Χρίστος Θεοδοσίου ν. Παντελή Μιχαήλ Πιερέτη, Αρ. Αγωγής: 839/2010, 5/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 839//2010 Μεταξύ: Χρίστος Θεοδοσίου Ενάγοντος - Αιτητή και Παντελή Μιχαήλ Πιερέτη Εναγομένου - Καθ' ού η αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 5 Ιουλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Τ. Θεοφάνους. Για τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση: κ. Κ.Χ. Μούσκος ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για παραπομπή της αγωγής από το Επαρχιακό στο Οικογενειακό Δικαστήριο) Ο ενάγοντας επιζητεί με τη παρούσα αίτηση του την παραπομπή της παρούσας υπόθεσης στο αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η αίτηση του βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48 Θ. 1-7 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)Άρθρα 21
(4)και 64 Α και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της κ. Άδας Φλουρέντζου δικηγόρου και συνεργάτη της δικηγόρου του εναγόμενου η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η αγωγή αφορά την απόδοση στον ενάγοντα της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας της πρώην συζύγου του η οποία κατέχεται καταπιστευτικά από τον πατέρα της πρώην συζύγου του ως η ισχύουσα τότε νομολογία. Η νομολογία σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα έχει πλέον τροποποιηθεί σύμφωνα με πρόσφατες αποφάσεις έτσι ώστε σήμερα αρμόδιο Δικαστήριο βάσει της νομολογίας να θεωρείται το Οικογενειακό Δικαστήριο. Γι΄αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η υπόθεση να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο ενόψει και της τροποποίησης της Νομολογίας. Η αιτούμενη παραπομπή ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα του εναγομένου. Η πλευρά του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης υποβολής ένστασης, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους κατά την άποψη του δεν μπορεί να πετύχει η αίτηση τους οποίους καταγράφω όπως αυτοί διατυπώνονται: 1. Η αίτηση δεν βασίζεται σε ορθή νομική βάση. 2. Το άρθρο 21
(4)του Νόμου 14/60 δεν μπορεί να βασίζει την αίτηση αφού δεν υπάρχει αίτημα για παραπομπή σε κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο.
- Η αίτηση είναι γενική και αόριστη.
- Η αίτηση σαν γενική και αόριστη δεν καθορίζει το αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο στο οποίο ζητείται η παραπομπή.
- Η ένορκος δήλωση που στηρίζει την αίτηση πάσχει δικονομικά.
- Η ένορκος δήλωση αντίκειται στις πρόνοιες της Διαταγής 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Η ένορκος δήλωση έγινε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
- Η ένορκος δήλωση δεν στηρίζει την αίτηση ή/και δεν μπορεί να την στηρίξει.
- Η ένορκος δήλωση είναι γενική και αόριστη.
- Η ένορκος δήλωση είναι παραπλανητική.
- Η ένορκος δήλωση δεν δηλώνει τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα.
- Η ένορκος δήλωση δεν δηλώνει τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα της υπό παραπομπή αγωγής ή/και τις αξιώσεις του αιτητή στην έκθεση απαίτησης της αγωγής.
- Η αίτηση δεν μπορεί να βασίζεται σε νομολογία αλλά σε Νόμους, κανονισμούς και θεσμούς.
- Η αίτηση αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων Ν. 232/
- Η αίτηση αντίκειται στις πρόνοιες του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/
- Η αίτηση είναι καταχρηστική της Δικαστικής Διαδικασίας και ενοχλητική. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 Θ. 1 - 9, Δ.39 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 όπως αυτός τροποποιήθηκε άρθρο 21 και 64 Α, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/1990, στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο 232/91, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό 1990 καθώς επίσης και στις Συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της ένστασης εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου - καθ΄ ού η αίτηση ο οποίος αρνείται ισχυρισμούς και γεγονότα όπως αυτά προβάλλονται από την ενόρκως δηλούσα η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης του και δηλώνει ότι ουδέποτε ήταν καταπιστευματοδόχος της θυγατέρας του και πρώην συζύγου του ενάγοντος - αιτητή, ισχυρισμός ο οποίος δεν προβάλλεται καν στην έκθεση απαίτησης και αντί τούτου ο ενάγοντας επικαλείται καταπίστευμα με τον ίδιο ή και συμφωνία, ισχυρισμούς τους οποίους αρνήθηκε στην υπεράσπιση του. Οι αξιώσεις του ενάγοντα αφορούν τον ίδιο προσωπικά και δεν έχουν καμία σχέση και δεν μπορεί η μεταξύ τους αντιδικία να είναι αντικείμενο οικογενειακής διαφοράς η οποία να αφορά το Οικογενειακό Δικαστήριο καθώς ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα περί καταπιστεύματος προς όφελος της θυγατέρας του όταν μάλιστα η θυγατέρα του δεν είναι καν διάδικος. Δεν προβάλλεται αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντος εναντίον της θυγατέρας του και πρώην συζύγου του για συνεισφορά του στην απόκτηση περιουσίας από μέρους της ή/και αύξησης της περιουσίας της και έτσι εμποδίζεται από του να απαιτεί την παραπομπή της αγωγής του στο Οικογενειακό Δικαστήριο αφού η αγωγή του δεν αφορά καθόλου ή/και δεν στηρίζεται ή/και δεν διέπεται από σχέσεις συζύγων. Περαιτέρω όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του οποιαδήποτε αξίωση του ενάγοντα εναντίον της θυγατέρας του και πρώην συζύγου του προσκρούει στην παραγραφή του δικαιώματος του να απαιτεί με βάσει τον Νόμο που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων αφού από της έκδοσης του διαζυγίου τους στις 25.06.2008 έχουν παρέλθει τρία χρόνια, γεγονός το οποίο τον εμποδίζει να την εμπλέξει ή και την καταστήσει διάδικο οποτεδήποτε, ούτως ώστε οι απαιτήσεις του να εδράζονται σε περιουσιακές σχέσεις συζύγων. Για τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μετά από άδεια του Δικαστηρίου με γραπτές αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες όπως τις αντιλαμβάνονται και ερμήνευσαν. Σε σημεία αυτών όπου χρειαστεί θα κάνω αναφορά στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. Το ζήτημα για το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει αφορά την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιλύσει την παρούσα διαφορά και αν ήθελε αποφασίσει ότι στερείται δικαιοδοσίας τότε αν μπορεί διακόπτοντας την υπόθεση να την παραπέμψει στο καθ΄ύλην αρμόδιο Δικαστήριο. Η εξουσία στα Δικαστήρια μας να παραπέμπουν μια αγωγή σε άλλο αρμόδιο Δικαστήριο παρέχεται σε σχέση ειδικότερα με την καθ΄ύλην δικαιοδοσία του από το άρθρο 64 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 22,61,62,63 και 64 σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εμπίπτει στην καθ΄ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο, διακόπτει την ενώπιον του τεθείσα διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ΄ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.
(3)Σε περίπτωση παραπομπής, δυνάμει του παρόντος άρθρου, αγωγής ή αίτησης ή υπόθεσης σε καθ΄ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό σε διάστημα τριάντα ημερών από την παραπομπή εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαμβάνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας καθώς αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, οπότε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκον να το γείρει και αποφασίσει καθώς απόφαση από Δικαστήριο το οποίο στερείται δικαιοδοσίας πάσχει από ακυρότητα (βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689). Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο καθηκόντως οφείλει να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά υποστηρίζονται από τον ενάγοντα στην έκθεση απαιτήσεως του η αξίωση του προέρχεται από τη συμβολή του στην ανέγερση της συζυγικής του οικίας μετά της θυγατέρας του εναγομένου με την οποία παντρεύτηκε στις 26.07.2003 και χώρισαν στις 25.06.2008, σε οικόπεδο που τους παραχώρησε ο τελευταίος προς αυτόν τον σκοπό του οποίου εξακολουθεί να είναι ο ιδιοκτήτης. Περιγράφει τις σχέσεις τους, την προσωπική του εμπλοκή κατά την ανέγερση της συζυγικής οικίας στο εν λόγω οικόπεδο και δίδει λεπτομέρειες των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε, στα δάνεια που συνάφθηκαν προς αυτόν τον σκοπό, την συμβολή του στα προσωπικά τους έξοδα και για τη συντήρηση του σπιτιού τους. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του αν και παραδέχεται τη σχέση του ενάγοντος μαζί του και την θυγατέρα του και άλλους επί μέρους ισχυρισμούς του όπως είναι η παραχώρηση μέρους του χωραφιού του για την ανέγερση της συζυγικής οικίας του ενάγοντος και της θυγατέρας του, εντούτοις ισχυρίζεται ότι αγνοεί και αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντος. Όλα βέβαια τα πιο πάνω θα κριθούν κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης και δεν είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να με απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου. Σημαντική στο υπό κρίση ζήτημα είναι η παράγραφος 11 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντος την οποία καταγράφω αυτολεξεί για σκοπούς κατανόησης της συνέχειας της απόφασης μου: «Ο ενάγων δίκαια αξιώνει το πιο πάνω αναλυτικά περιγραφόμενο ποσό των €39.441- πλέον ποσό εκ Λ.Κ.5.000- ήτοι €8.543,01 δηλαδή ποσό που αντιπροσωπεύει το ½ του ποσού των δώρων του γάμου, πλέον ποσό εκ Λ.Κ.6.102,76 ήτοι €10.427,19 ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει το ½ του καταβλητέου ποσού σε σχέση με το δάνειο της οικίας ως εν παραγράφους 5,8 και 9 ανωτέρω περιγράφεται πλέον νόμιμο τόκο από της καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού μέχρι της εξόφλησης του και με το οποίο ο εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος του και ως χρήματα ληφθέντα υπ΄αυτού (UNJUST ENRICHEMENT AND/ OR MONEY HAD AND RECEIVED) και /ή για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε και/ή για παράβαση εμπιστεύματος (CONVERSION) και/ή στηριζόμενο επί της αρχής Quantum Meruit και/ή για παράβαση προφορικής συμφωνίας και/ή άλλως πως και/ή δυνάμει καταληκτικού, εξυπακουόμενου και/ή τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος RESULTING, IMPLIED OR CONSTRUCTIVE TRUST) και /ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως.» (Η υπογράμμιση δική μου). Σύμφωνα λοιπόν με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντος μεταξύ άλλων ως βάση αγωγής προσδιορίζεται και η παράβαση εμπιστεύματος. Το ζήτημα που θα με απασχολήσει εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Περικλέους v. Εγγλέζου κ.ά., Έφεση Αρ. 5 / 2010 ημερ. 9.06.2011, όπου ο έντιμος Δ. κ. Ναθαναήλ αναλύει διεξοδικά το ζήτημα του κατά πόσο οι περιουσιακές οικογενειακές διαφορές αφορούν αποκλειστικά και μόνο άτομα που είναι ή που διετέλεσαν μεταξύ τους σύζυγοι, ώστε να αποκλείεται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο στην περίπτωση εξυπακουόμενου εμπιτστεύματος επί της περιουσίας τρίτου προσώπου και μάλιστα νομικής οντότητας, όπως ήταν η περίπτωση εκείνη, επί της οποίας εγείρεται αξίωση από τον ένα εκ των συζύγων ως συνεισφορά στην αύξηση της αξίας της. Θα παραπέμψω σε εκτεταμένα αποσπάσματα της απόφασης αυτής καθώς επιλύουν πολλά από τα ζητήματα για τα οποία υπήρξαν διιστάμενες απόψεις στα πλαίσια της παρούσας όπου γίνεται επίσης ανασκόπηση της προγενέστερης νομολογίας, και ειδικότερα ως προς το δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα τα οποία και υιοθετώ, τέτοιες υποθέσεις στις οποίες γίνεται αναφορά είναι η Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461, Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643, Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 896 και Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1343 την οποία και παραθέτω αυτολεξεί: «Στην Λογγίνου ν. Λογγίνου - πιο πάνω - όπως αναφέρεται από τον κ. Ναθαναήλ, η θεραπεία που ζητείτο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αφορούσε την επ΄ ονόματι του εκεί εφεσείοντος εγγραφή οχήματος το οποίο κατεχόταν και/ή χρησιμοποιείτο από την εφεσίβλητη ως καταπιστευματοδόχος («trustee»), του συζύγου-εφεσείοντος. Η υπόθεση παραπέμφθηκε από το Δικαστήριο στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, ελλείψει δικαιοδοσίας ενόψει της τροποποίησης που είχε επέλθει στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/91. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού αποφάσισε, αφού ήγειρε αυτεπάγγελτα ζήτημα δικής του δικαιοδοσίας υπό το φως της θεραπείας στα δικόγραφα, ότι στερείτο τέτοιας δικαιοδοσίας εφόσον θέματα που αφορούν την κυριότητα και την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων δεν εμπίπτουν στο άρθρο 17
(2)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου αρ. 23/90. Το Εφετείο, αφού διήλθε μέσα από τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και τη μέχρι τότε νομολογία, έκρινε ότι ίσχυε ο λόγος της απόφασης στην Re Μανώλης Γιάγκος
(1999)1 Α.Α.Δ. 703, όπου η αξίωση στηριζόταν παρομοίως σε εμπίστευμα, ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων, ανεξαρτήτως του τρόπου διατύπωσης της επιζητούμενης θεραπείας. Επαναφέροντας την αγωγή ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής: «Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσείων στήριζε την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Αυτά διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) (βλ. άρθρο 16 του Νόμου 23/90 και άρθρο 31 του Νόμου 14/60). Ακολουθεί πως η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Στην Γρηγορίου ν. Γρηγορίου - πιο πάνω -, η αξίωση της συζύγου αφορούσε το 50% των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος συζύγου της λόγω δικής της συνεισφοράς στην απόκτηση τους. Η θέση της ήταν ότι το διεκδικούμενο ποσοστό κρατείτο από το διαχειριστή της περιουσίας και άλλων ως εμπιστευματοδόχων, κατά τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Κρίθηκε ότι η εφεσείουσα δεν είχε διεκδικήσει το ποσοστό στη βάση της συμμετοχής της στην αύξηση της περιουσίας, όπως ήταν διατυπωμένη η αξίωση της, αλλά συγκεκριμένη περιουσία ως ανήκουσα κατά κυριότητα σ΄ αυτήν. Ενώ περαιτέρω, εφόσον ο σύζυγος είχε αποβιώσει δεν ήταν δυνατόν να τίθετο θέμα περιουσιακής διαφοράς ή σχέσης μεταξύ συζύγων ώστε να αποκτούσε αρμοδιότητα το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης, παρουσιαζόταν ότι ο σύζυγος πριν το θάνατο του είχε αποξενώσει διά μεταβιβάσεως μετοχές σε τρίτους και συγκεκριμένα στα παιδιά του από τον πρώτο γάμο. Το Εφετείο έκρινε ότι αυτοί ή η μεταβίβαση σε τρίτους ξένους, δεν θα μπορούσαν να υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αλλά και οι μετοχές που είχαν παραμείνει ως μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντος, δεν φαινόταν να εμπίπτει σε οποιαδήποτε σαφή νομοθετική ρύθμιση. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Γιάγκου - ανωτέρω - όπου και πάλι αντιμετωπιζόταν αξίωση από τη σύζυγο εναντίον του πρώην συζύγου της στη βάση παράβασης συμφωνίας ή καταπιστεύματος και αδικαιολόγητου πλουτισμού, κρίθηκε ότι αρμοδιότητα είχε το Οικογενειακό και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο, αναφορικά με το συμφέρον στην οικογενειακή στέγη. Πρόκειτο για αξίωση που ηγέρθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας επί κατοικίας που ανεγέρθη σε οικόπεδο που είχε αγοραστεί με προοπτική το γάμο, πληρωθέν και από τους δύο συζύγους, αλλά εγγραφέν επ΄ ονόματι του συζύγου μόνο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο θεώρησε ότι είχε δικαιοδοσία ενόψει του ότι η αγωγή δεν βασίστηκε στο Νόμο αρ. 232/91, αλλά στο κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας. Εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία προνομιακό ένταλμα Prohibition επί τω ότι αποκλειστική αρμοδιότητα είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε έτσι ώστε να παρέμενε ορθή η κρίση περί της αρμοδιότητας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το πενταμελές Εφετείο αρνήθηκε να αποκλίνει από το λόγο της Λογγίνου ν. Λογγίνου - πιο πάνω - όπου, όπως το έθεσε, τονίσθηκε η «.. εξελικτική ευρύτητα του ορισμού του όρου 'περιουσιακές σχέσεις' στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Νόμου, που υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω Νόμου, στην αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ώστε να καλύπτει όλες τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με το Νόμο 232/91.». Τονίσθηκε περαιτέρω ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει την εξουσία να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κονοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, αν η απαίτηση βασίζεται σ΄ αυτές. Στην Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου - ανωτέρω - είχε εγερθεί αξίωση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με σκοπό την αναγνώριση ότι το ½ μερίδιο της ακίνητης περιουσίας που ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του συζύγου και της εναγόμενης εταιρείας και είχε αποκτηθεί μετά το γάμο, κατεχόταν υπό συνθήκες εμπιστεύματος και έπρεπε να μεταβιβαστεί, κατά το ως άνω μερίδιο, στη σύζυγο. Πολύ αργότερα, η υπόθεση παρεπέμφθη στο Οικογενειακό Δικαστήριο, το οποίο με τη σειρά του έκρινε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της διαφοράς μεταξύ της συζύγου και της εταιρείας, αναστέλλοντας ως προς αυτή τη διαδικασία. Η ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι ορθά πρωτοδίκως είχε θεωρηθεί ότι η έννοια της «περιουσίας» στο Νόμο αρ. 232/91, αναφερόταν σε περιουσία μεταξύ συζύγων και μόνο. Αυτό, κατά το Εφετείο, συνδυαζόταν με την έννοια της «συμμετοχής σε περιουσία» στα άρθρα 13-21 του πιο πάνω Νόμου, από όπου προέκυπτε ότι δεν καλύπτονταν διαφορές μεταξύ προσώπων που δεν είναι σύζυγοι μεταξύ τους. Στην Φιλίππου ν. Φιλίππου - πιο πάνω - το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απέρριψε έφεση εναντίον της ανάληψης δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού σε αίτηση από το σύζυγο που αξίωνε στη βάση συμφωνίας καταπιστεύματος το ½ μερίδιο κτήματος που κατ΄ ισχυρισμόν του είχε αυξηθεί σε αξία λόγω συνεισφοράς του. Συναφώς μπορεί να αναφερθεί και η απόφαση στη Μαλαός ν. Μαλαού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191, όπου το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ότι τα ζητήματα που εξετάστηκαν ορθά αποφασίστηκαν στη βάση του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/91, αφορούσαν δε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο είχε ο αιτητής-σύζυγος ο οποίος διεκδικούσε μερίδιο στην κατοικία και στα άλλα περιουσιακά στοιχεία μετά τη λύση του γάμου. Στα πλαίσια της απόφασης λέχθηκε ότι το γεγονός ότι κατά το χρόνο της συμβολής του αιτητή στην επαύξηση της περιουσίας στο τεμάχιο στο οποίο είχε ανεγερθεί η επίδικη κατοικία δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της συζύγου του, δεν εξουδετέρωνε το δικαίωμα του αιτητή για συνεισφορά όταν η ανέγερση της κατοικίας είχε αποκτηθεί πριν από το γάμο και με την προοπτική αυτού. Το τεμάχιο ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της μητέρας της συζύγου, η οποία και είχε συμφωνήσει στην ανέγερση της κατοικίας. Οι επίδικες διατάξεις στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/91, ως τροποποιήθηκε, βρίσκονται στο ερμηνευτικό άρθρο 2, όσον αφορά την έννοια ή τον ορισμό της «περιουσίας» και στο άρθρο 14, του ιδίου Νόμου, σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας και τη συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον έτερο. Οι δύο διατάξεις παρατίθενται αυτούσιες: Άρθρο 2: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Άρθρο 14
(1): «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σχετικός είναι και ο ορισμός «περιουσιακές σχέσεις» στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου αρ. 23/90, ως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: «'περιουσιακές σχέσεις' σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.» Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται, ως πρόδηλη απόρροια από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι είναι ουσιαστικά παρόμοιες οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με την έννοια και το εύρος της «περιουσίας» και των «περιουσιακών σχέσεων». Καλύπτουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που δυνατόν να αποκτήθηκε πριν, ή μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους συζύγους. Η κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση περιουσίας τεκμαίρεται ότι είναι προς όφελος και των δύο συζύγων, με τεκμαιρόμενη συνεισφορά στην αύξηση το 1/3 από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κατά τα προνοούμενα από το εδάφιο
(2)του άρθρου 14, εκτός βέβαια εάν δυνάμει επαρκούς μαρτυρίας, η περιουσία δυνατόν να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αν η περιουσία αποκτάται πριν το γάμο, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή κτήθηκε με την προοπτική γάμου. Κατά τα άλλα ισχύει και πάλι το τεκμήριο του 1/3, ως συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον άλλο. Κατά δεύτερο λόγο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία εφόσον αποκτήθηκε από εκάτερο των συζύγων, ως λογική δε προέκταση αυτού θα πρέπει να εντάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο και αυτό που αποκτάται εκ μέρους ή για λογαριασμό του ή της συζύγου. Η προέκταση αυτή είναι εννοιολογικά και νομικά επιτρεπτή διότι διαφορετικά θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Αν, δηλαδή, όπως εδώ, υπάρχει περιουσιακό στοιχείο το οποίο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του χρησιμοποιείται προς όφελος του ή της συζύγου για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, τότε η συνεισφορά του ετέρου στην επαύξηση της αξίας αυτού θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή του τρίτου εξουδετέρωνε τη συνεισφορά. Η συνεισφορά και ο υπολογισμός της είτε κατά τεκμήριο, είτε κατά τη προσαγόμενη μαρτυρία, αφορά διαφορά που προκύπτει μεταξύ των συζύγων και εμπίπτει αξιωματικά στο οικογενειακό δίκαιο και εκδικάζεται βέβαια από το αρμόδιο κατά τόπο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το πώς αποδεικνύεται όμως η συνεισφορά αυτή δυνατόν να διέρχεται μέσα από άλλους τομείς του δικαίου. Τέτοιοι τομείς όπως το δίκαιο των εμπιστευμάτων, ρητών, εξυπακουόμενων ή τεκμαιρόμενων («express, implied or constructive trusts»), αφορούν κατ΄ εξοχήν το δίκαιο της επιείκειας. Δίκαιο που έχει διαχρονική εφαρμογή, οι αρχές του οποίου διασώζουν, μακριά από τυπικούς και ανελαστικούς κανόνες, τις συναλλαγές και διεισδύουν στην ουσία των πραγμάτων, ώστε να αποδίδεται πραγματική δικαιοσύνη. Η φράση «The eye of equity», που χρησιμοποιήθηκε από τον Russell J. στην Jones v. Lipman
(1962)1 W.L.R. 832, 836, θα εισχωρήσει στην ουσία αποδίδοντας πλήρη και τελεία θεραπεία, έχει δε τη θέση του και στις οικογενειακές διαφορές. Το δίκαιο είναι ενιαίο και η άρνηση χρησιμοποίησης πτυχών του, θα οδηγούσε σε κατατεμαχισμό διαδικασιών, παράλογα αποτελέσματα και ενδεχομένως άρνηση δικαιοσύνης. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ζητήματα εμπιστεύματος που καθορίζουν το συμφέρον των συζύγων («beneficial interest»), απαντώνται κατά μείζονα λόγο στις υποθέσεις οικογενειακών διαφορών, που σχετίζονται ιδιαιτέρως με την απόκτηση και την κατανομή της οικογενειακής στέγης στη βάση συνήθως εξυπακουόμενου, επαγόμενου ή τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος. Αναδρομή στο σύγγραμμα των Cretney, Masson και Bailey-Harris: "Principles of Family Law" 7η έκδ.
(2003), αποκαλύπτει στο κεφ. 5 που τιτλοφορείται "Beneficial Entitlement at Law and in Equity", τον τρόπο με τον οποίο τα Αγγλικά Δικαστήρια αντιμετωπίζουν και επιλύουν οικογενειακές διαφορές σε ό,τι αφορά την απόκτηση της οικογενειακής κατοικίας χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του καταπιστεύματος και τα νομικά τεκμήρια («presumptions»), τα οποία αναδύονται και εφαρμόζονται σε αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα, δημιουργείται κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα («resulting trust»), όπου ένα πρόσωπο συνδράμει απευθείας στην αγορά ακίνητης περιουσίας η οποία όμως αναγράφεται στο όνομα ετέρου. Δημιουργείται επίσης τεκμαιρόμενο καταπίστευμα όταν από τη μαρτυρία, είτε άμεση, είτε διά συμπεριφοράς, φανερώνεται ότι οι διάδικοι είχαν κοινή πρόθεση να είναι συνιδιοκτήτες της οικογενειακής στέγης. Γι΄ αυτό και στην Λογγίνου ν. Λογγίνου - ανωτέρω - αποφασίστηκε ότι ανεξαρτήτως του τρόπου διατύπωσης της θεραπείας, το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία, εφόσον βεβαίως η διαφορά είναι οικογενειακής φύσεως. Ζητήματα συνεισφοράς από τον ένα σύζυγο στον άλλο, εμπίπτουν κατ΄ εξοχήν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του οποίου, όπως έχει επιβεβαιώσει κατ΄ επανάληψη η νομολογία, ο νομοθέτης, με τις τροποποιήσεις που επέφερε στη νομοθεσία, θέλησε να εντάξει κάθε πιθανή διαφορά. Από την υπόθεση Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566, μέχρι την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στη Χριστοδουλίδου ν. Toumaian
(2007)1 Α.Α.Δ. 1024, αναγνωρίστηκε ότι η ανάθεση όλων των υποθέσεων της φύσης των «οικογενειακών σχέσεων», εμπίπτουν φυσιολογικά στον κλάδο του δικαίου γνωστού στην Ελλάδα ως Οικογενειακού Δικαίου, τμήμα του Αστικού Δικαίου. Ακόμη και διαφορές, οικογενειακής φύσεως, πλην της έκδοσης διαζυγίου, για τις Θρησκευτικές Ομάδες, μεταφέρθησαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο και τη δικαιοδοσία αυτού, όπως καθιδρύθηκε με το Νόμο αρ. 23/90. Σχετική είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στη Toumaian v. Χριστοδουλίδου
(2009)1 Α.Α.Δ. 881, η οποία κινήθηκε στις ίδιες γραμμές, ακολουθώντας τη Δάμτσα ν. Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 1389. Ακόμη πιο πρόσφατα, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Αλπάϊ Νιαζί Σιούκρου ν. Miriam Ulrich, Έφ. αρ. 27/09, ημερ. 10.3.11, είχε την ευκαιρία να ανασκοπήσει τη σχετική νομολογία, με αναφορά και στο τροποποιηθέν Άρθρο 111 του Συντάγματος με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο αρ. 95/89, και να επιβεβαιώσει τη ρητή πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επί όλων σχεδόν των θεμάτων με εξαίρεση, όπως αναφέρθηκε, τη λύση του γάμου μεταξύ μελών των θρησκευτικών ομάδων. Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ΄ αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του. Με άλλα λόγια, η νομολογία έχει αναγνωρίσει πως δεν παύει η διαφορά να εκδικάζεται κατ΄ αρμοδιότητα από το οικείο Οικογενειακό Δικαστήριο, έστω και αν η αξίωση διατυπώνεται με θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Όπου ο σύζυγος ή η σύζυγος θεωρούνται να κατέχουν περιουσιακό στοιχείο στη βάση εμπιστεύματος, η διαφορά εμπίπτει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αν το περιουσιακό αυτό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης, θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν είναι του παρόντος η ανάπτυξη της δυνατότητας εντοπισμού («tracing») του περιουσιακού στοιχείου στα χέρια τρίτου ή ακόμη και σε ταμείο («fund»), στο οποίο έγινε ανεπίτρεπτα ανάμειξη χρημάτων, αλλά η θεραπεία αυτή του δικαίου της επιείκειας δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ καταπιστευματοδόχου («trustee») και δικαιούχου («beneficiary of trust»), αλλά επεκτείνεται σε κάθε σχέση που διέπεται από σχέση εμπιστοσύνης («fiduciary relationship») (δέστε F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 190-194 και Hanbury and Martin: "Modern Equity", 16η έκδ.
(2001), σελ. 682 κ.ε.). Η υπόθεση Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου- ανωτέρω - στην οποία κυρίως βασίστηκε η εφεσίβλητη εταιρεία, κρίθηκε επί διαφορετικών στην ουσία δεδομένων στη βάση της ερμηνείας και ή εφαρμογής των άρθρων 14(Γ) και 14(Δ) του Νόμου αρ. 232/91, που σχετίζονται με τις δόλιες μεταβιβάσεις ή μεταβιβάσεις περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 14Α. Η αγωγή εκεί είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο πριν την έναρξη σε εφαρμογή του Νόμου αρ. 232/91 και εν πάση περιπτώσει δεν έγινε πλήρης ανάλυση του λόγου στις υποθέσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου και των μεταγενέστερων αυτής αποφάσεων, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Η δε απόφαση στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, που χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έθεσε απόλυτο κανόνα δικαίου διότι τα λεχθέντα υπό του Εφετείου σχετίζονταν με την αξίωση περιουσίας επί του αποβιώσαντος συζύγου και ήταν με αυτή την έννοια που λέχθηκε ότι οι διαχειριστές της περιουσίας ήσαν ξένοι προς την οικογενειακή διαφορά, ενώ αυτό το οποίο αξίωνε η σύζυγος αφορούσε όχι αύξηση στην περιουσία ως συμμετοχής της σ΄ αυτή, αλλά διεκδίκηση λόγω κυριότητας. Εδώ η εταιρεία είχε αγοράσει το οικόπεδο πριν από το γάμο, το οποίο με την ανοχή ή συγκατάθεση της χρησιμοποιήθηκε για να οικοδομηθεί οικία προς στέγαση των συζύγων. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρείται πως δεν μπορεί το Οικογενειακό Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία επειδή η ακίνητη αυτή περιουσία παραμένει εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της εταιρείας. Δεν είναι τόσο το ότι η αξίωση «διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων», όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, όσο ότι η αξίωση αρχίζει και τελειώνει με τη σχέση των συζύγων και εξαιτίας αυτής. Διαφορετική αντιμετώπιση (όπως αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο), θα σήμαινε ότι πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί η συνεισφορά του αιτητή στην οικογενειακή περιουσία και μετά να εγερθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση πλέον εμπιστεύματος ή άλλης αξίωσης για να του αποδοθεί το μερίδιο του, αλλά και εκεί θα μπορούσαν να εγερθούν ζητήματα αρμοδιότητας. Τέτοια εξέλιξη είναι ανεπιθύμητη διότι κατακερματίζει σε πέραν του ενός Δικαστηρίου τη διαφορά, ενώ ο πυρήνας της αξίωσης παραμένει ο ίδιος, εμπίπτουσα φυσιολογικά στην οικογενειακή διαφορά. Ταυτόχρονα παραγνωρίζεται και η δυνατότητα ενός αιτητή να χρησιμοποιήσει ως όχημα για τη διαπίστωση και τεκμηρίωση της συνεισφοράς του, εντός της αυτής αξίωσης, του μηχανισμού του καταπιστεύματος ή άλλου μηχανισμού που το δίκαιο προσφέρει προς επίλυση των διαφορών.» Μετά την πιο πάνω εκτεταμένη και αυτούσια παράθεση των αρχών που διέπουν το ζήτημα όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία μας και οι οποίες επιλύουν πλείστα όσα ζητήματα απασχόλησαν τις δύο πλευρές κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι ο ενάγοντας πράγματι έχει δικαίωμα να επιζητεί όπως η υπόθεση αυτή ανασταλεί και παραπεμφθεί ενώπιον του καθ΄ύλην και κατά τόπο αρμοδίου Δικαστηρίου που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου εφόσον η διαφορά ανέκυψε στην εν λόγω Επαρχία και αφορά περιουσιακή διαφορά έστω και αν αυτή ανήκει σε τρίτο (τον εναγόμενο), η οποία όμως χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από την πρώην σύζυγο του ενάγοντος και η οποία αφορούσε και αποκτήθηκε για τους σκοπούς τέλεσης του γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού και στην οποία συνεισέφερε κατ΄ισχυρισμό του ο ενάγοντας. Το κατά πόσον η σχέση των διαδίκων διέπεται από καταπίστευμα ή όχι όπως αυτό αναλύεται πιο πάνω στην υπόθεση Περικλέους, θα διαφανεί μέσω της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Διαφορετικά η ισχυριζόμενη συνεισφορά του ενάγοντος στην επαύξηση αυτής θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή τρίτου εν προκειμένω του πατέρα της συζύγου - εναγομένου, εξουδετέρωνε τη συνεισφορά. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία για να επιλύσει την επίδικη διαφορά. Εν συντομία θα διεξέλθω τους λόγους ένστασης οι οποίοι δεν καλύπτονται από την πιο πάνω ανάλυση παρατηρώντας ότι πλείστοι εξ αυτών επαναλαμβάνονται και αλληλοσυμπλέκονται κατά τρόπο που είναι δύσκολος ο προσδιορισμός τους. Θα ξεκινήσω με το ζήτημα της νομικής βάσης της αίτησης η οποία κρίνω ότι με την επίκληση του Άρθρου 64 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου και επί πλέον των δικονομικών διατάξεων Δ.48 Θ. 1-7 καλύπτει την αίτηση από νομικής υποστήριξης και αυτή καθόλου δεν στηρίζεται σε επίκληση αποκλειστικά νομολογίας αλλά σε νόμο και κανονισμούς. Τα όσα αναφέρονται βέβαια στην ένορκη δήλωση περί τροποποίησης της νομολογίας δεν ενέχει καμιά σημασία και ως εκ τούτου οι συναφείς αιτιάσεις απορρίπτονται. Η αίτηση είναι πολύ συγκεκριμένη και δεν πάσχει από γενικότητα ή αοριστία εφόσον με λυτό τρόπο καθορίζεται το επιδιωκόμενο. Ο μη ονομασία του αρμοδίου κατά τόπο Οικογενειακού Δικαστηρίου που είναι αυτό της Επαρχίας Αμμοχώστου και πάλι δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον εκείνο το οποίο επιδιώκεται είναι η παραπομπή της υπόθεσης στο ¨Αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο¨. Ποιο είναι αυτό μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ιδιότητα που επικαλείται η ενόρκως δηλούσα της επιτρέπει να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και σύμφωνα με την νομολογία μας δεν απαγορεύεται ο όρκος από δικηγόρο αλλά πρέπει να αποφεύγεται όρκος από δικηγόρο που θα χειριστεί την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως δεν διακρίνω πως πάσχει δικονομικά η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ούτε και είναι γενική και αόριστη όπως χαρακτηρίζεται από πλευράς του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση, εφόσον καθορίζεται επ΄ακριβώς σε αυτή τι είναι που επιδιώκεται. Ως συνήγορος συνεργάτης της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση νοείται ότι είχε και την ανάλογη εξουσιοδότηση για να ορκισθεί και δεν απαιτείτο οτιδήποτε άλλο πέραν της αναφοράς της σε αυτή την ιδιότητα της. Οι λόγοι ένστασης ότι η αίτηση αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις (Ν. 232/1991)και των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 23/1990)δεν αναπτύχθηκαν και ως αόριστοι απορρίπτονται. Σε κάθε περίπτωση δεν διακρίνω που αντίκειται η αίτηση σε αυτούς τους νόμους. Τέλος, δόθηκε εξήγηση από πλευράς του αιτητή γιατί λαμβάνει τώρα αυτό το διαδικαστικό διάβημα και ως εκ τούτου δεν κρίνεται καταχρηστικό και επί πλέον η έγκριση της αίτησης κρίνεται ότι δεν θα επηρεάσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του εναγομένου. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αγωγή αναστέλλεται και παραπέμπεται ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως του καθ΄ύλην και κατά τόπο αρμοδίου Δικαστηρίου. Δίδονται οδηγίες όπως ακολουθηθούν οι υπό του νόμου προνοούμενες ενέργειες εκ μέρους του Πρωτοκολλητή ( Άρθρο 64 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα της διαδικασίας που αφορά την παρούσα αίτηση. Ως προς τα υπόλοιπα έξοδα της αγωγής τα οποία προηγήθηκαν θα κριθούν στα πλαίσια της διαδικασίας που θα ακολουθήσει ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου καθώς η διαδικασία δεν τερματίζεται εδώ αλλά θα συνεχίσει ως έχει ενώπιον του καθ΄ύλην αρμοδίου Δικαστηρίου, εκτός εάν βέβαια επιτραπεί εκεί οποιαδήποτε τροποποίηση. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο