Φώτη Μαχάττου κ.α. ν. Μαρούλα Παναγή, Αρ. Αγωγή: 95/09, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγή: 95/09 Μεταξύ:
- Φώτη Μαχάττου
- Ανδρέα Βασίλη, αμφότεροι υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Παναγή Ηλία Ενάγοντες -και- Μαρούλα Παναγή Εναγομένη Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 και 2: κ. Τ. Κουκούνης (για να ακούσει απόφαση κα. Πάσιη) Για Εναγόμενη: κ. Χρ. Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση κ. Γιάγκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την τροποποιημένη αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν, ως διαχειριστές της περιουσίας της Ανδριανής Παναγή Ηλία, από το Αυγόρου, το ποσό των €127.779,72- δυνάμει ρητού ή και εξυπακουόμενου καταπιστεύματος μεταξύ της Εναγομένης και της αποβιώσασας Ανδριανής Παναγή Ηλία ή και λόγω παράβασης των καθηκόντων της Εναγόμενης ως καταπιστευματοδόχου της αποβιώσασας ή και παράβασης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης έναντι της αποβιώσασας ή και λόγω ιδιοποίησης ή και λόγω παράνομης κατακράτησης πράγματος από την Εναγόμενη ή και λόγω υπεξαίρεσης χρημάτων που ανήκαν στην αποβιώσασα ή και ως χρήματα καταβληθέντα αχρεωστήτως . Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής τους οι Ενάγοντες είναι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Παναγή Ηλία από το Αυγόρου, η οποία είχε αποβιώσει στις 15/09/2006, δυνάμει της διαχείρισης με αριθμό 38/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η Εναγόμενη ήταν συγγενής της αποβιώσασας και κατά το 2003 η αποβιώσασα την είχε εμπιστευτεί με το ποσό των €127.779,74-, το οποίο η Εναγόμενη είχε υποσχεθεί ότι θα το επέστρεφε. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες το ποσό των €127.779,74- είχε δοθεί στην Εναγόμενη με την μορφή του εμπιστεύματος και όχι χαριστικώς για αυτό και είχε καταστεί, η Εναγόμενη, καταπιστευματοδόχος ή και εμπιστευματοδόχος της αποβιώσασας. Η Εναγόμενη είχε λάβει το συγκεκριμένο ποσό το οποίο κρατούσε προς όφελος της αποβιώσασας και ως εκ τούτου είχε δημιουργηθεί ρητό ή και εξυπακουόμενο εμπίστευμα προς όφελος της αποβιώσασας. Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2006 η αποβιώσασα είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα 2 να μιλήσει με την Εναγόμενη για να της επιστρέψει το ρηθέν ποσό χρημάτων. Ο Ενάγοντας 2 είχε επισκεφτεί την Εναγόμενη και της είχε ζητήσει να επιστρέψει τα χρήματα της αποβιώσασας και η Εναγόμενη είχε διαβεβαιώσει τον Ενάγοντα 2 ότι θα τα επέστρεφε. Μέχρι τις 15/09/06 που είχε αποβιώσει η Ανδριανή Παναγή Ηλία η Εναγόμενη δεν είχε επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Ήταν η καταγραφείσα θέση των Εναγόντων ότι το Δεκέμβριο του 2006 ο Ενάγοντας 2 είχε επισκεφτεί την Εναγομένη και την είχε ενημερώσει ότι ήταν ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας Ανδριανής Παναγή Ηλία και της είχε επίσης αναφέρει ότι θα έπρεπε να επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων αλλά η Εναγόμενη αρνήθηκε. Στις 26/05/08 οι Ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους είχαν αποστείλει επιστολή, ημερομηνίας 26/05/2008, με την οποία ζητούσαν από την Εναγόμενη την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους. Κατά παράβαση των καθηκόντων της ως καταπιστευματοδόχου ή και εμπιστευματοδόχου της αποβιώσασας ή και κατά παράβαση του καθήκοντος καλής πίστεως η Εναγόμενη αρνείται να επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων στους Ενάγοντες. Η Εναγόμενη στην τροποποιημένη Υπεράσπισή της αναφέρει ότι είναι η θυγατέρα του πρώτου ξαδέλφου της αποβιώσασας. Αρνείται ότι η αποβιώσασα της είχε εμπιστευτεί το συγκεκριμένο ποσό με την υπόσχεση να της το επιστρέψει και επίσης αρνείται ότι το συγκεκριμένο ποσό της είχε δοθεί υπό την μορφή εμπιστεύματος και ότι είχε καταστεί καταπιστευματοδόχος ή και εμπιστευματοδόχος του συγκεκριμένου ποσού. Επίσης αρνείται ότι της είχε ζητηθεί από την αποβιώσασα, μέσω του Εναγόμενου 2, να επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αποβιώσασα ήταν άγαμη, άτεκνη και μοναχοπαίδι και διατηρούσε πολύ στενό δεσμό με την Εναγόμενη, της οποίας είχε ιδιαίτερη αδυναμία από νεανική ηλικία και κατά καιρούς της έκανε διάφορα δώρα. Ο στενός δεσμός της αποβιώσασας με την Εναγόμενη είχε συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη πέραν της αμοιβαίας αγάπης και στοργής φρόντιζε την αποβιώσασα για οποιαδήποτε ανάγκη της. Κατά ή περί την 10/08/1994 λόγω της αγάπης που έτρεφε η αποβιώσασα στην Εναγομένη της είχε δωρίσει ένα ακίνητο, το οποίο ακίνητο είχε παραχωρήσει, η αποβιώσασα, στην Εναγόμενη και το σύζυγο της από το 1977 για να αναγείρουν υποστατικό για σκοπούς της εργασίας του συζύγου της. Τον Δεκέμβριο του 2002 είχε ειδοποιήσει η αποβιώσασα τον σύζυγό της Εναγόμενης ότι την ήθελε για να της δώσει κάποια χρήματα. Τον Δεκέμβριο του 2002 η Εναγόμενη είχε μεταφέρει, μετά από δική της παράκληση, με το αυτοκίνητό της την αποβιώσασα στο Παραλίμνι, στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας, όπου εκεί μετέφερε το ποσό των Λ.Κ.74.786,16 στο λογαριασμό της Εναγομένης. Ήταν η πρώτη φορά που η Εναγόμενη είχε δει το συγκεκριμένο ποσό. Η αποβιώσας είχε ερωτηθεί από τον υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας κατά πόσο ήταν σίγουρη ότι ήθελε να προβεί στην συγκεκριμένη μεταφορά και εκείνη του είχε απαντήσει καταφατικά. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2003 η Εναγομένη έδωσε μέρος του ποσού, που της είχε μεταφέρει η αποβιώσασα, στα αδέρφια της καθώς και στη θυγατέρα της αδελφής της, την ανήλικη Φωτεινή. Στις 09/04/2003 είχε εκδώσει επιταγή επ' ονόματι της ανήλικης Φωτεινής για το ποσό Λ.Κ.20.000-, ενώ για κάθε μία από τις αδελφές της είχε εκδώσει επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.4.000- και για κάθε ένα από τους αδελφούς της είχε εκδώσει επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.2.000-. Είχε ενημερώσει για τις πράξεις της αυτές την αποβιώσασα, η οποία τη είχε συμβουλέψει να μην μάθουν, ο Ενάγοντας 2 και τα αδέλφια του, για το συγκεκριμένο γεγονός. Την άνοιξη του 2004 η αποβιώσασα ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι ήθελε να της δωρίσει κάποια ακίνητα των οποίων την ύπαρξη η Εναγόμενη δεν γνώριζε. Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2004 ολοκληρώθηκαν οι μεταβιβάσεις. Τον Ιούλιο του 2006 ο Ενάγοντας 2 είχε ρωτήσει την Εναγομένη κατά πόσο η αποβιώσασα της είχε δώσει οποιαδήποτε λεφτά και η Εναγόμενη του είχε απαντήσει καταφατικά. Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2006 η αποβιώσασα είχε δώσει πληρεξούσιο στην αδελφή της Εναγομένης για τη μεταβίβαση της κατοικίας ή και άλλων ακινήτων επ' ονόματι της αδελφής της Εναγομένης έτσι ώστε στη συνέχεια τα ακίνητα να μεταβιβαστούν στη θυγατέρα της Φωτεινή. Η μεταβίβαση δεν είχε ολοκληρωθεί γιατί στο μεταξύ είχε αποβιώσει η αποβιώσασα. Μετά το θάνατο της αποβιώσασας ο Ενάγοντας 2 είχε επισκεφτεί την Εναγόμενη και της είχε ζητήσει επίμονα και επανειλημμένα να του δώσει το ποσό Λ.Κ.15.000-, για να το δώσει στους τρεις αδελφούς της Εναγόμενης και για να μεριμνήσει για τη μεταβίβαση της κατοικίας στην ανήλικη Φωτεινή. Σε άλλη του επίσκεψη ο Ενάγοντας 2 είχε αναφέρει στην Εναγόμενη ότι με τα λεφτά που της είχε δώσει η αποβιώσασα θα έπρεπε να αγοράσει κάτι για τα παιδιά της. Λόγω της άρνησης της Εναγομένης να δώσει τις Λ.Κ.15.000- ο Ενάγοντας 2 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους για την αποστολή επιστολής προς την Εναγόμενη με την οποία ης ζητούσαν την καταβολή του ποσού των €76.887,06- (£74.786,16) και όχι το ποσό που καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης ήτοι €127.779,74-. Η αποβιώσασα είχε πλήρη διαύγεια μέχρι το τέλος της ζωής της και το συγκεκριμένο ποσό, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, της είχε δοθεί ως δώρο και κανένα καταπίστευμα ή εμπίστευμα δεν είχε δημιουργηθεί αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε ιδιοποίηση περιουσίας. Καταλήγει, η Εναγόμενη, ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να αξιώνουν το ποσό των €127.779,74-αφού από την προσαχθείσα μαρτυρία των Εναγόντων και την επιστολή του δικηγόρου τους είχε γίνει ισχυρισμός για το ποσό των €76.887,06- και όχι €127.779,16-. Μετά την καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων ο συνήγορος των Εναγόντων περιόρισε την αξίωση στο ποσό των €100,000-. Προς προώθηση της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία δόθηκε από τέσσερις μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Ανδρέας Βασίλη, Μ.Ε.
- Ανέφερε ότι ήταν ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της Ανδριανής Παναγή Ηλία. Η μητέρα του και η Ανδριανή Παναγή Ηλία ήταν αδελφές και με την Εναγόμενη είναι πρώτα ξαδέλφια. Τον ίδιο βαθμό συγγένειας έχει και ο κ. Μαχάττος. Αναγνώρισε το έγγραφο διαχείρισης της περιουσίας της αποβιωσάσης και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του σε μια συζήτηση του ιδίου με την αποβιώσασα η ίδια του είχε αναφέρει ότι είχε δώσει λεφτά στην Εναγόμενη για να της τα προσέχει. Τότε ο ίδιος ανέφερε στην αποβιώσασα ότι θα ρωτούσε τον αδελφό του τον Τάκη και τον υιό του κατά πόσο γνώριζαν οτιδήποτε για τα λεφτά αυτά. Ο αδερφότεχνος του, Τάκης Βασιλακκάς, ο οποίος είναι αδελφός της Μαρούλας του είχε αναφέρει όταν τον είχε ρωτήσει ότι πρώτη φορά άκουγε ότι η Ανδριανού είχε δώσει λεφτά στη Μαρούλα. Τότε ο ίδιος είχε επισκεφτεί το σπίτι του αδερφού του του Μίτσου και του είχε αναφέρει ότι η Ανδριανού ήθελε τα λεφτά της από τη Μαρούλα. Ούτε αυτός γνώριζε οτιδήποτε γι' αυτό και τότε επισκέφτηκε την ίδια τη Μαρούλα η οποία του είχε αναφέρει ότι δεν είχε πρόθεση να πειράξει τα λεφτά της Ανδριανούς. Το συγκεκριμένο περιστατικό είχε γίνει στις 06/7/2006, όχι το 2005 που έλειπε, τον πρώτο χρόνο που είχε επιστρέψει από την Ισπανία. Ήταν η θέση του ότι μετά το συγκεκριμένο γεγονός ο ίδιος δεν είχε ακούσει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο όταν τους είχαν τηλεφωνήσει από το Κτηματολόγιο και τους ανέφεραν ότι κάποιος είχε προσπαθήσει να μεταβιβάσει το σπίτι της Ανδριανούς γιατί κρατούσε πληρεξούσιο. Η Μαρούλα με την αδελφή της είχαν πάει στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβάσουν το σπίτι και ο Βασίλης Βασιλακκάς τους είχε ενημερώσει για το γεγονός αυτό. Αναφορικά με τα λεφτά η ίδια η Μαρούλα, μετά που είχε αρρωστήσει η Ανδριανού, σε συνομιλία που είχαν τον Οκτώβριο 2006 είχε ισυριστεί ότι τα λεφτά ήταν δικά της και ότι είχαν πάει μαζί στην Ελληνική Τράπεζα, στο Παραλίμνι, για να της μεταφέρει τα λεφτά στο όνομά της και ο υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας ο οποίος την γνώριζε είχε αναφέρει της Ανδριανούς να περιμένει μέχρι τον Απρίλη όταν θα έληγε το γραμμάτιο όμως εκείνη ήθελε να μεταφέρει τα λεφτά. Ο ίδιος έλειπε από την Κύπρο για 48 χρόνια και λόγω της εμπιστοσύνης που του είχαν οι κληρονόμοι του είχαν ζητήσει να μπει διαχειριστής. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του οι κληρονόμοι της Ανδριανούς είναι 27 και ήθελαν να μεταβιβαστεί το σπίτι στη διαχείριση για να πωληθεί και να μοιραστούν τα λεφτά. Το σπίτι τελικά πωλήθηκε και δόθηκαν τα λεφτά στους κληρονόμους. Παρέμεινε όμως το θέμα των λεφτών και γι' αυτό κινήθηκε η αγωγή. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν είχαν δοθεί τα λεφτά στην Μαρούλλα και δεν γνώριζε πότε ακριβώς η αποβιώσασα είχε δώσει το συγκεκριμένο ποσό. Η Ανδριανού, η αποβιώσασα, του είχε αναφέρει ότι είχε δώσει, στην Μαρούλλα, το ποσό των Λ.Κ.45.000-. Ο ίδιος δεν γνώριζε πριν του το αναφέρει η Ανδριανού ότι κρατούσε τόσα λεφτά. Παραδέχθηκε ότι είχε μάθει για το ποσό μετά που είχαν κάνει έρευνα οι δικηγόροι του όταν αποκαλύφθηκε ότι το ποσό που είχε η Ανδριανού ανερχόταν στις Λ.Κ.72.000- όμως ο ίδιος πίστευε ότι ήταν Λ.Κ.74.786,16-. Αναγνώρισε ότι η αποβιώσασα είχε στενή σχέση με τη Μαρούλλα, της οποίας ο πατέρας είναι αδερφός του από άλλη μητέρα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε δοθεί στην Εναγόμενη ως δώρο και ισχυρίστηκε ότι η ίδια η αποβιώσασα είχε κάνει μεγάλη φασαρία στο χωριό σε σχέση με το ποσό και επέμενε ότι ήθελε τα λεφτά της. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήξερε την Ανδριανού λόγω του ότι είχε φύγει από την Κύπρο 14 ετών. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήθελε τα λεφτά αφού ο ίδιος έχει αρκετά λεφτά. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Κώστας Δεσπότης Μ.Ε.2, Πρωτοκολλητής του Τμήματος Επικυρώσεως Διαθηκών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε στην κατοχή του το φάκελο διαχείρισης με αριθμό 38/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η αίτηση διαχείρισης αφορούσε την Ανδριανή Παναγή Ηλία, από το Αυγόρου και είχε καταχωριστεί στις 06/3/
- Είχαν διοριστεί διαχειριστές ο Φώτης Μαχάττος και ο Ανδρέας Βασίλη στις 21/05/
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, πιστό αντίγραφο της διαχείρισης. Ήταν η θέση του ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαχείριση και ότι είχε γίνει απογραφή στις 02/07/07 και είχαν καταχωριστεί ενδιάμεσοι λογαριασμοί στις 27/01/10 και στις 08/04/
- Οι κληρονόμοι της αποβιώσασας είναι στο σύνολό τους
- Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε από την κα Γιαννούλα Νικολάου, Μ.Ε.3, υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας στο Παραλίμνι από το
- Είχε στην κατοχή της έγγραφα που αφορούσαν την κίνηση του λογαριασμού της Ανδριανής Ηλία Παναγή καθώς και πιστοποιητικά των ελεγκτών από την ημέρα που είχε ανοίξει ο λογαριασμός μέχρι την ημέρα που είχε κλείσει. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, την κίνηση του λογαριασμού. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της το ποσό των Λ.Κ.45.875,87- ήταν κατατεθειμένο σε χρονιαίο γραμμάτιο το οποίο έκλεισε το Δεκέμβριο του
- Η δικαιούχος του λογαριασμού είχε μεταβεί στην Τράπεζα και είχε υπογράψει για τη μεταφορά των χρημάτων επ' ονόματι της Ανδρούλας Κουκλή και ακολούθως είχε κλείσει ο λογαριασμός. Αντίγραφο του κλεισίματος του λογαριασμού είχε καταθέσει ως Τεκμήριο
- Η ίδια δεν γνώριζε τη Μαρούλα Κουκλή. Στο στάδιο αυτό έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η Μαρούλα - Ανδρούλα Κουκλή είναι η Εναγόμενη. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η τέταρτη σελίδα του Τεκμηρίου 4 είναι υπογεγραμμένη από την ίδια την Ανδριανή Παναγή, η οποία είχε υπογράψει για να μεταφερθούν τα λεφτά του γραμματίου στο λογαριασμό της Μαρούλας Κουκλή. Το ποσό που είχε μεταφερθεί ήταν Λ.Κ.72.523,57- πλέον τόκοι δηλαδή το συνολικό ποσό των Λ.Κ.74.786,16-. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Παναγιώτης Στυλιανού, Μ.Ε.4, υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου στον κλάδο Αποδοχής και Μεταβιβάσεων. Σε σχέση με ακίνητα 0/1206, 0/1305 και 0/2616 εξήγησε ότι βρίσκονταν στο Αυγόρου και είχαν μεταβιβαστεί από την Ανδριανή Παναγή, την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Κατέθεσε τα έγγραφα μεταβίβασης και των τριών κτημάτων ως Τεκμήριο
- Σήμερα εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος 0/2616 είναι ο Χριστόδουλος Κουκλή ενώ εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό 0/1206 είναι ο Χριστόδουλος Κουκλή, ο Γιαννάκη Κουκλή, ο Φλουρέντζος Κουκλή, ο Στέφανος Κουκλή και ο Δημήτρης Κουκλή κατά 1/5 μερίδιο. Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/1305 είναι εγγεγραμμένο στο Χριστόδουλο Κουκλή, ολόκληρο το μερίδιο. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι και οι τρεις πράξεις μεταβίβασης ήταν δυνάμει δωρεάς από την Ανδριανή Ηλία προς τη Μαρούλα Βασιλείου. Στο στάδιο αυτό είχε γίνει παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή ημερομηνίας 26/05/08 είχε επιδοθεί. Κατατέθηκε η συγκεκριμένη επιστολή, ως Τεκμήριο 6, μόνο ως προς το ότι επιδόθηκε και όχι προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Μαρτυρία δόθηκε και από την Εναγόμενη η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή της δήλωση κατέγραψε ότι κατάγεται από το Αυγόρου. Η αποβιώσασα ήταν άγαμη, άτεκνη και μοναχοπαίδι και είχε πολύ στενό δεσμό μαζί της αφού της είχε ιδιαίτερη αδυναμία από νεανική ηλικία. Ο στενός δεσμός της αποβιώσασας συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της και πέραν της αμοιβαίας αγάπης και στοργής η ίδια την φρόντιζε για οποιαδήποτε ανάγκη είχε. Τον Αύγουστο του 1994 η αποβιώσασα της είχε δωρίσει ένα ακίνητο, στην περιοχή «Παφιτού» στο Αυγόρου. Το συγκεκριμένο ακίνητο το είχε παραχωρήσει η αποβιώσασα από το 1977 στην ίδια και το σύζυγο της για να το εκμεταλλευτούν για σκοπούς της εργασίας του συζύγου της. Το Δεκέμβριο του 2002 η αποβιώσασα είχε ειδοποιήσει το σύζυγο της να της αναφέρει ότι ήθελε να της χαρίσει κάποια χρήματα. Το Δεκέμβριο του 2002 την είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητό της, την αποβιώσασα, στο Παραλίμνι όπου ο υπάλληλος της Τράπεζας την είχε ρωτήσει κατά πόσο ήταν σίγουρη ότι θα ήθελε να μεταφέρει τα λεφτά αυτά σε άλλο λογαριασμό και του έδωσε καταφατική απάντηση. Τότε ήταν που η ίδια είχε διαπιστώσει για πρώτη φορά ότι το συγκεκριμένο ποσό ανερχόταν στις Λ.Κ.74.786,16-. Τον Απρίλιο του 2003 η ίδια είχε αποφασίσει να δώσει μέρος του ποσού αυτού στα αδέρφια της καθώς και στη θυγατέρα της αδερφής της, την ανήλικη Φωτεινή. Για το σκοπό αυτό είχε επισκεφτεί την Τράπεζα, στις 09/04/2003 και είχε μεταφέρει επ' ονόματι της ανήλικης το ποσό των Λ.Κ.20.000-, επ' ονόματι κάθε μιας από τις αδερφές της το ποσό των Λ.Κ.4.000- και επ' ονόματι των αδερφών της το ποσό των Λ.Κ.2.000-. Για την πράξη της αυτή είχε ενημερώσει την αποβιώσασα, η οποία τη συμβούλεψε να μην μάθουν ο Ενάγοντας 2 και τα αδέρφια του γι' αυτό το γεγονός. Την άνοιξη του 2004 η αποβιώσασα της είχε αναφέρει ότι ήθελε να της δωρίσει κάποια ακίνητα, τα οποία η ίδια δεν γνώριζε προηγουμένως ότι υπήρχαν. Τον Μάιο και Ιούνιο του 2004 έγιναν οι μεταβιβάσεις των δύο ακινήτων, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή «Αμπέλια» και «Μαρία» στο Αυγόρου. Τον Ιούλιο του 2006 ο Ενάγοντας 2 την είχε ρωτήσει κατά πόσο η αποβιώσασα της είχε δώσει οποιαδήποτε λεφτά και η ίδια του είχε απαντήσει καταφατικά. Μετά το θάνατο της αποβιώσασας ο Ενάγοντας 2 την είχε επισκεφτεί και της είχε ζητήσει επίμονα και επανειλημμένα να του δώσει το ποσό των Λ.Κ.15.000- για να το δώσει στους αδερφούς της και για να μεριμνήσει για τη μεταβίβαση της κατοικίας της αποβιώσασας στην ανήλικη Φωτεινή. Η ίδια δεν δέχθηκε και ακολούθως έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόντων με ημερομηνία 26/05/
- Σε εκείνη την επιστολή οι Ενάγοντες απαιτούσαν το ποσό των Λ.Κ.45.000-. Διαφάνηκε εκ των υστέρων ότι αρκετοί από τους κληρονόμους της αποβιώσασας ούτε καν την γνώρισαν πριν το θάνατό της. Η αποβιώσασα είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος μέχρι και τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Κατέληξε ότι το ποσό είχε δοθεί από την αποβιώσασα στην ίδια ως δώρο και κανένα εμπίστευμα ή καταπίστευμα δεν είχε δημιουργηθεί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου στην περιοχή «Παφιτού» στο Αυγόρου, ως Τεκμήριο 9 πιστωτική σημείωση, ως Τεκμήριο 10 δέσμη εγγράφων, καταστάσεις λογαριασμού, που αφορούσαν το συγκεκριμένο ποσό, ως Τεκμήριο 11 τις χρεωστικές σημειώσεις, ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο του γραμματίου και ως Τεκμήριο 13 τους τίτλους ιδιοκτησίας που αφορούσαν τα ακίνητα στην περιοχή «Αμπέλια» και «Μαρία». Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι έχει τα ακόλουθα αδέρφια: Τη Γεωργία, τη Φλώρα, τον Ανδρέα, τον Τάκη και το Βασίλη. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι όλα της τα αδέρφια γνώριζαν την αποβιώσασα αλλά δεν είχαν τις ίδιες σχέσεις με την αποβιώσασα όπως εκείνη. Η αποβιώσασα σε εκείνη τηλεφωνούσε για να τη μεταφέρει στο γιατρό ή για ψώνια και επειδή δεν είχε τηλέφωνο επισκεπτόταν, η αποβιώσασα, το καφενείο όπου εργάζεται η ίδια όταν την ήθελε για οτιδήποτε. Παραδέχθηκε ότι η αποβιώσασα είχε και άλλα ξαδέρφια πλην όμως δεν είχε με κανένα από αυτά οποιαδήποτε σχέση και η ίδια ήταν η μόνη που τη μετέφερε με το αυτοκίνητο στις δουλειές της ή και στο γιατρό και τη μετέφερε στο σπίτι της κατά τις μεγάλες εορτές. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι το 1997 η θεία της, η αποβιώσασα, της είχε μεταβιβάσει τον χώρο που είχε παραχωρήσει στον άνδρα της, από το 1997, για σκοπούς της εργασίας του. Ισχυρίστηκε ότι δεν της είχε αναφέρει η Ανδριανή γιατί της είχε χαρίσει τα συγκεκριμένα χρήματα. Παραδέχθηκε όμως ότι το ποσό ήταν αρκετά μεγάλο και ότι ήταν όλες της οι οικονομίες. Επίσης παραδέχθηκε ότι δεν λάμβανε οποιαδήποτε σύνταξη και ότι έπαιρνε μόνο κάποιο βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας. Ερωτηθείσα παραδέχθηκε ότι ο Ανδρέας Βασίλη, με τον οποίο οι σχέσεις της ήταν πάρα πολύ καλές, τον Ιούνιο του 2006 την είχε ρωτήσει κατά πόσο η αποβιώσασα της είχε δώσει οποιαδήποτε λεφτά. Του είχε απαντήσει καταφατικά και ο Βασίλης είχε αποχωρήσει. Ακολούθησε, τον Μάιο του 2008, το γράμμα από το δικηγορικό γραφείο. Πριν όμως από το γράμμα ο Βασίλης της είχε ζητήσει Λ.Κ.15.000- τα οποία αρνήθηκε να του δώσει αφού στα αδέρφια της είχε δώσει κάποια λεφτά. Ο Βασίλης γνώριζε το γεγονός ότι η ίδια είχε δώσει λεφτά στα αδέρφια της. Είχε δώσει από Λ.Κ.4.000- σε κάθε μια από τις αδερφές της και από Λ.Κ.2.000- σε κάθε ένα από τους αδερφούς της. Τα υπόλοιπα τα είχε αφήσει στο λογαριασμό της και τα είχε διαχειριστεί όπως επιθυμούσε. Από αυτά είχε δώσει Λ.Κ.20.000- στη Φωτεινή. Είχε ενημερώσει την αποβιώσασα για όλα αυτά τα λεφτά που η ίδια είχε δώσει στα αδέρφια της. Επέμενε στη θέση της ότι εντολή για τη μεταφορά του ποσού του γραμματίου επ' ονόματι της είχε δοθεί από την ίδια την αποβιώσασα όταν είχε επισκεφθεί την Τράπεζα. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πως είχε μάθει ο Βασίλης την ημερομηνία λήξεως του γραμματίου της αποβιώσασας. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός της ότι η αποβιώσασα δεν είχε καλές σχέσεις με τα άλλα ξαδέρφια για οικογενειακούς λόγους. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι η ίδια είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε το συγκεκριμένο ποσό και επέμενε στη θέση της ότι η αποβιώσασα της είχε παραχωρήσει το συγκεκριμένο ποσό ως δώρο και όχι για να το κρατά για λογαριασμό της. Κατέληξε, ότι αν ήταν εμπίστευμα, το συγκεκριμένο ποσό, δεν θα μεταφερόταν στο όνομά της το γραμμάτιο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η εντολή για την μεταφορά του ποσού των Λ.Κ.20.000- από την Εναγόμενη στη Φωτεινή και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14 και η χρωστική σημείωση του λογαριασμού της Εναγόμενης η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Και οι δυο συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Κουκούνης υποστήριξε ότι είχε δημιουργηθεί ένα εξυπακουόμενο ή και απολήγων ή και καταληκτικό εμπίστευμα όταν η αποβιώσασα είχε μεταφέρει τα λεφτά της στο νέο λογαριασμό που είχε δημιουργηθεί επ ονόματι της Εναγομένης. Διαζευκτικά, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη είχε ιδιοποιηθεί το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων αφού παράνομα είχε αρνηθεί να το επιστρέψει. Επιπρόσθετα αλλά διαζευκτικά των υπολοίπων ισχυρισμών ο κ. Κουκούνης προέβαλε ότι η Εναγόμενη είχε πλουτίσει αδικαιολόγητα καθώς και ότι είχε παραλείψει ή και είχε αμελήσει να επιστρέψει τα χρήματα ως όφειλε. Ο κ. Ιωάννου είχε αντίθετη άποψη. Με αναφορά στην μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι ο μάρτυρας, κ. Βασίλη, Μ.Ε.1, δεν θα μπορούσε να κριθεί αξιόπιστος αφού η ολότητα της μαρτυρίας του ήταν εξ ακοής αλλά επιπρόσθετα δεν γνώριζε την αποβιώσασα για να γνωρίζει τις επιθυμίες της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/11: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) [1]λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπεμεταξύάλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Εναγόντων καθώς και την Εναγόμενη ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τον Μ.Ε.2, κ. Δεσπότη, Πρωτοκολλητή του Πρωτοκολλητείου Επικυρώσεως Διαθηκών η μαρτυρία του ήταν τυπική και περιοριζόταν στην κατάθεση πιστού αντιγράφου της διαχείρισης. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την μαρτυρία του Μ.Ε.4, κ. Στυλιανού, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Και αυτός ο μάρτυρας απλά είχε αναφερθεί στις μεταβιβάσεις που είχαν γίνει το 1994 και το 2004 από την Ανδριανή Παναγή στην Μαρούλλα Δημήτρη Βασιλείου. Η κα. Γιαννούλα Νικολάου, Μ.Ε.3, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, είχε αναφερθεί σε αυτά που γνώριζε, σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο της αποβιώσασα, χωρίς να μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια σε σχέση με τους ισχυρισμούς των μερών. Αυτό που μπορεί να εξαχθεί από την μαρτυρία της είναι ότι η Ανδριανή Παναγή, η αποβιώσασα, είχε υπογράψει για να μεταφερθούν τα λεφτά στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Η βασική μαρτυρία, η οποία αποσκοπούσε στο να προωθηθούν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, ήταν αυτή του κ. Βασίλη, Μ.Ε.
- Όμως ο κ. Βασίλης έλειπε για πολλά χρόνια, 48 στο σύνολο, μέχρι και το 2006 στην Ισπανία. Δηλαδή δεν γνώριζε καθόλου την αποβιώσασα, όπως και ο ίδιος είχε παραδεχθεί κατά την αντεξέταση, αφού από την Κύπρο είχε φύγει 14 ετών. Εγείρεται το ερώτημα γιατί να του πει η αποβιώσασα για τα λεφτά που είχε δώσει στην Εναγόμενη, γιατί να τον εμπιστευτεί, αφού δεν τον γνώριζε και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση. Ουσιαστικά ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου τα γεγονότα όπως διαφάνηκε και έκαμε αναφορά σε πληροφόρηση που είχε από άλλους. Ήταν συγχυσμένος σε σχέση με τις ημερομηνίες γιατί αρχικά ανέφερε ότι του είχε μιλήσει η Αντριανού το 2005 για τα λεφτά ενώ στην συνέχεια ενθυμούμενος ότι το 2005 έλειπε από την Κύπρο ισχυρίστηκε ότι ήταν το
- Επίσης ενώ στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται ότι η επίσκεψη του στην Εναγόμενη είχε γίνει τον Δεκέμβριο 2006 ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του ότι είχε γίνει τον Οκτώβριο
- Δεν γνώριζε πότε είχαν δοθεί τα λεφτά ούτε πόσα λεφτά ήταν. Αρχικά παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη είχε στενή σχέση με την αποβιώσασα για να το ανατρέψει στην συνέχεια αναφέροντας ότι όταν η αποβιώσασα είχε καρκίνο η Εναγόμενη είχε πάει διακοπές. Ισχυρίστηκε ότι είχε κάνει μεγάλη φασαρία στο χωρίο, η Αντριανού, σε σχέση με τα λεφτά αλλά καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε σε σχέση με το θέμα αυτό. Επίσης ο μάρτυρας δεν γνώριζε το ύψος του ποσού. Αρχικά ανέφερε ότι ήταν £45,000-, όπως του είπε η Αντριανού. Αν πράγματι του είχε μιλήσει η Αντριανού θα του έλεγε το σωστό ποσό, που ήταν £74.786,16- αλλά θα του έλεγε και για τα χωράφια. Προφανώς ότι γνώριζε, σε σχέση με το ποσό, το γνώριζε από την έρευνα που είχε διενεργήσει, στην Τράπεζα, το δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπούσε και όχι από την Αντριανού, όπως είχε κατ επανάληψη αναφέρει. Ισχυρίστηκε ότι είχε ρωτήσει τα αδέλφια της Εναγομένης για το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων και εκείνοι δεν γνώριζαν. Είπε ψέματα γιατί προφανώς δεν γνώριζε ο ίδιος ότι όλα τα αδέλφια της Εναγόμενης είχαν πάρει κάποιο ποσό από το ποσό που της είχε δώσει η αποβιώσασα. Το ερώτημα που πλανάται είναι γιατί να δώσει η Αντριανή τα λεφτά της της Εναγόμενης, όπως ήταν ο ισχυρισμός των Εναγόντων, για να της τα φυλάει αφού της τα φύλαγε η Τράπεζα από το 1992, για 12 και πλέον χρόνια, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Αν δεν ήθελε να της δώσει τα λεφτά, της Εναγόμενης, η Αντριανή, τότε γιατί το 2004 της είχε μεταβιβάσει άλλα δυο ακίνητα. Δεν με έπεισε η μαρτυρία του κ. Βασίλη, Μ.Ε.1, ο οποίος ενώ ήταν τυφλός, σύμφωνα με την δική του μαρτυρία, είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη από την άλλη έδωσε μια πιο λογική εκδοχή. Δηλαδή, ότι πάντοτε η Αντριανή της έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθια, της είχε αδυναμία εξ ου και της είχε μεταβιβάσει το 1994 γη, την οποία της είχε παραχωρήσει από το 1977 και ακολούθως το 2004 της είχε μεταβιβάσει άλλα δυο χωράφια ενώ στο ενδιάμεσο, το 2002, της είχε δώσει και τα λεφτά. Αν δεν είχε πρόθεση να της τα χαρίσει τότε γιατί δυο χρόνια αργότερα να της δώσει και άλλα δυο χωράφια. Δεν αρνήθηκε την επίσκεψη του Μ.Ε.1, κ. Βασίλη, στο σπίτι της όμως αρνήθηκε ότι του είχε αναφέρει ότι θα επέστρεφε τα λεφτά, τα οποία όπως προφανώς ο ίδιος νόμιζε ήταν μόνο £45,000-. Θεωρώ ότι τα γεγονότα ήταν τα ακόλουθα: Η αποβιώσασα Ανδριανή Παναγή Ηλία λόγω του ότι δεν είχε παιδιά έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία στην Εναγόμενη, κόρη του αδελφού της, την οποία από το 1994 είχε διασφαλίσει μεταβιβάζοντας της ένα ακίνητο, το οποίο της είχε παραχωρήσει από το 1977, για σκοπούς δημιουργίας χώρου εργασίας για τον σύζυγό της. Η Εναγόμενη λόγω του ότι η αποβιώσασα ήταν μόνη της ένοιωθε την ανάγκη να την φροντίζει λόγω του ότι ήταν άγαμη και άτεκνη, αφού οι υπόλοιποι συγγενείς της ήταν άντρες πλην της ίδιας και της αδελφής της. Ακριβώς λόγω του ότι η Εναγόμενη ήταν η μόνη που την έτρεχε, την μετέφερε στους γιατρούς, ψώνια και τις άλλες τις δουλειές, η αποβιώσασα αποφάσισε, το 2002, να της χαρίσει τα λεφτά που είχε κατατεθειμένα σε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα. Επειδή η Εναγόμενη συνέχιζε να την φροντίζει δυο χρόνια αργότερα της δώρισε και τρία κομμάτια γης. Οι άλλοι συγγενής δεν ενδιαφέρονταν για την αποβιώσασα όμως η Εναγόμενη θεώρησε σωστό να δώσει σε όλα τα αδέλφια της ένα ποσό από αυτό που της είχε δοθεί από την αποβιώσασα. Αυτό το έπραξε ενώ η αποβιώσασα ήταν εν ζωή και είχε δώσει το συνολικό ποσό των £40,000-. Οι υπόλοιποι συγγενής ενδιαφέρθηκαν μόνο όταν αποκαλύφθηκε ότι η αποβιώσασα είχε ένα σεβαστό ποσό στην Τράπεζα το οποίο είχε χαρίσει στην Εναγόμενη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι η θέση των Εναγόντων, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι με βάση τα γεγονότα που έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου έχει δημιουργηθεί προς όφελος τους εξυπακουόμενο (resulting trust), το οποίο πηγάζει από την ερμηνεία των κανόνων της επιείκειας. Δηλαδή, ότι το ποσό των €100,000-, όπως έχει περιοριστεί, συνιστά ρητό ή και εξυπακουόμενο εμπίστευμα προς όφελος της διαχείρισης της αποβιώσασας. Προτού προχωρήσω και εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για δημιουργία εμπιστεύματος επισημαίνω ότι οι αρχές της επιείκειας, όπως αποκρυσταλλώνονται στην αγγλική νομολογία, τυγχάνουν εφαρμογής, κατ΄ ανάλογο τρόπο και σε ίση έκταση και στην Κύπρο. Αναφορά θα πρέπει να γίνει στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 ΑΑΔ 1551 όπου στην σελίδα 1563 κ.ε. καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Τα απολήγοντα και τα εξ' επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχήν στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. (Βλ. Underhill's Law Of Trusts & Trustees, 13η Έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η Έκδοση, σελ. 291 κ.επ., Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ., και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανσή τους την περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση. (Βλ. Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 196,Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684).» Στην απόφαση Crestar Overseas Ltd v. Τατιάνα Βισσόσκαγια
(2008)1 ΑΑΔ 942 στην σελ. 949 κ.ε. καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι ή Δεδηλωμένα (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη) ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied) όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα εμπιστεύματα αυτά καλούνται καταληκτικά (resulting trusts) γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του εμπιστεύματος συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελός του. (Βλ. Snell's "Principles of Equity", 25η έκδοση, 162).» Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Aroso v. Coutts & C0 [2001] All E.R. (Com) 241: «The starting point is that where a person transfers property, or directs a trustee for him to transfer property, otherwise than for valuable consideration, and where the presumption of advancement does not apply, it is a question of the intention of the transferor in making the transfer whether the transferee was to take beneficially or on trust, and if on trust, what trusts (Vandervell v IRC [1967] 1 All ER 1 at 8, [1967] 2 AC 291 at 312 per Lord Hodson). If, as a matter of construction of the document making or directing the transfer, it is possible to discern the intentions of the transferor, that is an end of the matter and no extraneous evidence is admissible to correct and qualify his intentions so ascertained, but if the document is silent, then a resulting trust arises in favour of the transferor, but this is only a presumption and is easily rebutted. All the relevant facts and circumstances can be considered in order to ascertain the intentions of the transferor with a view to rebutting the presumption. See also Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington London BC [1996] 2 All ER 961 at 990, [1996] AC 669 at 708: 'It is important to stress that this is only a presumption, which presumption is easily rebutted either by the counter-presumption of advancement or by direct evidence of . intention to make an outright transfer .'» Στη παράγραφο 25 της απόφασης Aroso v. Coutts & C0 (ανωτέρω) καταγράφονται τα ακόλουθα: «A resulting trust will not arise where the relationship between the transferor and the transferee is such as to raise a presumption that a gift was intended and where the presumption is not rebutted, but in this case the relationship between the deceased and Sr Champalimaud was not such as to raise the presumption of advancement.» Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, 2007 (reissue) παρα.705, σελ. 488 και στο σύγγραμμα Snell's "Principles of Equity", 32η έκδοση
(2010), παρα 25-003 μέχρι 25-015 σελ 752 κ.ε. Στην παράγραφο 25-003 γίνεται ρητή αναφορά στην περίπτωση όπου ένα πρόσωπο δίνει λεφτά σε ένα άλλο πρόσωπο χωρίς αντάλλαγμα τότε υπάρχει η προϋπόθεση ότι γεννάται καταληκτικό εμπίστευμα. Αναφέρονται τα ακόλουθα: « In both kinds of transaction, the facts giving rise to the presumption of a resulting trust are that A transfers property to B for which B provides no consideration. The trust arises by operation of law to give effect to the presumption that A did not intend B to take the property beneficially. The presumption can be rebutted by proof that A did in fact intend B to take the property as beneficial owner. This intent may be established by direct evidence, or to a degree by reliance on the presumption of advancement.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές ακριβώς λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν είχε καταβάλλει οποιοδήποτε αντάλλαγμα στην αποβιώσασα για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει καταληκτικό εμπίστευμα εκτός εάν εφαρμοζόταν το δόγμα της παραχώρησης (presumption of advancement). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Hanbury's Modern Equity, 9η εκδ, σελ.211: «This presumption arises if the person to whom the voluntary conveyance is made is the wife or the child of the donor, or someone to whom he stands in loco parentis. Like the presumption of resulting trust it is rebuttable by evidence that the donor intended to keep the beneficial interest for himself, but the presumption is a fairly strong one, 'should not.... give way to slight circumstances,' and is protected by certain rules of evidence.» Στην παράγραφο 25-007 του Snell's "Principles of Equity" (ανωτέρω) διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Nowadays, it is recognised that the rationale of the presumption is broader and the court may be prepared to draw inferences of A's intention to make a gift to B in situations outside the formal categories where the presumption applied. So the court may be prepared to draw an inference that a transaction between members of household or family was intended as a gift when that accords with common social experience.» Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1 αλλά και της Εναγόμενης η αποβιώσασα ήταν πολύ συνδεδεμένη με την Εναγόμενη. Δεν αμφισβητήθηκε ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει καταρριφθεί ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι εκείνη φρόντιζε την αποβιώσασα και κανένας άλλος, δηλαδή υπήρχε τέτοια σχέση που να προσομοιάζει με γονική, «loco parentis», που η αποβιώσασα να νοιώθει ότι είναι υπεύθυνη για την Εναγόμενη. Απόδειξη του γεγονότος ότι η αποβιώσασα ένοιωθε υπεύθυνη για την Εναγόμενη είναι η παραχώρηση ακινήτου στον σύζυγο της Εναγόμενης από το 1977 για σκοπούς δημιουργίας χώρου εργασίας και ακολούθως η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου στην Εναγόμενη το
- Η συμπεριφορά της αποβιώσασας ενεργοποιεί το δόγμα της παραχώρησης έτσι ώστε η γένεση του καταληκτικού εμπιστεύματος να καταρριφθεί. Στην παρά.25-013 του Snell's "Principles of Equity (ανωτέρω), στην σελ 759 διαβάζουμε ότι οι πράξεις καθώς και οι συμπεριφορά των μερών μπορούν να ληφθούν υπόψη για να διαπιστωθεί η πραγματική πρόθεση των μερών. Η αποβιώσασα μετά την μεταφορά των λεφτών στο όνομα της Εναγόμενης, μετά παρέλευση δυο ετών, της είχε μεταβιβάσει και ακίνητη περιουσία, δηλαδή δυο χωράφια. Αν η αποβιώσασα είχε πρόθεση να δώσει και στους υπόλοιπους συγγενείς της θα μπορούσε να το πράξει. Όμως η ίδια είχε επιλέξει την Εναγόμενη για να της μεταβιβάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της. Θεωρώ ότι η ολότητα της συμπεριφοράς της αποβιώσας συναρτώμενη με την συμπεριφορά της Εναγομένης προς την αποβιώσασα, δηλαδή της στοργής και της φροντίδας που η Εναγόμενη έδειχνε στην αποβιώσασα, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι δεν υπάρχει καταληκτικό εμπίστευμα γιατί υπερίσχυσε το δόγμα της παραχώρησης. Με βάση τα ευρήματα μου και ιδιαίτερα του αποκλεισμού της ύπαρξης εμπιστεύματος μεταξύ των διαδίκων η Εναγόμενη δεν υποχρεούται να μεταβιβάσει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες στη βάση των αρχών του δικαίου της επιείκειας. Ενόψει απόρριψης της θέσης ότι η Εναγόμενη κατέστη καταπιστευματοδόχος της περιουσίας της αποβιώσασας, η αξίωση του ποσού των €100,000- πάνω σε αυτή την νομική βάση θα πρέπει να απορριφθεί. Διαζευκτικά ισχυρίζονται, οι Ενάγοντες, ότι η Εναγόμενη είχε ιδιοποιηθεί το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων κατά παράβαση του άρθρου 39 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Το άρθρο 39 προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Iδιoπoίηση συvίσταται σε παράvoμη φυσική πράξη η oπoία επηρεάζει κιvητή ιδιoκτησία και εδραιώvει αξίωση vα χειρίζεται αυτή με τρόπo ασυμβίβαστo με τα δικαιώματα oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της.» Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort, 17 εκδ, παρα17.6, σελ 595 κ.ε. επεξηγείται πότε μπορεί να συντελεστεί το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης και καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά: «.......the wrong is committed by dealing with the goods of a person which deprives him of the use or possession of them. Thus it may be committed by wrongfully taking possession of the goods ...... or simply by wrongfully refusing to give them up when demanded. At common law there must be some deliberate act depriving the claimant of his rights: if this element was lacking there is no conversion.» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2009)1Α ΑΑΔ 714, στην σελίδα 726 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η ιδιοποίηση ως αστικό αδίκημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην άνευ εξουσίας και δικαιώματος ανάληψη της κατοχής αγαθού και όπως εξηγείται στο σύγγραμμα του F.H.Lawson "Remedies of English law" σελ. 155-156, η ιδιοποίηση είναι: «the intentional taking of a chattel with a view to appropriating it, destroying it, selling it for one's own benefit, ....». Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στηνυπόθεση Lipkin Gorman v. Karpnale Ltd [1991]3 W.L.R.10απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ιδιοποίηση δεν υπάρχει για την κατοχή χρημάτων «taken and received as currency» (δέστε Orton v. Butler [1822]5 B.& Ald.652 και Foster v. Green [1862] 7 H. & N. 881) και επομένως ως πλάσμα δικαίου («legalfiction»), είναι που επεκτάθηκε το δικαίωμα της αγωγής για ιδιοποίηση ώστε να περιλαμβάνει και το χαρτί της επιταγής και κατ' επέκταση το αναφερόμενο σ' αυτή, ποσό. Αυτή η επέκταση έγινε στην πορεία του χρόνου διότι παραδοσιακά το αδίκημα της ιδιοποίησης αφορούσε καθ' αυτό χειροπιαστά αγαθά που μπορούσαν να τύχουν φυσικής μεταφοράς ή κλοπής.» Από την στιγμή που η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η αποβιώσασα είχε χαρίσει, δηλαδή είχε δωρίσει, το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων στην Εναγόμενη λόγω ιδιαίτερης αγάπης που είχε στην Εναγόμενη αλλά και λόγω της φροντίδας την οποία η Εναγόμενη της παρείχε διαχρονικά δεν θα μπορούσε να πετύχει η εισήγηση για ιδιοποίηση του συγκεκριμένου ποσού αφού για να υπάρχει ιδιοποίηση θα πρέπει να υπάρχει η ανάληψη αγαθού χωρίς εξουσία. Στην υπό κρίση περίπτωση η ίδια η αποβιώσασα είχε ζητήσει από την Εναγόμενη να την πάρει στην Τράπεζα για να διευθετήσει την μεταφορά των λεφτών στο όνομά της. Οπόταν δεν τίθεται θέμα ανάληψης των λεφτών χωρίς εξουσία. Κατ ακολουθία της πιο πάνω κατάληξης ούτε και η εισήγηση για παράνομη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία θα μπορούσε να πετύχει αλλά ούτε και ο ισχυρισμός για αδικαιολόγητο πλουτισμό ή αμέλεια. Η αποβιώσασα για λόγους που μόνο η ίδια γνωρίζει ήθελε να παραχωρήσει στην Εναγόμενη το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας της καθώς και μεγάλο μέρος της κινητής της. Η οποιαδήποτε άποψη ενός εκ των συγγενών της που δεν την γνώριζε δεν μπορεί να καταρρίψει δίχως άλλο τις οικειοθελείς της πράξεις οι οποίες είχαν γίνει σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα καταδεικνύοντας την συνεχή και απρόσκοπτη επιθυμία της για την παραχώρηση της συγκεκριμένης περιουσίας στην Εναγόμενη. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίων των Εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα του ποσού της αξίωσης όπως αυτή περιορίστηκε, δηλαδή στις €100,000-. (Υπ.)............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο