← Κύπρος

Χ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Έφεσης: 63/2010, 2/5/2013

Χ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Έφεσης: 63/2010, 2/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης: 63/2010 Μεταξύ: Χ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ Εφεσειόντων - αιτητών και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητου - καθ΄ ού η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για τους εφεσείοντες - αιτητές: κ. Αδάμος Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εφεσίβλητο - καθ΄ού η αίτηση: κα Δ. Παπαστεφάνου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της αίτησης) Με αίτηση - έφεση οι αιτητές στη παρούσα ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 5.07.2010 διά της οποίας αυτός δυνάμει του άρθρου 50 Α του Κεφ. 224, απέρριψε ένσταση των εφεσειόντων - αιτητών κατά της απόφασης του να δημοσιεύσει και να υιοθετήσει νέα Κτηματολογικά Σχέδια που επηρεάζουν το τεμάχιο 158 του Φ/Σχ. 42/22.3.4 το οποίο βρίσκεται στα δημοτικά όρια της Αγίας Νάπας. Με τη παρούσα αίτηση τους οι εφεσείοντες - αιτητές ζητούν: 1. Άδεια και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η προσθήκη στην Αίτηση του άρθρου 61 του Κεφ.224 και της Νομοθεσίας 44/84, η οποία αναφέρεται ως «Περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 44/1984, έτσι ώστε από τούδε και εις το εξής: «Η Έφεση βασίζεται επί των άρθρων 50 Α

(3), 61 και 80 του Κεφ. 224 και των Τροποποιητικών Νόμων ως και επί του περί Επαρχιακών Κτηματολογίων Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 44/1984 και επί των Κανονισμών των εκδοθέντων της 05/07/1956 Δ.5,6,7 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.» 2. Άδεια και /ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται να προστεθούν ως νέοι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η Έφεση, ως παράγραφοι: (θ) Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν εφάρμοσε τη Διαταγή του Νόμου 44/84 που αναφέρεται ως περί Επαρχιακών Κτηματολογίων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου και συγκεκριμένα δεν επέδωσε στους ιδιοκτήτες επιστολή για τη σκοπούμενη υιοθέτηση νέων σχεδίων, πριν προχωρήσει σε οποιανδήποτε ενέργεια και/ή πράξη και/ή τροποποίηση του εμβαδού του κτήματος των αιτητών. (ι) Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν επέδωσε προσωπικά στους αιτητές οιανδήποτε επιστολή για την σκοπούμενη τροποποίηση των σχεδίων, αλλά και του εμβαδού του κτήματος των, ως προβλέπεται στο άρθρο 9
(2)του Νόμου 44/84, αλλά αρκέσθηκε μόνο σε μια γενική δημοσίευση ως προβλέπεται στο Κεφ. 224. Η αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 50Α
(3)και 80 του Κεφ. 224, των Τροποποιητικών Νόμων ως και επί των Κανονισμών των Εκδοθέντων της 05/07/1956 Δ.5.6 και 7 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12 Θ.4, Δ.25Θ.1 Δ.48 Θ.2 Θ.8
(1)(p) και
(2). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιαννάκη Κοιτάζου ο οποίος ισχυρίζεται και υποστηρίζει τα ακόλουθα: Είμαι Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπος των εφεσειόντων - αιτητών και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση και γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα. Είμαι το πρόσωπο που υπέγραψε και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και ως εκ τούτου έχω πλήρη γνώση των γεγονότων. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2011 ο δικηγόρος μου, μελετώντας την υπόθεση, με ενημέρωσε ότι στην αίτηση που καταχώρησε, παραλείψαμε να βάλουμε ότι η αίτηση στηρίζεται και στο άρθρο 61 του Κεφ. 224, αλλά και στον Νόμο 44/84 που αφορά όπως μου εξήγησε μια Ειδική Νομοθεσία που εφαρμόζεται για τα Κτηματολόγια Αμμοχώστου και Κερύνειας και όπως ανάφερα είναι σοβαρή η παράλειψη και ότι θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση της Αίτησης. Όπως μου εξήγησε με βάση το Νόμο 44/84 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου πριν προχωρήσει σε τροποποίηση του τίτλου μου και των σχεδίων, θα έπρεπε να επιδώσει στους αιτητές προσωπικά επιστολή, γεγονός που βεβαιώνω ότι ουδέποτε έγινε. Η πιο πάνω παράλειψη από μέρους του Διευθυντή, είναι σοβαρή και σύμφωνα με τη νομολογία που υπάρχει μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της ήδη εκδοθείσας απόφασης του Διευθυντή. Ως εκ τούτου με την παρούσα αίτηση ζητούμε όπως δοθεί η άδεια και/ή απόφαση και/ή διάταγμα από το Δικαστήριο, ώστε να γίνουν οι εξής τροποποιήσεις: (α) Η Έφεση βασίζεται επί των άρθρων 50 Α
(3), 61 και 80 του Κεφ. 224 και των τροποποιητικών νόμων ως και επί του περί Επαρχιακών Κτηματολογίων Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου (Ν. 44/1984)και επί των κανονισμών των εκδοθέντων της 05/07/1956 Δ.5, 6, 7 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. (β) Να προστεθούν μετά το λόγο (η) οι ακόλουθοι δύο νέοι λόγοι: (θ) Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν εφάρμοσε τη διαταγή του Νόμου 44/84 που αναφέρεται ως περί Επαρχιακών Κτηματολογίων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος και συγκεκριμένα δεν επέδωσε στους Ιδιοκτήτες επιστολή για τη σκοπούμενη υιοθέτηση νέων σχεδίων, πριν προχωρήσει σε οποιανδήποτε ενέργεια και/ή πράξη και/ή τροποποίηση του εμβαδού του κτήματος των αιτητών. (ι) Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν επέδωσε προσωπικά στους αιτητές οιανδήποτε επιστολή για την σκοπούμενη τροποποίηση των σχεδίων, αλλά και του εμβαδού του κτήματος των, ως προβλέπεται στο άρθρο 9
(2)του Νόμου 44/84, αλλά αρκέσθηκε μόνο σε μια γενική δημοσίευση ως προβλέπεται στο Κεφ.
  1. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου το αίτημα μου ουδόλως επηρεάζει τα συμφέροντα του καθ΄ ού η αίτηση, καθόσον προστίθενται περισσότεροι νομικοί λόγοι, παρά νέα γεγονότα και στο στάδιο που γίνεται η παρούσα αίτηση δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση και συνεπώς θα έχει δικαίωμα ο καθ' ού η αίτηση να απαντήσει. Ο καθ΄ού η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί στην αίτηση. Την ένσταση του τη βασίζει στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.224, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και κυρίως στα άρθρα 50, 50 Α, 61, 80 και 81, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και κυρίως στα άρθρα 5, 7, 9, 10 και 17, επί των Θεσμών Πολιτικής Δ.
  2. Θ1Δ.48ΘΘ.1 - 4, Δ.57, Δ.6 Θ.θ.1 - 2, και επί των γενικών ή /και συμφυών εξουσιών και πρακτικών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι:
  3. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θέτουν νέα νομική βάση.
  4. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις σκοπούν στην προσθήκη του ορθού νόμου.
  5. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις υποβάλλονται καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
  6. Δε δίδεται επαρκής αιτιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος.
  7. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις έχουν αλλότριο σκοπό ή/και καταχωρούνται καταχρηστικά.
  8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα πλάνης ή/και κακής ερμηνείας του νόμου.
  9. Τα γεγονότα ή/και η ιστορική βάση επί των οποίων ερείδονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήσαν γνωστά ή/και εύλογα μπορούσαν να περιέλθουν εις γνώσιν του αιτητή.
  10. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις σκοπούν στη διόρθωση, είναι αποτέλεσμα λάθους του δικηγόρου των αιτητών.
  11. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα περιπλέξουν την εκδίκαση της αγωγής.
  12. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι αιτητές αποσκοπούν στην προσθήκη λόγων τους οποίους πλέον δεν μπορεί να προβάλει λόγω της παρόδου του χρόνου καταχώρησης Έφεσης.
  13. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι απαραίτητες.
  14. Η αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Παπαμιλτιάδους - Νεοκλέους, δικηγόρου της Δημοκρατίας η οποία δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει τα ακόλουθα:
  15. Εργάζομαι ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας, στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  16. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση για λογαριασμό του εφεσίβλητου - καθ΄ ου η αίτηση. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι εις γνώσιν μου και εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι αληθινά. Όπου τα γεγονότα δεν είναι στην προσωπική μου γνώση εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι αληθινά και αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου.
  17. Για τους σκοπούς της παρούσας ένστασης έχω διεξέλθει προσεκτικά ολόκληρο το φάκελο της υπόθεσης. Διάβασα την αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και απορρίπτω τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
  18. Εν πρώτοις υπογραμμίζω ότι η αίτηση ημερ. 22.07.2010 ερείδεται και στο άρθρο 61 του Κεφ.
  19. Τούτο προκύπτει από το πιστόν αντίγραφο το οποίο επιδόθηκε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου στις 15.11.2010 και βρίσκεται στο φάκελο του καθ' ου η αίτηση. Στο εν λόγω έγγραφο στη νομική βάση προστέθηκε χειρόγραφα το άρθρο
  20. Συνακόλουθα πιστεύω ότι η τροποποίηση όσον αφορά στο μέρος που αφορά στην προσθήκη της νομικής βάσης της αίτησης και το άρθρο 61 του Κεφ. 224 είναι απορριπτέα διότι ήδη η εν λόγω νομική βάση υφίσταται στην αρχική αίτηση.
  21. Περαιτέρω και σε αναφορά με την αιτούμενη προσθήκη του νόμου 44/1984 ως νομική βάση της αίτησης - έφεσης έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι αυτή είναι απορριπτέα για τους εξής τρεις λόγους: i. Αφ' ενός προστίθεται νέα βάση αγωγής. ii. Αφ' ετέρου η αιτούμενη τροποποίηση οφείλεται σε σφάλμα του δικηγόρου των αιτητών, όχι του αιτητών και συνακόλουθα η εν λόγω τροποποίηση είναι ανεπίτρεπτη. iii. Εκ τρίτου έχει ήδη κριθεί νομολογιακά πώς είναι δυνατόν να μην επιτραπεί η τροποποίηση όταν η τροποποίηση σκοπεί εις την προσθήκη του ορθού νόμου.
  22. Είναι πεποίθηση μου, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καταχρηστικές. Τούτο διότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι αιτητές αποπειρώνται να ξεπεράσουν τον σκόπελο της προδικαστικής ένστασης που ήγειρε η συνάδελφος που χειρίζεται την υπόθεση. Θεωρώ ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καταχρηστικές και για έναν πρόσθετο λόγο. Οι λόγοι ακυρότητας που οι αιτητές προσπαθούν να εισάγουν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις έπρεπε να είχαν εγερθεί εξ αρχής. Δεδομένου ότι ο χρόνος καταχώρησης έφεσης παρήλθε οι αιτητές προσπαθούν να εισαγάγουν τους νέους λόγους στο σώμα της παρούσας. Πιστεύω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα λάθους του δικηγόρου των αιτητών και όχι των ίδιων των αιτητών. Ως εκ τούτου οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απορριπτέες. Η εν λόγω νομική βάση ήταν γνωστή ή/και έπρεπε να ήταν γνωστή στο δικηγόρο των αιτητών κατά την καταχώρηση της αίτησης - έφεσης. Παρατηρώ ότι οι αιτητές αφήκαν να περάσει άπρακτο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς εν τω μεταξύ να ζητήσουν την τροποποίηση της αίτησης τους. Δεν αναφέρουν ικανοποιητικούς λόγους για την καθυστερημένη υποβολή της παρούσας η οποία επαναλαμβάνω είναι απλώς ένα τέχνασμα για να αποφύγουν την εκδίκαση της προδικαστικής ενστάσεως. Δεν μπορούν οι αιτητές να προσβάλλουν μη επίδοση επιστολής για την σκοπούμενη τροποποίηση αλλά να προσβάλλουν την τροποποίηση της οποίας έλαβαν γνώση και προσέβαλαν. Σε κάθε περίπτωση πιστεύω πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απόρροια πεπλανημένης αντίληψης του Ν.44/
  23. Τούτο διότι ο Ν.44/84αναφέρεται σε αρχεία. Όχι σχέδια. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι απαραίτητες για να σχηματίσει το Δικαστήριο δικανική πεποίθηση για την ορθότητα ή μη των υιοθετηθέντων σχεδίων. Όλοι οι πιο πάνω αναφερόμενοι λόγοι είναι ικανοί λόγοι που τείνουν σε απόρριψη της παρούσης αιτήσεως. Όλα τα πιο πάνω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω είναι ορθά και αληθή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: « The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω). Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω), λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Πριν προχωρήσω στην εξέταση των λόγων που οδήγησαν τους αιτητές στην υποβολή της παρούσας αίτησης και τους λόγους ένστασης, παρατηρώ ότι στην αρχική αίτηση - έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 22.07.2010 φαίνεται χειρόγραφη διόρθωση της νομικής βάσης της αίτησης όπου προστέθηκε το άρθρο 61 του Κεφ. 224 και υπάρχει μονογραφή του δικηγόρου στην διαφοροποίηση που επήλθε. Θεωρώ ότι αυτή έγινε πριν ή κατά την καταχώρηση της αίτησης εφόσον τέτοιο ήταν και το αντίγραφο που επιδόθηκε στον καθ΄ ού η αίτηση και επομένως ό,τι έχει σχέση με αυτή την πτυχή της αίτησης θα παραγνωρισθεί και δεν θα ληφθεί υπόψη. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος: Προβάλλεται στον λόγο ένστασης με αριθμό 3 ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις υποβάλλονται καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στον δε λόγο ένστασης 4 ότι δε δίδεται επαρκής αιτιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας, είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Η πλευρά των αιτητών μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κοιτάζου δικαιολογεί τον χρόνο που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση ως ακολούθως: «Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2011 ο δικηγόρος μου μελετώντας την υπόθεση με ενημέρωσε ότι στην αίτηση που καταχώρησε, παραλείψαμε να βάλουμε ότι η αίτηση στηρίζεται ...και στον Νόμο 44/84 που αφορά όπως μου εξήγησε μια Ειδική Νομοθεσία που εφαρμόζεται για τα Κτηματολόγια Αμμοχώστου και Κερύνειας και όπως ανάφερα είναι σοβαρή η παράλειψη και ότι θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση της αίτησης.» Είναι γεγονός ότι η πιο πάνω αιτιολογία της καθυστέρησης δεν είναι καθόλου ικανοποιητική αν και δίδεται κάποια εξήγηση. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.07.2010 και έκτοτε μέχρι που υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση είχε ορισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για διάφορους λόγους επανειλημμένα. Το να υποβληθεί η παρούσα αίτηση 17 μήνες αργότερα δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι αυτή υποβλήθηκε καθυστερημένα. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία μας, ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: ¨Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Ο κ. Κοιτάζος παραδέχεται ότι η μη συμπερίληψη της νομοθεσίας (δημοσιευμένης από καιρό) και η οποία κατά την άποψη τους ήταν σχετική με τις αξιώσεις των αιτητών οφειλόταν σε παράλειψη του δικηγόρου τους να μη την συμπεριλάβει στη νομική βάση της αίτησης. Προχωρεί όμως και παρέχει εξήγηση για την αναγκαιότητα της τροποποίησης. Πρόκειται όπως ισχυρίζεται για σοβαρή παράλειψη καθώς με βάσει το Νόμο 44/84 που επιδιώκεται να εισαχθεί, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου πριν προχωρήσει σε τροποποίηση του τίτλου τους και των σχεδίων, θα έπρεπε να επιδώσει στους αιτητές προσωπικά επιστολή, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: ¨Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. Τ.Μ.Π. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 426 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. A. Ι. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. "Στην υπόθεση Nicolaides and Another ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Η ελεύθερη απόδοση του πιο πάνω στα Ελληνικά είναι η πιο κάτω: "Ξεκινώ με την αρχή, την καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, εάν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, μια και οποιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.".. Είναι αλήθεια πως έχει παρατηρηθεί καθυστέρηση αλλά αυτός ο παράγοντας δεν είναι αφ' εαυτού αποφασιστικής σημασίας. (Βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co και Άλλοι v. A& G Leventis & Company (Nigeria) Ltd και Άλλον
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από την άλλη, η ανάπτυξη επιχειρημάτων σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως δεν μπορεί να οφείλεται η καθυστέρηση σε τέτοιους λόγους χωρίς να έχει προηγηθεί αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την αίτηση για τροποποίηση, είναι ατελέσφορη. [Βλ. Αθηνόδωρος Βασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 16].» Έχοντας λοιπόν υπόψη την πιο πάνω μεταξύ άλλης νομολογίας μας σε σχέση με αυτής της φύσης τα αιτήματα σε συσχετισμό με τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους των αιτητών για τον χρόνο που υπέβαλαν την αίτηση τους αλλά αυτό έγινε μόλις αυτό έγινε αντιληπτό μετά από μελέτη της υπόθεσης και πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της αίτησης. Κρίνω ότι η καθυστέρηση που διαπιστώθηκε δε θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Εισαγωγή νέας βάσης στην αίτηση: Σε αυτή την κατηγορία θα εντάξω τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  1. Ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι αιτητές θέτουν νέα νομική βάση,
  2. ότι αποσκοπούν στην προσθήκη του ορθού νόμου
  3. τα γεγονότα ή/και η ιστορική βάση επί των οποίων ερείδονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήσαν γνωστά ή/και εύλογα μπορούσαν να περιέλθουν εις γνώσιν των αιτητών,
  4. οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στη διόρθωση που είναι αποτέλεσμα λάθους του δικηγόρου των αιτητών,
  5. οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα περιπλέξουν την εκδίκαση της αίτησης,
  6. με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι αιτητές αποσκοπούν στην προσθήκη λόγων τους οποίους πλέον δεν μπορεί να προβάλει λόγω της παρόδου του χρόνου καταχώρησης της έφεσης. Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Συμφωνούμε με τον πρωτόδικο Δικαστή πως η προσθήκη ως εκ του αμέσου συσχετισμού της προς τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής, δεν δικαιολογούσε την άποψη των εφεσειόντων ότι επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παρέχει μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος. Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. [Βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704]. Πέρα όμως από αυτό, δεν είμαστε έτοιμοι να συμμεριστούμε την εκτίμηση ότι η προσθήκη θα συνιστούσε καν νέα βάση αγωγής...» Σε σχέση με τον ίδιο λόγο ένστασης ότι δηλαδή η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει τη μεταβολή του πλαισίου της δίκης λόγω της φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων έχω υπόψη μου όσα λέχθηκαν στην υπόθεση World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση. Αποφασίστηκε ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου, νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση¨. Έχοντας υπόψη το τι αξιώνουν οι αιτητές με την αρχική τους αίτηση με όσα επιδιώκουν τώρα να εισαγάγουν στην αίτηση τους δεν διακρίνω ότι διαφοροποιείται πλήρως η αιτία της αίτησης και ότι με τη προσθήκη επιπρόσθετης νομικής βάσης θα εισαχθεί νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί με ευχέρεια να εκδικασθεί μαζί με την αρχική αξίωση. Οι αιτητές με την αίτηση τους προβάλλουν ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απέρριψε την ένσταση τους κατά της απόφασης του να δημοσιεύσει και να υιοθετήσει νέα Κτηματολογικά Σχέδια τα οποία επηρεάζουν το κτήμα τους στην Αγία Νάπα εφαρμόζοντας συγκεκριμένες πρόνοιες νομοθεσίας. Με τις σκοπούμενες προσθήκες καταλογίζεται στον Διευθυντή ότι δεν ενήργησε και δεν εφάρμοσε πρόνοιες σε ειδική νομοθεσία η οποία διέπει το καθεστώς κτημάτων όπως ήταν και του κτήματος των αιτητών. Επομένως δεν διακρίνεται διαφοροποίηση της αιτίας της αίτησης αλλά διεύρυνση της νομικής της βάσης, κάτι που κατά την άποψη μου θα πρέπει να επιτραπεί καθώς οι ισχυρισμοί σε αιτήσεις αυτής της μορφής έστω και αν συμπεριλαμβάνουν συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, λειτουργούν δίκην δικογράφων (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ.965) στην οποία εξηγείται ότι η έφεση που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224, συνιστά εναρκτήρια διαδικασία και όχι ενδιάμεση διαδικασία η οποία διέπεται από τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως δεν διακρίνω τίποτε το μεμπτό να επιδιώκονται από αυτούς οι συγκεκριμένες προσθήκες και επομένως οι συναφείς λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης παρατηρώ ότι αυτή εκτός από την παράθεση της νομοθεσίας επί της οποίας στηρίζεται η κυρίως αίτηση παρατίθενται επίσης οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.12 Θ. 4, Δ.25 Θ. 1, Δ.48 Θ. 2 Θ. 8
(1)(p) και
(2). Ελλείψει ειδικών κανονισμών που να διέπουν τα ζητήματα τροποποιήσεων στους Κανονισμούς του 1956 και ως εκ τούτου γίνεται παραπομπή στους πιο πάνω θεσμούς κρίνω ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι το ορθό εφόσον γίνεται παραπομπή στους θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν τα ζητήματα τροποποίησης δικογράφων(βλ. The immovable Property (Tenure, Registration And Valuation) Rules 1956 Καν. 17*. * Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable. Η πιο πάνω κατάληξη μου για τους πιο πάνω λόγους ένστασης με οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν έχουν αλλότριο σκοπό ή/και ότι καταχωρούνται καταχρηστικά. Ούτε και θα προκαλέσουν οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά εφόσον θα έχουν τη δυνατότητα να καταχωρήσουν τροποποιημένη ειδοποίηση ένστασης και να απαντήσουν στην πλευρά των αιτητών. Τέλος, στον λόγο ένστασης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα πλάνης ή/και κακής ερμηνείας του νόμου και στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε γι΄αυτόν, τόσο στην ένορκη δήλωση της κας Παπαμιλτιάδους όσο και στην αγόρευση της κας Παπαστεφάνου, δίδεται απάντηση από πρόσφατη νομολογία μας. Πρόκειται για την υπόθεση Διευθυντής Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Saint Anthony Hills Ltd ημερ. 20.06.2012, Πολιτική Έφεση Αρ. 24/
  1. Στην πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί από την αδελφή Δικαστή κα Τ. Καρακάννα Α.Ε.Δ., λέχθηκαν τα ακόλουθα με τα οποία και συμφωνώ τα οποία εξάλλου επικυρώθηκαν και από την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου: «Ο Ν.44/84εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το ακίνητο βρίσκεται εντός των επαρχιών Αμμοχώστου και Κυρηνείας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, ο Διευθυντής δύναται να διατάξει την υιοθέτηση και ετοιμασία νέων αρχείων αναφορικώς προς την ακίνητη ιδιοκτησία, που βρίσκεται εντός των Επαρχιών Αμμοχώστου και Κυρηνείας, σε αντικατάσταση των αρχείων που κατακρατούνται από τους Τούρκους. Διαβάζοντας το Νόμο στο σύνολο του διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για προσωρινή νομοθεσία η οποία θεσπίστηκε καθότι τα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία Κυρηνείας και Αμμοχώστου θεωρούνται ότι έπαυσαν να λειτουργούν από την 20.7.1974 και τη 15.8.1974, αντίστοιχα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο στην υπό εξέταση υπόθεση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Κεφ.224 ή του Νόμου 44/
  2. Αποτελεί γενική αρχή ότι σε περιπτώσεις όπου οι πρόνοιες δύο νόμων αντικρούονται μεταξύ τους (repugnant to each other), υπερισχύουν οι πρόνοιες του πιο πρόσφατου νόμου (leges posteriores priores contrarias abrogant). Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου ο ένας νόμος είναι γενικός και ο άλλος ειδικός όπου εφαρμόζεται η αρχή generalia specialibus non derogant. Οι πρόνοιες του γενικού νόμου δεν υπερισχύουν των προνοιών του ειδικού, ανεξαρτήτως αν ο γενικός νόμος είναι πιο πρόσφατος, εκτός αν υπάρχει σχετική ρητή αναφορά. O πιο πρόσφατος νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Ν.44/84, οι πρόνοιες του οποίου είναι ειδικές, σε αντίθεση με το Κεφ.224, οι πρόνοιες του οποίου είναι γενικές. Οι πρόνοιες του Κεφ.224 εφαρμόζονται σε σχέση με όλα τα ακίνητα που βρίσκονται στην Κύπρο, ενώ οι πρόνοιες του Νόμου 44/84, εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που τα ακίνητα βρίσκονται στις επαρχίες Αμμοχώστου και Κυρηνείας. Στην υπό εξέταση υπόθεση το ακίνητο βρίσκεται στην επαρχία Αμμοχώστου και ως εκ τούτου εφαρμόζεται ο ειδικός νόμος που είναι παράλληλα και ο πιο πρόσφατος, Ν.44/
  3. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.44/84 σε περίπτωση που ο Διευθυντής διατάξει την ετοιμασία και υιοθέτηση νέων αρχείων, προβαίνει σε δημοσιεύσεις καλώντας κάθε ιδιοκτήτη να υποβάλει δήλωση περιέχουσα στοιχεία της ιδιοκτησίας του. Μετά τη συμπλήρωση της διαδικασίας, η οποία περιγράφεται στα άρθρα 5, 6, 7 και 8 του Νόμου και την οριστικοποίηση του νέου αρχείου ο Διευθυντής δύναται μελλοντικώς να προβεί στις αναγκαίες αντικαταστάσεις, διορθώσεις, τροποποιήσεις και επιβαρύνσεις στα καταρτισθέντα αρχεία. Η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις, προβλέπεται στην παράγραφο 9
(2)του Νόμου. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «
(2)Ουδεμία αντικατάσταση, διόρθωση, τροποποίηση ή επιβάρυνση διενεργείται δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου εκτός εάν δοθεί εξήκοντα ημερών προηγουμένη ειδοποίηση υπό του Διευθυντού εις οιονδήποτε πρόσωπον, όπερ δυνατόν να επηρεάζεται υπό ταύτης, οιονδήποτε δε πρόσωπον, δύναται, εντός της περιόδου των εξήκοντα ημερών από της ημερομηνίας καθ΄ ην εδόθη η τοιαύτη ειδοποίησης, να καταχωρήσει ένσταση παρά τω Διευθυντή όστις επί τούτω εξετάζει ταύτην και δίδει ειδοποίηση περί της επί ταύτης αποφάσεως αυτού εις τον ενιστάμενον.» Η ειδοποίηση που δίδεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προσωπική, αυτό προκύπτει από το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου, «. ειδοποίησης υπό του Διευθυντού εις οιονδήποτε πρόσωπον όπερ δυνατόν να επηρεάζεται υπό ταύτης .» Στην υπό εξέταση υπόθεση η ειδοποίηση που είχε δοθεί δεν ήταν προσωπική, ως προέβλεπε ο σχετικός νόμος, αλλά ήταν δια δημοσιεύσεως στην επίσημη εφημερίδα και σε εφημερίδες καθημερινής κυκλοφορίας, όπως επίσης και δια αναρτήσεως ειδοποιήσεων σε καθορισμένα σημεία. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Διευθυντής δεν ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο, η αιτήτρια δεν έλαβε γνώση της πρόθεσης του Διευθυντή να τροποποιήσει τα κτηματολογικά σχέδια και κατ΄ επέκταση στερήθηκε του δικαιώματος της να υποβάλει ένσταση, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το Νόμο. Ο καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται, ως αναφέρω και πιο πάνω ότι η παρούσα έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, θέση η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η αιτήτρια ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή να τροποποιήσει τα κτηματολογικά σχέδια και κατ΄ επέκταση ότι το εμβαδόν του κτήματος της είχε μειωθεί κατά 2000 μ² περίπου. Ο καθ΄ ου η αίτηση δεν δύναται να ισχυρίζεται ότι η έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα εφόσον ο ίδιος ουδέποτε γνωστοποίησε την απόφαση του στην αιτήτρια, ότι προτίθετο να υιοθετήσει νέα κτηματολογικά σχέδια και αργότερα ότι προχώρησε στην υιοθέτηση των νέων σχεδίων.» Κατά παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να αντικρισθεί και η παρούσα υπόθεση όπου οι αιτητές επιθυμούν ακριβώς να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τον ισχυρισμό τους ότι ο Διευθυντής δεν επέδωσε σ΄αυτούς όπως προνοείται στο Νόμο 44/84 επιστολή για τη σκοπούμενη υιοθέτηση νέων σχεδίων πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη και/ή τροποποιήσει το εμβαδόν του κτήματος των αιτητών. Δεν βλέπω λόγον που θα ήταν αποτρεπτικός και οι φόβοι της άλλης πλευράς διασκεδάζονται αφενός από τη δυνατότητα που θα έχουν να καταχωρήσουν τροποποιημένη ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν και από την άλλη ότι θα μπορέσουν να αποζημιωθούν για όποια ζημιά υφίστανται συνεπεία αυτής της διαδικασίας. Σε σχέση δε με τη εννοιολογική διαφορά της υιοθέτησης νέων αρχείων, που απαντάται στα άρθρα 5 και 9
(1)και 92) του Ν. 44/84, σ΄αντίθεση με την υιοθέτηση νέων σχεδίων, που πραγματεύεται το άρθρο 50 (α) του Κεφ. 224, εισήγηση που επαναλήφθηκε και στη παρούσα υπόθεση, σχετικό είναι απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου το οποίο και απαντά στη σχετική επιχειρηματολογία: «Είμαστε της άποψης ότι η σημασία που δόθηκε δεν είναι η ανάλογη για την περίπτωση. Η μια διαδικασία της υιοθέτησης νέων σχεδίων, που γίνεται για σκοπούς εκσυγχρονισμού των στοιχείων κάθε τεμαχίου γης και ακριβέστερο προσδιορισμό των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών, δεν είναι ξεκομμένη και ανεξάρτητη. Όπως ο ίδιος ο διευθυντής γνωστοποίησε στους εφεσίβλητους, με την επιστολή του ημερ 12 Φεβρουαρίου 2007, η υιοθέτηση νέων σχεδίων, που συνακόλουθα οδηγεί σε διαφοροποίηση υφισταμένων δεδομένων ενός κτήματος, ακολουθεί η τροποποίηση των κτηματολογικών Αρχείων. Αυτό βέβαια είναι αναπόφευκτο αφού δεν θα συμβάδιζαν τα φερόμενα ως στοιχεία του κτήματος. Το εκδοθέν πιστοποιητικό εγγραφής με βάση το άρθρο 52 του Κεφ.244, ημερ. 25 Απριλίου 2007, που δεικνύει έκταση 13 δεκάρια 011τ.μ., επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Συνακόλουθα, οδηγούμεθα στην αναγκαιότητα διόρθωσης αρχείου, και υιοθέτησης νέων αρχείων που πραγματεύεται ο Ν.44/84, για τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κτημάτων που βρίσκονται στις επαρχίες Αμμοχώστου και Κυρήνειας. Θεωρούμε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι έχουν «παρουσιαστεί» έστω και αν προέρχονται από την ίδια την υπηρεσία του κτηματολογίου, νέα στοιχεία, που οδήγησαν σε υιοθέτηση νέων αρχείων, άρα, έπρεπε ο επηρεαζόμενος να είχε ειδοποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του αρ.9 του Ν.44784 προνοεί.. (βλ. πιο πάνω). Κάτι τέτοιο στην προκείμενη περίπτωση δεν έγινε. Συνακόλουθα, η έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας κατά νου τη φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται και έχοντας περαιτέρω υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα (αίτηση και ένσταση), ισοζυγίζοντας περαιτέρω τις θέσεις των δύο πλευρών, καταλήγω να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση της αρχικής αίτησης και ως εκ τούτου οι αιτούμενες τροποποιήσεις όπως αυτές εμφαίνονται επί της παρούσας αίτησης επιτρέπονται. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη, λόγω της καθυστέρησης που επεδείχθη από πλευράς των αιτητών να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση πιο ενωρίς, όταν είχε ορισθεί επανειλημμένα η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω όπως εκδώσω διαταγή ως προς τα έξοδα, τόσο της παρούσας αίτησης και όσα προκύπτουν συνεπεία αυτής, να είναι σε βάρος των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Τροποποιημένη αίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της σύνταξης του παρόντος Διατάγματος. Ακολούθως τροποποιημένη ειδοποίησης περί της πρόθεσης ένστασης να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από της επίδοσης της τροποποιημένης αίτησης. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.