← Κύπρος

Κοντός Τσαππής Φάρμα Λτδ κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 1352/2008, Αρ. 1353/2008, Αρ. 1354/2008, 30/8/2013

Κοντός Τσαππής Φάρμα Λτδ κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 1352/2008, Αρ. 1353/2008, Αρ. 1354/2008, 30/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 1352/2008 Μεταξύ: Κοντός & Τσαππής Φάρμα Λτδ, από Δασάκι Άχνας Ενάγουσας -και- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένου Αρ. 1353/2008 Μεταξύ: Ελένη Ευσταθίου, από Δασάκι Άχνας Ενάγουσας -και- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένου Αρ. 1354/2008 Μεταξύ: Κ. Ν. Βασίλη Φάρμα Λτδ, από Δασάκι Άχνας Ενάγουσας -και- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Κουμής και Α. Καράς για Αναστάσης Α. Κουμής & Αντώνης Α. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Ζ. Κυριακίδου για Γενικόν Εισαγγελέα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά τρία πανομοιότυπα κλητήρια εντάλματα και τρεις εκθέσεις απαίτησης, που καταχώρισαν δύο εταιρείες και ένα φυσικό πρόσωπο μέσω των ίδιων δικηγόρων. Κάθε Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια φάρμας αγελάδων στο Δάσος Άχνας. Είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο ότι λειτουργοί των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος μεταξύ 17.10.2008 έως 12.11.2008 κατόπιν τηλεφωνικής ενημέρωσης επισκέπτοντο τις επίδικες φάρμες και προέβαιναν σε δειγματοληψίες νωπού αγελαδινού γάλακτος με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων για την ανίχνευση αφλατοξίνης Μ1 αναφορικά με τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Σε όλες τις περιπτώσεις δίδετο στις Ενάγουσες αντίδειγμα των 30 ml εντός πλήρους σφραγισμένης συσκευασίας. Μετά την παραλαβή των δειγμάτων εγίνοντο αναλύσεις στο Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών (στο εξής Ε.Ε.Τ.), για το οποίο δεν αμφισβητείται ότι είναι διαπιστευμένο από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε. της Ελλάδας (στο εξής «Ε.ΣΥ.Δ.»). Το πιο πάνω Εργαστήριο των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών χρησιμοποίησε για τις αναλύσεις τη μέθοδο διαλογής ELISA (Enzyme-Linked Immunosorbent Assay). Επίσης δεν αμφισβητείται ότι με βάση τα αποτελέσματα οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προχώρησαν στην κατάσχεση και καταστροφή διαφόρων ποσοτήτων γάλακτος της κάθε φάρμας. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται αφενός ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί επενέβησαν παράνομα στις φάρμες τους με πρόσχημα τον κτηνιατρικό έλεγχο και αφετέρου ότι λόγω αμέλειας και ή άγνοιας και ή πλημμελών και ή ελαττωματικών αναλύσεων προχώρησαν στην καταστροφή του γάλακτος. Εξ ου και διεκδικούν ειδικές αποζημιώσεις €6.050, €2.455 και 2.800,- αντιστοίχως, συν μεταφορικά έξοδα και έξοδα αναλύσεων. Αντιθέτως η θέση του Εναγομένου είναι ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες και λειτουργοί ενήργησαν σύμφωνα με την Κυπριακή και Ευρωπαϊκή νομοθεσία άμεσα λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα για προφύλαξη της δημόσιας υγείας. Μαρτυρία Η Μ.Ε.1 κα Χαρά Παπαστεφάνου είναι Χημικός και Διευθύντρια του εργαστηρίου C.P. FoodLab Ltd (εφεξής «FoodLab»). Κατά την μαρτυρία της αναφέρθηκε σε αναλύσεις τις οποίες διενήργησε επί δειγμάτων που τής απέστειλαν οι Ενάγουσες και στη σχετική έκθεση που συνέταξε (Τεκμήριο 1). Η θέση της είναι ότι το Ε.Ε.Τ. μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο ELISA, αλλά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα της ως επιβεβαιωμένα τελικά αποτελέσματα. Θα έπρεπε να προχωρήσει με μια επιβεβαιωτική αναλυτική ποσοτική μέθοδο όπως η LC Φθορισμομετρία (Υγρή Χρωματογραφία), την οποίαν χρησιμοποίησε το FoodLab και διαπίστωσε ότι κανένα από τα εξετασθέντα για αφλατοξίνη Μ1 δείγματα δεν υπερέβαινε το νομοθετικό όριο των 50 ppt. Η Μ.Ε.2 κα Φρύνη Θεοφάνους είναι επίσης Χημικός και Διευθύντρια του εργαστηρίου D.Α.Κ. Nutrilab Ltd (εφεξής «Nutrilab»). Αναφέρθηκε και αυτή σε αναλύσεις τις οποίες διενήργησε σε δείγματα από τις Φάρμες Κοντού & Τσαππή και Ευσταθίου, τον Οκτώβριο του

  1. Ζητούμενο ήταν η επιβεβαίωση τυχόν ύπαρξης αφλατοξίνης και η ποσοτικοποίηση. Χρησιμοποίησε και η ίδια την μέθοδο LC Φθορισμομετρία και σε κανένα από τα δείγματα δεν διαπίστωσε ότι η εν λόγω ουσία υπερέβαινε το νομοθετικό όριο των 50 ppt. Παρουσίασε Πιστοποιητικό Διαπίστευσης για το εργαστήριο της (Τεκμήριο 5). Επίσης παρουσίασε τις εκθέσεις για πέντε αναλύσεις δειγμάτων της Φάρμας Κοντού & Τσαππή (Τεκμήριο 8), και έξι καρτέλες που υπήρχαν στα πιο πάνω δείγματα (Τεκμήριο 12). Η διαπίστωση της ήταν ότι σε όλα υπήρχε αφλατοξίνη Μ1 αλλά ήταν κάτω από το όριο των 50 ppt. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε δεν ήταν διαπιστευμένη. Για το Τεκμήριο 13 είπε πως δεν είναι τα επίσημα αποτελέσματα και δεν έπρεπε να κυκλοφορήσουν. Κατά την επανεξέταση παρουσίασε ακόμα μιαν έκθεση για να καταδείξει ότι δεν αναγράφεται ο αναλυτής (Τεκμήριο 14). Ο Μ.Ε.3 κ. Πασχάλης Τσαππής είναι διευθυντής της Ενάγουσας στην αγωγή 1352/2008 (εφεξής «Κοντός & Τσαππής»). Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατά τον επίδικο χρόνο ειδοποιήθηκαν από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και καθημερινά έρχονταν δύο λειτουργοί οι οποίοι έπαιρναν δείγματα γάλακτος και τους ενημέρωναν το απόγευμα της ίδιας μέρας κατά πόσον υπήρχαν αφλατοξίνες ή όχι. Αν υπήρχαν έρχονταν στη φάρμα οι υπάλληλοι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και κατέστρεφαν το γάλα. Δήλωσε ότι άφηναν και στους ίδιους δείγματα τα οποία έστελλαν σε δικούς τους Χημικούς για αναλύσεις. Ανέφερε ότι πωλούσαν το γάλα προς €500,- ανά τόνο, καθώς και ότι είχαν έξοδα για μεταφορικά και αναλύσεις άλλα €3.000, τα οποία αργότερα εξήγησε ότι πλήρωσαν στον Αλέξη Τσαππή (Μ.Ε.7). Αντεξεταζόμενος είπε μεταξύ άλλων πως δεν ήταν παρών ο ίδιος σε όλους τους ελέγχους. Προσέθεσε πως όταν τις πρώτες φορές ζήτησαν και οι ίδιοι να προβούν σε αναλύσεις, οι αρμόδιοι λειτουργοί τούς είπαν ότι μόνο στο Κρατικό Χημείο μπορούσε να κάμει, πράγμα που θα έπαιρνε χρόνο. Με αυτό τον τρόπο τους υποχρέωναν να δέχονται τις αναλύσεις του Ε.Ε.Τ. για να μπορέσουν να συνεχίσουν το καθημερινό άρμεγμα. Για αυτό αναγκάστηκε να υπογράψει σε κάποια από τα χαρτιά ότι δέχεται τις αναλύσεις και την καταστροφή του γάλακτος. Ο Μ.Ε.4 κ. Νίκος Βασίλη είναι διευθυντής της Ενάγουσας στην αγωγή 1354/2008 (φάρμα Βασίλη). Ανέφερε μεταξύ άλλων και αυτός τη διαδικασία λήψης δειγμάτων από λειτουργούς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Οι αρμόδιοι άφηναν δείγματα και στον ίδιο επί των οποίων διενεργούσε επίσης δικές του αναλύσεις, μέσω του Αλέξη Τσαππή. Ως τέτοιες παρουσίασε το Τεκμήριο 16, καθώς και σχετικά έγγραφα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ως Τεκμήρια 16.1 έως 16.
  2. Ανέφερε και αυτός ότι τότε ο Οργανισμός Αγελαδοτρόφων αγόραζε το γάλα προς 0,50 σεντ το λίτρο, και ότι είχαν και άλλα έξοδα για μεταφορικά και αναλύσεις, ήτοι €500,- και €1.000,- αντίστοιχα, τα οποία οφείλει ακόμα στον Αλέξη Τσαππή. Ο Μ.Ε.5 κ. Γιαννάκης Ευσταθίου είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας στην αγωγή 1353/
  3. Περιέγραψε και αυτός τη διαδικασία λήψης δειγμάτων από τη φάρμα τους. Συμφώνησε με την τιμή των 0,50 σεντ ανά λίτρο και είπε ότι είχε έξοδα €1.000,- για αναλύσεις και €750,- για μεταφορικά του Αλέξη Τσαππή, τα οποία οφείλει και αυτός μέχρι σήμερα. Η Μ.Ε.6 κα Σοφία Τσαππή εργάζεται στην εταιρεία Γεώργιος Τσαππής Ισορροπημένες Ζωοτροφές Λτδ ως υπεύθυνη του συστήματος ποιότητας για ISO HACCP. Κατά την επίδικη περίοδο, είπε, πως ο δικός τους ρόλος ήταν να πιστοποιήσουν την ποιότητα των ζωοτροφών τους. Όλοι οι παραγωγοί (Ενάγουσες) έφερναν τα αντιδείγματα για να τα μεταφέρουν στο Χημείο με το οποίο συνεργάζεται το εργοστάσιο Τσαππή και να αποδείξουν ότι ήταν εντάξει. Η ίδια τα έπαιρνε στη Φρύνη Νικολάου (Μ.Ε.2) του Nutrilab. Το Τεκμήριο 12 είναι οι καρτέλες που βάζει στα δείγματα το Κτηνιατρείο όταν τα σφραγίζει. Η ίδια δεν πήγε στις φάρμες, αλλά πήγε ο αδελφός της Αλέξης Τσαππής. Ο Μ.Ε.7 κ. Αλέξης Τσαππής εργάζεται στην ίδια εταιρεία με την αδελφή του, δηλαδή την Μ.Ε.
  4. Οι Ενάγουσες αγόραζαν τροφές για τις αγελάδες τους από κοντά τους. Όταν γίνονταν οι έλεγχοι για αφλατοξίνες, οι εν λόγω πελάτες έλεγαν ότι ευθύνετο το εργοστάσιο ζωοτροφών και για αυτό ο ίδιος προσπαθούσε να τους βοηθήσει για να εντοπίσουν την αλήθεια. Παρουσίασε αναλύσεις από Γεωργικό Χημικό για δικές τους ζωοτροφές κατά τον Οκτώβριο του 2008 ως Τεκμήρια 17, 18 και
  5. Με βάση αυτά ήταν η θέση του ότι οι ζωοτροφές τους ήταν εντός των ορίων από πλευράς αφλατοξινών. Μετά που παρέλαβε αντιδείγματα γάλακτος από τις Ενάγουσες ο ίδιος τα μετέφερε στο εργαστήριο Foodlab και παρέπεμψε σχετικά στο Τεκμήριο
  6. Τα Τεκμήρια 20 και 21 συνιστούν τις χρεώσεις των Χημικών για τις αναλύσεις που διενήργησαν. Ο ίδιος διαχώρισε τα ποσά αυτά στις τρεις φάρμες αναλόγως. Υπήρξαν όμως και έξοδα για μεταφορικά που ήταν οι συνεχείς διακινήσεις του. Από τις τρεις Ενάγουσες τον πλήρως μόνον η φάρμα Κοντός & Τσαππής, ενώ οι άλλες δύο τα χρωστούν ακόμα. Κατά την αντεξέταση του είπε πως είχαν εκδώσει και τιμολόγια τα οποία όμως δεν είχε μαζί του. Από ότι ενθυμείτο οι Ενάγουσες αγόραζαν ζωοτροφές κάθε εβδομάδα. Ως προς τα έξοδα, η συμφωνία του με τις φάρμες ήταν πως αν καταδεικνύετο ότι το πρόβλημα οφείλετο στις ζωοτροφές θα κατέβαλλε ο ίδιος τα έξοδα. Τα Χημεία χρέωναν €120,- ανά ανάλυση. Ο Μ.Ε.8 Δρ Πανίκος Χ΄Γεωργίου είναι Ανώτερος Γεωργικός Λειτουργός στο Τμήμα Γεωργίας και υπεύθυνος για φυτοφάρμακα και λιπάσματα. Έχει οριστεί ως Γεωργικός Χημικός. Κατά την επίδικη περίοδο διενήργησε χημικούς ελέγχους σε ζωοτροφές μεταξύ άλλων και του εργοστασίου Τσαππής. Ο ίδιος εξέδωσε σχετικά τα Πιστοποιητικά Ανάλυσης που είχαν παρουσιαστεί ως Τεκμήρια 17, 18 και
  7. Όλοι οι έλεγχοι έδειξαν ότι οι αφλατοξίνες στις ζωοτροφές ήταν εντός ορίων. Για ελέγχους σε γάλα συμφώνησε ότι η μέθοδος HPLC είναι ακριβέστερη. Η Μ.Ε.9 κα Δήμητρα Θεοδοσίου εργάζεται επίσης στην εταιρεία Γεώργιος Τσαππής Ισορροπημένες Ζωοτροφές Λτδ ως υπεύθυνη του λογιστηρίου. Παρουσίασε καταστάσεις για τις συνολικές αγορές ζωοτροφών από τις Ενάγουσες κατά το 2008 ως Τεκμήρια 22, 23 και 24, καθώς και τιμολόγια και αποδείξεις για πληρωμές στα Χημεία Nutrilab και Foodlab συνολικού ύψους περίπου €8.000,- ως Τεκμήρια 25-
  8. Από αυτό το ποσόν χρέωσαν με €2.000,- την Φάρμα Κοντός & Τσαππής, και από €1.000,- τις άλλες δύο Ενάγουσες. Η Κοντός & Τσαππής πλήρωσε το πιο πάνω ποσό συν €1.000,- μεταφορικά (Τεκμήριο 29). Ο Μ.Υ.1 κ. Κωνσταντίνος Οικονομίδης, Κτηνίατρος, υπηρετεί στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Μεταξύ 2002-2011 ήταν στο Ε.Ε.Τ. στη Λευκωσία, υπηρετώντας ως υπεύθυνος ποιότητας του εργαστηρίου και ένας εκ των υπογραφέων για αξιολογήσεις δοκιμών. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρξε πρωτοφανής κρίση λόγω αφλατοξινών και έγιναν πάρα πολλές αναλύσεις. Μεταξύ άλλων και στις φάρμες των Εναγουσών τις εκθέσεις των οποίων και υπέγραψε. Χρησιμοποιείτο η μέθοδος ELISA της εταιρείας TECNA. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η αφλατοξίνη Μ1 υπερέβαινε το επιτρεπτό όριο, πράγμα που είναι επικίνδυνο (πιθανό ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, οξεία αφλατοξίκωση). Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι τα αποτελέσματα που είναι πέραν του ορίου επιβεβαιώνονται σύμφωνα με την Απόφαση 657 με μια μέθοδο επιβεβαίωσης, πράγμα που δεν έγινε εδώ, καθότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες δεν διέθεταν τέτοια επιβεβαιωτική μέθοδο. Η Μ.Υ.2 κα Μαρία Εμμανουήλ είναι επίσης Κτηνίατρος και εργαζόταν στο Ε.Ε.Τ. των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Το Ε.Ε.Τ. είναι διαπιστευμένο από το Ε.ΣΥ.Δ. Α.Ε. Ελλάδος σύμφωνα με το ISO 17025 (Τεκμήρια 30, 31). Για τις επίδικες αναλύσεις χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος ELISA, η οποία και ήταν επικυρωμένη, με πολύ καλά αποτελέσματα (Τεκμήριο 32). Η μέθοδος διαπιστεύθηκε αργότερα, ήτοι κατά το
  9. Το Ε.Ε.Τ. είχε λάβει μέρος και σε σχήματα δοκιμών Ικανότητας με άριστα αποτελέσματα, ενώ είχαν σταλεί και δείγματα που είχαν εξεταστεί με την ELISA στο εξωτερικό για επιβεβαίωση με τη μέθοδο Υγρής Χρωματογραφίας Υψηλής Απόδοσης. Συμφώνησε ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιείτο και μέθοδος επιβεβαίωσης. Ως προς τα επίδικα είχαν ετοιμαστεί και Εκθέσεις Αποτελεσμάτων Δοκιμών σε σχέση με αποτελέσματα που ήταν εκτός ορίου (Τεκμήρια 33.1 - 33.13), τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν με Υγρή Χρωματογραφία Υψηλής Απόδοσης διότι το Ε.Ε.Τ. δεν είχε τότε διαπιστευμένη τέτοια μέθοδο. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι το γάλα είναι ευαίσθητο προϊόν με ημερομηνία λήξης λίγων ημερών και προορίζεται για ευάλωτες ομάδες μεταξύ άλλων (βρέφη κ.λ.π.), οπότε οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες εφήρμοσαν την αρχή της προφύλαξης βάσει του Ε.Κ.178/02, προς προστασία της υγείας των καταναλωτών. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων ως προς τα γεγονότα. Πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.8, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 δεν κλήθηκαν μόνο ως μάρτυρες επί γεγονότων, αλλά κλήθηκαν και ως ειδικοί-εμπειρογνώμονες ο καθένας στον τομέα του. Δεν έχει αμφισβητηθεί η εμπειρογνωμοσύνη κάποιου από αυτούς και ως εμπειρογνώμονες θα κριθούν και από το δικαστήριο. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων αξιολογείται τέτοια μαρτυρία και δεν κρίνεται αναγκαία η εκτενής επανάληψη τους. Αρκεί εν συντομία να λεχθεί ότι ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων είναι να προσφέρουν στο δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και όχι να αντικαταστήσουν την κρίση του δικαστηρίου. Για αυτό ο εμπειρογνώμονας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει την (επιστημονική ή άλλη) βάση επί της οποίας εργάστηκε ούτως ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Αποτελεί καθήκον του να δηλώσει στο δικαστήριο τα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του (εμπειρογνώμονα) ούτως ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία. Η εμπειρογνωμοσύνη σε κάποιο θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά δυνητικά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται στο θέμα αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας

(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Σιακόλα v. Aστυνομίας, Ποιν. Εφ. 53/11, ημ. 24.1.13, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 316/10, ημ. 21.2.13, Μελεκίδης v. Ι. Γεωργίου Παπαγεωργίου, Πολ. Εφ. 89/09, ημ. 29.3.13). Διευκρινίζω πως δεν απαγορεύεται σ' ένα τέτοιο μάρτυρα να αναφερθεί σε πληροφορίες που έλαβε από άλλους κατά την εμπειρογνωμοσύνη, υπό τον όρο όμως ότι εάν αυτές αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε θα πρέπει να αποδειχθούν στον απαιτούμενο βαθμό όπως κάθε άλλο γεγονός. Στα πλαίσια αυτά να σημειωθεί ότι η Μ.Ε.1 και η Μ.Ε.2 είναι πτυχιούχοι Χημικοί και διευθύνουν αντίστοιχα ιδιωτικά χημεία, ήτοι το Foodlab η πρώτη και το Nutrilab η δεύτερη. Ο Μ.Ε.8 είναι Δόκτωρ Οργανικής Χημείας και έχει οριστεί ως Γεωργικός Χημικός για σκοπούς ζωοτροφών βάσει σχετικής νομοθεσίας. Οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 είναι πτυχιούχοι Κτηνίατροι και υπηρετούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης («Ε.Ε.Τ.») των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, το οποίο βάσει του Παραρτήματος Ι του Ν.150
(1)/03 είναι το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης για την υγιεινή των εν λόγω τροφίμων. Με ελάχιστες εξαιρέσεις δεν θεωρώ ότι οποιοσδήποτε είτε από τους πιο πάνω ειδικούς, είτε από τους υπόλοιπους μάρτυρες, είχε πρόθεση να παραπλανήσει το δικαστήριο ή να αλλοιώσει τα γεγονότα και γενικά τους θεωρώ αξιόπιστους και ειλικρινείς. Εκτός από κάποια επιμέρους ζητήματα στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω, σχημάτισα την εικόνα πως όλοι προσπάθησαν να μεταφέρουν τα γεγονότα στο δικαστήριο όπως τα είχαν αντιληφθεί. Άλλωστε όπως έχει διαφανεί δεν ήταν τόσο μεγάλες οι διαφορές επί των γεγονότων. Θα πρέπει αρχικά να γίνει αναφορά στη δήλωση του Μ.Υ.1 ότι περί τα τέλη Αυγούστου έως το Νοέμβριο του 2008 υπήρξε μια πρωτοφανής κρίση αφλατοξινών για τα δεδομένα της Κύπρου. Στα πλαίσια αυτά οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες διενήργησαν περί τις 4.000 αναλύσεις και σύμφωνα με τον Μ.Υ.1 εντοπίζοντο από το Ε.Ε.Τ. συστηματικά υψηλές ποσότητες αφλατοξινών σε νωπά αγελαδινά γάλατα. Δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά της Μ.Ε.1 ότι οι αφλατοξίνες είναι μυκοτοξίνες οι οποίες παράγονται από ορισμένα είδη μυκήτων. Οι αφλατοξίνες, και ειδικότερα η αφλατοξίνη Β1, είναι γονοτοξική καρκινογόνα ουσία. Η αφλατοξίνη Μ1 είναι προϊόν μεταβολισμού της αφλατοξίνης Β1, το οποίο εντοπίζεται στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία προέρχονται από ζώα που έχουν καταναλώσει ζωοτροφές μολυσμένες με αφλατοξίνη Β
  1. Ο μεταβολισμός γίνεται στο συκώτι του ζώου και ακολούθως εκκρίνεται ως Μ1 από τους μαστούς του. Η τοξικότητα της Μ1 βασίζεται στις αθροιστικές της ιδιότητες και μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία (π.χ. καρκίνωμα). Όπως εξήγησε και η Μ.Ε.1 είναι απαραίτητο να αποφευχθεί η παρουσία της στο γάλα και στα γαλακτοκομικά, ιδίως ενόψει και των κινδύνων για τα μικρά παιδιά. Τα ίδια ανέφερε και η Μ.Υ.
  2. Όλες οι Ενάγουσες κατά το 2008 αγόραζαν ζωοτροφές από την εταιρεία στην οποίαν εργάζονται οι Μ.Ε.6, Μ.Ε.7 και Μ.Ε.9, δηλαδή την Γεώργιος Τσαππής Ισορροπημένες Ζωοτροφές Λτδ. Οι αγορές και η κατάσταση των χρεωπιστωτικών λογαριασμών τους εμφαίνονται στα Τεκμήρια 22, 23 και
  3. Δεν υπεβλήθη στους Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 ότι αγόρασαν κατά τον επίδικο χρόνο ζωοτροφές από άλλο εργοστάσιο ή προμηθευτή, αλλά ούτε και έχει αποκλειστεί από τη δική τους μαρτυρία. Ο Μ.Ε.8 είναι δόκτωρ οργανικής χημείας και διορισμένος από τον Υπουργό Γεωργίας ως Γεωργικός Χημικός. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι ενόψει κάποιου μολυσμένου φορτίου από την Ινδία κατά τον επίδικο χρόνο διενεργήθηκαν έλεγχοι για τις ζωοτροφές και στο εργοστάσιο Τσαππή. Συγκεκριμένα ο ίδιος εξέτασε δείγματα ζωοτροφών τα οποία λήφθηκαν στις 24.10.08 και 27.10.08 από το εν λόγω εργοστάσιο. Δέχομαι το συμπέρασμα του ότι από τις αναλύσεις διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα σε αφλατοξίνη Β1 ήταν εντός των μεγίστων επιτρεπτών ορίων (Τεκμήρια 17, 18 και 19). Να σημειωθεί ότι κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008 αναλύθηκαν και δείγματα ζωοτροφών από τα λιμάνια για τις εισαγωγές της εν λόγω εταιρείας και πάλι χωρίς υπέρβαση του ορίου για τη Β
  4. Εξέταση ζωοτροφών της εν λόγω εταιρείας έγινε και σε δείγμα ημερομηνίας 13.10.08, από το Nutrilab (Τεκμήριο 14). Βεβαίως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία, ούτε και μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι τα δείγματα ζωοτροφών που αναλύθηκαν συσχετίζονται με τις ζωοτροφές που κατανάλωσαν οι αγελάδες στις τρεις επίδικες φάρμες πριν τη λήψη των
(13)επίδικων δειγμάτων νωπού γάλακτος από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Κατά το διάστημα μεταξύ 17.10.08 έως 12.11.08 και στα πλαίσια του καθήκοντος τους για διενέργεια ελέγχων εν σχέσει με την ύπαρξη αφλατοξίνης Μ1, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας διενήργησαν σειρά ελέγχων σε διάφορες παρτίδες νωπού γάλακτος από τις φάρμες των Εναγουσών. Τη διαδικασία περιέγραψαν εν πρώτοις οι Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.
  1. Συνάγεται ότι ειδοποιούντο από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ότι υπήρχε ζήτημα αφλατοξινών και ότι θα εγίνοντο έλεγχοι. Ακολούθως κάθε πρωί επισκέπτοντο τις φάρμες δύο υπάλληλοι και έπαιρναν δείγματα γάλακτος σε τρία μπουκαλάκια τα οποία σφράγιζαν, αφήνοντας σε ψυγείο το ένα στον εκπρόσωπο της φάρμας. Δεν δέχομαι την αναφορά του Μ.Ε.3 ότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες απαγόρευαν στους ιδιοκτήτες να ασκήσουν το δικαίωμα τους και να προχωρήσουν σε αναλύσεις από Χημεία της επιλογής τους, αφού όπως διαπιστώνεται όλοι προχώρησαν σε τέτοιες αναλύσεις χωρίς κανένα πρόβλημα, πράγμα που παραδέχθηκε άλλωστε και ο Μ.Ε.4 καθώς και ο Μ.Ε.
  2. Εκείνο που προφανώς ήθελαν να πουν οι ιδιοκτήτες και δέχομαι είναι ότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες δεν αναγνώριζαν τις αναλύσεις που εξασφάλιζαν οι ιδιοκτήτες από Ιδιωτικά Χημεία λέγοντας τους ότι μόνον αυτές από το Κρατικό Χημείο θα δέχοντο. Βεβαίως αυτό ήταν κάθε φορά μετά την καταστροφή του γάλακτος διότι οι κρατικοί λειτουργοί ενεργούσαν πολύ γρήγορα αφού λάμβαναν δείγματα το πρωί, προχωρούσαν στις αναλύσεις εντός της ημέρας και εάν τα αποτελέσματα ήταν θετικά επανέρχονταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας και κατέστρεφαν την μολυσμένη κατ΄ αυτούς ποσότητα εκδίδοντας το σχετικό Πιστοποιητικό Καταστροφής. Οι ίδιοι οι παραγωγοί σε συνεννόηση με τον Μ.Ε.7 έδιδαν στον ίδιο τα δείγματα που παρέμεναν κοντά τους, για να τα μεταφέρει σε ιδιωτικά Χημεία για αναλύσεις. Διαπιστώνεται ότι ο Μ.Ε.7 είχε ενδιαφέρον και συμφέρον ως προς αυτό διότι ήθελε και προσπαθούσε να αποδείξει στους παραγωγούς ότι δεν υπήρχε υπέρβαση του ορίου αφλατοξίνης Μ1 και ότι συνεπώς δεν είχαν πρόβλημα οι δικές του ζωοτροφές. Εξ ου και είχε απαίτηση να τού καταβληθούν τα έξοδα εάν διαφαίνετο ότι δεν είχαν πρόβλημα οι ζωοτροφές του. Όπως συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα για τις ποσότητες, καθώς και από τα Τεκμήρια 33.1 - 33.13 το Ε.Ε.Τ. με βάση τις δικές του αναλύσεις κατέληξε σε 13 περιπτώσεις στο ότι υπήρχε υπέρβαση του ορίου, οπότε και κατέστρεψε τις σχετικές ποσότητες. Οι πιο πάνω αναλύσεις (όχι με τη σειρά που έχουν παρουσιαστεί) αντιστοιχούν στην πραγματικότητα με τις 13 καταστροφές γάλακτος. Από τα εν λόγω τεκμήρια (33.1 - 33.13) προκύπτει και ο Αριθμός Δελτίου Αποστολής (εφεξής «Α/Α») για το κάθε δείγμα, ο οποίος σημειώνετο στην κάρτα που το συνόδευε (όπως π.χ. στο Τεκμήριο 12), εκτός από το Τεκμήριο 33.2 που αφορά δείγμα ημερομηνίας 23.10.08 από τη φάρμα Ευσταθίου και δεν φέρει Αριθμό Αποστολής. Συγκρίνοντας το όμως με το Τεκμήριο 12 και έχοντας υπόψιν τα όσα εξήγησε η Μ.Ε.2 ειδικά για αυτό το δείγμα, συνάγεται ότι αφορά την παραλαβή με Α/Α
  3. Επίσης να σημειωθεί ότι η καταγραφή στο Τεκμήριο 33.5 Αριθμού Δελτίου Αποστολής «482» μάλλον οφείλεται σε γραφικό λάθος και προφανώς ο ορθός αριθμός δείγματος είναι 682, όπως προκύπτει και πάλιν από τα Τεκμήρια 9 και
  4. Όσον αφορά τις δειγματοληψίες, καθώς και τις αναλύσεις, η πραγματικότητα είναι πως καμιά από τις δύο πλευρές δεν παρουσίασε με λεπτομέρεια την αλυσίδα λήψης των δειγμάτων, την διακίνηση και τους αναλυτές που διενήργησαν τις εξετάσεις. Ονόματα αυτών αναφέρονται σε διάφορα έγγραφα, αλλά δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν, όπως π.χ. οι Ε. Αντωνίου, Μ. Σιακαλλής, Α. Δημοσθένους, Κ. Ιωάννου, Π. Ευτυχίου, Γ. Κωνσταντή και Α. Χριστοδούλου για τους Εναγόμενους και Μ. Αδάμου για τις Ενάγουσες. Όμως δεν έχει προβληθεί γενικά ή υποβληθεί στους μάρτυρες υπεράσπισης ότι υπήρξε λανθασμένη διακίνηση των δειγμάτων από τη στιγμή της παραλαβής τους μέχρι την παραλαβή τους στο Ε.Ε.Τ. Το ίδιο ισχύει πρέπει να πω και για τα δείγματα που δόθηκαν στις Ενάγουσες, μέχρι την παράδοση τους στα Ιδιωτικά Χημεία για τις δικές τους αναλύσεις. Κάποιες ερωτήσεις προς την Μ.Ε.6 είχαν σχέση μόνον με την θερμοκρασία κατά τη φύλαξη των δειγμάτων και τα αναγκαία μέτρα για τις συνθήκες μεταφοράς από πλευράς θερμοκρασίας. Δέχομαι όμως τη μαρτυρία της Μ.Ε.6 ότι έπραξε όλα τα δέοντα για την ασφαλή φύλαξη τους σε παγωνιέρα με παγοκύστες. Οι ίδιοι οι παραγωγοί επίσης διατηρούσαν τα δείγματα στα ψυγεία τους όπως τα άφηναν οι δειγματολήπτες των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Δεν προκύπτουν συνεπώς υπόνοιες ότι επηρεάστηκαν τα δείγματα από θερμοκρασίες, ούτε και ότι αντικαταστάθηκαν με άλλα άσχετα δείγματα. Δέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινίσεις ως προς ορισμένους αριθμούς ότι τα δείγματα φέροντας τον χαρακτηριστικό αριθμό που έδιδαν οι δειγματολήπτες εξετάστηκαν από το Ε.Ε.Τ., ενώ και οι ίδιοι οι παραγωγοί μέσω του Μ.Ε.7 προώθησαν κάποια από τα αντιδείγματα που παρέλαβαν για αναλύσεις. Στις εκθέσεις αποτελεσμάτων του Ε.Ε.Τ. για τα 13 επίδικα δείγματα που οδήγησαν και σε καταστροφές γάλακτος αναγράφονται και τα αποτελέσματα των αναλύσεων. Σε όλες τις περιπτώσεις υπερέβαιναν το νομοθετικό όριο των 50 ng/L (ppt). Ειδικότερα σε συνδυασμό και με τα παραδεκτά γεγονότα για τις ποσότητες προκύπτουν τα εξής: Αγ. 1352/08 (Κοντός & Τσαππής) Ημερ. Δειγμ/ψίας Α/Α Τεκμ. Αποτέλεσμα Ng/L (ppt) Κατατροφή (Λίτρα) 1) 2) 3) 4) 27.10.08 3.11.08 4.11.08 10.11.08 681 700 707 734 33.13 33.11 33.10 33.12 58.60 56.83 63.20 66.54 2500 2600 2800 4200 Σύνολο 12.100 λ. Αγ. 1353/08 (Ε. Ευσταθίου) Ημερ. Δειγμ/ψίας Α/Α Τεκμ. Αποτέλεσμα Ng/L (ppt) Κατατροφή (Λίτρα) 5) 6) 7) 8) 9) 10) 11) 22.10.08 23.10.08 24.10.08 27.10.08 28.10.08 29.10.08 4.11.08 658 666 671 680 682 684 711 33.1 33.2 33.3 33.4 33.5 33.6 33.7 64.65 57.93 59.32 64.84 59.34 61.79 69.36 1520 670 620 350 700 700 350 Σύνολο 4.910 λ. Αγ. 1354/08 (Βασίλη) Ημερ. Δειγμ/ψίας Α/Α Τεκμ. Αποτέλεσμα Ng/L (ppt) Κατατροφή (Λίτρα) 12) 13) 3.11.08 4.11.08 702 709 33.8 33.9 62.90 64.84 2800 2800 Σύνολο 5.600 λ. Ως προς τις αναλύσεις των Εναγουσών διευκρινίζεται ότι έχει παρουσιαστεί μαρτυρία (της Μ.Ε.2) μόνον για έξι από τα δείγματα που ανέλυσε το Ε.Ε.Τ. Όπως εξάγεται δηλαδή από τα Τεκμήρια 2.1-2.12 η Μ.Ε.1 δεν ανέλυσε κάποιο από τα 13 δείγματα που εντοπίστηκαν να υπερβαίνουν το όριο. Βασικά η Μ.Ε.1 ανέλυσε έξι δείγματα της φάρμας Κοντός & Τσαππής (Α/Α 713, 721, 726, 728, 734 και 749), τρία δείγματα της φάρμας Ευσταθίου (Α/Α 716, 724 και 729) και τρία της φάρμας Βασίλη (Α/Α 714, 718 και 723). Συνεπώς δεν θεωρώ ότι απαιτείται οποιαδήποτε ειδικότερη ενασχόληση με τα συμπεράσματα της αυτά (του Foodlab), εκτός από το να σημειωθεί ότι και το Ε.Ε.Τ. είχε διαπιστώσει ότι αυτά τα 12 δείγματα ήταν εντός ορίου οπότε δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε καταστροφή του σχετικού γάλακτος. Από την Μ.Ε.2 (Nutrilab) έγιναν οι ακόλουθες έξι αναλύσεις οι οποίες προσφέρθηκαν ως αντίστοιχες έξι δειγμάτων τα οποία εξέτασε και το Ε.Ε.Τ. ως εξής: Αγ. 1352/08 (Κοντός & Τσαππής) Α/Α Τεκμ. Αποτέλεσμα (ppt) 1) 681 8 40.3 Αγ. 1353/08 (Ε. Ευσταθίου) Α/Α Τεκμ. Αποτέλεσμα (ppt) 2) 3) 4) 5) 6) 658 666 680 682 684 11 6 7 9 10 21.96 40.53 43.91 32.88 29.47 Η πραγματικότητα είναι πως στα Τεκμήρια 7, 8, 10 και 11 όντως αναγράφεται διαφορετική ημερομηνία δειγματοληψίας από ότι στα αντίστοιχα Τεκμήρια 33.4, 33.13, 33.6 και 33.1 που εξέτασε το Ε.Ε.Τ. Επισημαίνεται επίσης ότι τα Τεκμήρια 6, 7, 9 και 11 έχουν διαφοροποιήσεις από τα αντίστοιχα έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί πριν την ακρόαση (Τεκμήριο 13) και συγκεκριμένα με τα έγγραφα των § 1iv, 5v, 6iv, 2v της ένορκης δήλωσης του κ. Γιαννάκη Ευσταθίου. Ειδικότερα εκεί αναφέρεται όνομα άλλης αναλύτριας και όχι της Μ.Ε.
  5. Οι δύο αυτές αδυναμίες δεν εμποδίζουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι τα Τεκμήρια 6-11 αφορούν πράγματι τα αντίστοιχα δείγματα που ανέλυσε το Ε.Ε.Τ., δηλαδή τα Τεκμήρια 33.1-33.5 και 33.
  6. Ως προς το πρώτο θέμα η Μ.Ε.2 εξήγησε ότι εκ παραδρομής είχαν αποκαλυφθεί από τους δικηγόρους τα ανεπίσημα έγγραφα (εσωτερικά) στα οποία φαινόταν το όνομα της υπαλλήλου που εργάστηκε, ενώ ως προς το δεύτερο παρατηρώ ότι όλα τα υπόλοιπα στοιχεία συνάδουν με τα αντίστοιχα δείγματα του Ε.Ε.Τ. και ότι στα συγκεκριμένα τέσσερα απλώς αναγράφηκε ως ημερομηνία δειγματοληψίας η ημερομηνία παραλαβής στο εργαστήριο. Τα έξοδα των αναλύσεων στα ιδιωτικά χημεία κατέβαλλε ο Μ.Ε.7 εκ μέρους της εταιρείας του. Υπήρχε συμφωνία της εν λόγω εταιρείας με τους παραγωγούς ότι οι τελευταίοι θα επωμίζοντο τα έξοδα αυτά εάν κατεδεικνύετο ότι δεν υπήρχε πρόβλημα αφλατοξίνης στο γάλα. Προσκομίστηκαν τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης για τέτοιες πληρωμές προς το Nutrilab (το οποίο ενδιαφέρει). Συνάγεται ότι για κάθε ανάλυση για αφλατοξίνη Μ1 η χρέωση και αντίστοιχη πληρωμή ήταν €
  7. Όντως προκύπτει από τα τιμολόγια υπ΄ αρ. 4121 ημ. 23.10.08 (Τεκμήριο 25.3) και υπ΄ αρ. 4145 ημ. 30.10.098 (Τεκμήριο 26.4) ότι το Nutrilab χρέωσε και εισέπραξε από την εν λόγω εταιρεία συνολικά €720,- με τις αποδείξεις 1091 και 1166 (Τεκμήρια 25.1 και 26.1). Δεν ενδιαφέρουν οι υπόλοιπες αποδείξεις και τιμολόγια που παρουσιάστηκαν αφού αφορούν άλλες άσχετες αναλύσεις ή υπηρεσίες του Nutrilab προς την εν λόγω εταιρεία. Όλοι οι παραγωγοί, Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 αναφέρθηκαν και σε μεταφορικά έξοδα με τα οποία τούς χρέωνε ο Μ.Ε.7 για τη μεταφορά των δειγμάτων στα ιδιωτικά χημεία. Για την Ενάγουσα στην αγ. 1352/08 παρουσιάστηκε τιμολόγιο με χρέωση €1.000,- για μεταφορικά (Τεκμήριο 29), ο Μ.Ε.5 για την αγ. 1353/08 ανέφερε ότι χρεώθηκε με €750,- για μεταφορικά και ο Μ.Ε.4 για την αγ. 1354/08 ανέφερε ότι χρεώθηκε με €500,- για μεταφορικά. Καταρχάς για ό,τι ενδιαφέρει και αν ακόμα υπήρχαν κάποια μεταφορικά, αυτά θα έπρεπε να αφορούν στα έξι δείγματα που στάληκαν στο Nutrilab για τις Ενάγουσες στις αγ. 1352/08 και 1353/08 και όχι γενικά και αόριστα σε όλες τις αναλύσεις που είχαν δικαίωμα να διενεργήσουν οι Ενάγουσες. Κατά δεύτερο και κυριότερο οι Μ.Ε.6, Μ.Ε.9 και βασικά ο Μ.Ε.7 θα έπρεπε και όφειλε να είναι σε θέση να εξηγήσει με την απαιτούμενη λεπτομέρεια σε τι συνίστανται οι χρεώσεις αυτές για μεταφορικά από το Δασάκι Άχνας στην Αραδίππου. Δηλαδή κατά πόσον πρόκειται για καύσιμα, αμοιβή οδηγού ή και τα δύο και πώς γίνεται η χρέωση για τις έξι συγκεκριμένες αναλύσεις. Ελλείψει αυτών των στοιχείων δεν δέχομαι ότι βασίμως έγινε οποιαδήποτε χρέωση ή ότι έχουν αποδειχθεί δεόντως οποιαδήποτε μεταφορικά έξοδα. Είναι αποδεκτό μεταξύ των δύο πλευρών ότι το Ε.Ε.Τ. χρησιμοποίησε για τις αναλύσεις του την μέθοδο ELISA (Enzyme Linked Immunosorbent Assay). Αυτό άλλωστε καταγράφεται και στις εκθέσεις (Τεκμ. 33.1-33.13), ενώ δηλώθηκε και από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  8. Το χημείο Nutrilab (και το Foodlab) δεν κατέγραψε στις εκθέσεις του την μέθοδο που χρησιμοποίησε, πλην όμως η Μ.Ε.2 εξήγησε και δέχομαι ότι χρησιμοποίησε τη μέθοδο LC - φθορισμομετρία με ανιχνευτή φθορισμού ή άλλως Υγρή Χρωματογραφία με το μηχάνημα HPLC (High Pressure Liquid Chromatographer). Όλοι οι ειδικοί, ήτοι οι Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.8 και Μ.Υ.1, Μ.Υ.2, συμφωνούν στα βασικά χαρακτηριστικά της κάθε μεθόδου. Έτσι προκύπτει από την κοινή θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι η ELISA είναι μια ανοσοενζυμική μέθοδος, η οποία χρησιμοποιείται εκτενώς για την ανίχνευση διαφόρων αντιγόνων και αντισωμάτων. Επίσης ότι είναι μέθοδος διαλογής (screening) η οποία δίδει γρήγορα αποτελέσματα και χρησιμοποιείται συνήθως σε σειρές αναλύσεων με μεγάλο αριθμό δειγμάτων. Ο Μ.Υ.1 εξήγησε ότι η ELISA είναι μέθοδος διαλογής της εταιρείας TECNA και ακριβώς λόγω των πιο πάνω χαρακτηριστικών της αποκαλείται «μαζικής εξέτασης» και ήταν επικυρωμένη στο Ε.Ε.Τ. (Τεκμήριο 32). Αυτή ήταν και η μόνη μέθοδος που διέθετε (τότε) το Ε.Ε.Τ. και όπως ανέφερε και η Μ.Υ.2 χρησιμοποιείτο διότι ως μέθοδος διαλογής έχει την ικανότητα να επεξεργάζεται μεγάλες ποσότητες δειγμάτων σε σύντομο χρόνο. Παρότι δεν ήταν διαπιστευμένη πριν το 2009 εντούτοις ήταν επικυρωμένη, υπήρξε συμμετοχή του Ε.Ε.Τ. σε διεργαστηριακά πειράματα (Διευρωπαϊκό Ring Test) με πάρα πολύ καλά αποτελέσματα όπως είπε ο Μ.Υ.1 και δέχομαι, ενώ έστειλαν και δείγματα του Ε.Ε.Τ σε εργαστήριο του εξωτερικού και πάλιν με πολύ καλά αποτελέσματα. Μόνο που δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία για το ποια δείγματα, πότε και πού είχαν σταλεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να λεχθεί ότι επιβεβαιώθηκαν κάποια από τα επίδικα 13 δείγματα. Να σημειωθεί ότι αμέσως μετά τις αναλύσεις όσον αφορά τα θετικά δείγματα γινόταν επανάληψη τους με την ίδια μέθοδο (την ELISA). Ο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι ποιοτικές μέθοδοι δεν δίδουν μετρήσιμο αποτέλεσμα σε αντίθεση με τις επιβεβαιωτικές. Δεν θεωρώ ότι με την αναφορά του αυτή εννοούσε ότι η μέθοδος ELISA δεν δίδει μετρήσιμο αποτέλεσμα. Μια τέτοια ερμηνεία της θέσης του θα ήταν παράλογη, δεδομένου ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που υπέγραφε τις εκθέσεις του Ε.Ε.Τ. που περιέχουν ποσοτικό αποτέλεσμα ενώ και σε άλλα σημεία είχε δηλώσει ότι για τις τρεις επίδικες φάρμες είχαν εξαχθεί αποτελέσματα «που υπερέβαιναν το μέγιστο επιτρεπτό όριο», θέση που δεν συνάδει με μέθοδο που δεν δίδει αριθμό. Η Μ.Υ.2 ήταν πολύ πιο ξεκάθαρη στο θέμα εξηγώντας ότι η ELISA που χρησιμοποιούσε το Ε.Ε.Τ. έδιδε «νούμερο» και δεν ήταν «παρουσία» ή «απουσία» της αφλατοξίνης Μ.
  9. Εμμέσως πλην σαφώς αυτό δέχθηκε και η Μ.Ε.1 λέγοντας αφενός ότι αν τα αποτελέσματα του Ε.Ε.Τ. ήταν τα ίδια με αυτά του Foodlab (εννοώντας εντός ορίου) τότε δεν δικαιολογείτο η καταστροφή γάλακτος και πως ορθώς δεν κατέστρεψαν όσα ήταν εντός του ορίου και αφετέρου ότι εφόσον τα αποτελέσματα ήταν πέραν του ορίου έπρεπε στο Τεκμήριο 33 να αναγράφεται και η αβεβαιότητα της μεθόδου. Το ίδιο προκύπτει και από την Μ.Ε.2 η οποία αναφερόμενη στην αβεβαιότητα και χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το δείγμα με Α/Α 666 (Τεκμήριο 33.2) όπου το αποτέλεσμα της ELISA ήταν 57.93 ppt, είπε πως αν η αβεβαιότητα του Ε.Ε.Τ. ήταν 8 ppt τότε το δείγμα θα ήταν στο νομοθετικό όριο των 50 ppt. Εάν λοιπόν δεν έδιδε αριθμητικό αποτέλεσμα η ELISA σαφώς θα αναμένετο από τις Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 να το δηλώσουν βλέποντας τα Τεκμήρια 33.1-33.13 και όχι να προβαίνουν στα πιο πάνω σχόλια. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ευθαρσώς και εντίμως δέχθηκαν ότι το Ε.Ε.Τ δεν προχώρησε να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα μέσω οποιασδήποτε επιβεβαιωτικής μεθόδου. Αναγνώρισαν και οι δύο ότι η ELISA δεν είναι τέτοια μέθοδος, πλην όμως τότε το Ε.Ε.Τ. δεν διέθετε επιβεβαιωτική μέθοδο. Τέτοια μέθοδο είχε το Κρατικό Χημείο, το οποίο όμως δεν μπορούσε να εξετάσει μεγάλο αριθμό δειγμάτων. Δεν εξήγησαν βεβαίως το λόγο για τέτοια αδυναμία του Κρατικού Χημείου. Το Ε.Ε.Τ. απέκτησε επιβεβαιωτική μέθοδο το
  10. Η άποψη των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ήταν πως το Ε.Ε.Τ. βάσει της §2.2 της Απόφασης 2002/657/Ε.Κ. μπορούσε να χρησιμοποιήσει μεθόδους διαλογής όπως είναι η ELISA, αλλά θα έπρεπε για τα δείγματα που η ELISA έδωσε θετικό αποτέλεσμα, να προχωρήσει σε ποσοτικό προσδιορισμό με μια επιβεβαιωτική αναλυτική ποσοτική μέθοδο όπως ήταν η LC Φθορισμομετρία και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αποτέλεσμα της ELISA ως επιβεβαιωμένο τελικό αποτέλεσμα. Όταν η άποψη αυτή τέθηκε στους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αυτοί δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε διαφωνία. Ειδικότερα ο Μ.Υ.1 είπε πως αυτό εννοούσε και ο ίδιος σε προηγούμενη θέση του και η Μ.Υ.2 είπε πως είναι το ίδιο που είχε απαντήσει προηγουμένως. Η ουσία είναι πως και οι δύο συμφωνούσαν ότι απαιτείτο κανονικά επιβεβαιωτική μέθοδος την οποίαν δεν έκαναν διότι δεν την διέθεταν. Η Μ.Υ.2 προσπάθησε να δικαιολογήσει τον χειρισμό αυτό λέγοντας ότι επειδή το γάλα είναι ευαίσθητο προϊόν με ημερομηνία λήξης λίγων ημερών και προορίζεται για κατανάλωση από ευάλωτες ομάδες (π.χ. βρέφη, παιδιά) για αυτό οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ενεργώντας για την προστασία της Δημόσιας Υγείας και εφαρμόζοντας την Αρχή της Προφύλαξης του άρθρου 7 του Καν. (Ε.Κ.) 178/02 έλαβαν μέτρα διαχείρισης του κινδύνου τα οποία ήταν απαραίτητα για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των καταναλωτών. Η άποψη αυτή βεβαίως συνιστά και το ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί πιο κάτω υπό το φως όλων των περιστάσεων. Πάντως όλοι οι Χημικοί (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2), καθώς και οι Κτηνίατροι (Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2) που κατέθεσαν συμφωνούν ότι ως επιβεβαιωτική μέθοδος για την περίπτωση χρησιμοποιείται η LC - Φθορισμομετρία ή Υγρή Χρωματογραφία (LC) την οποία χρησιμοποιεί το μηχάνημα HPLC. Είναι αυτήν που ανέφερε και ο Μ.Ε.8 ότι θα εμπιστευόταν ως «πιο αξιόπιστη» και «πιο ακριβείας» χωρίς να αμφισβητηθεί. Δέχομαι πάντως την αναφορά όλων και ιδιαίτερα των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι ο μέσος χρόνος ανάλυσης μιας συγκεκριμένης παραμέτρου με την μέθοδο LC είναι πολύ μεγαλύτερος από τον χρόνο που απαιτείται με την αντίστοιχη ανάλυση με την μέθοδο ELISA. Είναι επίσης αναντίλεκτο πως τα χημεία Foodlab και Nutrilab χρησιμοποίησαν τη μέθοδο LC. Νομική πτυχή Όπως έχει διαφανεί, δύο είναι τα ουσιώδη ερωτήματα τα οποία χρήζουν εξέτασης στην παρούσα: ι. Κατά πόσον οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες είχαν δικαίωμα εισόδου στις φάρμες των Εναγουσών, και ιι. Κατά πόσον ενήργησαν ορθώς και νόμιμα όσον αφορά την κατάσχεση και καταστροφή των ποσοτήτων γάλακτος που έχουν αναφερθεί. ι. Νομιμότητα Εισόδου Το πρώτο ερώτημα απαντάται καταφατικά και μόνον από το άρθρο 9 του Περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσης τους στην Αγορά καθώς και για Άλλα Συναφή Θέματα Ν.150
(1)/03. Το άρθρο 9 φέρει τον παράτιτλο «Εξουσία εισόδου και άσκησης κτηνιατρικών ελέγχων», το οποίο για ό,τι ενδιαφέρει έχει ως εξής: «9.-
(1)Οι επίσημοι κτηνίατροι και οι επίσημοι βοηθοί, που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 8, έχουν εξουσία ελεύθερης πρόσβασης σε όλους τους χώρους των εκμεταλλεύσεων και εγκαταστάσεων και εγκεκριμένων εγκαταστάσεων, με σκοπό την άσκηση των κτηνιατρικών ελέγχων που αφορούν με οποιονδήποτε τρόπο τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
(2)Κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο επίσημος κτηνίατρος, εφαρμόζοντας καθορισμένους όρους, διαδικασίες και κριτήρια δύναται να- (α) Προβαίνει σε κατασχέσεις: (ι) τροφίμων ζωικής προέλευσης, τα οποία επιθεώρησε και αποφάσισε ότι είναι ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση (β) Ελέγχει τη συμμόρφωση των επιχειρηματιών ή οποιωνδήποτε επηρεαζομένων προς τους όρους και μέτρα που επιβάλλονται με βάση τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται με βάση τον παρόντα Νόμο, τους Κοινοτικούς Κανονισμούς ή και τις Κοινοτικές Αποφάσεις (γ) Επιθεωρεί και ελέγχει: ............................... (ιιι) τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης που παράγονται σε εγκαταστάσεις ή εγκεκριμένες εγκαταστάσεις και προορίζονται για διάθεση στην αγορά (ε) Επιβάλλει κατακράτηση, για τρόφιμα ζωικής προέλευσης, τα οποία επιθεωρεί ή ελέγχει, για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για λήψη τελικής απόφασης για την τύχη τους .. (στ) Προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες δειγματοληψίες από τρόφιμα ζωικής προέλευσης. (ζ) Επιβάλλει την καταστροφή τροφίμων ζωικής προέλευσης που έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση σύμφωνα με τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, τους Κοινοτικούς Κανονισμούς ή/και τις Κοινοτικές Αποφάσεις.» Ενόψει της σαφήνειας των πιο πάνω προνοιών δεν απαιτείται να προστεθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Αρκεί να επισημανθεί επίσης ότι το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου περιλαμβάνει και ορισμούς των εννοιών «διάθεση στην αγορά», «Διευθυντής», «εγκατάσταση», «εκμετάλλευση», «επίσημος κτηνίατρος», «ζώα», «κτηνιατρικός έλεγχος» και «τρόφιμα ζωικής προέλευσης». Η ουσία των πιο πάνω είναι αναμφίβολα ότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες μέσω αρμοδίων λειτουργών είχαν το δικαίωμα να εισέλθουν, επιθεωρήσουν, ελέγξουν και προβούν σε δειγματοληψίες για το γάλα. Είναι με βάση τον πιο πάνω Νόμο που ενήργησαν και εξέδωσαν σε όλες τις περιπτώσεις έντυπα όπως το έντυπο αποστολής δειγμάτων, πιστοποιητικό κοινοποίησης κατακράτησης και πιστοποιητικό καταστροφής (Τεκμήρια 16.1-16.4). ιι. Καταστροφή Γάλακτος Προκύπτει επίσης από τις πιο πάνω διατάξεις πως οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έχουν γενικά το δικαίωμα να επιβάλουν κατακράτηση, κατάσχεση ή καταστροφή προϊόντος ζωικής προέλευσης (π.χ. γάλα) αλλά υπό τους εξής περιορισμούς: (α) Η κατακράτηση θα πρέπει να είναι για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα για λήψη τελικής απόφασης για την τύχη του προϊόντος [άρθρο 9
(2)(ε)]. (β) Η κατάσχεση και καταστροφή γίνεται αφού οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες επιθεωρήσουν και αποφασίσουν ότι είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση σύμφωνα με την Κυπριακή ή Ευρωπαϊκή νομοθεσία [άρθρο 9
(2)(ζ)]. Αναμφισβήτητα οι αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους και δη οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έχουν την υποχρέωση να φροντίζουν να τηρείται η σχετική Ευρωπαϊκή και Κυπριακή Νομοθεσία με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών. Όπως δε, προβλέπει το άρθρο 14 του Καν. (Ε.Κ.) 178/2002 «Τρόφιμα τα οποία είναι μη ασφαλή δεν διατίθενται στην αγορά» και ως τέτοια ορίζονται τα τρόφιμα «όταν εκτιμάται ότι είναι: (α) επιβλαβή για την υγεία, (β) ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση». Δεν αμφισβητείται ότι η αφλατοξίνη Μ.1 είναι καρκινογόνος ουσία και γάλα μολυσμένο με αυτή είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Από την άλλη όμως όλοι συμφωνούν ότι η μέθοδος ELISA δεν είναι μέθοδος επιβεβαιωτική και ότι απαιτείτο ο έλεγχος των αποτελεσμάτων με μια επιβεβαιωτική μέθοδο όπως επίσης κατά κοινή ομολογία είναι για την περίπτωση η LC - φθορισμομετρία ή Υγρή Χρωματογραφία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την Απόφαση ημερ. 12.8.2002 καθορίζει τις έννοιες «μέθοδος επιβεβαίωσης», «ποιοτική μέθοδος» και «ποσοτική μέθοδος» στις §1.10, 1.24 και 1.25 του Κεφ. 1 του Παραρτήματος. Ως προς την επιβεβαίωση αναφέρονται τα εξής: «1.
  1. Ως μέθοδος επιβεβαίωσης νοείται η μέθοδος που παρέχει πλήρη ή συμπληρωματικά στοιχεία που επιτρέπουν την αδιαφιλονίκητη ταυτοποίηση της αναλυτέας ουσίας και, εάν είναι αναγκαίο, τον ποσοτικό προσδιορισμό της στο επίπεδο που ενδιαφέρει.» Στην § 2.2 του Κεφ. 2 του Παραρτήματος προνοείται ότι μετά τις τεχνικές ανάλυσης: «Στην περίπτωση που υπάρχουν υποψίες για μη συμμορφούμενο αποτέλεσμα, το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να επιβεβαιώνεται με μια μέθοδο επιβεβαίωσης». Στον Πίνακα 1 του Κεφ. 2 καθορίζεται ως κατάλληλη μέθοδος επιβεβαίωσης για τις αφλατοξίνες η LC - φθορισμομετρία. Προκύπτει από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 πως γνώριζαν πολύ καλά την πιο πάνω πρόνοια και την αντίστοιχη αναγκαιότητα. Δεν συμμορφώθηκαν όμως διότι, πρώτον δεν είχαν ως Ε.Ε.Τ. τέτοια επιβεβαιωτική μέθοδο και δεύτερο διότι το Κρατικό Χημείο που διέθετε τέτοια δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Ισχυρίζονται ότι ενήργησαν κατ΄ εφαρμογήν της Αρχής της Προφύλαξης της υγείας την οποίαν προνοεί το άρθρο 7 του Καν. (Ε.Κ.) 178/
  2. Αυτό είναι και το μόνο ζήτημα που χρήζει απάντησης. Ολόκληρο το άρθρο 7 του Καν. 178/2002έχει ως εξής: «Άρθρο
  3. Αρχή της προφύλαξης.
  4. Στις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες, ύστερα από αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών, εντοπίζεται πιθανότητα βλαβερών επιπτώσεων στην υγεία αλλά εξακολουθεί να υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, μπορούν να ληφθούν τα προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, μέχρι να υπάρξουν περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες για μια πιο εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.
  5. Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 είναι ανάλογα και όχι πιο περιοριστικά για το εμπόριο από όσο απαιτείται για την επίτευξη του υψηλού επιπέδου προστασίας που έχει επιλεγεί στην Κοινότητα, ενώ παράλληλα λαμβάνουν υπόψη την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα και άλλους παράγοντες όπως αρμόζει στο εκάστοτε ζήτημα. Αυτά τα μέτρα αναθεωρούνται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τη φύση του κινδύνου που προσδιορίζεται όσον αφορά τη ζωή ή την υγεία και του είδους των επιστημονικών πληροφοριών που απαιτούνται για τη διασαφήνιση της επιστημονικής αβεβαιότητας και τη διεξαγωγή μιας πιο εμπεριστατωμένης αξιολόγησης του κινδύνου». Εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση λόγω των αποτελεσμάτων της ELISA ήταν δικαιολογημένη η κρίση ότι υπήρχε «πιθανότητα βλαβερών επιπτώσεων στην υγεία» καθώς και ότι λόγω της φύσης της χρησιμοποιηθείσας συγκεκριμένης μεθόδου ως διαλογής (screening) και όχι επιβεβαιωτικής υπήρχε ακόμα «επιστημονική αβεβαιότητα». Χρειάζετο επιβεβαίωση με άλλη μέθοδο, κάτι που δεν αμφισβητούν οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Εφόσον όμως υπήρχε αβεβαιότητα δεν μπορεί να λεχθεί ότι ήταν δυνατή η λήψη απόφασης περί ακαταλληλότητας για ανθρώπινη κατανάλωση και δεν είναι αυτό που επικαλείται ο Εναγόμενος. Συνεπώς τα άρθρα 9(α)(ι) και 9(ζ) του Ν.150
(1)/03 δεν τύγχαναν εφαρμογής και άρα ούτε κατάσχεση, ούτε καταστροφή ήταν δυνατό νομίμως να επιβληθεί. Αυτό που δικαιούντο να πράξουν οι αρμόδιες υπηρεσίες βάσει της Αρχής της Προφύλαξης ήταν απλώς να λάβουν «τα προσωρινά μέτρα διαχείρισης του κινδύνου που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας». Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι ανάλογα με το τι απαιτείται και να είναι δυνατό να αναθεωρούνται εντός ευλόγου χρόνου αναλόγως του κινδύνου και των επιστημονικών πληροφοριών που απαιτούνται για τη «διασαφήνιση της επιστημονικής αβεβαιότητας και τη διεξαγωγή μιας πιο εμπεριστατωμένης αξιολόγησης του κινδύνου» (άρθρο 7.2 του Καν. 178/2002). Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία πως η καταστροφή του γάλακτος δεν συνιστά προσωρινό μέτρο εντός της έννοιας της Αρχής της Προφύλαξης. Σε περίπτωση που διενεργείται η καταστροφή δεν είναι δυνατόν πλέον να αναμένει κάποιος αναθεώρηση των μέτρων ή περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες ή διασαφήνιση της επιστημονικής αβεβαιότητας. Έχω τη γνώμη πως οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες θα μπορούσαν να κατακρατήσουν το γάλα αλλά δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν στην καταστροφή του προτού επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα τους. Δεν αποτελεί εύλογη δικαιολογία το ότι δεν είχαν οι ίδιες τέτοια μέθοδο, ιδιαίτερα όταν καταδεικνύεται ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι υπηρεσίες ιδιωτικών χημείων, εν μέρει του Κρατικού Χημείου και ίσως και χημείων του εξωτερικού. Σημειώνω ότι δεν υπήρξε σαφής και λεπτομερής μαρτυρία για το ότι το γάλα δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί σε ψυγεία κατά τον αναγκαίο χρόνο μέχρι τις επιβεβαιωτικές αναλύσεις. Αντιθέτως η Μ.Υ.2 ανέφερε γενικά ότι «είναι ευαίσθητο προϊόν με ημερομηνία λήξης λίγων ημερών, οπότε για τη σωστή συντήρηση του πρέπει να φυλάσσεται σε κατάλληλα ψυγεία». Περαιτέρω είναι προφανές ότι το Foodlab διενεργούσε τις αναλύσεις εντός 24 ωρών και το Nutrilab κατά μέσον όρο εντός 4-5 ημερών από την παραλαβή των δειγμάτων. Εν ανάγκη το γάλα θα μπορούσε να κατακρατείται σε ψυγεία που θα υποδείκνυαν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Όπως και να ιδωθεί το θέμα, ήταν πρόωρη και αντικανονική η καταστροφή του γάλακτος των Εναγουσών στο στάδιο και με τον τρόπο που έγινε. Το βάρος απόδειξης ότι η καταστροφή δεν ήταν παράνομη ανήκε στον Εναγόμενο και δεν το έχει αποσείσει (άρθρο 44
(2)του Κεφ. 148) και ως εκ τούτου υποχρεούται να αποζημιώσει τις Ενάγουσες για τις ζημιές που έχουν υποστεί. Κάθε Ενάγουσα δικαιούται την αξία του γάλακτος της που έχει καταστραφεί ως το εισόδημα που θα λάμβανε από την πώληση του εάν δεν μεσολαβούσε η καταστροφή. Δεν συμφωνώ όμως ότι οι Ενάγουσες δικαιούνται τα έξοδα αναλύσεων στα οποία οι ίδιες ή μέσω του Μ.Ε.7 έχουν προβεί, καθότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έχουν εκ του νόμου το δικαίωμα και την υποχρέωση να προβαίνουν σε δειγματοληψίες νωπού γάλακτος και είναι στα πλαίσια των καθηκόντων τους που ενήργησαν. Οι Ενάγουσες δεν είναι υποχρεωμένες κάθε φορά να διενεργούν δικές τους αναλύσεις και ούτε διεκδικούν έξοδα κάθε φορά που ελέγχονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες, όπως δεν έπραξαν και για τα έξοδα αναλύσεων του Foodlab στην παρούσα. Τα διεκδικούμενα μεταφορικά έξοδα δεν έχουν αποδειχθεί με την απαιτούμενη επάρκεια (υπ. Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι αγωγές αποσυνενώνονται και εκδίδονται αντίστοιχες αποφάσεις ως εξής: Α. Στην αγωγή 1352/2008 απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για €6.050,- συν νόμιμο τόκο (12.100 Χ 0,50). Β. Στην αγωγή 1353/2008 απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για €2.455,- συν νόμιμο τόκο (4.910 Χ 0,50). Γ. Στην αγωγή 1354/2008 απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για €2.800,- συν νόμιμο τόκο (5.600 Χ 0,50). Δ. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της κάθε Ενάγουσας στην ανάλογη κλίμακα ως θα υπολογιστούν: ι. Στην κάθε αγωγή μέχρι την καταχώριση της αίτησης συνένωσης. ιι. Στην αγωγή 1352/2008 από την καταχώριση της αίτησης συνένωσης και εντεύθεν ένα σετ εξόδων το οποίο να κατανεμηθεί ανά 1/3 στην κάθε αγωγή. (Υπ.)................. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.