pay anything. It puts him in this position. Either he must find the money which is demanded or the mortgages will be entitled to realize their security. The fact that he is put in that dilemma does not create an obligation of any sort or kind upon him. If he chooses not to pay, or is unable to pay, he may find himself in the unhappy position of having his property taken away from him. That may be his misfortune, but that does not create an obligation upon him which he has to satisfy and which arises from the mortgage into which he has entered. The mortgage creates no such obligation whatsoever.» Τα όσα λέχθηκαν στη υπόθεση ΗΛΙΑΔΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΟΥ V. ΟΔΥΣΣΕΑ ΟΔΥΣΣΕΩΣ
(2001)1 Α.Α.Δ 161 την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος των εναγόντων προς υποστήριξη των θέσεων τους δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ενάγουσα η οποία υποθήκευσε το ακίνητο της για εξασφάλιση του δανείου προς τον εναγόμενο είναι πρωτοφειλέτης έναντι του ενυπόθηκου δανειστή όσον αφορά την υποχρέωση που ανέλαβε και εξασφαλίζεται με τη σύμβαση υποθήκης ενώ σε σχέση με τον εναγόμενο οφειλέτη του χρέους είναι απλώς εγγυήτρια του. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί γεγονός ότι η εναγόμενη 3 υπέγραψε την επίδικη σύμβαση υποθήκης προς εξασφάλιση πληρωμής του υπολοίπου των επίδικων λογαριασμών που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1 μέχρι του ποσού των €60.000 πλέον τόκο. Αποτελεί περαιτέρω γεγονός ότι υποχρεούται να πληρώσει κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, στη περίπτωση που αυτό καταστεί πληρωτέο. Με τα όσα αναλύονται πιο πάνω είναι όμως σαφές ότι η εναγόμενη 3 επέλεξε να εξασφαλίσει την πληρωμή του αναφερόμενου ποσού όχι με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρά μόνο με την παραχώρηση υποθήκης επί του συγκεκριμένου κτήματος της καθιστώντας τον εαυτό της υπόλογο για την πληρωμή αυτού μόνο με το προϊόν πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω συνεπώς ότι το αίτημα των εναγόντων για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 3 και για τα χρεωστικά υπόλοιπα, ως αυτά αναφέρονται στην παρ. 14 Α και Β της έκθεσης απαίτησης, δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Ως αποτέλεσμα τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγόμενης 3 ως η παρ. 14 Γ της έκθεσης απαίτησης, πλέον € 936 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και €21,- έξοδα επίδοσης. Νοείται ότι τα έξοδα θα είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2. (Υπ.) .............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.