← Κύπρος

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΟΥΖΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 377/2012, 14/5/2013

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΟΥΖΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 377/2012, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 377/2012 Μεταξύ: OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD Ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση και ΑΝΔΡΕΑ ΜΟΥΖΟΥΡΗ Εναγομένου - αιτητή ----------------------------------- Ημερομηνία: 14 Μάιου, 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - καθ΄ής η αίτηση: κ. Π. Παναγιώτου για Παναγιώτου Καριτζής- Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο - αιτητή: κ. Αδάμος Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση (Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης και επαναφοράς του κλητηρίου εντάλματος) Ο αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του στις 28.05.

  1. Η απόφαση αφορούσε το ποσό των € 6.813,05 με τόκο 8% ετησίως από 22.10.2007 μέχρι 14.10.2008 και ακολούθως τόκο 5.5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής. Η απαίτηση της ενάγουσας αφορούσε υπόλοιπο οφειλόμενο λογαριασμού ή δυνάμει τιμολογίων για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα σε υποστατικό του εναγομένου. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ. 17 Θ. 10, Δ.48 Θ. 9 (h). Tην αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος - αιτητής κ. Ανδρέας Μουζούρης και σε αυτή προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς τόσο ως προς τις συνθήκες επίδοσης της αγωγής όσο και σε σχέση με την ύπαρξη υπεράσπισης στην απαίτηση της ενάγουσας. Στη συνέχεια καταγράφω τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα: Ισχυρίζεται ότι στις 14.10.2012 έλαβε μέσω ταχυδρομείου ειδοποίηση από Δικαστικό Επιδότη ότι είχε στα χέρια του ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας του για το ποσό της απόφασης πλέον τα έξοδα και τον καλούσε όπως εντός 8 ημερών προβεί στην εξόφληση του. Επικοινώνησε αμέσως με τον δικηγόρο του και διενήργησαν έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης στο δικαστήριο όπου διαπίστωσαν ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη σύζυγο του η οποία είχε παραλείψει να τον ενημερώσει με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση της αγωγής και οι ενάγοντες προχώρησαν τη διαδικασία στην απουσία του. Παραδέχεται ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ του και της ενάγουσας για την εγκατάσταση ανελκυστήρα για το ποσό των £10.250,00 ή το αντίστοιχο σε €17.513,16σ. Ισχυρίζεται ότι έναντι του πιο πάνω τιμήματος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες τις οποίες και καταγράφει το συνολικό ποσό των £10.365,00 ή το αντίστοιχο ποσό σε €17.709,65σ. και προς τούτο επισύναψε στην ένορκη του δήλωση σχετικές αποδείξεις σύμφωνα με τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό του φαίνεται ότι έχει εξοφλήσει την απαίτηση της ενάγουσας. Σημειώνω ότι οι αποδείξεις που παρουσίασε αφορούν μόνο το ποσό των £8.000,
  2. Έτσι αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Αναφέρεται περαιτέρω σε επιστολές που έλαβε από την ενάγουσα σε σχέση με οφειλόμενα εκ μέρους του ποσά τα οποία σε κάθε επιστολή διαφέρουν μεταξύ τους και ότι τάχα τερμάτισαν τη συμφωνία τους. Αναφέρεται και σε άλλη αγωγή που κινήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας εναντίον του με την οποία αξιώνει το ποσό των €2.632,19σ. και όπου γίνεται αναφορά ακριβώς στις ίδιες πιο πάνω επιστολές. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση για τους ακόλουθους λόγους:
  3. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση του εναγομένου - αιτητή είναι λανθασμένη, ελλιπής, αντινομική, πάσχει νομικά και είναι ελαττωματική.
  4. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  5. Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης.
  6. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που δύνανται να στηρίξουν την εξαιτούμενη θεραπεία.
  7. Δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε ιδιαίτερες και/ή ειδικές περιστάσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβλάψει ανεπανόρθωτα τα ουσιαστικά δικαιώματα και συμφέροντα της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση.
  9. Ο αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου με κακή πίστη (mala fide) και/ή δεν έρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή παρακινείται από κακία (motivated by malice) με απώτερο σκοπό και στόχο την καταστρατήγηση των συμφερόντων της καθ ής η αίτηση.
  10. Η αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή επιδιώκει αλλότριο σκοπό.
  11. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση πέραν της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση βασίζεται και σε πληθώρα άλλων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων όπως στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρθρα 10,14,15,16,17,19,20 και 21 επί των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ. 7, Θ. 11, Δ.48 Θ. 1,2,4,8(ΙΙ), Δ.64 και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Συμφυούς Εξουσίας των Δικαστηρίων. Στη μακροσκελή ένορκη δήλωση της η κα Μαριλένα Γιάγκου η οποία δηλώνει ότι εργάζεται στην ενάγουσα εκτός της απόρριψης των ισχυρισμών του εναγόμενου - αιτητή περί εξόφλησης της συγκεκριμένης απαίτησης, παρέχει λεπτομέρειες και συγκεκριμένα στοιχεία για τις χρεώσεις και τις πληρωμές που έγιναν έναντι του λογαριασμού του εναγομένου, ο οποίος σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς καταλήγει στο υπόλοιπο για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Επαναλαμβάνει και υποστηρίζει περαιτέρω τους πιο πάνω λόγους της ένστασης της ενάγουσας, και εισηγείται ότι δεν είναι επαρκής η εξήγηση που δίδεται για την μη εμπρόθεσμη εμφάνιση του εναγομένου και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης προκαλεί ζημιά στην ενάγουσα και παραβιάζει τα δικαιώματα της. Τέλος, ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος - αιτητής δεν αποσείουν το βάρος που είχε να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν μετά από άδεια του δικαστηρίου σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στη συνέχεια της απόφασης μου όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Σε μετάφραση: Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η νομολογία μας έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,

(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 η οποία βεβαίως αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας) συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: ¨Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης¨. Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, το χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων που απαιτούνται όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία μας. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και μικρότερο. Στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601 η οποία είναι σχετική ως προς το χρόνο, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Σε αυτής της φύσης τα αιτήματα θα πρέπει να εξετάζεται ο παράγοντας του χρόνου σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στη προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός ότι επιδόθηκε το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στη σύζυγο του εναγομένου - αιτητή στις 20.04.
  1. Η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για έκδοση απόφασης σύμφωνα με τη Δ.17 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους του εναγομένου και στις 28.05.2012 που ορίστηκε η αίτηση και μετά από παρουσίαση του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού και στην απουσία αμφισβήτησης του εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Ο εναγόμενος δικαιολογεί το γεγονός της μη εμφάνισης του στο ότι δεν ενημερώθηκε από τη σύζυγο του στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα περί της επίδοσης του. Πληροφορήθηκε δε για πρώτη φορά ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του όταν έλαβε σχετική ειδοποίηση από τον δικαστικό επιδότη για την εκκρεμότητα εντάλματος κινητών εναντίον του. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος παρουσιάζουν την εξής παραδοξότητα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Στις 21.12.2011 είχε επιδοθεί πάλι μέσω της συζύγου του η αγωγή με αριθμό 3721/2011 την οποία ήγειρε η ενάγουσα για άλλη απαίτηση της εναντίον του, για την οποία, όπως ισχυρίζεται και γίνεται παραδεκτό και από την άλλη πλευρά, είχε ενημερωθεί από τη σύζυγο του και καταχώρησε κανονικά εμφάνιση στο Δικαστήριο. Ενόψει αυτού γεννάται εύλογα το ερώτημα πως από τη μια η σύζυγος του είχε την προνοητικότητα να τον ενημερώσει γι΄αυτή την επίδοση λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2011, και δεν τον ενημέρωσε για την επίδοση του παρόντος κλητηρίου εντάλματος τον Απρίλιο του
  2. Δεν καταλογίζει στη σύζυγο του κάποιας μορφής αναπηρία ή διανοητική υστέρηση η οποία ίσως να δικαιολογούσε υπό τις περιστάσεις την παράλειψη της αυτή. Επομένως η δικαιολογία που δίδεται δεν με ικανοποιεί και ως εκ τούτου η μη εμφάνιση του και η εκ των υστέρων απόφαση του, μετά που εξεδόθη δικαστική απόφαση εναντίον του, να προβεί στο παρόν διαδικαστικό διάβημα δε μπορεί παρά να του καταλογιστεί εκ των υστέρων σκέψη και επιδίωξη καθυστέρησης στην εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης. Κρίνω τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι δεν συνιστούν επαρκή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του ενώπιον του δικαστηρίου και την αμφισβήτηση της απαίτησης της ενάγουσας σύμφωνα με τις πρόνοιες των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Η κατάληξη μου σε σχέση με την καθυστέρηση που υπήρξε είναι καθοριστική και προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη,
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 941,945 ο Πικής, Δ, ανέφερε τα ακόλουθα: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: «Η παροχή εξηγήσεων για παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρεση της.» (βλ. επίσης για το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα της καθυστέρησης από τη νομολογία μας την υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Σύμφωνα με τη νομολογία μας ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς του με την ενάγουσα. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: ¨Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.¨ Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 289 τονίστηκε ότι: « Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α. Δ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Στην υπόθεση Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Ltd,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 163 το Δικαστήριο αποδέκτηκε την αίτηση των εφεσιβλήτων και παραμέρισε την απόφαση. Κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκε υπεράσπιση και ότι υπήρξε επαρκής εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης. Κρίθηκε ακόμα ότι ορθά ασκήθηκε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1096 απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου για μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης παραμερίστηκε με τον όρο παραχώρησης εγγυήσεων για τα ποσά της απόφασης και τα έξοδα. Επρόκειτο για απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην και καταχωρήθηκε η αίτηση για παραμερισμού της 18 μήνες αργότερα. Η αίτηση στηρίχθηκε στον ισχυρισμό ότι η υπογραφή του σαν εγγυητή στο έγγραφο ενοικιαγοράς που κατατέθηκε σαν μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πλαστή. Η επιβολή των εγγυήσεων, θεωρήθηκε ότι έγινε κατά ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση King's Head Development Co Ltd v. Πηλέα,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ.733 όπου η απόφαση είχε εκδοθεί στην απουσία των εφεσειόντων όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο δε δέχθηκε τον νέο δικηγόρο τους επειδή ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση μέχρι τότε δεν αποσύρθηκε νομότυπα. Το αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης στη συνέχεια απορρίφθηκε. Από το Εφετείο διατάχθηκε η αναδίκαση της. Τέλος, στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 η έφεση απορρίφθηκε. Είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η πλευρά του αιτητή προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να την παρουσιάσει ενώπιον του δικαστηρίου. Στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι η συμφωνία του με την ενάγουσα αφορούσε το ποσό των £10.250,00 ή το αντίστοιχο ποσό σε €17.513,16σ. Ανατρέχοντας στο συμβόλαιο που υπέγραψαν οι διάδικοι διαπιστώνεται στον όρο 2 ότι στο πιο πάνω ποσό θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο Φ.Π.Α. και έτσι το συνολικό συμφωνηθέν ποσόν του τιμήματος του ανελκυστήρα ανερχόταν στο ποσό των €20.140,13σ. όπως υποστηρίζει η πλευρά της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση. Επί πλέον σύμφωνα με τον όρο 14 του συμβολαίου η τελευταία κατέβαλε το ποσό €341,72σ. για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών που απαιτούνται από τον νόμο και επομένως το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €20.481,86σ. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητούνται από πλευράς εναγομένου. Σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβηκε ο τελευταίος ο ίδιος στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι κατέβαλε με την υπογραφή της συμφωνίας £2.050,00 ή το αντίστοιχο σε €3.502,63σ. ακολούθως στις 3.07.2007 πλήρωσε το ποσό των £3.000,00 ή το αντίστοιχο ποσό σε €5.125,80σ., στις 22.10.2007 πλήρωσε το ποσό των £5.000,00 ή το αντίστοιχο ποσό σε €8.543,00 και στις 28.07.2008 πλήρωσε το ποσό των £315,00 ή το αντίστοιχο ποσό σε €538,
  1. Επομένως υποστηρίζει ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των £10.365,00 ή το αντίστοιχο σε €17.709,65σ. και έτσι θεωρεί ότι έχει εξοφλήσει. Υποστηρίζει ότι με τις αποδείξεις πληρωμής, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως τεκμήρια και αφορούν συνολικό ποσό £8.000,00 έχει εξοφλήσει καθώς υποστηρίζει ότι κατέβαλε και το ποσό των £2.050,00 αντίστοιχο με €3.502,63σ. ως προκαταβολή. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό η πιο πάνω αριθμητική του εναγομένου όπως μπορεί να διαπιστώσει οποιοσδήποτε αν συμπεριλάβει και τον Φ.Π.Α. και τις πληρωμές για τις σχετικές άδειες δεν είναι η ορθή. Παρόλα αυτά έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι με την υπογραφή της συμφωνίας την 1.03.2007 είχε καταβάλει την προκαταβολή των £2.050,00 αν και αυτό αμφισβητείται από της πλευράς της ενάγουσας, εντούτοις σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των επιστολών των δικηγόρων της ενάγουσας με ημερομηνίες 10.09.2010 και 4.03.2011 όπου είναι εμφανής η διαφορά στα διεκδικούμενα ποσά, χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση από την πλευρά της ενάγουσας, κρίνω ότι παρέχεται η δυνατότητα για εξαγωγή του συμπεράσματος ότι πράγματι εντοπίζεται κάποια διαφορά σε αυτό το ζήτημα η οποία θα πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω η οποία κατά την άποψη μου δικαιολογεί και αποδεικνύει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Σε σχέση με τις αιτιάσεις που προβάλλει η πλευρά της ενάγουσας για την νομική βάση της αίτησης ότι δηλαδή είναι ελλιπής, λανθασμένη, αντινομική και πάσχει νομικά και ότι είναι ελαττωματική η αίτηση παρατηρώ ότι οι διατάξεις στις οποίες γίνεται αναφορά ότι βασίζεται η αίτηση δεν ανταποκρίνονται στο κείμενο της αίτησης εφόσον αυτή βασίζεται μόνο στην Δ.17 Θ. 10 και στη Δ.48Θ. 9 (h) διατάξεις οι οποίες κατά την άποψη μου παρέχουν την δικαιοδοτική βάση στην οποία στηρίζεται αυτή. Οι υπόλοιπες διατάξεις και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε κατά την αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας δεν έχουν έρεισμα στην παρούσα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να τα εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια που με οδηγούν στο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος μετά από τη διαπίστωση ασάφειας ως προς το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι:
  2. Από τη μια ο ίδιος ο εναγόμενος στους υπολογισμούς του δεν υπολογίζει τον Φ.Π.Α. και δεν παρουσιάζει απόδειξη περί πληρωμής του,
  3. ούτε για την χρέωση για τις άδειες που απαιτούνταν όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με όρο της συμφωνίας να πληρώσει ο ίδιος παρουσιάζει κάποια απόδειξη,
  4. υπήρξε άρνηση του ισχυρισμού περί καταβολής της προκαταβολής, αυτή όμως συγκρούεται με το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας,
  5. η πιο πάνω σύγκρουση επιτείνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλαν οι δικηγόροι της ενάγουσας στον εναγόμενο στις 4.03.2011 όπου διεκδικούσαν ως χρεωστικό υπόλοιπο το πολύ μικρότερο ποσό, αυτό των €2.631,69σ. από το ποσό για το οποίο εξασφάλισαν απόφαση. Όταν λοιπόν τεθούν πάνω στη ζυγαριά από τη μια η αποδεδειγμένη καθυστέρηση την οποία εντόπισα στην ανταπόκριση του εναγόμενου να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από την άλλη η ασάφεια που υπάρχει σε σχέση με το πραγματικό υπόλοιπο που οφείλεται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, η ζυγαριά κατά την άποψη μου θα πρέπει να γύρει υπέρ της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας εγκρίνοντας το αίτημα. Επομένως η αίτηση εγκρίνεται και η εκδοθείσα απόφαση της 28.05.2012 ακυρώνεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ής η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Συνακόλουθα το ένταλμα κινητών που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής επίσης ακυρώνεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.