← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. PAUL JOHN MANNING κ.α., Αρ. Αγωγής: 918/09, 31/10/2013

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. PAUL JOHN MANNING κ.α., Αρ. Αγωγής: 918/09, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 918/09 ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. PAUL JOHN MANNING
  2. PAN. ST. VASILIOU INVESTMENTS LTD
  3. PAN. ST. VASILIOU PROPERTIES LTD
  4. Y & A CHRISTODOULOU PROPERTIES LTD
  5. BRIGHT BLUE PROPERTIES CYPRUS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8/10/13 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 - Αιτητές: κος Σωτηρίου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη μετά την παρ. 6 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης των νέων παραγράφων 7, 8, 9, 10, 11 και 12 και την απαρίθμηση των παρ. 7 και 8 σε 13 και 14 ως κατωτέρω. «ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7:
  6. Η υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 συνίστατο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, ώστε αυτό να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος των εναγόντων προς το σκοπό εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες, υποχρέωση για την οποία οι εναγόμενοι 2 μέχρι 5 έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη ώστε να αναμένεται από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου η έκδοση των σχετικών τίτλων. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 8
  7. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 θα ισχυριστούν στο Δικαστήριο ότι από το Έγγραφο Εγγύησης που υπογράφηκε μεταξύ των μερών δεν προκύπτουν σαφώς οι προθέσεις των μερών ή/και η Σύμβαση Εγγύησης δεν υποδηλώνει τις πραγματικές προθέσεις των μερών ή/και η σύμβαση εγγύησης είναι μία ειδική (specific) εγγύηση. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4και 5 επιφυλάσσονται να αναφερθούν εκτενέστερα στους όρους και την ερμηνεία της επίδικης σύμβασης εγγύησης κατά τη δικάσιμο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 9
  8. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 θα ισχυριστούν, περαιτέρω, στο Δικαστήριο, ότι στη σύμβαση εγγύησης δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου υποχρεούνται να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα που ο εναγόμενος 1 αγόρασε από τους εναγομένους 2, 3, 4 και 5 προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του εναγομένου 1 και να εγγραφεί υποθήκη προς όφελος των εναγόντων, ώστε οι ενάγοντες πριν καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή είχαν υποχρέωση να κάνουν ουσιώδη το χρόνο, παράλειψη η οποία καθιστά την αγωγή πρόωρη. ΄Ανευ βλάβης της ανωτέρω Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι 2 μέχρι 5 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Σύμβαση Εγγύησης τελούσε υπό αίρεση για μελλοντικό γεγονός για την τέλεση του οποίου οι ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν εύλογο χρονικό περιθώριο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 10
  9. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 θα ισχυριστούν στο Δικαστήριο ότι η Σύμβαση Εγγύησης δεν καθόριζε κατά τρόπο σαφή τη χρονική διάρκεια της εγγύησης καθότι παρέπεμπε σε χρόνο που το Κτηματολόγιο θα εξέδιδε ξεχωριστό τίτλο. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 11
  10. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 όσον αφορά τους ιδίους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κωλύονται εξ υποσχέσεως ή/και εκ της συμπεριφοράς τους ή/και με βάση τις αρχές της επιείκειας να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να αξιώνουν ως η απαίτηση τους και επαναλαμβάνουν ότι οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός προφορικός ή γραπτός με την από μέρους τους υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης έχει εξασφαλιστεί από τους ενάγοντες με πλάνη ή/και απάτη ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και δόλο εκ μέρους των εναγόντων και δεν ανταποκρίνεται στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αφού σκοπός της εγγύησης ήταν απλά και μόνο η υποχρέωση έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου και όχι η παραχωρηθείσα εγγύηση από μέρους τους όπως αυτή καταγράφεται στη Σύμβαση Εγγύησης. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ (α) Οι ενάγοντες γνώριζαν εξ αρχής ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης περιορίζετο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου και μόνο. (β) Ενώ οι ενάγοντες γνώριζαν και/ή υπήρχε συναντίληψη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων ότι η υποχρέωση των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 περιορίζετο στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το ακίνητο που ο εναγόμενος 1 αγόρασε περιέλαβαν στην σύμβαση εγγύησης την οποία οι ίδιοι συνέταξαν πρόνοιες για εγγύηση της οφειλής του εναγομένου 1 ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε συμφωνηθεί. ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 12
  11. Η επίδικη συμφωνία εγγύησης όσον αφορά τους εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 συνήφθη κατά παράβαση των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου ή/και των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων ή/και των προνοιών της Νομοθεσίας αναφορικά με τους Εγγυητές.» Η αίτηση εδράζεται στην Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ.1,2,4,8,9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Βασιλείου ο οποίος είναι διευθυντής των Εναγομένων 2 και 3 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος τόσο από αυτούς όσο και από τους εναγομένους 4 και 5 για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση αρχικά είχε διοριστεί άλλος δικηγόρος από αυτόν που τους εκπροσωπεί σήμερα ο οποίος διορίστηκε για τους εναγόμενους 2, 3 και 5 στις 6/5/11 και για τον εναγόμενο 4 στις 21/10/
  12. Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 24/1/13 τροποποιήθηκε η έκθεση υπεράσπισης η οποία περιείχε πολύ γενικούς ισχυρισμούς. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την εκ συμφώνου κατάθεση εγγράφων ως τεκμηρίων, στα οποία συμπεριλαμβάνετο και η συμφωνία εγγύησης, και αφού έλαβαν αντίγραφο αυτής, διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης ως η αίτηση, η οποία υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση, αφού στην έκθεση απαίτησης δεν γινόταν αναφορά σε αυτή η οποία επηρεάζει καταλυτικά τα δικαιώματα των εναγομένων 2 έως 5 ώστε να δύνανται να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους χωρίς περιορισμό κατά την ακροαματική διαδικασία. Αν εγκριθεί η αίτηση, η οποία υποβάλλεται σε αρχικό στάδιο της ακρόασης, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα ενώ αντίθετα αν δεν εγκριθεί οι εναγόμενοι 2-5 δεν θα μπορούν να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους και θα επηρεασθούν τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη. Η αίτηση βρήκε αντιμέτωπη την ένσταση των εναγόντων η οποία στηρίζεται στην Δ.9 θ.1-11, Δ.12 θ.1-5, Δ.23 θ.1-3, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-9, Δ.64 επί των συμφυών και γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου και του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Προβάλλονται 14 λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη, αντικανονική, αχρείαστη, η διαδικασία που ακολουθείται είναι λανθασμένη, η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, επιδιώκεται η αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης και θέτει την υπόθεση κάτω από νέο νομικό και πραγματικό πέπλο, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, είναι αναληθή και προβάλλονται με παραπλανητικό τρόπο, θα επηρεαστούν δυσμενώς οι ενάγοντες κατά τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα, οι τροποποιήσεις που ζητούνται ήταν γνωστές στους εναγομένους και μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην προηγούμενη αίτηση τροποποίησης και ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην οποία προβαίνει η Μαρία Μορφή, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, ουσιαστικά γίνεται ανάπτυξη με περισσότερες λεπτομέρειες των λόγων ένστασης και δεν χρειάζεται να καταγραφούν σε αυτό το σημείο αφού αναφορά θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Αμφότεροι οι δικηγόροι στις αγορεύσεις τους, αφού καταπιάνονται με τα γεγονότα, προωθούν τις θέσεις τους με σχετική επιχειρηματολογία και προβαίνουν σε επίκληση ανάλογης νομολογίας ζητώντας ο μεν δικηγόρος των εναγομένων 2-5 την έγκριση της αίτησης, ο δε δικηγόρος των εναγόντων απόρριψη της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Θα πρέπει να αναφέρω ότι είναι σωστή η επισήμανση της κας Αριστείδου ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από δικηγόρο. Η πρακτική αυτή όπως τονίστηκε επανηλειμμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ανεπιθύμητη, χωρίς βέβαια να την καθιστά αντικανονική αφού δεν υπάρχει κανονισμός που να το απαγορεύει. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση LOUIS VUITTON ή Δερμοσάκ Λτδ κ.α.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφ΄ όσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 AAD 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 AAΔ 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 ΑΑΔ 714). Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στη Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2, αφού η τροποποίηση ζητείται για γεγονότα που καλύπτονται από την Δ.25 θ.1 και δεν πρόκειται για γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώριση της υπεράσπισης για να χρήζει επίκληση άλλης Διαταγής. Η μετέπειτα γνώση τους για τη συμφωνία εγγύησης, δηλαδή κατά την ημέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας με την λήψη αντιγράφου κατά την κατάθεση του ως τεκμηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί μεταγενέστερο γεγονός. Επίσης μπορεί να μην προέβησαν σε διάβημα για αποκάλυψη εγγράφων ή να μην ζήτησαν αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης, και ήταν παράλειψη και λάθος τους, αλλά τούτο δεν οδηγεί σε κακοπιστία εκ μέρους τους ακόμα και σε συνδυασμό με την παρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης τους αν τούτο συναρτισθεί με την μη ειδική αναφορά σε αυτό το έγγραφο ή στις πρόνοιες του στην έκθεση απαίτησης. Ως εκ τούτου απορρίπτεται ο σχετικός λόγος ένστασης. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στην οποία εκτίθεται το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση υπογραμμένη και σφραγισμένη την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αίτηση. Είναι η ορθή η επισήμανση ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για τροποποίηση δικογράφου, κάτι που αποδέχεται και ο δικηγόρος των εναγομένων, όχι όμως κατά απόλυτο τρόπο, ούτε να αποτελέσει επαρκή δικαιολογία στην καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εδράζεται επ' αυτού η αιτούμενη τροποποίηση. Επομένως δεν μπορεί να ευσταθίσει αυτός ο λόγος ένστασης. Πράγματι, αν κάποιος κοιτάξει την χρονολογική σειρά των γεγονότων θα παρατηρήσει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30/9/09 και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 8/10/13 και ως εκ τούτου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της. ΄Ομως τα πράγματα πρέπει να ιδωθούν και από την σκοπιά του πότε έλαβαν γνώση οι εναγόμενοι για το έγγραφο της συμφωνίας εγγύησης και πότε, αντιδρώντας, υπέβαλαν την αίτηση τροποποίησης. Το έγγραφο αυτό περιήλθε σε γνώση τους κατά το ξεκίνημα της ακροαματικής διαδικασίας στις 20/9/13 και η αίτηση υπεβλήθηκε στις 8/10/13. ΄Αρα δεν μπορεί να διαπιστωθεί καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης παρά τις παραλείψεις τους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Βέβαια, ο παράγοντας της καθυστέρησης που είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνεκτιμάται σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται πιο πάνω δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι εκφεύγει από τα όρια του εύλογου χρόνου που επιτάσσει το 30.2 του Συντάγματος για διεκπεραίωση μιας υπόθεσης. Συνακόλουθο εύρημα, ένεκα τούτου, για τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι θα προκληθεί σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν αποζημιώνεται με έξοδα, αφού οι ενάγοντες τη συναρτούν με την παραβίαση του 30.2 του Συντάγματος, είναι ότι δεν ευσταθεί τούτο αφού ακόμη λίγες ημέρες περισσότερο δεν θα παραβιάζετο το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, και διαταγή σχετική με έξοδα θα ήταν ικανοποιητική αποζημίωση. Σε σχέση με αυτή καθαυτή την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης δεν προβάλλεται μια εκ βάθρων αναδιαμόρφωση της υπεράσπισης με την οποία να δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται περί νέας υπεράσπισης, αλλά ζητείται η διασαφήνιση και με περισσότερες λεπτομέρειες επέκταση της παραγράφου 6 της έκθεσης υπεράσπισης η οποία καταγράφει καθαρά αλλά με γενικό τρόπο τον ισχυρισμό των Αιτητών για την συμφωνία εγγύησης. Επίσης η αιτούμενη τροποποίηση βασίζεται σε έγγραφο το οποίο οι Ενάγοντες κατέθεσαν ως τεκμήριο και επιδιώκουν την απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Αιτητών. Ούτε βέβαια αποτελεί κατάχρηση η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, αφού δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τούτο. Η καταχώρηση και μόνο, προηγούμενης παρόμοιας αίτησης δεν οδηγεί σε συμπέρασμα κατάχρησης. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ορθότερο και δικαιότερο για να καταστεί δυνατή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί στους Αιτητές να καταχωρήσουν τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης έτσι ώστε να λυθεί η ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, δίδεται άδεια και οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη υπεράσπιση εντός 10 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 - Αιτητών, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.