← Κύπρος

Janet Moore ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγ.: 560/07, 29/11/2013

Janet Moore ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α., Αρ. Αγ.: 560/07, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 560/07 Μεταξύ: Janet Moore Ενάγουσα και

  1. Frixos Evagorou Water Sports Ltd
  2. Φρίξος Ευαγόρου
  3. Χρυσόστομος Χρυσοστόμου Εναγομένων ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 01/11/12 ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΣΑ 23/9/13 Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Τριλλίδης για Πολάκη Σαρρή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2: κα Χ''Κωνσταντή για κ. Πιττάτζη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή που ήγειρε η Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Την ίδια τύχη είχε και η έφεση που ασκήθηκε επί της Πρωτόδικης απόφασης. Τα έξοδα που δημιουργήθηκαν εναντίον της Ενάγουσας σύμφωνα με την δικηγόρο του Εναγόμενου 2 όπως ανάφερε στην αγόρευση της, υπερβαίνουν τις €12.
  4. Εν πάση περιπτώσει τα έξοδα που υπολογίστηκαν υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως φαίνεται από το διάταγμα ημερομηνίας 7/6/11, ανέρχονται στις €6206 συν τόκος 8% ετησίως από 12/9/07 μέχρι 14/10/08 και ακολούθως 5,5% ετησίως από 15/10/08 επί του ποσού των €6147 μέχρι εξόφλησης. Επιπλέον είναι τα έξοδα της έφεσης που δεν φαίνονται υπολογισμένα αλλά υπολογίζονται από τον Εναγομένο 2 πέραν των €
  5. Στα πλαίσια της αγωγής δημιουργήθηκαν έξοδα υπέρ της Ενάγουσας ύψους £777.50 ήτοι €1328.44 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. πλέον τόκο. Για την είσπραξη των εξόδων της η Ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση έρευνας ημερομηνίας 01/11/12 εναντίον του Εναγομένου
  6. Αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτονται τρία τεκμήρια. Διατείνεται δε η ενόρκως δηλούσα ότι ο Εναγόμενος 2 είναι σε θέση να καταβάλλει το ποσό των €400 μηνιαίως και εξηγεί που στηρίζει την πεποίθηση της αυτή. Ο Εναγόμενος 2 στις 15/4/13 καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία προβάλλει ένα μόνο λόγο ένστασης, ότι «η Ενάγουσα οφείλει στους Καθ' ων η Αίτηση μεγαλύτερα ποσά δικηγορικών από την ίδια υπόθεση που δεν είναι εύκολο να εισπραχθούν». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Ο ενόρκως δηλών, Εναγόμενος 2, αφού αναφέρεται στα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των Εναγομένων από την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας και αυτά που υπολογίζονται για την έφεση και ότι αυτά επιδικάζονται προς όφελος των διαδίκων, ακολούθως αναφέρει ότι η Ενάγουσα είναι κάτοικος Αγγλίας σε άγνωστη γι' αυτόν διεύθυνση, προχωρημένης ηλικίας, που ίσως τώρα να μην ζει, και είναι αντικειμενικά αδύνατο να εισπράξει τα προς όφελος του επιδικασθέντα έξοδα. Υπάρχει νομολογία, συνεχίζει, ότι είναι σωστό και δίκαιο ότι όταν ένας διάδικος οφείλει χρήματα στον άλλο διάδικο και ο άλλος διάδικος δικαιούται να παίρνει από αυτόν τότε εμποδίζεται ο Αιτητής να πάρει αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης κατά του διαδίκου που του χρωστεί. Δηλαδή όπως στην περίπτωση μας που η Ενάγουσα του χρωστεί πολλαπλάσιο ποσό. Υποχρεώθηκε δε σε πληρωμή στους δικηγόρους του γιατί δεν μπορούσε να εισπράξει τα έξοδα από την Ενάγουσα. Ακολούθησε αίτηση ημερομηνίας 30/5/13 με την οποία ο Εναγόμενος 2 αιτείτο τρεις θεραπείες. Τελικά, αφού απέσυρε τις δύο πρώτες, παρέμεινε το (Γ) της Αίτησης με το οποίο ζητείτο απόφαση ή και διάταγμα όπως εξεταστεί προδικαστικά το θέμα που εγείρεται στην ένσταση που έφερε κατά της αίτησης ημερομηνίας 1/11/12, ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να παίρνει μέτρα εκτέλεσης για πληρωμή των επιδικασθέντων εξόδων της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση, όταν η ίδια οφείλει στον Εναγόμενο 2 στην ίδια υπόθεση ποσά πολύ μεγαλύτερα και μάλιστα για έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της. Ακολούθησε ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας η οποία καταχωρήθηκε στις 6/6/
  7. Αφού οι δύο πλευρές συμφώνησαν και το δικαστήριο ενέκρινε, ακούστηκε προδικαστικά ο μοναδικός λόγος ένστασης ημερομηνίας 15/4/13 στην αίτηση έρευνας ημερομηνίας 1/11/12, ο οποίος ως εξηγείται στην αγόρευση της δικηγόρου του Εναγομένου 2 πρόκειται για αίτημα αναστολής της διαδικασίας της αίτησης έρευνας. Η βασική θέση υποστήριξης του λόγου ένστασης που αναφέρεται ανωτέρω, εκ μέρους της δικηγόρου του Εναγομένου 2, είναι ότι δεν είναι δυνατό να προβαίνει η Ενάγουσα σε μέτρα εκτέλεσης για ένα πολύ μικρότερο ποσό εξόδων από αυτό που η ίδια οφείλει σε έξοδα στον Εναγόμενο
  8. Την θέση αυτή την απέδωσε ως αρχή του κοινοδικαίου η οποία καθιερώθηκε στην υπόθεση Meynall v. Morris

(1911)LT 667, η οποία αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 1900 και η οποία πρέπει να ακολουθηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Από την άλλη ο δικηγόρος της Ενάγουσας αφού σημειώνει ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς ζητείται με το (Γ) της αίτησης ημερομηνίας 30/5/13 και προβαίνει σε διάφορες υποθέσεις καταλήγει, όπως ο ίδιος εκλαμβάνει την αίτηση, ότι πρόκειται για αίτηση με την οποία ουσιαστικά εγείρεται θέμα ως είδος κωλύματος για την Ενάγουσα να αναζητήσει με μέτρα εκτέλεσης τα έξοδα που δικαιούται επειδή και αυτή οφείλει πολύ περισσότερα στον Εναγόμενο
  1. Θέση όμως κατά την εισήγηση του που δεν έχει νομικό έρεισμα στην αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, συνεχίζει, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι πρόκειται για αίτηση συμψηφισμού ή αναστολής μέτρων εκτέλεσης και πάλι δεν θα μπορούσε να βρει νομικό έρεισμα αφού (α) δεν υπάρχει στο κυπριακό νομικό σύστημα δικαίωμα συμψηφισμού και (β) συμψηφισμός μπορεί να γίνει, κατόπιν διαβήματος, από τον Πρωτοκολλητή δυνάμει της Δ.59 θ.7 και 13 και όχι από το Δικαστήριο. Διάταξη όμως η οποία απουσιάζει από την νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 30/5/13 αλλά ούτε και γίνεται αναφορά για συμψηφισμό τόσο στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15/4/13 όσο και στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 30/5/13 που συνοδεύουν ένσταση και αίτηση αντίστοιχων ίδιων ημερομηνιών. Ούτε επίσης αναφέρεται η Δ.40 και δη οι θ.7 και 11 στην αίτηση ημερομηνίας 30/5/13 αν και πρέπει να αναφερθεί ότι στην ένσταση ημερομηνίας 15/4/13 περιλαμβάνεται η Δ.40 θ.1-17, εκ των οποίων οι θ.7 και 11 αναφέρονται σε αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Περαιτέρω άλλες διατάξεις που αναφέρονται στην αίτηση ημερομηνίας 30/5/13 είναι άσχετες, ενώ το άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ουσιαστική νομική βάση της αίτησης δεν δύναται να υποστυλώσει οιονδήποτε αίτημα. Επειδή έγινε αναφορά σε Καθ' ων η Αίτηση από την συνήγορο του Εναγομένου 2 να σημειώσω ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον μόνο του Εναγομένου 2 αφού από την δεύτερη σελίδα της αίτησης φαίνεται ότι τούτη απευθύνεται μόνο προς τον Εναγόμενο
  2. Η έκδοση μαρτυρικής κλήσης ίδιας ημερομηνίας, ήτοι 1/11/12, με την οποία καλείται να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο μόνο ο Εναγόμενος 2, όπως και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταδεικνύει τελειωτικά ότι η αίτηση στρέφεται μόνο εναντίον του Εναγομένου
  3. Επίσης, ένεκα των θέσεων του δικηγόρου της Ενάγουσας που αναπτύχθηκαν στην αγόρευση του, πρέπει να ξεκαθαριστεί τι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Αφού αποσύρθηκαν το (Α) και (Β) της αίτησης ημερομηνίας 30/5/13 και παρέμεινε μόνο το (Γ), τούτο αποφασίσθηκε και τελείωσε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/9/13 με την οποία εγκρίθηκε τούτο κατόπιν που οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι συμφωνούν όπως ακουσθεί προδικαστικά ο μοναδικός λόγος της έντασης που αναφέρεται ανωτέρω. Επομένως εξέταση και απόφαση θα τύχει μόνο το προδικαστικό θέμα που εγείρεται με την ένσταση ημερομηνίας 15/4/
  4. Οι αναφορές του συνηγόρου της Ενάγουσας στην αγόρευση του που σχετίζονται με την αίτηση ημερομηνίας 30/5/13 δεν έχουν έρεισμα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο προδικαστικά θα εξετάσει κατά πόσο ο μοναδικός λόγος της ένστασης ημερομηνίας 15/4/13 ευσταθεί ή όχι. Προτού όμως αναφερθώ σε αυτό το σημείο, ένεκα της επικληθείσας αγγλικής απόφασης από την συνήγορο του Εναγομένου 2 και την θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας για τον συμψηφισμό, πρέπει να αναφερθεί ότι φαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία συμψηφισμού των ποσών τόσο της απαίτησης με την ανταπαίτηση που πηγάζουν από την ίδια βάση γεγονότων όπως και για τα έξοδα αυτών (απαίτησης - ανταπαίτησης), βλ. υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης & Αδελφός Λτδ v. Tsouris Constructions and Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 355. Στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 577 εξηγείται ότι ο συμψηφισμός στην Κύπρο δεν ισχύει για ποσά που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις, Βλ. επίσης Αντωνίου v. Cyprus Popular Bank
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Να λεχθεί επί πλέον ότι σύμφωνα με την Δ.59 Κ.7 διακανονισμός για αποζημιώσεις ή για έξοδα μεταξύ των διαδίκων μπορεί να επιτραπεί. Επίσης η Δ.59 Κ.13 προνοεί: «
  2. In any case in which, under Rule 13 of this Order, or any other Rule of Court, or by the order or direction of a Court or Judge, or otherwise, a party entitled to receive costs is liable to pay costs to any other party, the taxing officer may tax the costs such party is so liable to pay, and may adjust the same by way of deduction or set-off, or may, if he shall think fit, delay the allowance of the costs such party is entitled to receive until he has paid or tendered the costs he is liable to pay; or such officer may allow or certify the costs to be paid, and the same may be recovered by the party entitled thereto in the same manner as costs ordered to be paid may be recovered.» Σε μετάφραση: «
  3. Σε οιανδήποτε περίπτωση στην οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό 13 αυτής της διάταξης ή άλλο κανονισμό Δικαστηρίου ή δια άλλης διαταγής ή οδηγίες Δικαστηρίου ή Δικαστού, ένας διάδικος που δικαιούται να πληρωθεί έξοδα, είναι υπόχρεος να πληρώσει έξοδα σε οιονδήποτε διάδικο, ο επί της ψηφίσεως υπάλληλος μπορεί να ψηφίσει τα έξοδα που είναι υπόχρεος να πληρώσει ο τοιούτος διάδικος και μπορεί να τα κατανέμει υπό τύπο αφαιρέσεως ή διακανονισμού ή μπορεί, αν το θεωρήσει βολικό, να καθυστερήσει να επιτρέψει τα έξοδα που δικαιούται να πληρωθεί ο τοιούτος διάδικος μέχρις ότου πληρώσει ή προσφέρει τα έξοδα που είναι υπόχρεος να πληρώσει ή ο τοιούτος υπάλληλος μπορεί να επιτρέψει ή πιστοποιήσει τα έξοδα για να πληρωθούν και αυτά μπορούν να εισπραχθούν από τον δικαιούχο διάδικο κατά τον ίδιο τρόπο που μπορούν να εισπραχθούν έξοδα που διατάσσεται να πληρωθούν.» Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.48 Κ.4-8, στη Δ.40 Κ.1-17 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Δ.48 Κ.4
(1)παρέχει το θεσμικό πλαίσιο για καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης και τι πρέπει να περιλαμβάνει αυτή. Σύμφωνα με την Δ.48 Κ.4
(1)η ένσταση θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας, θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.40 Κ.1-17. Έστω και αν η αναφορά στη νομική βάση της έντασης γίνεται με αυτή την διατύπωση δεν υπάρχει αμφιβολία, αφού ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ότι αυτή εδράζεται επί της Δ.40 Κ.7(β) και 11. Η Δ.40 Κ.7(β) προνοεί: «7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
  1. a).... (
  2. b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Σε μετάφραση: «7. Κάθε πρόσωπο προς το οποίον οιονδήποτε ποσό ή χρήματα ή έξοδα πρέπει να πληρωθούν σύμφωνα με μια απόφαση ή διάταγμα όταν τα χρήματα ή έξοδα καταστούν πληρωτέα, δικαιούται να αποταθεί για την έκδοση εντάλματος για επιβολή της πληρωμής λαμβανομένων όμως υπόψιν των πιο κάτω: (α) .. (β) Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατά ή μετά το χρόνο που δίδει την απόφαση ή το διάταγμα, να αναστείλει την εκτέλεση μέχρι τέτοιου χρόνου πουθα ήθελε θεωρήσει πρέποντα.» Η Δ.40 Κ.11 προβλέπει: «11. Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «11. Οποιοσδήποτε διάδικος που εδόθη απόφαση εναντίον του σε διάταγμα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία εναντίον της τοιαύτης απόφασης στα γεγονότα που εμφανίσθηκαν πολύ αργά για να αναφερθούν στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να δώσει τέτοια θεραπεία και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι. Νοείται ότι το Δικαστήριο ή Δικαστής πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.» Σε σχέση με τον Κ.11 της Δ.40 αν και φαίνεται να έχει εφαρμογή σε ευρεία θέματα, σύμφωνα με τη νομολογία θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση η ύπαρξη έφεσης. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι ο ως άνω Κ.11 της Δ.40 δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης, βλ. υπόθεση Stavrou & another v Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449, Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, Αίτηση Αριθμός 145/99 Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 6)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2121 και Αίτηση Αριθμός 109/00 Αντωνίου
(1)
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1868. Όσον αφορά τον Κ.7 Δ.40 στην υπόθεση Barberi v. Papadopoulou
(1982)JSC 308 λέχθηκε ότι ο θεσμός αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή έξοδα, Βλ. Αντωνίου (Αρ.1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1868. Στην Κ.Α.Ο.Δ.Χ. αίτηση αριθμός 107/03
(2004)1 Α.Α.Δ. 751 καταγράφεται ότι ο Θ.7(β) αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης, εννοείται απόφασης ή διατάγματος. Συμπληρώνω, ή κάποιας διαδικασίας. Σύμφωνα με την Νικολάου v. Πολυδώρου
(2000)1 Α.Α.Δ. ο Θ.7 της Δ.40 παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει ορθό, Βλ. επίσης Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (Αρ.2)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1118 και American Express (Europe) Ltd
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 228. Η αντίστοιχη αγγλική διαταγή της Δ.40 Θ.7 μετά την αντικατάσταση της το 1966 δίδει εξουσία στα αγγλικά δικαστήρια να αναστέλλουν την εκτέλεση απόφασης ή διατάγματος με ή χωρίς όρους, οποτεδήποτε συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις βάσει των οποίων δεν είναι επιθυμητή η άμεση εκτέλεση. Αλλά και πριν την αντικατάσταση που το θέμα αφήνετο στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πάλι χρειάζετο να καταδειχθεί ότι υπήρχαν ιδιαίτερες περιστάσεις. Εξετάζοντας όλες τις πιο πάνω υποθέσεις διαπιστώνεται ότι το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης αποτελούσε προσωρινό μέτρο εν αναμονή μιας άλλης κύριας αίτησης, όπως π.χ. αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση η αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας επιδιώκεται μέσω της ένστασης για το λόγο, που είναι και ο μοναδικός, όπως καταγράφεται ανωτέρω. ΄Εναυσμα δηλαδή έδωσε η ίδια η αίτηση έρευνας. Τέλος γίνεται επίκληση από τη συνήγορο του Εναγομένου 2 της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Προφανώς όταν επικαλείται την υπόθεση Morris, ανωτέρω, και καλεί το Δικαστήριο να την εφαρμόσει εννοεί ότι το Δικαστήριο με πηγή την απόφαση αυτή βασισμένη στο Κοινοδίκαιο θα πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του και να αναστείλει τη διαδικασία. Από την υπόθεση Meynall v. Morris
(1911)104 LT 667 καταγράφεται το κατωτέρω απόσπασμα όπως είναι καταγραμμένο στο Annual Practice 1958 σελίδα 1900: "Where the party to receive costs was indebted at the issue of the writ to his opponent to an amount exceeding the amount he is to receive, he will on motion be restrained from levying execution except to the extent to which he has paid that debt." Σε μετάφραση: «Όταν ο διάδικος που έχει να λαμβάνει έξοδα, ήταν οφειλέτης κατά την έκδοση της κλήσης στον αντίδικο του για ποσό που υπερβαίνει το ποσό που έχει να λαμβάνει, κατόπιν αίτησης, θα παρεμποδίζεται από το να ζητά εκτέλεση, με εξαίρεση στο βαθμό που έχει καταβάλει την οφειλή του.» Στο The Digest Vol 40
(2)2nd reissue στην σελίδα 441 η αναφορά που γίνεται γι' αυτή την υπόθεση σχετίζεται με τον συμψηφισμό. Από την ανάγνωση δε της ίδιας της απόφασης φαίνεται ότι συμπλέκονται τα δύο θέματα με ένα ιδιαίτερο τρόπο με βάρος προς το συμψηφισμό. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή έχει περιγραφεί στη Χαραλαμπίδης v. Μελωδία Χαραλαμπίδου
(1997)1 Α.Α.Δ. 724 είναι εκείνη που εξυπακούεται από τη φύση της λειτουργίας του ως Δικαστήριο της Δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 49, 59 λέχθηκαν τα ακόλουθα για την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως το φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289, 295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Holst & Co. Ltd [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην Κορέλλη, Αίτηση αριθμός 53/99
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122 στην οποία αναφέρθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να προστρέξουν στο περιεχόμενο ή στην έκταση της σύμφυτης εξουσίας στην αγγλική νομολογία αφού η απονομή της δικαιοσύνης στη Κύπρο έχει ως πρότυπο την απονομή της δικαιοσύνης κατά το δικαστικό σύστημα του Κοινοδικαίου με την διαφορά ότι στην Κύπρο η αυτονομία και το ξεχωριστό της Δικαστικής εξουσίας κατοχυρώνονται με γραπτό Σύνταγμα. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου, Εφεσ. Αρ. 22/10, ημερομηνία 14/2/12 γίνεται αναφορά και καταγράφονται αποσπάσματα από άλλες υποθέσεις ως εξής: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησης της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2011 JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis, ημερομηνίας 5.5.2011, ως ακολούθως: «Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφιστάμενων και γνωστών δικαϊικών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).»» Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι «το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών v. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.»» Ασκώντας τις εξουσίες που έχει το Δικαστήριο με πηγή όλα τα ως άνω, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση ευσταθεί αφού δεν θα ήταν δίκαιο ο διάδικος που δικαιούται πολύ λιγότερα έξοδα να του επιτραπεί να επιδιώξει να λάβει τούτα, όταν ο ίδιος οφείλει στον αντίδικο του πολύ περισσότερα. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η προδικαστική ένσταση γίνεται αποδεκτή. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της διαταγής εξόδων ημερομηνίας 9/10/07 για το ποσό των €1328.44 πλέον τόκο μέχρι την πληρωμή των εξόδων του Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση από την Ενάγουσα - Αιτήτρια, με €1100 έξοδα συν Φ.Π.Α. στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα στην αίτηση ημερομηνίας 30/5/13 που συμφωνήθηκαν στο 1/3 και θα ακολουθούσαν το αποτέλεσμα της αίτησης ημερομηνίας 1/11/12, υπέρ του Εναγομένου 2 - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην αίτηση ημερομηνίας 1/11/12. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.