← Κύπρος

TIBERIUS VASILE TANASE ν. Ιωάννα Χ¨Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 891/2007, 17/4/2013

TIBERIUS VASILE TANASE ν. Ιωάννα Χ¨Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 891/2007, 17/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Το οποίο συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 891/2007 Μεταξύ: TIBERIUS VASILE TANASE Εναγόντων και

  1. Ιωάννα Χ¨Ανδρέου
  2. Πανίκος Χ¨Ανδρέου Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Aπριλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κα Χρ. Λειβαδιώτου Για την εναγόμενη 1 - αιτήτρια: κ. Παυλήμπεης ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης) Η εναγόμενη 1 - αιτήτρια (στη συνέχεια ¨η αιτήτρια¨) με την παρούσα αίτηση της εξαιτείται την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στις 16.03.2012 μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση που καταχώρησε με αριθμό 179/
  3. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.35 Θ. 18, 19, Δ.40 Θ. 7(β) και Δ.48 Θ. 1,2,3,4,8 και 9, στο Άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)όπως έχει τροποποιηθεί και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προέρχεται από την ένορκο δήλωση της κας Βασιλικής Πέτρου η οποία είναι ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Θ. Β. Παυλήμπεη. Ισχυρίζεται ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ασφαλιστική Εταιρεία Κεντρική Λτδ η οποία κάλυπτε την εναγόμενη αρ. 1 κατά το χρόνο του επίδικου δυστυχήματος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ενήμερη των γεγονότων της υπόθεσης από ενημέρωση που έλαβε από την πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία και πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους της εναγόμενης
  4. Αναφέρει ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 16.03.2012 εναντίον της εναγόμενης 1 στην πιο πάνω αγωγή για το ποσό των €6.715,66σ. στην απαίτηση πλέον τόκο 8% ετησίως από 6.12.2007 μέχρι 14.10.2008 και προς 5.5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €6.185,89σ. δικηγορικά έξοδα πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού €6.143,89 από 6.12.07 μέχρι 14.10.08 και ακολούθως 5.5% τόκο ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €1.013,48σ. Φ.Π.Α. επί των δικηγορικών εξόδων. Έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 16.03.2012 αντίγραφο της οποία επισυνάπτει. Δηλώνει ότι η εναγόμενη 1 έχει πολύ καλή υπόθεση στην ασκηθείσα έφεση και πολύ μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης διότι αν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, έστω και αν κερδίσει την έφεση η εναγόμενη 1, αφού ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός και από ότι γνωρίζει δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στη Κύπρο τα οποία μπορούν να καλύψουν το ποσό που θα πρέπει να επιστραφεί στην εναγόμενη 1 σε περίπτωση που πληρωθεί η απόφαση και στην συνέχεια επιτύχει η έφεση της εναγόμενης
  5. Δηλώνει ότι η εναγόμενη 1 είναι πρόθυμη και δύναται να παράσχει τραπεζική εγγύηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Σημειώνω ότι σε μονομερή αίτηση που καταχωρήθηκε και αποσκοπούσε στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στις 7.08.2012 το οποίο έκτοτε παραμένει σε ισχύ αναμένοντας την έκβαση της παρούσας αίτησης. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους ίδιους θεσμούς και νομοθετικές διατάξεις όπως και επί του Συντάγματος και σε αυτή απαριθμούνται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Η αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. Το πρόσωπο το οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, είναι ασκούμενη δικηγόρος που συνεργάζεται με τους δικηγόρους της εναγόμενης και συγκεκριμένα είναι στο γραφείο επιδόσεως τους στη Λάρνακα το οποίο χειρίζεται και την ως άνω υπόθεση ως επί το πλείστο, πράγμα ασυμβίβαστο και αδικαιολόγητο προς στήριξη των ζητουμένων αιτημάτων. Εν πάση περιπτώσει η ενόρκως δηλούσα εμποδίζεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε ένορκο δήλωση λόγω της ιδιότητας της ως δικηγόρου/ συνεργάτη των δικηγόρων της αιτήτριας, ως εκ τούτου τέτοια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει σαφώς τη πηγή της γνώσης της για τα γεγονότα για τα οποία δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση. Η καταχώρηση έφεσης δεν είναι λόγος αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης και έγινε μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Εξάλλου η προβαλλόμενη έφεση στρέφεται εναντίον μόνο του μέρους της απόφασης που αφορά την ευθύνη και όχι εναντίον των εξόδων που και αυτά είναι μέρος της απόφασης. Η εναγόμενη καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης έχει. Εξάλλου διά του λόγου αρ. 2 της Έφεσης το προσβαλλόμενο μέρος της απόφασης περιορίζεται μόνο στον διαφορετικό καταμερισμό του ποσοστού ευθύνης και όχι στην απόρριψη καθ΄ολοκληρία της απόφασης. Περαιτέρω στην ουσία η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο και/ή αιτία για την οποία ζητείται η παρούσα θεραπεία και εν πάση περιπτώσει ο προβαλλόμενος λόγος εις την παρ. 4 της ένορκης δήλωσης είναι ασαφής μη ικανοποιητικός, μη βάσιμος και παραπλανητικός και γενικά ήτοι μη ικανοποιητικός προς υποστήριξη της ζητούμενης θεραπείας. Η ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, είναι ελλιπής δυνάμει του νόμου και των κανονισμών για να στηρίξει τις αιτούμενες θεραπείες και τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση, δεν είναι τέτοιας υφής που να μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. Η παρούσα διαδικασία και το παρόν αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους της εναγόμενης. Με την αιτούμενη θεραπεία θα προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα και όχι στην εναγόμενη και θα του στερήσει τα νόμιμα δικαιώματα του τόσο σύμφωνα με τον Νόμο όσο και με το Σύνταγμα και να αποζημιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για τις ζημιές τις οποίες υπέστη. Το αίτημα της εναγόμενης γίνεται μόνο για καθυστέρηση της πληρωμής της απόφασης και τίποτε άλλο. Η παρούσα αίτηση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της Δικαιοσύνης. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως ο ενάγοντας επαναλαμβάνει στην ουσία τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Δηλώνει ότι αγνοεί και συνεπώς απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας. Αναφερόμενος στους λόγους έφεσης επισημαίνει ότι στην αιτιολογία του λόγου έφεσης αρ. 2 μιλά για τον καταμερισμό της ευθύνης σε μεγαλύτερο απλώς ποσοστό εναντίον του ενάγοντα και όχι για απόρριψη της αγωγής ολότελα. Δεν προσβάλλεται η απόφαση ως προς τα έξοδα. Παρόλο ότι είναι αλλοδαπός εντούτοις βρίσκεται στη Κύπρο από το 2000 και είναι παντρεμένος με ελληνοκύπρια από το 2001 και από τότε κατοικεί μόνιμα στη Λάρνακα μαζί με τη σύζυγο του με την οποία έχουν ένα γιό. Είναι επαγγελματίας οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων και είναι φερέγγυος. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η εκδικασθείσα υπόθεση αφορά δυστύχημα το οποίο επισυνέβη το 2007 δηλαδή πριν από 5 περίπου χρόνια και η εκδίκαση της έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης προϋποθέτει ακόμη χρονική διάρκεια τουλάχιστον 2 ½ και πλέον χρόνων. Ως εκ τούτου και στην πιο πιθανή περίπτωση που θα κερδίσει και πάλι τη δίκη, η αποζημίωση που θα εισπράξει λόγω της μεγάλης καθυστέρησης, δεν θα ισοδυναμεί πλέον με την αποτίμηση της ζημιάς του που είναι η αγορά του καταστραφέντος αυτοκινήτου του. Η πιθανή αναστολή της απόφασης θα προκαλέσει σε αυτόν μεγάλη αδικία δίχως να υπάρχει βάσιμος λόγος ως προς τούτο. Η παρούσα υπόθεση αφορά απαίτηση για ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του ενάγοντος /καθ΄ού η αίτηση το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν και ανέλυσαν με αναφορά και παραπομπή σε εκτεταμένη νομολογία και αυθεντίες τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Σε λεπτομέρειες αυτών των θέσεων σε σχέση με τα ζητήματα που προκύπτουν και θα με απασχολήσουν στη συνέχεια θα κάμω αναφορά στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Panayides Contracting Ltd,

(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, στην οποία έγινε παραπομπή και από τις δύο πλευρές, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όταν εκκρεμεί έφεση: « Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνη, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191-1996, ημερ. 29.06.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 A.A.Δ. σελ. 1147)». Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης αυτοί θα μπορούσαν να καταταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τη νομική ισχύ και το νομότυπο της αίτησης σε συσχετισμό με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και το περιεχόμενο της και η δεύτερη το μέγεθος του επηρεασμού των δικαιωμάτων του επιτυχόντος πρωτόδικα μέρους, σε συνδυασμό με την περαιτέρω καθυστέρηση που θα υπάρξει αν τελικά δικαιωθεί κατ΄ έφεση και αφορούν την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του. Θα με απασχολήσει αμέσως το ζήτημα που έθεσε η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση για την υπογραφή της ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση από ασκούμενη δικηγόρο σε δικηγορικό γραφείο το οποίο συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο το οποίο χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της αιτήτριας. Προκύπτει από τη νομολογία μας ως γενική αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου ένας δικηγόρος χειρίζεται προσωπικά μια υπόθεση είναι ανεπιθύμητο να προσφέρει ο ίδιος την μαρτυρία του για ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν την υπόθεση. Στην πρόσφατη απόφαση Dmitri Rybolovlev v. Elena Rybolovleva,
(2010)1 Α.Α.Δ. σελ. 82 το ζήτημα τέθηκε ως ακολούθως: « Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπον καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc - Chic.Ltd,
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou,
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου, 1991 1 A.A.Δ. σελ. 1036). Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου, (πιο πάνω), ο Αρτέμης, Δ. όπως ήταν τότε, σχολίασε το γεγονός ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης είναι ανεπιθύμητη πρακτική εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητών όμως σε καμία περίπτωση αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Η κα Βασιλική Πέτρου δηλώνει ασκούμενη δικηγόρος σε δικηγορικό γραφείο το οποίο συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την αιτήτρια. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Ασφαλιστική Εταιρεία Κεντρική Λτδ η οποία κάλυπτε την εναγόμενη κατά τον χρόνο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, είναι δε εξουσιοδοτημένη και από την εναγόμενη 1 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η ασφαλιστική εταιρεία η οποία καλείται να πληρώσει το ποσό της απόφασης και της οποίας θίγονται τα συμφέροντα, εύκολα και πρόθυμα μπορεί να εξουσιοδοτήσει ένα δικηγόρο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις της και είναι πιο πρόσφορο παρά μια εξουσιοδότηση στον πελάτη της. Επομένως εξηγείται ο λόγος γιατί προβαίνει η συγκεκριμένη δικηγόρος στην ένορκη δήλωση στην οποία στην ουσία επικαλείται νομικούς λόγους. Αποκαλύπτονται περαιτέρω πλήρως οι πηγές πληροφόρησης και ενημέρωσης της. Με δεδομένο ότι η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση ή την έφεση που καταχωρήθηκε και ενόψει των δηλώσεων της περί της πηγής της γνώσης της κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα το οποίο θα καθιστούσε ανεπιθύμητη την ένορκη δήλωση εκ μέρους της προς υποστήριξη της αίτησης. Καταλήγω ότι ο λόγοι ένστασης που εδράζονται στην πιο πάνω ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας η οποία υποστηρίζει την αίτηση δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και στη νομολογία μας. Στο ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά στο αναμφισβήτητο γεγονός για την ιδιότητα του ενάγοντος ως αλλοδαπού προσώπου ενώ σε σχέση με τον ισχυρισμό περί της αφερεγγυότητας του δεν αντεξετάστηκε η ενόρκως δηλούσα αλλά ούτε και προβλήθηκε στην ένσταση οτιδήποτε πέραν του ότι είναι επαγγελματίας οδηγός φορτηγών, κάτι που δεν προσδίδει φερεγγυότητα σε κάποιον αφ΄εαυτού εφόσον δεν αναφέρθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής του περιουσία στη Κύπρο. Ούτε το ότι είναι υπήκοος χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παντρεμένος με Κύπρια και πατέρας ενός παιδιού δεν του προσδίδει φερεγγυότητα. Παραμένει προς εξέταση ο λόγος ότι ο ενάγοντας εάν ήθελε ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης που εξασφάλισε θα καθυστερήσει να ικανοποιηθεί και να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του αμέσως, με δεδομένη και την καθυστέρηση που θα υπάρξει μέχρι και την εκδίκαση της έφεσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πάροδος ήδη 5 ½ χρόνων από το επίδικο γεγονός και ο χρόνος που απαιτείται μέχρι την εκδίκαση της έφεσης είναι πράγματι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκφράζεται από την πλευρά του ενάγοντα η θέση ότι: «. ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας του ενάγοντα, η απόλαυση της επιτυχίας του αυτής θα μείνει θεωρητική μόνο και όχι πραγματική, αφού τα εν λόγω οφέλη που θα προσκομίσει δεν μπορούν να καλύψουν πλέον την ζημιά του, λόγω της ανοδικής πορείας των τιμών οι οποίες υπερακοντίζουν το τόκο, σε συνάρτηση με τη στέρηση του οχήματος του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.» Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω θέση εφόσον η ζημιά στην οποία υπόκειται ο ενάγοντας συνεπεία της δεδομένης καθυστέρησης, κατά την άποψη μου μετριάζεται ή και καλύπτεται πλήρως από το γεγονός ότι το ποσό που του επιδικάσθηκε πρωτόδικα φέρει τόκους όπως αυτοί αποφασίστηκαν. Επομένως το παρών Δικαστήριο αποφασίζοντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μπορεί αν θέσει μεταξύ άλλων και τον όρο παροχής τραπεζικής εγγύησης για το ισόποσο ποσό πλέον τους επιδικασθέντες τόκους οι οποίοι θα είναι πληρωτέοι με το πέρας της έφεσης αν επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση καλύπτει την πιο πάνω ανησυχία του ενάγοντος και καμιά βλάβη δεν θα υποστεί. Έχω διεξέλθει τους λόγους έφεσης οι οποίοι καταλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα των συμπερασμάτων της πρωτόδικης απόφασης που αφορούν τόσο κρίση επί πραγματικών όσο και νομικών πτυχών και συμπερασμάτων και δεν διακρίνεται ότι συντρέχει κατάχρηση της διαδικασίας ή ότι η έφεση αποσκοπεί σε καθυστέρηση ή και σε οποιονδήποτε άλλο αλλότριο σκοπό όπως διατείνεται ο ενάγοντας. Ο λόγος δε που προβάλλεται ότι το μόνο που επιδιώκεται με την έφεση είναι απλώς ο διαφορετικός καταμερισμός του ποσοστού ευθύνης και όχι η απόρριψη καθ΄ολοκληρία της απόφασης έχοντας υπόψη ακριβώς τους λόγους που προβλήθηκαν στην έφεση δεν ευσταθεί. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια καταλήγω υπέρ της έγκρισης της αίτησης κάτω από όρους όπως τους παραθέτω στη συνέχεια. Η αιτήτρια να παράσχει τραπεζική εγγύηση προς όφελος του ενάγοντος για το ποσό των €6.715,66σ. πλέον τόκο 8% ετησίως από 6.12.2007 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Εφόσον η δικηγόρος του ενάγοντος αναλάβει ρητή υποχρέωση ότι σε περίπτωση που απαιτηθεί, αν τέτοια είναι η έκβαση της έφεσης, να συμμορφωθεί με οποιανδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια της εκδίκασης της έφεσης, η αιτήτρια να καταβάλει στην δικηγόρο του καθ΄ού η αίτηση τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάσθηκαν εναντίον της τα οποία ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ €6.185,89σ. πλέον τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €6.143,89σ. από 6.12.2007 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €1.013,48σ. Φ.Π.Α. (βλ. Annual Practice 1956, Ord. 58 r. 16 όπως εφαρμόστηκε στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(20001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1978.) Η απόφαση αναστέλλεται για περαιτέρω περίοδο 15 ημερών από σήμερα για να δυνηθεί η αιτήτρια να εκπληρώσει τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των πιο πάνω όρων τότε η απόφαση θα μπορεί αμέσως να εκτελεστεί κατά τον τρόπο που θα επιλέξει ο ενάγοντας. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η μη αποκάλυψη βάσιμου λόγου και/ή αιτίας στην ένορκη δήλωση ο οποίος να είναι ικανοποιητικός. Παρατηρώ ότι εξηγείται με επάρκεια και σαφήνεια στη παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Πέτρου η ανησυχία της πλευράς της αιτήτριας εάν πετύχει στην έφεση της να είναι αδύνατη η απόδοση εν τέλει δικαιοσύνης και αυτή ενόψει της ιδιότητας του ενάγοντος ως αλλοδαπού ο οποίος δεν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στη Κύπρο. Τα πιο πάνω αντιλαμβάνομαι ότι είχαν προταθεί εκ μέρους της αιτήτριας όπως και η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που επιδικάσθηκαν για τον ενάγοντα τα οποία θα ήταν πληρωτέα όταν θα υπογραφόταν δέσμευση εκ μέρους της δικηγόρου και ρητής υποχρέωσης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Annual Practice 1952 σελ. 1286: The costs of an application to stay are usually borne by the applicant. But the Court has a discretion, and in a proper case will depart from the Rule (Adair v. Young
(1879), 11 Ch. D. 136, where the costs were made costs in the appeal). (Υπ.) .................................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.