MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. EVANS JOHN GERAINT κ.α., Αρ. Αγωγής 784/11, 14/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 784/11 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσα και
- EVANS JOHN GERAINT
- A CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγόμενοι --------------------------------- Αίτηση ημερ. 11.3.2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης 14 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Τ. Κουκούνης για Α. Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κ. Φ. Φανή για Δαμιανού & Λάρκου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29.9.2011 η αιτήτρια, στηριζόμενη σε σύμβαση στεγαστικού δανείου και εγγύησης αντίστοιχα, πέτυχε, ερήμην, την έκδοση απόφασης εναντίον αμφότερων των εναγομένων της παρούσας υπόθεσης για το ποσό €457.175,99 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Παράλληλα, πέτυχε την έκδοση αριθμών διαταγμάτων που απορρέουν από Εκχωρητήριο Έγγραφο ημερ.14.12.2007 που υπέγραψε προς όφελός της ο εναγόμενος 1 (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) στα πλαίσια παραχώρησης του προαναφερθέντος δανείου. Στις 3.4.2012 ο καθ' ου η αίτηση, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, πέτυχε τον παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης, λόγω κακής επίδοσης της αγωγής. Δεν έγινε το ίδιο σε σχέση με την εναγόμενη 2 - με αποτέλεσμα η εναντίον της απόφαση να παραμένει σε ισχύ. Στη συνέχεια, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης (28.6.2012) και η αιτήτρια Απάντηση στην Υπεράσπιση (16.11.2012). Ακολούθησε αίτηση ορισμού και η υπόθεση άχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7.1.
- Δηλώθηκε, τότε, πρόθεση καταχώρησης Αίτησης Τροποποίησης της Έκθεσης Απαιτήσεως, η οποία τελικώς καταχωρήθηκε στις 11.3.2013 (η επίδικη Αίτηση). Με την επίδικη Αίτηση, η αιτήτρια ζητά την εκτενή τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης κατά τρόπο που να εισάγονται στο δικόγραφο λεπτομέρειες δόλου, απάτης και αμέλειας από μέρους τόσο του καθ' ου η αίτηση, όσο και της εναγόμενης
- Όλοι οι ισχυρισμοί/θεραπείες που επιθυμεί να εισαγάγει στο δικόγραφο η αιτήτρια εκπηγάζουν από ένα και μόνο γεγονός, ήτοι, στο ότι ο καθ' ου η αίτηση και η εναγόμενη 2 φέρεται να ακύρωσαν το πωλητήριο έγγραφο ημερ.10.12.2007 και να υπέγραψαν μεταξύ τους καινούργιο ημερ.30.5.2008 - με αποτέλεσμα το εκχωρητήριο έγγραφο ημερ.14.12.2007 που υπεγράφη προς όφελος της αιτήτριας -ως ουσιαστική εξασφάλιση για το παραχωρηθέν στον καθ' ου η αίτηση στεγαστικό δάνειο - να καταστεί άνευ αντικειμένου και άνευ ουσίας. Η Αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-9, Δ.19 Θ.1-27, Δ.20 Θ 1-5, Δ.25 Θ.1-6, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου της αιτήτριας, κας Μαρίας Ιωάννου Κάρουλλα. Η κα Κάρουλλα στην ένορκή της δήλωση εξηγεί με λεπτομέρεια το ιστορικό της διαφοράς και την αναγκαιότητα αποδοχής της αιτούμενης τροποποίησης. Η Αίτηση συνάντησε την αντίθεση του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος με την Ένστασή του, ημερ.22.4.2013, εγείρει έντεκα ειδικούς λόγους ένστασης, βάσει των οποίων επιδιώκεται η απόρριψη της Αίτησης. Τους παραθέτω αυτούσιους.- Α. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν εντελώς νέα (Βάση απαίτησης ή και ισχυρισμών, επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία. Β. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης απαίτησης ή και ισχυρισμών δόλου, απάτης ή και αμέλειας ενώ (α) ήδη έχει εκδικαστεί και αποτελέσει πλέον δεδικασμένο η απαίτηση των αιτητών κατά των εναγομένων 2 σε σχέση με τις υφιστάμενες θεραπείες της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης, σε διαφορετική βάση από ότι τώρα ζητείται με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δύο διαφορετικές βάσεις, διαφορετικές θεραπείες, πράγμα δικονομικά ή και διαδικαστικά ανεπίτρεπτο αλλά και ενάντια στο όποιο δικαίωμα συνεισφοράς ή αλληλεγγυότητας ή και συνευθυνότητας ή ανάκτησης ήθελε διαφανεί από μέρους του εναγομένου 1 εναντίον των εναγομένων
- (β) αυτή η ισχυριζόμενη βάση επήλθε κατά την θέση των εναγόντων την 30-05-2008 με την υπογραφή νέου πωλητηρίου ή και την 16-06-2008 με την κατάθεση νέου πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο και επομένως τέτοια ισχυριζόμενη βάση ή ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να εγείρουν κάτι τέτοιο λόγω παραγραφής αλλά και λόγω δεδικασμένου ή και αναγκαίου δεδικασμένου από την απόφαση που οι ενάγοντες πέτυχαν κατά του εναγομένου 2 ημερομηνίας 29-09-
- (γ) θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 σε ανεπανόρθωτο βαθμό ή/και κατά τρόπο ώστε ο εναγόμενος να βρεθεί σε δυσμενή θέση ή/και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή ή/και εύλογη αποζημίωση του εναγομένου υπό τις περιστάσεις. Γ. Η ισχυριζόμενη και προτιθέμενη με την αιτούμενη τροποποίηση βάση αγωγής είναι αδύνατη ή και ανέφικτη ή και πρόωρη και έτσι η τροποποίηση είναι αχρείαστη. Δ. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ζητείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, και κυρίως μετά που εκδόθηκε απόφαση κατά των εναγομένων 2, μετά που οι ενάγοντες κατέστησαν αναξιόχρεοι ως Τράπεζα ή και βρίσκονται υπό διαχείριση ή και εκκαθάριση. Ε. Οι ενάγοντες δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, αφού όλα τα όσα θέλουν να δικογραφήσουν και τα οποία αφορούν το πωλητήριο έγγραφο εναγομένου 1-εναγομένων 2 ημερ. 30.05.2008 και την κατάθεσή του στο Κτηματολόγιο στις 13.06.2008 ήσαν γνωστά στην πλευρά των εναγόντων το αργότερο από τις 22.12.2011 που έλαβαν την αίτηση του εναγομένου 1 για παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας ερήμην απόφασης. Μάλιστα, μετά την αίτηση παραμερισμού εκδίκασαν την αίτηση παραμερισμού καταχωρώντας ένσταση στις 2.02.2012 όπου τοποθετήθηκαν επί του θέματος του δεύτερου πωλητηρίου και προέβησαν σε σειρά διαδικαστικών βημάτων στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή χωρίς να θέσουν θέμα τροποποίησης και χωρίς να δώσουν οιαδήποτε επαρκή ή νόμιμη δικαιολογία της παράλειψης τους. Στ. Δεν δίδεται ουδεμία δικαιολογία ή/και δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση για ενάμιση έτος σχεδόν ή και η προβολή νέας βάση απαίτησης στο προχωρημένο αυτό στάδιο ή/και ουδεμία εξήγηση δεν δίδεται στην αίτηση ή/και στην υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση ή/και ουδεμία βάσιμη δικαιολογία προβάλλεται ή/και ο σχετικός ισχυρισμός και ως εκ τούτου, ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Ζ. Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα εκμηδένιζε τα δικαιώματα για συνεισφορά ή και συνυπευθυνότητας ή και ανάκτησης μεταξύ συναδικοπραγήσαντων ή και υπευθύνων ή και συνυπεύθυνων που οι ενάγοντες ισχυρίζονται και θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα του εναγομένου
- Η. Ο ισχυρισμός για ζημιά δεν μπορεί να ευσταθεί και ως τέτοιος καθιστά την αιτούμενη τροποποίηση αχρείαστη. Θ. Η αναξιοχρεότητα των εναγόντων ως Τράπεζας υπό εκκαθάριση ή και υπό διαχείριση ή και υπό τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας κάτω από τον Σχετικό Νόμο καθιστά αδύνατη σε κάθε περίπτωση πέραν των πιο πάνω αποζημίωση του εναγομένου 1 από τον επηρεασμό που θα επέφερε τέτοια τροποποίηση. Ι. Η υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και δεν αποτελεί μαρτυρία ή/και είναι αντικανονική ή/και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ή/και πρόσωπο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης ή/και η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης των γεγονότων που παρατίθενται σε αυτή. ΙΑ. Δεν αποκαλύπτονται ούτε στοιχειοθετούνται επαρκείς λόγοι για τον νομικά και πραγματικά βάσιμο της αίτησης. Η Ένσταση θεμελιώνεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.2-7, Δ.25 Θ.1-4, Δ.19 Θ.13-16, Δ.39 Θ.2, στα άρθρα 36, 51, 64 και 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, με αποτέλεσμα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι να υιοθετήσουν και να καταθέσουν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους. Προτού προχωρήσω σε επιμέρους σχολιασμό εκατέρωθεν ισχυρισμών, αξίζει να γίνει μια σύντομη σκιαγράφηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Σχετική για τροποποιήσεις δικογράφων είναι η Διαταγή 25, θεσμός 1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν προσφάτως στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.2013, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Παρομοίως στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α., Πολ. Έφεση 79/09, ημερ. 4.5.2012, υποδείχθηκαν τα εξής: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » (βλ. επίσης Ιωσηφίδης v. BERNHARD SCHULTE SHIPMANAGEMENT (CYPRUS) LTD, Πολ. Έφεση 239/11, ημερ.23.10.2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με κάθε εκτίμηση βέβαια προς την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, φρονώ πως θα ήταν χρονοβόρο και αχρείαστο, το Δικαστήριο να καταπιαστεί με εκτενή σχολιασμό των λόγων ένστασης ένα προς ένα (βλ. κατ' αναλογία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 315/07, ημερ. 12.7.2010, σελ. 27-28). Αναφορά, βέβαια, θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται προς αποκρυστάλλωση αμφισβητούμενων στοιχείων και δεδομένων. Εδώ πιστεύω το αίτημα της αιτήτριας θα πρέπει να αντικριστεί από μια σφαιρική και ουδέτερη οπτική γωνία. Έτσι, φρονώ, θα οδηγηθεί το Δικαστήριο στην ορθή άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, στοιχείο κυρίαρχο σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Τί ισχυρίζεται λοιπόν η αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση; Με απλά λόγια, ισχυρίζεται ότι υπήρξε δόλια συμπαιγνία μεταξύ καθ' ου η αίτηση και εναγόμενης 2 έτσι ώστε να ακυρωθεί το προηγούμενο πωλητήριο έγγραφο, να υπογραφεί καινούργιο και να απωλέσει έτσι τη σημασία του το εκχωρητήριο έγγραφο - η μόνη δηλαδή χειροπιαστή εξασφάλιση που κατέχει για το κατ' ισχυρισμό μεγάλο δάνειο που παραχώρησε στον καθ' ου η αίτηση - με άμεσο και ορατό κίνδυνο, αν πετύχει στις αξιώσεις της, η όποια απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη. Επ' αυτού, ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι τα περί συμπαιγνίας τα πληροφορήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης στις 29.9.2011 και συγκεκριμένα στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού που καταχώρησε ο καθ' ου η αίτηση στις 22.12.2011. Αυτό ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε πιστεύω θα μπορούσε, καθ' ότι αν η αιτήτρια γνώριζε, θα ήταν παράλογο να συνέχιζε την προώθηση της απαίτησής της, στη βάση, μεταξύ άλλων, ενός κατ' ουσία ανύπαρκτου εκχωρητηρίου έγγραφου. Η σπουδαιότητα και συνάφεια του ισχυρισμού με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα της αγωγής είναι πιστεύω προφανής, όπως προφανής είναι και η ανάγκη να συμπεριληφθούν οι επακόλουθες αιτούμενες τροποποιήσεις στον κορμό των επιδίκων θεμάτων και να αποφασιστούν ενιαία και ορθολογιστικά στα πλαίσια μίας και μόνο αγωγής. Τα πράγματα είναι, πιστεύω, τόσο απλά. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει και επομένως, ούτε τετελεσμένα έχουν δημιουργηθεί, ούτε εκτροπή τόση και τέτοια που να επηρεάζονται δυσμενώς και ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Ομοίως δεν υπάρχει υποψία για κακή πιστή ή για υποβόσκοντα αλλότρια κίνητρα από μέρους της αιτήτριας με την υποβολή της Αίτησης. Αντίθετα, αναφύεται μια εύλογη ανησυχία να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα διαδραματισθέντα που επισυνέβησαν για να είναι τελέσφορη η προσπάθεια που καταβάλλει για διεκδίκηση του κατ' ισχυρισμό οφειλομένου ποσού. Καθυστέρηση ομολογουμένως υπήρξε και έχει δίκαιο επ' αυτού η πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Από την πληροφόρηση της αιτήτριας για την αναγκαιότητα τροποποίησης (22.11.2011) μέχρι την εκδήλωση του διαβήματος τροποποίησης (11.3.2013) πέρασαν σχεδόν 15 μήνες. Η αιτήτρια θα μπορούσε, πιστεύω, να επιδείκνυε περισσότερη σπουδή και να καταχωρούσε την Αίτησή της νωρίτερα. Ωστόσο η καθυστέρηση, εν όψει και των προτέρων μου παρατηρήσεων, ουδόλως δικαιολογεί απόρριψη της Αίτησης (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. Α & G Leventis κ.α. (ανωτέρω), Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Η καθυστέρηση συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δίκαιο έχει και η πλευρά του καθ' ου η αίτηση στη θέση ότι εισάγονται νέοι ισχυρισμοί και νέα θέματα από μέρους της αιτήτριας. Τα θέματα αυτά, όμως, τα έμαθε εκ των υστέρων και εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει να αποτελούν τον κορμό για την εισαγωγή αυτοτελούς νέας βάσης αγωγής - που και έτσι να ήταν δεν θα ήταν αυτόματα απορριπτέοι - αλλά αναγκαία ζητήματα για απόδειξη της υφιστάμενης βάσης αγωγής που είναι η διεκδίκηση χρημάτων δυνάμει υπογραφείσας σύμβασης. Με την επισήμανση αυτή κρίνονται ανυπόστατες και απορριπτέες οι ενστάσεις του καθ' ου η αίτηση που αφορούν παραγραφή, αλλά και δεδικασμένο. Σε σχέση με δεδικασμένο, αδυνατώ πραγματικά να αντιληφθώ πώς προκύπτει ένα τέτοιο ζήτημα, ειδικά για τον καθ' ου η αίτηση που υποβάλλει την Αίτηση. Η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 2 στη βάση των τότε δεδομένων που είχε υπόψη της η αιτήτρια, ουδόλως δημιουργεί τέτοιο κώλυμα. Ομοίως αδυνατώ να αντιληφθώ σε ποιο δικαίωμα συνεισφοράς αναφέρεται ο καθ' ου η αίτηση και πολύ περισσότερο πώς πλήττεται αυτό το δικαίωμα. Ο καθ' ου η αίτηση φέρεται ως δανειολήπτης και όχι εγγυητής για να προκύπτει θέμα συνεισφοράς, ανάκτησης ή άλλης διεκδίκησης σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Ανεδαφικός κρίνεται και ο ισχυρισμός της πλευράς του καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση της κας Κάρουλλα αντιβαίνει στις πρόνοιες της Δ.
- Αντίθετα, από το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της ενόρκου δηλώσεως καταδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο, αφού η ενόρκως δηλούσα με λεπτομέρεια αναφέρει ποια γεγονότα γνωρίζει η ίδια και ποια έχει πληροφορηθεί από τρίτους, αποκαλύπτοντας συνάμα την πηγή πληροφόρησής της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. -Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. -Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. -Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τα έξοδα, είθισται, ο αιτών την τροποποίηση να επωμίζεται τη δαπάνη που προκλήθηκε αφού εκείνος, με το δικονομικό διάβημα, προκάλεσε την εκτροπή. Η αρχή αυτή ισχύει ανεξαρτήτως της θέσης της εδώ αιτήτριας ή και της όποιας αιτήτριας ότι το διάβημα εκδηλώθηκε ένεκα πράξεων που αποδίδονται αποκλειστικά στον καθ 'ου η αίτηση ή και σε τρίτους. Δεν αξιολογείται το αληθές τέτοιων ισχυρισμών σ΄ αυτό το στάδιο. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου εδώ περιορίζεται στη δικογραφία και στο πλαίσιο των εξόδων στο ποιος προκαλεί τη διαδικαστική εκτροπή. Αυτός, στην προκειμένη περίπτωση, είναι αναμφίβολα η αιτήτρια. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης και τα έξοδα που χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο