Αδάμου Μανώλης ν. Παντελής Παναγιώτη Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 18/08, 8/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 18/08 Αδάμου Μανώλης Ενάγοντας - Αιτητής και
- Παντελής Παναγιώτη Παντελή
- Δήμητρα Παναγιώτη Παντελή
- Ανδρούλλα Παναγιώτη Παντελή
- Κενδέας Παναγιώτη Παντελή
- Ιάκωβος Παναγιώτη Παντελή
- Μόδεστος Παναγιώτη Παντελή
- Γεώργιος Γεωργίου Παναγιώτη
- Aristo Developers Plc Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 30.1.2013 Ημερομηνία: 8.3.
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ" Στερκώτης (κα Κώστα για να ακούσει απόφαση). Για τους Εναγόμενους 1-7 - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Καλλή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.1.2008, ο ενάγοντας, επικαλούμενος συμφωνία αγοράς ακινήτου που καταρτίστηκε κατά ή περί την 25.5.1983 με τον ίδιο ως αγοραστή, αξιώνει από τους εναγομένους διάφορες θεραπείες, ανάμεσα στις οποίες την ακύρωση ως δόλιας και/ή παράνομης μεταγενέστερης πώλησης του ακινήτου και/ή μέρους του προς τον εναγόμενο αρ. 8, διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους να προβούν σε οποιαδήποτε ανάπτυξη εντός του ακινήτου, ως επίσης αποζημιώσεις τις οποίες στηρίζει σε διάφορες βάσεις. Έκθεση απαίτησης από την πλευρά του καταχωρήθηκε στις 23.6.2008, ενώ τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση υπερασπίσεων εκ μέρους όλων των εναγομένων και ανταπαίτησης σε βάρος του από την πλευρά των εναγομένων 1-
- Παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ορίστηκε κατ΄ επανάληψη για σκοπούς ακρόασης, για διάφορους λόγους που εμφαίνονται στα πρακτικά της διαδικασίας, δεν έγινε κατορθωτή η έναρξη της. Την τελευταία φορά που αυτή προγραμματίστηκε για σκοπούς ακρόασης, καταχωρήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα η υπό συζήτηση αίτηση, με την οποία επιζητείται η τροποποίηση τόσο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όσο και της έκθεσης απαίτησης, ως ειδικότερα καταγράφεται στις παραγράφους 1 και 2 της αίτησης. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.25 θ.θ.1-4 και Δ.48 θ.θ.1-4, οι συμφυείς εξουσίες, το δίκαιο της επιείκειας, η διακριτική ευχέρεια, η εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, ενώ την συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Άννας Προδρόμου, ημερ. 30.1.
- Στην ως άνω δήλωση της η Άννα Προδρόμου, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα - αιτητή, υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και την μελέτη εκ νέου της υπόθεσης του ενάγοντα, μετά και την παράδοση στον δικηγόρο του ενάγοντα στοιχείων και εγγράφων, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους δεν είχαν τεθεί στην αγωγή του ενάγοντα και στην έκθεση απαίτησης τα σωστά γεγονότα, ενώ τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής είναι ελλιπή κατά τρόπο που είναι αναγκαία η τροποποίηση τους για να αντικατοπτρίζεται η πραγματικότητα τόσο νομικά όσο και σε σχέση με τα γεγονότα. Επαναλαμβάνοντας τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, αποτελεί θέση της ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή ανάλογων εξόδων ενώ αντίθετα σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση, η πλευρά του ενάγοντα δεν θα μπορέσει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της υπόθεσης ούτε θα τεθούν με τον σωστό τρόπο τα επίδικα γεγονότα. Η αιτούμενη τροποποίηση, η οποία ως υποδεικνύει επιδιώκεται πριν να αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, γίνεται καλόπιστα και είναι αναγκαία για να τεθεί η διαφορά των διαδίκων στην ορθή πραγματική και νομική της διάσταση συνάδοντας με την μαρτυρία που πρόκειται να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι στο διάστημα που ακολούθησε της καταχώρησης της υπό συζήτηση αίτησης η αγωγή σε βάρος του εναγομένου 8 αποσύρθηκε από την πλευρά του ενάγοντα και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ειδοποίηση για καταχώρηση πρόθεσης ένστασης σε σχέση με αυτή καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναπομείναντων εναγομένων, ήτοι των εναγομένων 1-
- Η ένσταση εδράζεται στην ίδια νομική βάση ως και η αίτηση ενώ οι λόγοι της προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα προτάσσεται πως: "(α) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). (β) Τόσον η αίτηση όσον και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει είναι γενική, αόριστη, παράτυπη, βασισμένη σε λανθασμένα γεγονότα και μη συγκεκριμένη. (γ) Το πρόσωπον που προέβη στην ένορκο δήλωση στην αίτηση είναι δικηγόρος και αγνοεί παντελώς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. (δ) Τα γεγονότα της υπόθεσης, η δικογραφία και η μέχρι τούδε διαδικασία καθώς και η ισχύουσα νομολογία δεν δικαιολογούν και/ή δεν στηρίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παροχής των αιτουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων. (ε) Οι αιτητές ζητούν διατάγματα σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. (ζ) Δεν συντρέχουν εξαιρετικές και/ή ειδικές περιστάσεις οι οποίες να συνηγορούν και/ή επιτρέπουν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων." Η εναγομένη αρ. 3 Ανδρούλλα Παναγιώτη Παντελή, με την ένορκη δήλωση της ημερ. 8.2.2013, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, υποδεικνύοντας ανάμεσα σε άλλα ότι είναι ανεπιθύμητο δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις, προβάλλει την θέση ότι υπάρχει κώλυμα εμφάνισης εκ μέρους του γραφείου που αντιπροσωπεύει τον ενάγοντα - αιτητή, αφού δίδεται από την πλευρά των συγκεκριμένων δικηγόρων μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο ενάγων-αιτητής εμποδίζεται να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι παρέδωσε στοιχεία και έγγραφα, αφού ο ίδιος στην ένορκη δήλωση του αποκάλυψης εγγράφων, ημερ. 14.1.2011, έχει ήδη προβεί σε αποκάλυψη των εγγράφων που είχε στην κατοχή του, επισυνάπτοντας κατάλογο εγγράφων. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ποια είναι τα νέα έγγραφα ή και τα νέα στοιχεία των οποίων γίνεται επίκληση από την πλευρά του αιτητή. Χαρακτηρίζοντας την θεραπεία η οποία επιζητείται γενική και αβάσιμη, αποτελεί θέση της ότι η προώθηση της ουσιαστικά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επικαλούμενη γραπτή δήλωση του ενάγοντα-αιτητή η οποία περιήλθε στην κατοχή της και η οποία ως εξηγεί θα κατατίθετο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην περίπτωση που άρχιζε η ακρόαση της υπόθεσης κατά την τελευταία ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο ημερομηνία, υποδεικνύει ότι σε αυτή δεν γίνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για εμπίστευμα ή συμφωνία καταπιστεύματος, γεγονός που αποδεικνύει ότι η προβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη, με απώτερο σκοπό την ενδυνάμωση της υπόθεσης του ενάγοντα. Καταληκτικά, αποτελεί θέση της πως ενόψει της καθυστερημένης προώθησης της υπό εξέταση αίτησης αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και ότι διαφορετική εξέλιξη θα ήταν αντίθετη με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για διεκπεραίωση μιας δικαστικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε αυτές γίνεται όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: "... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith". Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Christodoulou ν. Christodoulou κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050 Clive Preece κ.α. ν. Νάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου Πολ. Έφεση 271/08 ημερ. 16.12.2011. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγου τους στα πλαίσια της παρούσας. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας στους διαδίκους και ασφαλώς η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Ομοίως, ο τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, (Δικαστής όπως ήταν τότε), στην υπόθεση Geto Ltd v. Πλοίο Vladimir Vaslyayev (Αρ.4)
(1993)1 AAΔ 714, κατέδειξε ως κυρίαρχο λόγο για την αντίκριση θεμάτων τροποποίησης, την παροχή της δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία επαναλήφθηκε σε σειρά άλλων, νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: "It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace." Όπως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Αλεξάνδρου Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111, είναι επιτρεπτή η τροποποίηση στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής είναι δυνατό τούτο να μην οδηγήσει, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Οπωσδήποτε αυτό θα είναι το αποτέλεσμα μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (ανωτέρω). Από το λόγο των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Christodoulou, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τον ίδιο τρόπο η τροποποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 726. "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης....." Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση έχοντας κάνει σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση τονίζοντας και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση." Γεγονός παραμένει πάντως ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Τούτο γιατί, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν μία τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ο παράγοντας της καθυστέρησης, που απορρέει από το Συνταγματικό δικαίωμα των διαδίκων για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο, (άρθρο 30.2 του Συντάγματος), εξετάζεται από ο Δικαστήριο και συνυπολογίζεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζεται η αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του αντιδίκου. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικά ζητήματα της παρούσας σκόπιμη κρίνεται η κατά προτεραιότητα ενασχόληση με την θέση που προβάλλεται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ότι δηλαδή καθ' ον χρόνο η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή να δίνεται επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση προς τούτο, αυτή είναι παράτυπη και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο με συνέπεια η αίτηση να απορριφτεί. Στην υπόθεση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(Α) ΑΑΔ 82, συνοψίζονται ουσιαστικά η καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της κατάρτισης και υποβολής, σε δικαστική διαδικασία, ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Ως υποδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση: «.. θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω)..» Για να συμπληρώσει καταλήγοντας πιο κάτω στην εν λόγω απόφαση του ο σεβαστός Δικαστής κ. Κληρίδης, ότι: «.. Μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύον είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Εξετάζοντας την ως άνω εισήγηση της πλευράς των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση εντοπίζεται η υπόδειξη εκ μέρους της ομνύουσας δικηγόρου του γεγονότος ότι δικηγόρος του ενάγοντα είναι άλλος από την ίδια και ότι η τελευταία εξουσιοδοτήθηκε τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τον δικηγόρο του να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Αποκαλύπτει παράλληλα την πηγή της γνώσης της για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Περαιτέρω, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι μέσω της αίτησης επιζητείται η εισαγωγή νέας απαίτησης που εδράζεται όμως στις ήδη δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα. Πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια εισαγωγής προς συζήτηση, στη βάση των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ενός νέου νομικού ζητήματος. Τούτο, από μόνο του φαίνεται να εξηγεί και αρκούντως να δικαιολογεί το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ομνύον προς υποστήριξη της αίτησης είναι νομικός - δικηγόρος, που συνεργάζεται με τον δικηγόρο του ενάγοντα, και όχι ο ίδιος ο διάδικος. Είναι φανερό ότι μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, επιχειρείται η εισαγωγή μίας νέας βάσης αγωγής. Ειδικότερα, η διεκδίκηση αποζημιώσεων που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί «δυνάμει εμπιστεύματος ή καταπιστεύματος που έχει δημιουργηθεί προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος της Λουτσίας Παναγιώτη Παντελή και εναγομένων 1-8..» σε σχέση με το ακίνητο που αφορά η παρούσα αγωγή, εμπίστευμα ή καταπίστευμα που έχει δημιουργηθεί δυνάμει των αρχών της επιείκειας και/ή δυνάμει συμφωνίας. Ως πιο πάνω έχει αναφερθεί η προσπάθεια εισαγωγής νέας βάσης αγωγής, μέσω τροποποίησης, παρά το γεγονός ότι καθιστά το εγχείρημα πιο δύσκολο δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Αυτή θα είναι η κατάληξη όταν με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά [ανωτέρω]). Στην υπό εξέταση περίπτωση με την εισαγωγή στα δικόγραφα του ενάγοντα των προτεινόμενων τροποποιήσεων, υπεισέρχονται για σκοπούς εξέτασης και δικαστικής επίλυσης, αξιώσεις και νομικά ζητήματα τα οποία δεν φαίνεται να απασχολούν και να προωθούνται στις ήδη καταχωρημένες δικογραφημένες θέσεις του. Σε κάθε περίπτωση όμως τα ζητήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ανεξάρτητα και ξένα με τα ζητήματα που απασχολούν ήδη τους διαδίκους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Δεν μετατρέπουν δηλαδή και μάλιστα ριζικά, στην περίπτωση που επιτραπεί η εισαγωγή τους την φύση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, κατά τρόπο που θα ήταν απαγορευτικός για την επιτυχία του αιτήματος. Σπεύδω στο στάδιο αυτό της παρούσας να σημειώσω πως με δεδομένη την ανεπιφύλακτη απόσυρση εκ μέρους του ενάγοντα της αγωγής του σε βάρος του εναγομένου 8 και της απόρριψης της από το Δικαστήριο, η οποία έχει ήδη μεσολαβήσει, το αίτημα για ενσωμάτωση στις λεπτομέρειες δόλου των εναγομένων αρ. 8, όπως περιλαμβάνεται και περιγράφεται στον αριθμό 2 (ζ) του αιτητικού, όντας πλέον άνευ αντικειμένου, δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει επιτυχή κατάληξη. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω γενικότερο πλέγμα νομικών αρχών που έχει τεθεί από τη νομολογία σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα για σκοπούς καθοδήγησης, σοβαρά απασχολεί το θέμα του χρόνου υποβολής του υπό συζήτηση αιτήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πιστεύω αυταπόδεικτο ότι η υποβολή της αίτησης γίνεται σε προχωρημένο, καθυστερημένο στάδιο. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης οδηγεί σε παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο; (άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Η διεξαγωγή της δίκης εξάλλου μέσα σε εύλογο χρόνο, αποτελεί εκτός από συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, υποχρέωση και κάτω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, άρθρο 6
(1). Χωρίς να διστάζω να προσθέσω στη δικονομική συμπεριφορά των αιτητών ακόμα και το στοιχείο της αμέλειας, όσον αφορά τον χειρισμό και την αντιμετώπιση του ζητήματος από την πλευρά τους, αφού κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις τα γεγονότα τα οποία κατά την αντίληψη τους δικαιολογούν την προώθηση αξίωσης όπως επιχειρείται σήμερα να ενσωματωθεί στην απαίτηση τους, φαίνεται να ήταν πάντα γνωστά και στη διάθεση του ενάγοντα. Ούτως ή άλλως η γενική και αόριστη αναφορά της ομνύουσας για παράδοση, άγνωστο πότε, στον δικηγόρο του ενάγοντα στοιχείων και εγγράφων, η σχέση των οποίων με τα επίδικα ζητήματα δεν διευκρινίστηκε, από μόνη της δεν πείθει ούτε ενισχύει το αίτημα. Το ζήτημα της παρέλευσης ικανού χρόνου στην παρούσα περίπτωση και ενώ η υπόθεση είχε οριστεί κατ΄ επανάληψη για σκοπούς ακρόασης μέχρι την προώθηση της αίτησης, από μόνο του και υπό την προϋπόθεση πάντα ότι συντρέχουν όλες οι άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν θα μπορούσε αισθάνομαι να αποκλείσει την αιτούμενη θεραπεία. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Geto Ltd (ανωτέρω), κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παράθεση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου, να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση μετά που είχαν ακουστεί επτά μάρτυρες, αφού γίνεται αναφορά στη σύγχρονη, φιλελεύθερη τάση στην αντιμετώπιση του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφου, αναφέρεται ρητά ότι είναι επιτρεπτές τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βεβαίως ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Στα πλαίσια άλλωστε της εξουσίας του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του δικαστικές διαδικασίες, αισθάνομαι ότι στην περίπτωση που το υπό εξέταση αίτημα εγκριθεί, μια μικρή σχετικά και πάντα ελεγχόμενη καθυστέρηση η οποία αναπόφευκτα θα προκληθεί συνεπεία της τροποποίησης, δεν θα ήταν ικανή, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ενάγουσας κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός εξάλλου ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα αρχίσει, αποτελεί παράγοντα ο οποίος ενδυναμώνει το αίτημα του ενάγοντα - αιτητή για να καταστεί δυνατή η αποσαφήνιση και ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων κατά το στάδιο της διαδικασίας και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Άλλωστε, το συνταγματικό δικαίωμα που περιγράφεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει την εξασφάλιση δίκαιης δίκης και όχι την παρεμπόδιση της. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν έχω εντοπίσει εξάλλου στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά του αιτητή σε σχέση με την υποβολή της παρούσας αίτησης. Πέραν από την καθυστέρηση από την πλευρά του αιτητή να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να τροποποιήσει τα δικόγραφα του, ακόμα και την τυχόν αμέλεια του στην προώθηση του ζητήματος, κατά τον τρόπο που πιο πάνω έχει εξηγηθεί, στην συμπεριφορά του όπως αυτή αναδύεται από το φάκελο της δικογραφίας αλλά και όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, δεν φαίνεται να υφέρπουν στοιχεία κακοπιστίας. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα και καταλήγοντας ότι η όποια διαπιστωμένη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν φαίνεται να επηρεάζει, στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτε προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση κινδυνεύουν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα η οποία δεν θα μπορούσε να καλυφθεί με την επιδίκαση ανάλογων εξόδων, το δε στοιχείο της κακοβουλίας φαίνεται να ελλείπει από τη συμπεριφορά του ενάγοντα - αιτητή, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης θα πρέπει να θεωρείται αρκούντως αιτιολογημένη. Συνεπώς η αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη, ως πιο κάτω. Εκδίδεται διάταγμα ως το 1, 2 (α) (β) (γ) (δ) (ε) (στ) (η) (θ) (ι) της αίτησης. Τροποποιημένα δικόγραφα εκ μέρους του ενάγοντα να καταχωρηθούν εντός επτά ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη υπεράσπιση δύναται να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός 15 ημερών από την παράδοση των τροποποιημένων δικογράφων του ενάγοντα. Όλα τα έξοδα που θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης, περιλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας αίτησης και της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε, επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή και υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση 1-7, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο