Τάσου Τζιούλιους ν. Νίκου Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1157/09, 3/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1157/09 Μεταξύ: Τάσου Τζιούλιους, από τη Λάρνακα Ενάγοντα και Νίκου Νικολάου, από τη Σωτήρα Εναγόμενου Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Α. Λάντος (για να ακούσει απόφαση κα. Λάντου Για Εναγόμενο: κος Γ. Χριστοφίδης (για να ακούσει απόφαση κος Πασιουρτίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης αξιώνει το ποσό των €7.986- ως ποσό που πρέπει να του επιστραφεί σύμφωνα με προφορική συμφωνία ημερομηνίας 20/02/09 με την οποία είχε ακυρωθεί η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 13/02/
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Εναγόμενος στις 13/02/09 είχε συμφωνήσει να πωλήσει στον Ενάγοντα το κτήμα του με αρ. εγγραφής 10969, Σχέδιο 2-286-379, Τμήμα 4, στην τοποθεσία Καμινούδια στο Δήμο Δερύνειας έναντι του ποσού των €93.973-. Ο Ενάγοντας είχε καταβάλει ως προκαταβολή το ποσό των €17.086-, σύμφωνα και με τον όρο 4 του πωλητηρίου εγγράφου, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα το κατάβαλλε στις 27/03/09 με 15 μέρες χάρη. Στις 20/02/09 ο Εναγόμενος είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα την ακύρωση της πώλησης γιατί είχε βρει αγοραστή, ο οποίος του προσέφερε το ποσό των €107.640-, πρόταση την οποία είχε αποδεχθεί ο Ενάγοντας με τον όρο να του επιστραφεί η προκαταβολή. Την ίδια μέρα ο Εναγόμενος επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των €9.100- και παρέμεινε προς επιστροφή το ποσό των €7.986- το οποίο είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε σε μερικές μέρες. Ο Εναγόμενος όμως άλλαξε γνώμη με αποτέλεσμα, στις 03/06/09, ο δικηγόρος του Ενάγοντα να αποστείλει επιστολή απαιτώντας το υπόλοιπο της προκαταβολής του. Στις 10/06/09 ο Εναγόμενος απάντησε τη συγκεκριμένη επιστολή μέσω του δικηγόρου του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα το ποσό των €7.986- εξακολουθεί να κατακρατείται από τον Εναγόμενο, ο οποίος θα έπρεπε να το είχε επιστρέψει δυνάμει της προφορικής συμφωνίας με την οποία είχε ακυρωθεί η προφορική πώληση γι΄ αυτό και αξιώνεται η επιστροφή του. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση αναφέρει ότι είχε συμφωνηθεί η πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου με έγγραφη συμφωνία για το ποσό των €116.173- από το οποίο το ποσό των €22.200- θα δίδετο στον Εναγόμενο κάτω από το τραπέζι και μετά από παράκληση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο την ακύρωση της γραπτής συμφωνίας γιατί είχε λάβει συμβουλή ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν πολύ ακριβό και είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο να βρει άλλο αγοραστή. Στις 20/02/2009 ο Εναγόμενος είχε βρει νέο αγοραστή για το ποσό των €106.000-, δηλαδή €16.173- πιο κάτω από την αρχική συμφωνηθείσα τιμή πώλησης. Την ίδια μέρα ο Εναγόμενος είχε δανείσει στον Ενάγοντα το ποσό των €9.100- το οποίο ουδέποτε του είχε αποπληρώσει. Επιπρόσθετα τον Μάρτιο του 2009 ο Εναγόμενος είχε δανείσει στον Ενάγοντα το ποσό τον €7.986- χωρίς να του ζητήσει οποιαδήποτε απόδειξη, οπόταν του οφείλει το συνολικό ποσό των €17.086-. Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί το ποσό των €17.086-, το οποίο είχε δανείσει στον Ενάγοντα σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες δηλαδή, στις 20/02/09 και τον Μάρτιο του
- Διαζευκτικά, απαιτεί δικαστική απόφαση εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των €17.086- σύμφωνα με το άρθρο 72 του περί Συμβάσεως Νόμου. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο και από την Κατερίνα Διάκου. Ο Ενάγοντας, Τάσος Τζιούλιους, Μ.Κ.1, ισχυρίστηκε ότι κατάγεται από τη Λάρνακα και διαμένει στο Παραλίμνι. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, γραπτή δήλωση του σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τη δήλωση του στις 13/02/09 είχε συμφωνήσει να αγοράσει το κτήμα με αρ. εγγραφής 10969, Σχ. 2-286-379, Τμήμα 4, στην τοποθεσία Καμινούδκια στη Δερύνεια για το ποσό των €93.973- το οποίο ανήκε στον Εναγόμενο. Υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία και την ημέρα της υπογραφής ο ίδιος είχε καταβάλει το ποσό των €17.086- ως προκαταβολή. Στις 20/02/09 ο Εναγόμενος του είχε ζητήσει να ακυρωθεί η πώληση γιατί είχε βρει νέο αγοραστή, ο οποίος θα του πλήρωνε το ποσό των €107.640-. Τη συγκεκριμένη πρόταση ο ίδιος την είχε αποδεχθεί με τον όρο ότι θα του επιστρεφόταν η προκαταβολή που είχε πληρώσει. Ο Εναγόμενος του είχε επιστρέψει την ίδια μέρα το ποσό των €9.100-, το οποίο συνιστούσε μέρος της προκαταβολής και είχε υπογράψει μία δήλωση σε σχέση με το γεγονός αυτό. Του είχε υποσχεθεί ότι το υπόλοιπο, τις €7.986-, θα του το επέστρεφε μόλις εισέπραττε το τίμημα από τον νέο αγοραστή. Ο Εναγόμενος όμως στο μεταξύ είχε αλλάξει γνώμη, σε σχέση με την καταβολή του υπολοίπου της προκαταβολής, για αυτό και ο ίδιος είχε αποταθεί στο δικηγόρο του και του είχε ζητήσει να στείλει γράμμα, στον Εναγόμενο και να του ζητήσει την επιστροφή του υπόλοιπου ποσού. Στην επιστολή του δικηγόρου του απάντησε ο δικηγόρος του Εναγόμενου. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν θα έδινε κανένα ποσό «κάτω από το τραπέζι» γιατί μία τέτοια συναλλαγή συνιστά ποινικό αδίκημα και είναι παράνομο. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι αυτός που είχε ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης ήταν ο Εναγόμενος. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος του είχε δανείσει το ποσό των €17.086-. Ο Εναγόμενος, στην συνέχεια, είχε πωλήσει το συγκεκριμένο κτήμα στην τιμή των €107.640-, δηλαδή €13.687- πιο ακριβό από την τιμή που είχε συμφωνηθεί. Οπόταν, ο Εναγόμενος δεν έχει ζημιώσει από την ακύρωση της πώλησης αλλά πραγματοποίησε κέρδος ύψους €13.687-. Ο Ενάγοντας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, τη γραπτή συμφωνία πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου, ως Τεκμήριο 3 το έγγραφο ημερομηνίας 20/02/09, το οποίο συνιστά απόδειξη παραλαβής κάποιου ποσού, ως Τεκμήριο 4 την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 03/06/09, ως Τεκμήριο 5 την απαντητική επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου και ως Τεκμήριο 6 την απαντητική επιστολή ημερομηνίας 11/06/
- Ήταν η θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι την προκαταβολή, για την αγορά τους συγκεκριμένου ακινήτου, την είχε καταβάλει με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, αντίγραφο της επιταγής. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι διατηρεί εστιατόριο στην Αγία Νάπα και είχε αποταθεί, μέσω κάποιου γνωστού του, για την αγορά του συγκεκριμένου κτήματος. Ο προϋπολογισμός του κυμαινόταν γύρω στις €100.000-. Ο ίδιος διέθετε ένα μικρό ποσό και το για υπόλοιπο θα λάμβανε δάνειο από την τράπεζα εξ΄ ου και είχε δώσει τη συγκεκριμένη προκαταβολή. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε εκτίμηση του ακινήτου. Του είχε αρέσει και του είχε φανεί λογική η τιμή. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου είχε πάρει τον τίτλο στην Τράπεζα για σκοπούς σύναψης δανείου και όταν εγκρινόταν το δάνειο του θα κατέβαλλε και το υπόλοιπο από το τίμημα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το ακίνητο ήταν αξίας €93.000- και είχε καταβάλει ως προκαταβολή €17.000-. Η συγκεκριμένη τιμή πώλησης είχε καθορισθεί από τον ιδιοκτήτη και ο ίδιος είχε συμφωνήσει. Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν σε Λ.Κ. γι΄ αυτό και την μετέτρεψαν σε ευρώ ήτοι €93.800-. Αρνήθηκε την υποβολή ότι θα δίνονταν άλλα λεφτά εκτός συμβολαίου καθώς και ότι το ποσό πώλησης είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ. 68.000-. Έκαμε αναφορά στο συμβόλαιο και στο ποσό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και επέμενε στη θέση του ότι είχε δοθεί μόνο η προκαταβολή και κανένα άλλο ποσό. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν είχε κατατεθεί το συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο ήταν γιατί μετά από μία εβδομάδα, από τη σύναψη της συμφωνίας, τον είχε προσεγγίσει ο Εναγόμενος και του είχε ζητήσει περισσότερα λεφτά γιατί είχε βρει άλλο αγοραστή που θα του έδινε περισσότερα. Ο ίδιος είχε αρνηθεί και τότε ο Εναγόμενος του είχε δώσει το ποσό που είχε πάνω του εκείνη την ώρα και του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το υπόλοιπο ποσό σε μία εβδομάδα για σχίσουν τη συμφωνία. Όμως, δεν του επέστρεψε ολόκληρη την προκαταβολή. Επειδή ο Εναγόμενος είναι γνωστός του για χρόνια ο ίδιος πίστευε ότι θα του επέστρεφε τα λεφτά. Όμως στη συνέχεια είχε επικαλεστεί οικονομικά προβλήματα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο Εναγόμενος του είχε επιστρέψει το ποσό των €9.100- σε μετρητά. Έκτοτε, δεν είχαν ξανασυναντηθεί αλλά είχαν τηλεφωνηθεί και ο ίδιος του είχε παραχωρήσει χρονικό περιθώριο δύο εβδομάδων για να του καταβάλει τα υπόλοιπα λεφτά. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι γνωρίζει τον Χρίστο Παπέττα καθώς και τον Πανίκκο Παπέττα. Ήταν η θέση του ότι ο Χρίστος Παπέττας είναι φίλος του όμως επέμενε ότι δεν ήταν μπροστά ούτε όταν ο Εναγόμενος του επέστρεφε τα λεφτά αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε συνάντηση με τον Εναγόμενο. Από ότι μπορούσε ο ίδιος να θυμηθεί ο Εναγόμενος τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του για να σχίσουν το συμβόλαιο όμως ο ίδιος του είχε ζητήσει να του επιστρέψει όλα τα λεφτά και μετά να σχίσουν το συμβόλαιο. Ήταν η θέση του ότι το ποσό των €7.986- του το είχε δώσει σε μετρητά ο Εναγόμενος, σε σακουλάκι, στην παρουσία ενός φίλου του σε καφετέρια. Την μέρα που ο Εναγόμενος τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του απ΄ ότι θυμόταν του είχε προσκομίσει ένα χαρτί στο οποίο έγραφε ότι του είχε δώσει ένα ποσό έναντι της προκαταβολής που ο ίδιος είχε καταβάλει. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ισχυρίστηκε ότι ενώ αυτό κατέγραφε την ημερομηνία της συμφωνίας είχε υπογραφτεί την ημέρα που είχαν συναντηθεί έξω από το σπίτι του. Ερωτηθείς για το δάνειο που προτίθετο να κάνει σε σχέση με την αγορά του ακινήτου του Εναγόμενου ισχυρίστηκε ότι τελικά δεν προχώρησε με την αίτηση του δανείου γιατί η πράξη είχε ακυρωθεί μετά από μία εβδομάδα. Όμως προφορικά είχε αιτηθεί στην Τράπεζα Κύπρου για δάνειο σε σχέση με την πρόθεσή του να αγοράσει το ακίνητο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το ποσό της συμφωνίας ήταν €68.000-. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η Κατερίνα Διάκου, Μ.Ε.2, ελεγκτής στον Κλάδο Μεταβιβάσεων και Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, το οποίο εδρεύει στη Λάρνακα. Ήταν η θέση της, σε σχέση με το τεμάχιο 10969 στη Δερύνεια, ότι οι σημερινοί του ιδιοκτήτες καταγράφονται στην έκθεση την οποία η ίδια είχε ετοιμάσει και είχε υπογράψει και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Για το συγκεκριμένο ακίνητο υπήρχε δήλωση μεταβίβασης, η οποία είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο με αρ. 90/09, ο οποίος δόθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τη διάρκεια της μεταβίβασης. Κατέθεσε αντίγραφο της δήλωσης μεταβίβασης ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι ως δικαιοπάροχος καταγράφεται ο Νίκος Νικολάου και ότι το τίμημα πώλησης που δηλώθηκε ήταν €107.640-. Αντεξεταζόμενη ήταν η θέση της ότι δεν υπήρχε άλλη προγενέστερη κατάθεση σύμβασης πώλησης τους συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν το ποσό των €107.640- συνιστούσε την πραγματική αξία του ακινήτου. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο, Νίκο Νικολάου στην μορφή της γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι κατάγεται από τη Σωτήρα και κατοικά στη Δερύνεια. Ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 531, αρ. εγγραφής 10969, Σχ. 2-286-379 στην τοποθεσία Καμινούδια. Λόγω οικονομικής ανάγκης ήθελε να πωλήσει το συγκεκριμένο ακίνητο και στις αρχές Φεβρουαρίου 2009 είχε παρουσιαστεί στο χώρο εργασίας του ο Γεώργιος Αντρέα Γέριμου και του είχε αναφέρει ότι υπήρχε αγοραστής. Ο ίδιος είχε καθορίσει την τιμή πώλησης του ακινήτου στις Λ.Κ. 68.000- το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, €116.173-. Στις 13/02/09 είχε διευθετηθεί συνάντηση μαζί με τον κ. Τάσο Τζιούλιους στην παρουσία του κ. Γέριμου. Κατά τη συνάντηση είχε επιβεβαιωθεί το ενδιαφέρον του κ. Τζιούλιους, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει το ακίνητο στην καθορισθείσα τιμή. Από την τιμή πώλησης ο ίδιος είχε συνεννοηθεί με τον κ Γέριμου να λάβει το ποσό των Λ.Κ. 5000- ή €8.543- ως προμήθεια καθώς και το τεμάχιο
- Σύμφωνα με επιθυμία του Ενάγοντα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου είχε δηλωθεί μικρότερο ποσό πώλησης γιατί το ποσό των €22.200- θα καταβαλλόταν εκτός του συμβολαίου. Εξ΄ ου και το συμβόλαιο είχε καταρτιστεί για το ποσό των €93.973- ή Λ.Κ. 55.000-. Την ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου ο Ενάγοντας είχε καταβάλει το ποσό των €17.086-, δυνάμει επιταγής της Τράπεζας Κύπρου. Λίγες μέρες αργότερα είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον κ. Γέριμο ο οποίος του είχε ανακοινώσει ότι ο Ενάγοντας έκαμνε δεύτερες σκέψεις και δεν επιθυμούσε να προχωρήσει με την αγορά του ακινήτου. Ακολούθησε τηλεφώνημα από τον Ενάγοντα στο οποίο του είχε αναφέρει ότι από συμβουλές που είχε λάβει το ακίνητο είχε πωληθεί σε μεγαλύτερη αξία από την πραγματική του και ότι αδυνατούσε να βρει τις €22.200- που ήταν το ποσό που θα κατάβαλλε εκτός συμβολαίου. Στις 20/02/09 στην καφετερία «Επωδή», στο Παραλίμνι, είχε συναντηθεί με τον Ενάγοντα και του είχε επιστρέψει το ποσό των €9.100-, το οποίο συνιστούσε μέρος της προκαταβολής. Δεν του είχε επιστρέψει ολόκληρο το ποσό γιατί είχε ήδη καταβάλει το ποσό των Λ.Κ. 5.000- ή €8.543- για την διαμεσολάβηση του κ. Γέριμου. Είχε αναλάβει τη δέσμευση να του επιστρέψει ολόκληρο το ποσό στην περίπτωση που θα έβρισκε νέο αγοραστή. Λίγες μέρες αργότερα είχε συμφωνήσει με τον Αντρέα Λοϊζιά για την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου στην τιμή των €107.640- ή Λ.Κ. 63.000-, ποσό χαμηλότερο από τη συμφωνία που είχε κάμει με τον Ενάγοντα. Είχε διευθετήσει συνάντηση με τον Ενάγοντα όπου ο ίδιος τον είχε επισκεφτεί στο σπίτι του για να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €17.086-. Είχαν βρεθεί εκτός του σπιτιού στην παρουσία του κ. Χρίστου Παπέττα και αφού ο κ. Παπέττας έφυγε του είχε παραδώσει ο ίδιος σε κλειστό φάκελο το ποσό των €7.986-, σε μετρητά. Ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι αφού ικανοποιείτο η αξίωση του Ενάγοντα δεν χρειαζόταν η υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου. Ακολούθησε η αποστολή σειράς επιστολών από τον δικηγόρο του Ενάγοντα με τις οποίες αξιωνόταν το ποσό των €7.986-. Κατέληξε, ότι ο ίδιος είχε επιστρέψει εξ΄ ολοκλήρου το ποσό που ο Ενάγοντας του είχε καταβάλει ως προκαταβολή. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι από την ακύρωση της συμφωνίας από τον Ενάγοντα ο ίδιος υπέστη ζημιά γιατί είχε πωλήσει το ακίνητο στην τιμή των €107.640- αντί €116.193- ενώ επιπλέον είχε αναγκαστεί να καταβάλει το ποσό των €8.543- στον κ. Γέριμο. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 το συμβόλαιο που είχε υπογράψει. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ως τιμή πώλησης του ακινήτου καταγραφόταν το ποσό των €93.973-, όμως ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας του είχε ζητήσει όπως του καταβάλει το ποσό των €22.200- κάτω από το τραπέζι και ο ίδιος είχε συμφωνήσει. Υποστήριξε ότι ήταν σε γνώση του κ. Γέριμου και της Κίκας ότι ο Ενάγοντας επιθυμούσε να γραφτεί στο έγγραφο ως τίμημα πώλησης το ποσό των Λ.Κ.55.000- και τον ποσό των Λ.Κ.13.000- να δοθεί εκτός συμβολαίου. Όταν είχε υπογραφτεί το αγοραπωλητήριο με τον Ενάγοντα και του είχε δοθεί η προκαταβολή. Παραδέχθηκε επίσης ότι γνώριζε τόσο τον κ. Τσιαπαρέλλα καθώς και τον κ. Γέριμο, οι οποίοι ήταν άτομα της εμπιστοσύνης του. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι την ακύρωση της σύμβασης πώλησης την είχε ζητήσει ο Ενάγοντας και ο ίδιος δεν είχε νομική υποχρέωση να του επιστρέψει οποιοδήποτε καταβληθέν ποσό όμως του υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να βρει άλλο αγοραστή και στην περίπτωση που έβρισκε καινούργιο αγοραστή θα του επέστρεφε την προκαταβολή. Λόγω του ότι από το ποσό της προκαταβολής που είχε καταβληθεί στον ίδιο, από τον Ενάγοντα, ο ίδιος είχε καταβάλει στον κ. Γέριμο, το ποσό των Λ.Κ.5.000-, του είχε απομείνει το ποσό των €9.100- το οποίο και επέστρεψε άμεσα στον Ενάγοντα. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφέρει στον Ενάγοντα ότι θα αφαιρούσε την προμήθεια που ο ίδιος είχε πληρώσει στον κ. Γέριμο από την προκαταβολή. Αυτό όμως που του είχε αναφέρει είναι ότι θα προσπαθούσε να του επιστρέψει όλα τα λεφτά και του επέστρεψε αρχικά το ποσό των €9.100- και στη συνέχεια το υπόλοιπο ποσό €7.986-. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν είχε δανείσει λεφτά στον Ενάγοντα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας είχε απαίτηση να πληρωθεί ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής και με την καταβολή ολόκληρου του ποσού ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι θα ήταν ικανοποιημένος γι΄ αυτό και δεν του πήρε οποιοδήποτε έγγραφο για να υπογράψει. Κατέληξε, ότι από τη στιγμή που δεν ήταν ο ίδιος που είχε ακυρώσει την πράξη πώλησης νομικά δεν είχε υποχρέωση να του επιστρέψει την προκαταβολή όμως επειδή ήθελε να είναι εντάξει του επέστρεψε ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων έχει μελετηθεί και το Δικαστήριο το έχει κατά νου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Πολ. Εφ. 26/08 ημερ. 11/03/11: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) [1]λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπεμεταξύάλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Ενάγοντα καθώς και τον Εναγόμενο, οι οποίοι ήταν οι ουσιαστικοί μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας και των δυο διαδίκων είναι και από τους δυο παραδεκτό. Δηλαδή, ότι ο Ενάγοντας είχε αγοράσει, στις 13/02/2009, δυνάμει σύμβασης πώλησης, από τον Εναγόμενο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10969, Σχέδιο 2-286-379, Τμήμα 4, στην τοποθεσία Καμινούδια στο Δήμο Δερύνειας καταβάλλοντας, ως προκαταβολή, το ποσό των €17.086- καθώς και ότι λίγες μέρες μετά η γραπτή σύμβαση πώλησης του συγκεκριμένου κτήματος είχε ακυρωθεί, κοινή συναινέσει, με την δέσμευση του Εναγόμενου να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής στον Ενάγοντα. Στις 20/02/09 ο Εναγόμενος είχε επιστρέψει το ποσό των €9,100- στον Ενάγοντα. Το συγκεκριμένο κτήμα είχε πωληθεί πολύ σύντομα μετά την ακύρωση της σύμβασης σε άλλα πρόσωπα. Η διαφωνία τους έγκειται στο ότι ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είχε καταβάλει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό, ήτοι τις €7,986-, ενώ ο Ενάγοντας αρνείται ότι του έχει καταβληθεί το συγκεκριμένο ποσό και το αξιώνει. Αν η εκδοχή του Εναγόμενου γίνει αποδεκτή, δηλαδή ότι ο Εναγόμενος είχε πράγματι επιστρέψει το ποσό των €7,986- στον Ενάγοντα, εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος δεν τον είχε βάλει να υπογράψει κάποια απόδειξη όπως αυτή που συνιστά το Τεκμήριο 3 και αφορούσε την καταβολή μέρους του ποσού της προκαταβολής. Έχοντας κατά νου ότι είχε διευθετηθεί συνάντηση για να καταβληθεί το δεύτερο μέρος της προκαταβολής, σύμφωνα με τα λεχθέντα του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος είχε όλο το χρόνο να ετοιμάσει ένα αποδεικτικό σημείωμα εξόφλησης. Η λογική υπαγορεύει ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος θα κατοχύρωνε τον εαυτό του βάζοντας τον Ενάγοντα να υπογράψει ακόμη μια απόδειξη όπως το Τεκμήριο 3 αφού πρώτον, δεν υπήρχε ιδιαίτερη φιλιά και εμπιστοσύνη μεταξύ του και του Ενάγοντα και δεύτερον, όπως ήταν η θέση του Εναγόμενου, υπήρξε έντονη συζήτηση μεταξύ τους για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού. Η παράλειψή του βάζει σε αμφισβήτηση την θέση του και θεωρώ ότι ο Εναγόμενος δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οδηγούμαι στο συμπέρασμα αυτό από την στάση του Εναγόμενου κατά την αντεξέτασή του. Υποστήριξε εμφαντικά ότι δεν είχε νομική υποχρέωση να επιστρέψει τα λεφτά στον Ενάγοντα γιατί, κατά τον ισχυρισμό του, ο Ενάγοντας ήταν αυτός που είχε ακυρώσει την σύμβαση λησμονώντας ότι και ο ίδιος είχε συναινέσει στην ακύρωση της σύμβασης πώλησης και στην συνέχεια είχε πωλήσει το συγκεκριμένο ακίνητο. Επίσης, προώθησε την θέση ότι ο Ενάγοντας είχε ακυρώσει την σύμβαση γιατί αδυνατούσε να βρει το ποσό εκτός του συμβολαίου. Μα το κατ' ισχυρισμό ποσό που θα καταβαλλόταν εκτός συμβολαίου ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που οφειλόταν, ως καταβλητέο, εντός συμβολαίου. Οπόταν, αν δεν είχε τις €22,000- που θα εύρισκε τις άλλες €76,887- που προβλέπονταν από το συμβόλαιο; Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου εκφεύγουν της λογικής και δεν είναι πιστικοί. Έχοντας απορρίψει την εκδοχή του Εναγόμενου θεωρώ ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει γραπτώς, στις 13/02/2009, όπως αγοράσει από τον Εναγόμενο το κτήμα με αρ. εγγραφής 10969, Σχ. 2-286-379, Τμήμα 4, στην τοποθεσία Καμινούδκια στη Δερύνεια, Τεκμήριο 2 και είχε δώσει ως προκαταβολή το ποσό των €17,086-, Τεκμήριο 7. Μετά παρέλευση μιας περίπου βδομάδας από κοινού είχαν συμφωνήσει στην ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου και στις 20/02/2009 ο Εναγόμενος είχε επιστρέψει μέρος της προκαταβολής, €9.100-, Τεκμήριο 3, στον Ενάγοντα με την υπόσχεση να του δώσει και το υπόλοιπο. Υπόσχεση η οποία δεν υλοποιήθηκε, λόγω του ότι ο Εναγόμενος είχε δώσει κάποια λεφτά ως προμήθεια στον κ. Γέριμο για την διαμεσολάβησή του στην πώληση του χωραφιού, με αποτέλεσμα οι δυο πλευρές να οδηγηθούν στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού εξεταστούν τα νομικά ζητήματα που αφορούν αυτά τούτα τα γεγονότα της υπόθεσης θα πρέπει να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό για πληρωμή κάποιου ποσού κάτω από το τραπέζι σε σχέση με το τίμημα πώλησης. Έχει αποφασιστεί ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στην δικογραφία προς ικανοποίηση και των επιταγών της Δ.19 θ.13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η ορθή δικογράφηση, όπως αναφέρεται και στο Bullen & Leake & Jacob's: Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σελ. 1106, επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο. Εάν η παρανομία όμως προκύπτει κατά έκδηλο τρόπο από την ίδια τη σύμβαση ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν, τότε σύμφωνα και με την απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595 και Snell v. Unity Finance Ltd
(1963)3 ALL E.R. 50 το Δικαστήριο έχει αυτεπάγγελτα καθήκον που απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του, να εξετάσει το ζήτημα, ώστε να μην καταστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αρωγός στην παρανομία. Στην παρούσα περίπτωση η απουσία σαφούς έγερσης του θέματος περί παράνομης σύμβασης στην Υπεράσπιση είναι δεδομένη οπότε δεν μπορεί να εξεταστεί. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει όμως να εξετάσει κατά πόσο η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα. Για να τύχει αυτεπάγγελτης εξέτασης θα πρέπει να υπάρχει στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία εν τη γενέσει της σύμβασης ή τέτοια αναντίλεκτα δεδομένα που δεν θα ενέπλεκαν το Δικαστήριο στην αναζήτηση ερμηνειών βλ. Χρίστου ν. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 2039). Δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογούν την αυτεπάγγελτη εξέταση του θέματος της κατ ισχυρισμό παρανομίας της σύμβασης. Η αξίωση του Ενάγοντα είναι στην βάση της προφορικής συμφωνίας για επιστροφή του καταβληθέντος ποσού της προκαταβολής. Η γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 2, είναι παραδεκτή αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει την νομική υπόσταση των μερών αφού ο τερματισμός της είχε επιτευχθεί με κοινή συμφωνία και το ακίνητο είχε πωληθεί στην συνέχεια από τον Εναγόμενο σε τρίτα πρόσωπα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, 30η εκδ., παρά 22-026, σελ.1462: «A contract which is rescinded by agreement is completely discharged and cannot be revived. The parties will frequently make express provision for the restoration of money paid......In the absence of such provision ( express or implied) it may be possible to bring a restitutionary claim provided that the contract has been set aside. Money paid may be recoverable where the consideration for payment has wholly failed.» Το γεγονός ότι η ακύρωση της σύμβασης ήταν αποδεκτή και από τον Εναγόμενο καταδεικνύεται από δυο συμβάντα: Πρώτον, την επιστροφή μέρους της προκαταβολής και δεύτερον, την πώληση του ακινήτου από τον Εναγόμενο σε άλλα πρόσωπα. Το αποτέλεσμα δηλαδή της ακύρωσης της γραπτής συμφωνίας ήταν η προφορική συμφωνία για επιστροφή του ποσού της προκαταβολής. Στο σύγγραμμα Cheshire, Fifoot & Furmston's Law of Contract, 15η εκδ., σελ. 710 διαβάζουμε τα ακόλουθα σχετικά: «ii Discharge simpliciter Secondly, the parties may intend to extinguish the original contract in its entirety and to put an end to their contractual relations. In this case the original contract is rescinded even though the discharging contract is not evidenced as required in the case of the original contract. Thus an oral agreement to abrogate a written contract for the sale of land is effective.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω παραταθείσες νομικές αρχές στα γεγονότα είναι προφανές ότι ο Ενάγοντας είχε αποδεχθεί να επιστρέψει το ακίνητο με την προϋπόθεση να του επιστραφεί ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής. Η αρχική συμφωνία, λόγω αυτής της δεύτερης προφορικής συμφωνίας, είχε ακυρωθεί και η σχέση των μερών διέπετο πλέον από αυτή την δεύτερη προφορική συμφωνία, η οποία σημειωτέον είναι αποδεκτή και από τα δυο μέρη, Ενάγοντα και Εναγόμενο. Εγείρεται το ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος να μην ετοιμάσει απόδειξη για την καταβολή του υπολοίπου της προκαταβολής, δηλαδή των €7,986-, τα οποία είχε καταβάλλει στον Ενάγοντα σε μετρητά, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ενώ στις 20/02/09 που του είχε καταβάλλει το ποσό των €9,100- είχε ετοιμαστεί σχετική απόδειξη. Είχε το χρόνο να το πράξει αφού η κατ ισχυρισμό συνάντηση για την καταβολή του δεύτερου μέρους του ποσού είχε προσυμφωνηθεί. Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος, λόγω του ότι είχε πληρώσει και ένα ποσό ως προμήθεια στον κ. Γέριμο που είχε μεσολαβήσει για την πώληση, δεν ήθελε να επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό της προκαταβολής στον Ενάγοντα και τελικά δεν του το επέστρεψε. Για αυτό δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε απόδειξη σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό. Οποιοσδήποτε άνθρωπος θα κατοχύρωνε τον εαυτό του και ο Εναγόμενος γνώριζε πολύ καλά τον τρόπο να κατοχυρωθεί. Το γεγονός ότι δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι είχε δώσει τα συγκεκριμένα λεφτά στον Ενάγοντα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα δεν τα είχε δώσει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €7.986- πλέον νόμιμο τόκο από 21/12/09. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την ανταπαίτηση προέκυψε από την μαρτυρία του Εναγόμενου ότι ουδέποτε είχε δανείσει λεφτά στον Ενάγοντα. Οπόταν, η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και ότι τα ζητήματα που εγείρονταν με την ανταπαίτηση και τις εκεί αξιώσεις, ήταν σχετικά με τα θέματα της απαίτησης κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω περαιτέρω έξοδα. Συνεπώς ουδεμία διαταγή για έξοδα στην ανταπαίτηση. (Υπ.)............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο