← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία K. & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD, Αίτηση Αρ.: 17/2009, 29/11/2013

Αναφορικά με την Εταιρεία K. & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD, Αίτηση Αρ.: 17/2009, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 17/2009 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με την Εταιρεία K. & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD Ημερομηνία: 29/11/2013 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα. Α. Σκούρου. Για την Καθ'ης η Αίτηση: κ. Α. Κουμής με τον κ. Βάσιλα. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 11/6/2009, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής «ο Αιτητής») εξαιτείται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ΄ης η Αίτηση (στο εξής «η Εταιρεία») σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, Άρθρα 203, 209, 211(ε), 212 (α)(β)(γ), 213(ι) και

  1. Σύμφωνα με το δικόγραφο του Αιτητή, το ονομαστικό και πληρωμένο κεφάλαιο της Εταιρείας, η οποία τυγχάνει ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που συστάθηκε στις 5/9/2002 σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, είναι €17,
  2. Περαιτέρω, αποτελεί θέση του Aιτητή ότι η Εταιρεία οφείλει σ΄ αυτόν το ποσό των €122.589,00, το οποίο έχει επιδικαστεί σε βάρος της και τρέχοντα από τον 5ον μέχρι 7ον του 2007 και 1ον του 2008 μέχρι 8ον του 2008 προς όφελος του Αιτητή. Το επιδικασμένο ποσό αφορά τις ποινικές υποθέσεις: 4246/2005, 95/2007, 3683/2007 και 2370/
  3. Το εν λόγω ποσό αφορά εισφορές και ή ποινές και πρόσθετο τέλος, πληρωτέα στα Ταμεία που διαχειρίζεται ή έχει την ευθύνη της είσπραξης ο Αιτητής, δηλ. το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το Ταμείο για το Πλεονάζον Προσωπικό, το Ταμείο Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού και το Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Σύμφωνα, επίσης, με τον Αιτητή, με ενυπόγραφη επιστολή του ημερομηνίας 11/2/2009, η οποία επεδόθη στις 10/3/2009 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, κάλεσε την τελευταία να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε. Από τις 10/3/2009 πέρασαν πέραν των 3 εβδομάδων και η Εταιρεία παρέλειψε να καταβάλει το εν λόγω ποσό, εν όλω ή εν μέρει. Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ένορκη Δήλωση Αγαμέμνονος») της Έλενας Αγαμέμνονος, Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, από τη Λάρνακα, η οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία του Αιτητή και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της Αίτησης, δηλώνει ότι όλα τα αναφερόμενα στην Αίτηση είναι εξ όσων γνωρίζει αληθή, ως και ότι με επιστολή του ημερομηνίας 11/2/2009, ο Αιτητής κάλεσε την Εταιρεία να καταβάλει το αργότερο σε τρεις βδομάδες το χρέος της προς αυτόν, το οποίο ανέρχεται σε €122.589,
  4. Παρά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, η Εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της Εταιρείας, η οποία στις 21/10/2009, μέσω του Δικηγόρου της, καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (στο εξής «η Αρχική Ένσταση»). Κατόπιν αίτησης που υπέβαλαν οι νέοι δικηγόροι της Εταιρείας, οι οποίοι εμφανίστηκαν στην διαδικασία στις 7/10/2010, η τελευταία καταχώρησε στις 25/2/2011, μετά την έκδοση σχετικού εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου, τροποποιημένη ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (στο εξής «η Τροποποιημένη Ένσταση»). Η Αρχική Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ένορκη Δήλωση Αντωνίου») της διευθύντριας της Εταιρείας, Μαρίας Αντωνίου, από το Παραλίμνι, ημερομηνίας 21/10/2009, η οποία αρνείται και απορρίπτει τις παραγράφους 4-12 της Αίτησης, το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Αγαμέμνονος και περαιτέρω ισχυρίζεται τα εξής: Ότι η επίδοση της Αίτησης δεν έγινε νομότυπα, είναι παράνομη και άκυρη. Αμφισβητείται το αξιούμενο ποσό, το οποίο δεν έχει επιδικαστεί προς όφελος του Αιτητή με δικαστική απόφαση, αλλά αυτό απαιτείται παράνομα και αυθαίρετα από τον Αιτητή, ο οποίος χρέωσε την Εταιρεία με διάφορα ποσά για πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην υπηρεσία της. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη καθότι δεν αναφέρεται από πού προέρχεται το αξιούμενο ποσό, ούτε τα πρόσωπα που αφορά. Ο Αιτητής δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου και η Αίτηση είναι πρόωρη και έκθετη σε απόρριψη. Η Εταιρεία έχει από τη διεξαγωγή των εργασιών της εισοδήματα, από τα οποία μπορεί να πληρώνει τουλάχιστον €5.000,00 μηνιαίως για την αποπληρωμή του τυχόν ποσού που ήθελε αποδειχθεί ότι νομίμως οφείλει στον Αιτητή. Η Εταιρεία, μάλιστα, κατά τα τελευταία χρόνια και πρόσφατα πλήρωσε στον Αιτητή μερικές χιλιάδες ευρώ. Η Εταιρεία ως εργοληπτική εταιρεία έχει συνάψει συμβόλαια με πολλούς πελάτες της αρκετών χιλιάδων Ευρώ, τα οποία εκκρεμούν για εκτέλεση. Τυχόν έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης δεν θα είναι είτε προς το συμφέρον της Εταιρείας είτε προς το συμφέρον των άλλων πιστωτών της Εταιρείας, καθότι θα δημιουργηθούν νομικά και πρακτικά δισεπίλυτα προβλήματα. Εάν αφεθεί να συνεχίσει τις εργασίες της, είναι βέβαιο ότι η Εταιρεία θα μπορέσει να εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της και να πληρώσει και το ποσό που τυχόν αποδειχθεί ότι νομίμως οφείλει στην Εταιρεία. Παρά την οικονομική κρίση που έπληξε κυρίως τον οικοδομικό τομέα και ανάγκασε την Εταιρεία να περιορίσει το προσωπικό της, αυτή σιγά-σιγά έχει αρχίσει να επαναδραστηριοποιείται και είναι ικανή να πληρώσει τις οφειλές της με μηνιαίες δόσεις. Με την Τροποποιημένη Ένσταση προβάλλονται οι εξής επιπρόσθετοι λόγοι ένστασης:
  5. Η Αίτηση είναι άκυρη, ανυπόστατη και εξ υπαρχής άκυρη γιατί ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι εγγεγραμμένος Δικηγόρος στο Μητρώο των Δικηγόρων Κύπρου και δεν δικαιούται να υπογράφει δικόγραφα.
  6. Ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι πιστωτής δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και δεν δύναται να αιτείται την διάλυση της Εταιρείας.
  7. Η καταχώρηση της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας γιατί για τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά στις ποινικές υποθέσεις έχουν εκδοθεί εντάλματα είσπραξης δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  8. Η καταχώρηση της Αίτησης είναι καταπιεστική και εκδικητική.
  9. Η Εταιρεία αρνείται ότι χρωστεί στον Αιτητή το ποσό των €122.589,00 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ούτε εκδόθηκε δικαστική απόφαση.
  10. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι προγενέστερη της τελευταίας και δεν την υποστηρίζει ή επιβεβαιώνει.
  11. Ο Αιτητής δεν απέδωσε την απαίτηση πληρωμής στην Εταιρεία σύμφωνα με το Άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου και/ή η επίδοση είναι κακή.
  12. Η Εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της εφόσον έχει κινητή περιουσία, εργάζεται και έχει εισοδήματα.
  13. Η Εταιρεία έχει κινητή και μεγάλη ακίνητη περιουσία.
  14. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και των κανονισμών για τη διάλυση της Εταιρείας.
  15. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή μη ορθή νομική βάση.
  16. Η Αίτηση δεν εξειδικεύει την επακριβή νομική της βάση. Η Τροποποιημένη Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ένορκη Δήλωση Κυπριανού») του διευθυντή της Εταιρείας, Κύπρου Κυπριανού, από τη Λευκωσία, ο οποίος κατ' αρχάς αρνείται όλα όσα περιέχονται στην Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση Αγαμέμνονος. Περαιτέρω, στην Ένορκη Δήλωση Κυπριανού ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης της Τροποποιημένης Ένστασης. Επιπρόσθετα, καταγράφεται ότι η καταχώρηση της Αίτησης είναι καταπιεστική και εκδικητική εφόσον έχει σκοπό να πιέσει την Εταιρεία να εισπράξει το δήθεν χρέος της καταχρηστικά και όχι να προστατεύσει τα συμφέροντα όλων των πιστωτών. Επίσης, ότι η Εταιρεία δεν είναι ανίκανη, αλλά είναι ικανή να πληρώσει τα χρέη της εφόσον έχει κινητή περιουσία, εργάζεται και έχει εισοδήματα, μετά δε την καταχώρηση της Αίτησης πλήρωσε σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των €26.127,
  17. Περαιτέρω, ότι η Εταιρεία έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία. Στην Ένορκη Δήλωση Κυπριανού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «Α» έντυπο έρευνας ημερομηνίας 29/9/2010 στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών, σύμφωνα με το οποίο ο ομνύων διορίστηκε διευθυντής της Εταιρείας στις 22/1/2010 και καταγράφεται, επίσης, το ονομαστικό και εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας. Ως Τεκμήριο «Β» επισυνάπτεται δέσμη αποσπασμάτων από διάφορα πιστοποιητικά ακίνητης ιδιοκτησίας ως και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Εταιρείας. Ζητείται, τέλος, η απόρριψη της Αίτησης. Για την απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, ενώ για την Εταιρεία κατέθεσε ένας μάρτυρας. Ως πρώτη μάρτυρας για τον Αιτητή κατέθεσε η κα. Τασούλα Γεωργίου (Μ.Αιτ.1), ιδιώτης δικαστική επιδότης, η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο «1» αντίγραφο της απαίτησης πληρωμής ημερομηνίας 11/2/2009 που επέδωσε στην Εταιρεία στις 10/3/
  18. Η επίδοση, σύμφωνα με τη μάρτυρα έγινε στο διευθυντή της Εταιρείας στη Λεωφόρο Κάππαρη 107, στο Παραλίμνι. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «2» την ένορκη δήλωση επίδοσης στην οποία προέβηκε σε σχέση με την επίδοση του Τεκμηρίου
  19. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Αιτ.1 ανέφερε ότι επέδωσε το Τεκμήριο 1 στον Κύπρο Κυπριανού εφόσον αυτός ήταν ο διευθυντής της Εταιρείας. Δεν είχε κάνει έρευνα στον Έφορο Εταιρειών για να δει ποιός είναι ο διευθυντής, αλλά όταν μπήκε στο γραφείο της Εταιρείας, η Μ.Αιτ.1 ρώτησε ποιός είναι ο διευθυντής και της υπέδειξαν τον Κύπρο Κυπριανού. Σε υποβολή ότι ο Κύπρος Κυπριανού έγινε διευθυντής της Εταιρείας στις 22/1/2010, η Μ.Αιτ.1 απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Γνωρίζει, επίσης, την Μαρία Αντωνίου από διάφορες κλήσεις που επιδίδει σε αυτήν, αλλά αρνήθηκε υποβολή ότι ο Κύπρος Κυπριανού της είπε ότι δεν ήταν αυτός ο διευθυντής, αλλά η Μαριά Αντωνίου. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας το έμαθε από προσωπικές έρευνες. Δεν θυμόταν κατά πόσον είναι η ίδια που επέδωσε την Αίτηση στην Εταιρεία. Κατά την επανεξέτασή της, η Μ.Αιτ.1 ανέφερε ότι το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της έδωσε τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εταιρείας, αλλά έψαξε και η ίδια για να την βρει. Δεύτερη μάρτυρας για τον Αιτητή κλήθηκε και κατέθεσε η κα. Φωτεινή Λάρκου (Μ.Αιτ.2), Πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας-Αμμοχώστου. Η Μ.Αιτ.2 κατέθεσε τα εξής: Ως Τεκμήριο «3» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ. 1222/06, ημερομηνίας 11/5/06, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 4246/05 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 4246/05») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου∙ Ως Τεκμήριο «4» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ. 1249/08, ημερομηνίας 21/2/08, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 95/07 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 95/07») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου∙ Ως Τεκμήριο «5» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ. 2172/08, ημερομηνίας 21/5/08, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 3683/07 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 3683/07») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου∙ Ως Τεκμήριο «6» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ.3783/08, ημερομηνίας 9/9/08, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2370/08 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 2370/08») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου∙ Ως Τεκμήριο «7» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ. 1856/10, ημερομηνίας 5/5/10, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 430/09 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 430/09») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου∙ Ως Τεκμήριο «8» ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αρ. 1877/10, ημερομηνίας 4/5/10, που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 7087/08 (στο εξής «η Ποινική Υπόθεση 7087/08») του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Σύμφωνα με την Μ.Αιτ.2 και τα έξι εντάλματα προωθήθηκαν για εκτέλεση, αλλά επιστράφηκαν ανεκτέλεστα επειδή οι κατηγορούμενοι αρνούνταν να πληρώσουν. Τα Τεκμήρια 3 και 4 επιστράφηκαν πίσω από την Αστυνομία με το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 8/8/07, Τεκμήριο «10», τα Τεκμήρια 5 και 6 με το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 18/11/09, Τεκμήριο «11» και τα Τεκμήρια 7 και 8 με το ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 26/8/10, Τεκμήριο «9». Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο «12» το φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 430/09 και ως Τεκμήριο «13» το φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 7089/
  20. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Αιτ.2 ανέφερε πως δεν ακυρώθηκε οποιοδήποτε από τα έξι εντάλματα, Τεκμήρια 3-8, τα οποία εκδόθηκαν σύμφωνα με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, αυτά δε εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα. Ανέφερε, επίσης, ότι η Αστυνομία δεν έκανε κατάσχεση περιουσίας. Δεν γνωρίζει κατά πόσον πληρώθηκε κάποιο ποσό μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Ως τρίτη μάρτυρας κατέθεσε η κα. Παρασκευή Λαγούδη (Μ.Αιτ.3), Προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αμμοχώστου, η οποία υπέγραψε εκ μέρους του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων το πρωτότυπο της απαίτησης πληρωμής, Τεκμήριο 1, την οποία έδωσαν στην Μ.Αιτ.1 για να επιδώσει στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Ανέφερε, επίσης, ότι ζήτησαν από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών να τους στείλουν τα ακριβή στοιχεία και τη διεύθυνση της Εταιρείας και κατέθεσε ως Τεκμήριο «14» πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 5/4/2011 σε σχέση με το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Εξασφάλισαν, επίσης, από τον Έφορο Εταιρειών ακριβές αντίγραφο ημερομηνίας 5/4/2011 του πιστοποιητικού σύστασης της Εταιρείας, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «15». Εξ όσων γνωρίζει, η Εταιρεία πλήρωσε ένα μέρος του οφειλομένου ποσού, ήτοι €20.000,
  21. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Αιτ.3 ανέφερε ότι ως εκ της θέσης της είχε εξουσιοδότηση, αλλά όχι γραπτή, από τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων να υπογράψει το Τεκμήριο
  22. Γνωρίζει, επίσης, από τα έγγραφα της Εταιρείας ότι ο Κύπρος Κυπριανού είναι διευθυντής της Εταιρείας. Δεν γνωρίζει, όμως, από πότε αυτός είναι διευθυντής, ούτε και αν διορίστηκε διευθυντής στις 22/1/
  23. Δεν θυμόταν πότε έκαναν την έρευνα στον Έφορο Εταιρειών για την Εταιρεία, αλλά είχε δει από τα χαρτιά που τους στάλθηκαν ότι ο Κύπρος Κυπριανού είναι διευθυντής της Εταιρείας. Ανέφερε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 1 ετοιμάστηκε από την υπεύθυνη των ποινικών διώξεων. Η Μ.Αιτ.3 έλεγξε τα ποσά, υπέγραψε το Τεκμήριο 1 και το έστειλε για επίδοση. Βάσει του συστήματος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή η Μ.Αιτ.3 ήξερε ότι στις 11/2/2009 ο Κύπρος Κυπριανού ήταν διευθυντής της Εταιρείας. Δεν γνωρίζει κατά πόσον έγιναν αλλαγές μετά. Δεν γνωρίζει ποιά είναι η Μαρία Αντωνίου ή κατά πόσον αυτή ήταν διευθύντρια της Εταιρείας από την καταχώρηση της Αίτησης μέχρι τις 22/1/
  24. Δεν θυμόταν κατά πόσον έκαναν έρευνα στον Έφορο Εταιρειών πριν ή μετά την καταχώρηση της Αίτησης είτε πριν ή μετά τις 11/2/
  25. Η ίδια ήρθε Δικαστήριο για να μαρτυρήσει μόνο για την υπογραφή της. Καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις από τον Μάιο του 2007 μέχρι τον Αύγουστο του 2008, αλλά δεν θυμόταν ποιές ήταν αυτές και ποιό ήταν το αποτέλεσμά τους, εφόσον δεν είναι αυτή η δουλειά της. Η Μ.Αιτ.3 διαπίστωσε την ορθότητα του ποσού των €122.589,03 βάσει των επιδικασμένων υποθέσεων που υπήρχαν στο σύστημα. Ως είπε, τα έγγραφα είναι στο φάκελο της Εταιρείας. Στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνονται και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις ποινικές υποθέσεις, αλλά δεν τα θυμόταν κατά την ένορκη κατάθεσή της. Προσωπικά, δεν γνωρίζει αν πληρώθηκε κάποιο ποσό μετά την καταχώρηση της Αίτησης, γνωρίζει δε για το ποσό των €20.000,00 που είπε προηγουμένως από κάποια συνομιλία που είχε. Φαίνεται στο σύστημα το ακριβές ποσό που πληρώθηκε, αλλά ή ίδια δεν το έλεγξε πριν να έρθει να καταθέσει, εφόσον δεν είναι στα καθήκοντά της. Σε ερώτηση ποιό είναι το συνολικό ποσό που οφείλεται από την Εταιρεία εφόσον στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι πέραν του ποσού των €122.589,03 οφείλεται και πρόσθετο τέλος για τις καθυστερήσεις και/ή χρηματικές ποινές, η Μ.Αιτ.3 απάντησε «Περάστε από το γραφείο να σας πω.» Η ίδια δεν γνωρίζει αν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη των ενταλμάτων, εφόσον ενημερώνεται απ' ευθείας το Υπουργείο. Δεν γνωρίζει, επίσης, κατά πόσον εκδόθηκαν εντάλματα, αν εισπράχθηκαν ή αν ακυρώθηκαν. Κατά την επανεξέτασή της, η Μ.Αιτ.3 ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε ανάμειξη στην υπόθεση μετά την αποστολή του Τεκμήριου
  26. Τέταρτη μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν η κα. Έλενα Χ΄΄Κυριάκου Αγαμέμνονος (Μ.Αιτ.4), Βοηθός Ασφαλιστικός Λειτουργός, η οποία υπηρετούσε στο Τμήμα Ποινικών Διώξεων του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Μ.Αιτ.4 κατέθεσε σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία για την αποστολή απαίτησης πληρωμής και αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, εφόσον, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριών βδομάδων από την επίδοσή του, ο φάκελος της υπόθεσης περιήλθε στην κατοχή της στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη Λάρνακα για να ενημερωθεί ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι δεν πληρώθηκε το συγκεκριμένο ποσό και να δοθούν περαιτέρω οδηγίες. Στο φάκελο υπήρχε και το Τεκμήριο
  27. Τότε, ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων τους εξουσιοδότησε να ξεκινήσει η διαδικασία για τη διάλυση της Εταιρείας εφόσον η τελευταία δεν είχε πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του ποσού της απαίτησης. Ακολούθως, καταχώθηκε η Αίτηση στο Δικαστήριο και η Μ.Αιτ.4 υπέγραψε την Ένορκη Δήλωση Αγαμέμνονος. Αρχές Νοεμβρίου του 2009, η Μ.Αιτ.4 παρέδωσε το φάκελο που περιέχει όλα τα έγγραφα για τη διάλυση της Εταιρείας σε άλλη λειτουργού γιατί μετατέθηκε σε άλλη υπηρεσία. Μέχρι την ημερομηνία που είχε στην κατοχή της το φάκελο της υπόθεσης, η Εταιρεία δεν πλήρωσε κάποιο ποσό έναντι του οφειλομένου ποσού της Αίτησης. Μέχρι που είχε το φάκελο στην κατοχή της δημιουργήθηκαν και άλλες οφειλές της Εταιρείας, οι οποίες δεν περιλήφθηκαν στο οφειλόμενο ποσό της Αίτησης. Ανέφερε, επίσης, ότι υπήρξε γραπτή ενημέρωση από τον Έφορο Εταιρειών ότι υπήρξε αλλαγή στην επωνυμία της Εταιρείας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 15 λέγοντας ότι τους στάλθηκε από τον Έφορο Εταιρειών και κατέθεσε ως Τεκμήριο «16» το Τμήμα Β του Κύριου Μέρους της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 16/10/2009, και ως Τεκμήριο «17» απόσπασμα της καθημερινής εφημερίδας «Πολίτης», ημερομηνίας 16/10/2009, όπου έγιναν οι δημοσιεύσεις της καταχώρησης της Αίτησης και της ημερομηνίας ακρόασης. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Αιτ.4 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 συντάχθηκε από λειτουργό του γραφείου στο Παραλίμνι, κάτι που γνωρίζει εφόσον υπήρξε συνομιλία με τη συγκεκριμένη λειτουργό. Το ποσό της απαίτησης καθορίστηκε μέσω των δεδομένων που υπήρχαν καταχωρημένα το συγκεκριμένο χρόνο στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρείται. Η ίδια έλεγξε το ποσό, αλλά δεν είχε μαζί της το έντυπο που εκδόθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ανέφερε ότι μπορούσε με αναφορά στο φάκελο της υπόθεσης να αναλύσει το οφειλόμενο ποσό, αλλά όχι εκ του προχείρου. Στο ποσό της Απαίτησης περιλαμβάνονταν και οι χρηματικές ποινές και το πρόσθετο τέλος. Ανέφερε, επίσης, ότι στο οφειλόμενο ποσό που καταγράφεται στην Αίτηση περιλαμβάνονταν και οι εκεί καταγραφείσες τρέχουσες οφειλές, δηλαδή οφειλές που καταχωρούνταν στην πορεία κάθε μήνα, σε σχέση με τις οποίες δεν είχε καταχωρηθεί ποινική υπόθεση κατά τον χρόνο της καταχώρησης της Αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία που η Μ.Αιτ.4 είχε στην κατοχή της τον φάκελο της υπόθεσης, δηλαδή μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2009, δεν είχε καταχωρηθεί κάποια άλλη ποινική υπόθεση πέραν αυτών που καταγράφονται στην Αίτηση. Στο Τεκμήριο 1 δεν καταγράφονται οι αριθμοί των ποινικών υποθέσεων, αλλά η Εταιρεία θα μπορούσε να ζητήσει να τους μάθει μετά την επίδοση της απαίτησης πληρωμής. Η Μ.Αιτ.4 δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Κύπρος Κυπριανού ήταν διευθυντής της Εταιρεία κατά τον χρόνο της επίδοσης του Τεκμηρίου 1, αλλά γνωρίζει ότι η απαίτηση παραλήφθηκε από άτομο που ήταν υπεύθυνο στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2 είπε ότι γνωρίζει ότι οι επιδόσεις γίνονται σε άτομα που είναι υπεύθυνα στο εγγεγραμμένο γραφείο κατά τον χρόνο της επίδοσης. Ανέφερε, επίσης, πως οι έρευνες που διεξάγει το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με κάποια εταιρεία περιλαμβάνει και τους αξιωματούχους της. Η Μ.Αιτ.4 κατέθεσε ως Τεκμήριο «18» έντυπο ημερομηνίας 30/10/2008, όπου καταγράφονται κάποια στοιχεία της Εταιρείας μετά από έρευνα που είχε διενεργηθεί στον Έφορο Εταιρειών. Η Μ.Αιτ.4 δέχθηκε ότι η Μαρία Αντωνίου ήταν μόνη διευθύντρια της Εταιρείας τόσο στις 30/10/08 όσο και στις 10/3/2009 όσο και στις 21/10/
  28. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν έγινε αίτηση για την εκποίηση της ακίνητης περιούσιας της Εταιρείας, ως και ότι όλα τα εντάλματα επιστράφηκαν ανεκτέλεστα. Μέχρι που είχε τον φάκελο στην κατοχή της δεν ακυρώθηκαν τα εντάλματα, ούτε και γνωρίζει κατά πόσον γίνεται κάτι τέτοιο. Όσο ήταν αυτή υπεύθυνη δεν έγινε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να διαπιστωθεί κατά πόσον η Εταιρεία έχει ακίνητη περιουσία. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο κ. Θεοφάνης Τρύφωνος είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος. Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 11/6/2009 από την δημόσιο κατήγορο στην παρουσία της. Δεν είχε γραπτή εξουσιοδότηση από τον κ. Τρύφωνος, αλλά αυτός δίνει τις εκάστοτε οδηγίες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν γραπτές οι οδηγίες του. Πέμπτη και τελευταία μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν η κα. Μαρία Ευθυμίου (Μ.Αιτ.5), Ασφαλιστική Λειτουργός και Προϊστάμενη των επιθεωρητών και του κλάδου των ποινικών διώξεων του γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη Λάρνακα. Αυτή έχει υπό την φύλαξή της τον φάκελο της υπόθεσης από τον Νοέμβριο του 2009 μετά που η Μ.Αιτ.4 μετατέθηκε στο κέντρο εξυπηρέτησης του πολίτη. Σύμφωνα με τη Μ.Αιτ.5, μετά την καταχώρηση της Αίτησης καταβλήθηκε από την Εταιρεία κάποιο ποσό που αφορούσε τρεις ποινικές υποθέσεις. Οι δύο ξοφλήθηκαν πλήρως και πληρώθηκε μέρος της τρίτης. Ανέφερε, επίσης, ότι οι τρέχουσες οφειλές της απαίτησης πληρωμής κατέστησαν επιδικασμένες στο μεταξύ. Στο μεταξύ έγιναν καταχωρήσεις αποδοχών εργαζομένων που ήρθαν εκ των υστέρων να παραπονεθούν για μη ορθή καταβολή. Γινόταν συνεχώς τροποποίηση του οφειλομένου ποσού. Πληρώθηκαν €7.000,00 την 1/7/2010, κάποιο άλλο ποσό τέλος Δεκεμβρίου του 2009 και το άλλο αρχές του
  29. Έναντι του οφειλομένου της Αίτησης ποσού οφείλεται το ποσό των €96.000,00 και πολύ περισσότερες τρέχουσες οφειλές. Η Εταιρεία συνεχίζει να εργοδοτεί κάποια άτομα και λήφθηκαν αποδοχές μέχρι τον Μάρτιο του 2011 και έτσι δημιουργήθηκε ένα τεράστιο χρέος. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Αιτ.5 ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά το Τεκμήριο 1 όταν περιήλθε στη φύλαξή της ο φάκελος της υπόθεσης. Δεν ήταν σε θέση να αναλύσει εκ του προχείρου το οφειλόμενο ποσό της Αίτησης. Ανέφερε ότι το ποσό του Τεκμηρίου 3 πληρώθηκε την 1/7/2010, αλλά δεν ακυρώθηκε το ένταλμα. Εξοφλήθηκε το ποσό του Τεκμηρίου 4 και πληρώθηκαν γύρω στα €6.500,00 έναντι του Τεκμηρίου
  30. Δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του Τεκμηρίου 6 ή του Τεκμηρίου 7 ή του Τεκμηρίου
  31. Σε υποβολή ότι δεν προχώρησε κάποιος να κάνει κατάσχεση κινητής περιουσίας, η Μ.Αιτ.5 ανέφερε ότι ξέρει ότι επιστράφηκαν ανεκτέλεστα. Την δεύτερη ημέρα της αντεξέτασής της, η Μ.Αιτ.5 ανέφερε ότι το συνολικό ποσό που πληρώθηκε έναντι του ποσού της απαίτησης πληρωμής και της Αίτησης ανέρχεται στο ποσό των €26.127,
  32. Το ποσό αυτό πληρώθηκε μετά την καταχώρηση της Αίτησης στο γραφείο του Τμήματος στη Λευκωσία. Ανέφερε, επίσης, ότι έγιναν προσωπικές συμφωνίες που δεν τηρήθηκαν. Το ποσό που οφείλει σήμερα η Εταιρεία στον Αιτητή για την Αίτηση είναι €96.461,24, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερο το ποσό για τις οφειλές που προέκυψαν στο μεταξύ. Ανέφερε, επίσης, ότι το ποσό που οφείλεται σήμερα για το Τεκμήριο 5 είναι €5.115,
  33. Κατά την καταχώρηση της Αίτησης, τα επιδικασμένα οφειλόμενα ποσά ήταν €45.200,81 και οι τρέχουσες οφειλές €77.388,
  34. Σε ερώτηση αν έγινε προσπάθεια να εκδοθεί ριτ κινητών, η Μ.Αιτ.5 ανέφερε ότι ακολουθήθηκαν οι νενομισμένες διαδικασίες. Δεν γνώριζε κατά πόσον τα εντάλματα προωθήθηκαν δεόντως, αλλά γνωρίζει ότι τα εντάλματα, Τεκμήρια 3 και 4 εκτελέστηκαν, ενώ τα υπόλοιπα επιστράφηκαν ανεκτέλεστα. Ο Πρωτοκολλητής ενημερώθηκε για την πληρωμή που έγινε έναντι του ποσού του Τεκμηρίου 5, αλλά δεν είχε μαζί της την επιστολή. Δεν ακυρώθηκε οποιοδήποτε από το έξι εντάλματα. Μοναδικός μάρτυρας για την Εταιρεία ήταν ο διευθυντής αυτής, κ. Κύπρος Κυπριανού (Μ.Υ.1), ο οποίος κατ' αρχάς ανέφερε ότι είναι διευθυντής από τις 22/1/
  35. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο «21» ακριβές αντίγραφο του εντύπου ΗΕ4 που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 22/1/
  36. Δεν ήταν διευθυντής είτε την 1/9/2009, όταν του επιδόθηκε η Αίτηση, είτε στις 11/2/2009 όταν έγινε η επίδοση σε αυτόν του Τεκμηρίου
  37. Διευθυντής τότε ήταν η Μαρία Αντωνίου και αυτός εργαζόταν απλώς στην Εταιρεία. Στις 11/2/2009 πήγε η Μ.Αιτ.1 στο γραφείο της Εταιρείας, ζήτησε την Μαρία Αντωνίου, η οποία απουσίαζε και ο Μ.Υ.1 της είπε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να παραλάβει το Τεκμήριο
  38. Ο ίδιος θύμωσε στην Μ.Αιτ.1 και αυτή του είπε ότι έπρεπε να το παραλάβει. Δεν υπήρχε κάποιος αξιωματούχος στο γραφείο. Ακολούθως, ο Μ.Αιτ.1 ανέφερε ότι η Εταιρεία εργάζεται κανονικά στο μέτρο των δυνατοτήτων της και μετά την καταχώρηση της Αίτησης δημιουργήθηκαν πολλαπλά προβλήματα στην αξιοπιστία της Εταιρείας εφόσον δεν μπορούν να γίνει δανεισμός εκκρεμούσης της Αίτησης. Η Εταιρεία προηγουμένως είχε τεράστια ευρωστία, δεν είχε δάνεια, εργαζόταν καλά και η Αίτηση δημιούργησε προβλήματα. Δεν μπορούν να εισπράξουν από πελάτες που οφείλουν εκατομμύρια και οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις διέρρευσαν ψεύτικες δηλώσεις στον τύπο, ότι δηλαδή η Εταιρεία χρωστά εκατομμύρια και θα διαλυθεί. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο «20» την έκδοση της καθημερινής εφημερίδας «ο φιλελεύθερος» ημερομηνίας 28/8/
  39. Οι άλλες εφημερίδες αναμετέδωσαν την είδηση. Στην προσπάθεια κάποιου δημοσιογράφου να επιτύχει τους δικούς του σκοπούς, το γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων έπαιξε το βασικότερο ρόλο για τη δημοσίευση του πρωτοσέλιδου στο Τεκμήριο
  40. Όλοι οι χρεώστες της Εταιρείας εξαφανίστηκαν και οι πιστωτές της Εταιρείας έγιναν πολύ πιεστικοί. Το πιο βασικό είναι πως παρά το ότι η Εταιρεία έχει έργα υπό ανάπτυξη, με το δημοσίευμα η Εταιρεία έχασε το goodwill που απαιτείται για την επίτευξη εργασιών. Η Εταιρεία είναι εργοληπτική, δηλαδή κτίζει και πωλεί ακίνητα, διαμερίσματα κλπ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «19» πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που εξασφάλισε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, ημερομηνίας 2/6/2011, όπου καταγράφεται η ακίνητη ιδιοκτησία της Εταιρείας ανά το παγκύπριο. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, σχεδόν σε όλα τα ακίνητα της Εταιρείας υπάρχουν χτισμένα διαμερίσματα, πολυκατοικίες και μεζονέτες, πολλά από τα οποία είναι πουλημένα σε τρίτα πρόσωπα. Ο κάθε αγοραστής οφείλει στην Εταιρεία αρκετές χιλιάδες ευρώ. Μετά την Αίτηση και το δημοσίευμα η Εταιρεία δεν μπορεί να εισπράξει και ο κόσμος φοβάται για τις περιουσίες του. Πέραν των ακινήτων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 19, η Εταιρεία έχει και άλλα κτήματα με το σύστημα της αντιπαροχής, τα οποία δεν είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της. Ανέφερε, επίσης, ότι η αξία των ακινήτων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 19 ξεπερνά τα €10.000.000,00 και είναι επιπλέον η αξία των υπολοίπων τα οποία αναπτύσσονται με τη μέθοδο της αντιπαροχής. Με τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, η Εταιρεία απασχολεί μόνο 5-6 βασικούς υπαλλήλους και οι εργοληπτικές εργασίες δίδονται σε υπεργολάβους. Η Εταιρεία έχει επίσης κινητή περιουσία, δηλαδή 10 αυτοκίνητα, γραφεία κλπ, η αξία της οποίας είναι πέριξ των €200.000,00-€300.000,
  41. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από την ημερομηνία που ανέλαβε διευθυντής της Εταιρείας δεν τον επισκέφτηκε κάποιος δικαστικός επιδότης για να κατάσχει κινητή περιουσία ή κάποιος αστυνομικός για να εισπράξει τα εντάλματα. Δεν έγινε, επίσης, οποιαδήποτε αίτηση για πώληση οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως όταν ανέλαβε διευθυντής και πληροφορήθηκε για τα υπόλοιπα προσπάθησε, παρά την κρίση που έπληξε την οικοδομική βιομηχανία, να βρει κάποια λύση με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και πλήρωσε γύρω στις €26.127,
  42. Τον Ιούλιο του 2010 πλήρωσε μια δόση €8.000,00 και πήρε υποσχέσεις ότι θα μπορούσαν να αποσύρουν την Αίτηση. Μετά την πληρωμή των €8.000,00 ο Μ.Υ.1 πίστευε ότι θα απέσυραν την Αίτηση. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, τα κακόβουλα δημοσιεύματα καθήλωσαν την Εταιρεία. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, πέραν της κρίσης, η Αίτηση και τα κακόβουλα δημοσιεύματα δημιούργησαν πρόβλημα. Ο Μ.Υ.1 επικοινώνησε με το δημοσιογράφο του «φιλ», ο οποίος είναι ξάδελφος του δικηγόρου του, ο οποίος του είπε ότι πήρε την πληροφόρηση για το δημοσίευμα από λειτουργούς των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέφερε, επίσης, ότι με τις πληρωμές που έγιναν εξοφλήθηκαν οι ποινικές υποθέσεις που αναφέρθηκαν. Δεν τον ενημέρωσαν από το Δικαστήριο είτε από την Αστυνομία ότι ακυρώθηκε οποιοδήποτε ένταλμα. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι είπε στη Μ.Αιτ.1 ότι ήταν διευθυντής, αλλά ως υπεύθυνο άτομο στην κοινωνία, παρά το ότι τσακώθηκε με την Μ.Αιτ.1 που φώναζε, παρέλαβε το Τεκμήριο 1 ως μη αρμόδιος. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν μπορεί να βεβαιώσει το ποσό που οφείλεται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, αλλά από τότε που μπήκε διευθυντής προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις και πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό. Ανέφερε, επίσης, ότι πήγε στον κ. Τσεριώτη, τους πήρε χρήματα και του υποσχέθηκαν ότι θα απέσυραν την Αίτηση. Μετά, όμως, ο Τσεριώτης του είπε πως κάποιος παρενέβη, έγιναν τα κακόβουλα δημοσιεύματα και έτσι δημιουργήθηκε πρόβλημα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα κατά πόσον απομένει υπόλοιπο €5.115,40 για να εξοφληθεί το ένταλμα, Τεκμήριο
  43. Την 1/7/2010 πλήρωσε €8.000,00, αλλά δεν γνωρίζει ποιές υποθέσεις αφορούσε το ποσό που πληρώθηκε. Πλήρωσε ένα σημαντικό ποσό έναντι του οφειλομένου ποσού της Αίτησης, αλλά δεν θυμάται τί αποδείξεις του έδωσαν. Όταν πήγε σε προηγούμενες φορές, πλήρωσε και άλλα ποσά. Του υποβλήθηκε ότι στη συνάντηση που είχε στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων τέθηκαν περαιτέρω όροι από την καταβολή του ποσού των €8.000,00 και ο Μ.Υ.1 διαφώνησε επιμένοντας ότι η συμφωνία ήταν να αποσυρθεί πρώτα η Αίτηση για να μπορέσει η Εταιρεία να πληρώσει. Αρνήθηκε ότι η συμφωνία ήταν πως ο Αιτητής δεν θα ενίστατο στην αναβολή της ακρόασης αν τηρούνταν οι όροι από την Εταιρεία. Διαφώνησε ότι ο Αιτητής παρείχε στην Εταιρεία την ευχέρεια να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά, προσθέτοντας πως ο Αιτητής μπορούσε να πωλούσε ένα ακίνητο για να πάρει τα λεφτά του. Ο ίδιος δεν πώλησε εφόσον ανέλαβε στις 22/1/2010 όταν είχε ήδη καταχωρηθεί η Αίτηση και δεν μπορούσε να πωλήσει. Στη συνάντηση που είχε τον Ιούλιο του 2010 πρότεινε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις κάποιο ακίνητο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν είχαν καταχωρηθεί άλλες αιτήσεις διάλυσης της Εταιρείας πριν την Αίτηση. Η Εταιρεία δεν είχε καθυστερημένους πιστωτές πριν την Αίτηση και δεν οφείλει σε τράπεζες. Ήταν εγγυήτρια σε τράπεζες για να βοηθήσει τους πελάτες της. Ανέφερε, επίσης, ότι η Εταιρεία έχει οφειλές στην αγορά, αλλά η περιουσία της είναι δεκαπλάσια των οφειλών και των εξόδων. Η Εταιρεία έχει να πληρώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από τον Ιούλιο του
  44. Μετά τη δημοσίευση τους έχουν σταυρώσει. Υπάρχουν πολλές υποχρεώσεις τρίτων και άλλοι που περιμένουν μεταβίβαση. Αν αποσυρθεί η Αίτηση, θα είναι τακτοποιημένοι όλοι σε λίγες βδομάδες. Σε υποβολή ότι η Εταιρεία αρνήθηκε να πληρώσει τα εντάλματα, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ουδείς πήγε σε αυτόν για τα εντάλματα. Σε ερώτηση κατά πόσον είναι βεβαρημένη με υποθήκες η ακίνητη περιουσία που καταγράφεται στο Τεκμήριο 19, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι η Εταιρεία προσέφερε σε οποιοδήποτε αγοραστή επιθυμούσε να εξασφαλίσει δάνειο μέρος του ακινήτου για να το υποθηκεύσει. Δηλαδή, η Εταιρεία υποθήκευσε κάποια μερίδια προς όφελος των πελατών της. Ακολούθως, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «22» έντυπο ΗΕ32 με τίτλο «Αρχείο Εγγραφής Επιβαρύνσεων και Γνωστοποιήσεων καθώς και καταχωρήσεων υποθηκών και των ακυρώσεών τους της K&M (Famagusta) Developers and Constructions Ltd» και ο Μ.Υ.1 είπε ότι οι υποθήκες του Τεκμηρίου 22 δεν αφορούν την Εταιρεία, αλλά τους αγοραστές της, οι οποίοι είναι πολλές εκατοντάδες και στους οποίους δημιουργείται τεράστιο πρόβλημα με την Αίτηση. Σε υποβολή ότι δεν δόθηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων πληροφόρηση στον τύπο ότι η Εταιρεία οφείλει το ποσό που αναφέρεται στο δημοσίευμα του Τεκμηρίου 20, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο Αιτητής έπρεπε να το διαψεύσει. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 είπε σε σχέση με τις υποθήκες του Τεκμηρίου 22 ότι η Εταιρεία υποθήκευε το ανάλογο μερίδιο που αγόραζε ο αγοραστής και αφορούν μερίδια που δεν μεταβιβάστηκαν. Για κάθε ακίνητο, η Εταιρεία έκτισε διάφορα διαμερίσματα. Υπάρχει κάποιο ακίνητο στο Τεκμήριο 22 όπου μπήκε υποθήκη για το μερίδιο που αναλογούσε σε διάφορους πελάτες. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Ο κ. Κουμής, μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του Αιτητή δεν κατέθεσε κάποια δικαστική απόφαση για να αποδείξει τα ισχυριζόμενα ποσά. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι έγινε αντικανονική επίδοση της Αίτησης, εφόσον αυτή επιδόθηκε σε μη αξιωματούχο της Εταιρείας. Τόνισε, επίσης, ότι η επίδοση της απαίτησης έγινε στον Μ.Υ.1, ο οποίος κατά τον χρόνο της επίδοσης δεν ήταν αξιωματούχος της Εταιρείας και ουδεμία σχέση είχε με αυτήν. Περαιτέρω, προέβη σε σχολιασμό της προσκομισθείσας μαρτυρίας, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι κύριοι μάρτυρες του Αιτητή δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο το φάκελο της Εταιρείας, από τον οποίο ήταν η πηγή της πληροφόρησής τους. Με τον τρόπο αυτό η μαρτυρία τους παρέμεινε μετέωρη. Στη συνέχεια, εισηγήθηκε ότι εφόσον σύμφωνα με τη Μ.Αιτ.2 τα εντάλματα δεν αποσύρθηκαν ή ακυρώθηκαν από το Δικαστήριο, η Εταιρεία έχει να αντιμετωπίσει δύο παράλληλες διαδικασίες, διατρέχει κίνδυνο να φυλακιστεί και να πωληθεί η κινητή και ακίνητή της περιουσία για ικανοποίηση του οφειλομένου ποσού. Επίσης, τόνισε πως ενώ ο Αιτητής στην Αίτηση δικογραφεί ως ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό €122.598 και στα εντάλματα αναγράφεται το ποσό των €104.461,27, δεν υπάρχει μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα ισχυριζόμενα ποσά, στην απαίτηση πληρωμής δεν αναφέρονται οι ποινικές υποθέσεις και κανένας μάρτυρας ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει τι ποσό οφείλεται για κάθε υπόθεση. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ότι δεν έχουν αποδειχθεί ποια είναι τα οφειλόμενα ποσά και τί ποσό αναλογεί σε κάθε ποινική υπόθεση. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας και συνεπώς δεν μπορεί να καθοριστεί η καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την Αίτηση. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οφείλεται από την Εταιρεία ποσό πέραν των Λ.Κ.500,
  45. Από την Ένορκη Δήλωση Κυπριανού και την μαρτυρία πρόεκυψε ότι η Εταιρεία πλήρωσε €26.127,
  46. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι, κατ' αναλογίαν των όσων ισχύουν στις ειδοποιήσεις πτώχευσης, ο Αιτητής δεν μπορούσε να περιλάβει στην απαίτηση πληρωμής πέραν της μιας δικαστικής απόφασης. Με αναφορά, περαιτέρω, στις νομικές αρχές εισηγήθηκε ότι η οφειλή δεν είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Επίσης, ότι η καταχώρηση της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας για τους λόγους που ανέφερε, ότι η Αίτηση δεν προσδιορίζει σε ποιά από τις επί μέρους πρόνοιες του Άρθρου 212 βασίζεται και άλλα σημεία που θεωρεί ότι καθιστούν ελαττωματική την Αίτηση και ανεπαρκή τα στοιχεία που παρατίθενται σε αυτήν. Στην αντίπερα όχθη, η κα. Σκούρου εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής έχει εξουσία να εγείρει πολιτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένης αίτησης εκκαθάρισης, παράλληλα με ποινική διαδικασία. Ακολούθως, εισηγήθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα. Σε σχέση με την νομική βάση της Αίτησης, η κα. Σκούρου εισηγήθηκε ότι αυτή στηρίζεται ξεχωριστά και σωρευτικά στα Άρθρα που εκεί καταγράφονται. Ακολούθως, εξήγησε γιατί θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η Αίτηση. Μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε ότι οι τρέχουσες οφειλές θεωρούνται επιβεβαιωμένο χρέος σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του
  47. Έναντι του ποσού της απαίτησης πληρωμής και της Αίτησης πληρώθηκε μόνο το ποσό των €26.127,24, ποσό που νομιμοποιεί τον Διευθυντή να αιτείται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Παρέπεμψε, επίσης, σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι χρηματικές ποινές εμπίπτουν στην έννοια του χρέους. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ότι η μαρτυρία κατέδειξε ότι η Εταιρεία είναι αναξιόχρεη να πληρώνει τα χρέη της και εξακολουθεί να δημιουργεί νέες οφειλές και πως το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την εκκαθάριση της Εταιρείας. Αξιολόγηση-Ευρήματα Το πρώτο ζήτημα που χρήζει απάντησης είναι η θέση που προέβαλε η πλευρά της Εταιρείας περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την Αίτηση καθότι, ως υποστηρίχτηκε, δεν προσκομίστηκε από την πλευρά του Αιτητή μαρτυρία για το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας παρά τη σχετική αναφορά που γίνεται στην Αίτηση. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou

(1986)1 C.L.R. 689, αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 698: «The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by the inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial». Στην Μούρτζινος ν. Global Cruises SA
(1992)1(B) A.A.Δ. 1160, λέχθηκε πως η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοείται η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. Τονίζεται, ακολούθως, στη σελ. 1162 της εν λόγω απόφασης πως: «Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως επεξηγήθηκε στην SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως». (δική μου η υπογράμμιση). Αποτελεί λοιπόν πάγια αρχή της νομολογίας μας πως είναι στη βάση της έκθεσης απαίτησης που κρίνονται δικαιοδοτικά ζητήματα. Βλ. The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks
(1990)1 A.A.Δ. 219, Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1461 και Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1192. Από τις συνδυασμένες πρόνοιες της πρώτης επιφύλαξης του Άρθρου 209
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και του Άρθρου 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, προκύπτει ότι Επαρχιακός Δικαστής έχει εξουσία να εκδικάσει αίτηση εκκαθάρισης και να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας, το καταβληθέν ή πιστωθέν ως καταβληθέν μετοχικό κεφάλαιο της οποίας δεν υπερβαίνει τα €100.000,
  1. Υπενθυμίζω πως στη Αίτηση δικογραφείται ότι τόσο το ονομαστικό όσο και το πληρωμένο μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας είναι €17.000,00 (Λ.Κ.10.000,00). Ο κ. Κουμής επιχείρησε στο στάδιο των αγορεύσεων να καταστήσει επίδικο θέμα το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας σε μια προσπάθεια να εισηγηθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση. Δεν αποτέλεσε, όμως, αμφισβητούμενο γεγονός στην παρούσα διαδικασία το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας. Τουναντίον, εξ αρχής αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων, μέσα από τα δικόγραφα των διαδίκων, ότι το ονομαστικό και εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας είναι αυτό που καταγράφεται στο δικόγραφο του Αιτητή και εξηγώ. Στην Ένορκη Δήλωση Αντωνίου, η οποία συνοδεύει την Αρχική Ένσταση, δεν απορρίπτεται ή αμφισβητείται η παράγραφος 3 της Αίτησης, όπου δικογραφείται το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας, παρά μόνο απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή που περιέχονται στις παραγράφους 4 και έπειτα της Αίτησης. Ακολούθως, παρά το ότι στην Ένορκη Δήλωση Κυπριανού που υποστηρίζει την Τροποποιημένη Ένσταση περιέχεται γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών που καταγράφονται στην Αίτηση, εντούτοις σε αυτή επισυνάπτεται ως τεκμήριο, προς υποστήριξη της Τροποποιημένης Ένστασης, έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφεται το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας, το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που δικογραφεί ο Αιτητής. Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί εύρημά μου ότι τόσο το ονομαστικό όσο και το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας είναι €17.000,00 διαιρεμένο σε 10,000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 εκάστης, γεγονός που θεμελιώνει την καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί και να εκδικάσει την Αίτηση. Συνεπώς, η επί του προκειμένου εισήγηση του κ. Κουμή απορρίπτεται. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Μ.Αιτ.1 μου προξένησε μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Η εκδοχή της ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης της είπαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας ότι διευθυντής αυτής ήταν ο Μ.Υ.1 δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Εφόσον πρόθεση της Μ.Αιτ.1 ήταν να επιδώσει την απαίτηση πληρωμής, Τεκμήριο 1, στο διευθυντή στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, το λογικό και αναμενόμενο είναι όπως η ίδια ζητούσε, εφόσον δεν είχε κάνει έρευνα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, από το Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων να της δώσουν σχετική πληροφόρηση, όπως εξ άλλου της έδωσαν για το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Εφόσον, περαιτέρω, έκανε και η ίδια, ως είπε, έρευνα, την οποία δεν προσδιόρισε, σε σχέση με το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, τότε γιατί δεν επέκτεινε τις έρευνές της για να μάθει ποιος ήταν ο διευθυντής της Εταιρείας; Πέραν τούτου, η Μ.Αιτ.1 δεν μας είπε και δεν μπορώ να γνωρίζω κάτω υπό ποιες συνθήκες αναγράφηκαν σε παρένθεση οι λέξεις «διευθυντής εταιρείας» κάτω από την υπογραφή του Μ.Υ.1 στην απόδειξη παραλαβής του Τεκμηρίου
  2. Δεν αμφισβητήθηκε, βεβαίως, η αναφορά της ότι η επίδοση του Τεκμηρίου 1 έγινε από την ίδια στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας στον Μ.Υ.1, κάτι εξ άλλου που ο ίδιος ο Μ.Υ.1 δέχθηκε κατά την ένορκη εκδοχή του. Δεν αποδέχομαι, λοιπόν, την μαρτυρία της Μ.Αιτ.1 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Η Μ.Αιτ.2 περιορίστηκε ως υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και Αμμοχώστου να αναφερθεί σε στοιχεία που προκύπτουν από το περιεχόμενο των φακέλων των ποινικών υποθέσεων και των ενταλμάτων εκτέλεσης κινητής περιουσίας που κατέθεσε, τα οποία ως εκ της θέσης και των καθηκόντων της έχει υπό τη φύλαξή της. Σε κάθε περίπτωση, πέραν του ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της, σχημάτισα την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα σε σχέση με αυτή και δεν έχω επισημάνει ο,τιδήποτε από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι αυτή θα ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Θα πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί πως η αναφορά της Μ.Αιτ.2 ότι δηλαδή τα εντάλματα, Τεκμήρια 3-8, επιστράφηκαν «ανεκτέλεστα» επειδή οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να πληρώσουν δεν είναι απόλυτα σύμφωνη με το περιεχόμενο των ημερολογίων ενεργείας της Αστυνομίας, Τεκμήρια 9-
  3. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 11, με το οποίο επιστράφηκαν στον Πρωτοκολλητή τα Τεκμήρια 5 και 6, αναφέρει ότι τα τελευταία επιστράφηκαν πίσω «σύμφωνα με την επισυναπτόμενη επιστολή». Δεν παρουσιάστηκε, όμως, οποιαδήποτε επισυναπτόμενη επιστολή. Επίσης, δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 11 ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 επιστράφηκαν ανεκτέλεστα. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 9, με το οποίο επιστράφηκαν στον Πρωτοκολλητή τα Τεκμήρια 7 και 8, αναφέρει ότι τα εντάλματα επιστρέφονται ανεκτέλεστα «επειδή ο ιδιοκτήτης αρνείται να πληρώσει». Πέραν του ότι δεν κατονομάζεται ποιος είναι ο «ιδιοκτήτης» που αρνήθηκε να πληρώσει, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς ένα ένταλμα Δικαστηρίου, το οποίο διατάσσει τον Αρχηγό της Αστυνομίας να προβεί σε άμεση κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας ενός κατηγορούμενου για την ικανοποίηση συγκεκριμένου εναντίον του επιδικασθέντος ποσού, δεν εκτελείται και επιστρέφεται δήθεν ανεκτέλεστο με την εν λόγω δικαιολογία. Επίσης, στο Τεκμήριο 10, με το οποίο επιστράφηκαν στο Πρωτοκολλητείο τα Τεκμήρια 3 και 4, δεν αναφέρεται κατά πόσον αυτά επιστρέφονται «ανεκτέλεστα» στον Πρωτοκολλητή, παρά μόνο ότι «αρνούνται να πληρώσουν». Πέραν της γενικότητας της εν λόγω αναφοράς, δηλαδή δεν διευκρινίζει ποιοί είναι αυτοί που αρνούνται να πληρώσουν, ισχύουν τα ίδια σχόλια που έγιναν σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Σημειώνω, βεβαίως, ότι τα Τεκμήρια 3-8 αποτελούν πρωτότυπα, επίσημα δικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων γίνεται αποδεκτό ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους φακέλους των Ποινικών Υποθέσεων 430/09 και 7087/09, Τεκμήρια 12 και 13, εκτός της αναφοράς που γίνεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης της κλήσης στην Εταιρεία, ήτοι ότι ο Κύπρος Κυπριανού ήταν διευθυντής της Εταιρείας στις 10/3/2009, εφόσον αποτέλεσε τελικά κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην παρούσα ότι ο Μ.Υ.1 διορίστηκε διευθυντής της Εταιρείας στις 22/1/
  5. Με τις διευκρινίσεις και τις διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Αιτ.2 γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Αιτ.3 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας και δεν θεωρώ ότι είχε πρόθεση να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Υπήρξαν, όμως, αρκετές αναφορές της, οι οποίες ήταν γενικές και αόριστες, όπως για παράδειγμα το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από την Εταιρεία έναντι των οφειλομένων ποσών, ως και ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να αναλύσει τα οφειλόμενα ποσά. Δέχομαι, όμως, ότι η Μ.Αιτ.3 δεν ήταν σε θέση να είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, εφόσον δεν είχε οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση μετά την αποστολή του Τεκμηρίου
  6. Δεν μπορώ, επίσης, παρά να αγνοήσω ως γενική και αόριστη την αναφορά της ότι στις 11/2/2009 ήξερε, στη βάση κάποιου συστήματος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ότι ο Μ.Υ.1 ήταν διευθυντής της Εταιρείας. Επίσης, παρά το ότι δέχομαι ότι η ίδια έλεγξε πριν την υπογραφή εκ μέρους του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (από τον οποίο ως εκ της θέσης και των καθηκόντων της είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει) και την αποστολή στη Μ.Αιτ.1 του Τεκμηρίου 1, κατά πόσον το ποσό που αναγράφηκε σε αυτό συμφωνούσε με τα ποσά που εμφανίζονταν σαν οφειλόμενα από την Εταιρεία στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Αιτ.3 σε σχέση με το κατά πόσον ήταν πράγματι οφειλόμενο ολόκληρο το εν λόγω ποσό, εφόσον δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο από το οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε εύρημα σε σχέση με την ορθότητα των καταχωρήσεων στην εν λόγω ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Πόσο δε μάλλον εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο που να αναλύει και να επεξηγεί το οφειλόμενο ποσό. Σημειώνω, επίσης, ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14 και 15, τα οποία αποτελούν πιστά αντίγραφα των πιστοποιητικών της Εταιρείας που εκδόθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών, γίνεται αποδεκτό ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Πέραν, λοιπόν, των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, δεν μπορώ να βασιστώ στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας Μ.Αιτ.3, το οποίο απορρίπτεται. Η Μ.Αιτ.4 μου έκανε, επίσης, καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας. Αυτή απαντούσε με ευθύτητα και πειστικότητα, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της, σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία για την αποστολή κάποιας απαίτησης πληρωμής, τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε, ως και στα όσα περιήλθαν στην γνώση της από τη στιγμή που παρέλαβε, ως εκ των καθηκόντων της, το φάκελο της υπόθεσης μέχρι που μετατέθηκε σε κάποια άλλη υπηρεσία. Επίσης, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε, είτε στον τρόπο που κατέθεσε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτή ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Και στην περίπτωση, όμως, της Μ.Αιτ.4, ισχύει η γενικότερη παρατήρηση στην οποία προέβηκα κατά την αξιολόγηση της Μ.Αιτ.
  7. Δηλαδή, παρά το ότι δέχομαι ότι η ίδια έλεγξε κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης ότι το ποσό που καταγράφεται σαν οφειλόμενο στο Τεκμήριο 1 συμφωνούσε με τα δεδομένα που ήταν καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρείται στο Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και ότι είναι στη βάση αυτών που ετοιμάστηκε η Αίτηση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για να εξακριβώσει το ακριβές ύψος του οφειλομένου ποσού κατά την αποστολή του Τεκμηρίου 1, εφόσον αυτή δεν ήταν σε θέση να αναλύσει το οφειλόμενο ποσό. Δέχομαι, όμως, τη γενικότερη επεξήγηση στην οποία προέβηκε σε σχέση με το τί περιλάμβανε το ποσό του Τεκμηρίου 1 και της Αίτησης, αλλά, ως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την ανάλυση των τεκμηρίων και του συνόλου της μαρτυρίας, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα σε σχέση με το ακριβές ποσό που οφείλονταν για τις τρέχουσες οφειλές από τον Μάιο του 2007 έως Ιούλιο του 2007 και από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Αύγουστο του 2008, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών, αντικείμενα του Τεκμηρίου 1 και της Αίτησης. Δεν μπορώ, επίσης, να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Αιτ.4 σε σχέση με τον τρόπο που έγινε η επίδοση του Τεκμηρίου 1, εφόσον ήταν εμφανές ότι η επί του προκειμένου ένορκη αναφορά της στηρίχθηκε στο τι ισχύει κατά την επίδοση τέτοιων απαιτήσεων. Σημειώνω, βεβαίως, ότι κατά την αντεξέτασή της δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι, μέχρις ότου η ίδια είχε στην κατοχή της το φάκελο της υπόθεσης, δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του ποσού της Απαίτησης και της Αίτητης. Με τις διαφοροποιήσεις και τις διευκρινίσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Αιτ.4 και τα τεκμήρια που αυτή κατέθεσε γίνονται αποδεκτά ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Η Μ.Αιτ.5 μου προξένησε γενικά την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστης μάρτυρος. Ομολογουμένως, στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας της υπήρξε κάποια σύγχυση στα λεγόμενά της αναφορικά με το πότε και τί ποσά πληρώθηκαν από την Εταιρεία μετά την καταχώρηση της Αίτησης, σύγχυση που αποδίδεται στο ότι δεν μπορούσε να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήρια οποιαδήποτε έγγραφα που θα βοηθούσαν τη μαρτυρία της, ενόψει της μη ένορκης αποκάλυψής τους. Εντούτοις, στην πορεία, κυρίως κατά την αντεξέτασή της, ξεκαθαρίστηκε ποιό ήταν το ποσό που πληρώθηκε έναντι του ποσού της Τεκμηρίου 1 και της Αίτησης από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, το οποίο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αλλά είναι το ίδιο με το ποσό που καταγράφεται ότι πληρώθηκε στην Ένορκη Δήλωση Κυπριανού. Ισχύει, όμως, και στην περίπτωση της Μ.Αιτ.5 το σχόλιο που έκανα κατά την αξιολόγηση της Μ.Αιτ.4, δηλαδή δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για να διαπιστωθεί η ορθότητα του ποσού που αξιώνετο με το Τεκμήριο 1, αντικείμενο της Αίτησης και εξηγώ. Είναι ορθή και αποδέχομαι ως αληθή τη θέση της Μ.Αιτ.5 ότι τα επιδικασμένα οφειλόμενα ποσά από την Εταιρεία στις Ποινικές Υποθέσεις 4246/05, 95/07, 3683/07 και 2370/08 ήταν €45.200,14, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών και των προστίμων. Τούτο προκύπτει από την πρόσθεση των ποσών των ενταλμάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας, Τεκμήρια 3-
  8. Δεν μπορώ, όμως, να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα σε σχέση με το ακριβές ποσό που οφείλονταν για τις τότε τρέχουσες οφειλές από τον Μάιο του 2007 έως Ιούλιο του 2007 και από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Αύγουστο του 2008, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, το ποσό που επιδικάστηκε εναντίον της Εταιρείας στις 18/1/2010 στην Ποινική Υπόθεση 7087/08, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών, για τους μήνες Ιανουάριο έως Αύγουστο του 2008, ήταν €45.818,27 πλέον συνολική χρηματική ποινή €
  9. Το συνολικό ποσό, λοιπόν, που επιδικάστηκε, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ποινής, ήταν €46.218,27, το οποίο ανταποκρίνεται πλήρως με το ποσό του αντίστοιχου εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, Τεκμήριο
  10. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, το ποσό που επιδικάστηκε εναντίον της Εταιρείας στις 18/1/2010 στην Ποινική Υπόθεση 430/09, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών, για τους μήνες Μάιο έως Ιούλιο του 2007, ήταν €12.642,19 πλέον συνολική χρηματική ποινή €
  11. Το συνολικό ποσό, λοιπόν, που επιδικάστηκε, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ποινής, ήταν €13.042,19, το οποίο ανταποκρίνεται πλήρως με το ποσό του αντίστοιχου εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, Τεκμήριο
  12. Δηλαδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα τεκμήρια, το συνολικά οφειλόμενο ποσό για τις οφειλές από τον Μάιο του 2007 έως Ιούλιο του 2007 και από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Αύγουστο του 2008 στις 18/1/2010, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών, ήταν €58.460,
  13. Η Μ.Αιτ. 5 ανέφερε ότι το ποσό των εν λόγω οφειλών κατά την καταχώρηση της Αίτησης, ήτοι στις 11/6/2009, ήταν €77.388,
  14. Επιχείρησα να προσθέσω τα ποσά των κατηγοριών των Ποινικών Υποθέσεων 430/09 και 7087/08, για να διαπιστώσω κατά πόσον η αναφορά της Μ.Αιτ.5 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά χωρίς κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, εφόσον δεν προσδιορίζονται σε αυτές τα ποσά των πρόσθετων τελών. Εφόσον, περαιτέρω, η Μ.Αιτ.5 δεν ήταν σε θέση να μας πει με σαφήνεια και ακρίβεια πότε έγιναν οι πληρωμές μετά την καταχώρηση της Αίτησης, τί ποσό αφορούσε έκαστη πληρωμή και έναντι ποιάς υπόθεσης λογίστηκε η κάθε πληρωμή ξεχωριστά όταν έγινε, δεν μπορώ να προβώ με ασφάλεια σε περαιτέρω υπολογισμούς για να διαπιστώσω ποιό ήταν το ακριβές οφειλόμενο ποσό τόσο κατά την καταχώρηση της Αίτησης όσο και κατά την αποστολή του Τεκμηρίου 1 για τις οφειλές από τον Μάιο του 2007 έως Ιούλιο του 2007 και από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Αύγουστο του
  15. Μπορώ να πω με βεβαιότητα με βάση τα Τεκμήρια που έχουν τεθεί ενώπιόν μου ότι το οφειλόμενο ποσό για τις εν λόγω οφειλές κατά τους χρόνους που μας ενδιαφέρει ήταν τουλάχιστον €58.460,
  16. Συνεπώς, το μόνο ασφαλές εύρημα στο οποίο μπορώ να προβώ και προβαίνω είναι πως τόσο στις 10/3/2009, δηλαδή την ημερομηνία της επίδοσης του Τεκμηρίου 1, όσο και στις 11/6/2009, δηλαδή την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, η Εταιρεία όφειλε στον Αιτητή τουλάχιστον το συνολικό ποσό των €103.660,60, ήτοι το ποσό που επιδικάστηκε σε βάρος της στις Ποινικές Υποθέσεις 4246/05, 95/07, 3683/07 και 2370/08, συμπεριλαμβανομένων των χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις εν λόγω υποθέσεις, πλέον τις τότε τρέχουσες οφειλές από τον Μάιο του 2007 έως Ιούλιο του 2007 και από τον Ιανουάριο του 2008 έως και τον Αύγουστο του 2008, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων τελών, ποσά που ήταν πληρωτέα στα ταμεία που διαχειρίζεται ή έχει την ευθύνη της είσπραξης ο Αιτητής, δηλ. το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το Ταμείο για το Πλεονάζον Προσωπικό, το Ταμείο Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού και το Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Η Εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό από τις 10/3/2009 μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης. Μετά την καταχώρηση της Αίτησης η Εταιρεία κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €26.127,
  17. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Αιτ.5 σε σχέση με τα όσα είπε για τα εντάλματα, Τεκμήρια 3-8, στο βαθμό που αυτή ήταν διαφορετική από την μαρτυρία της Μ.Αιτ.2, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί. Ισχύουν, επίσης, τα σχόλια και οι παρατηρήσεις μου για τα εντάλματα που έγιναν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Αιτ.
  18. Πέραν, λοιπόν, των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, απορρίπτω το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Αιτ.5 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Έρχομαι, τέλος, στην μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Ήταν εμφανές κατά την ένορκη εκδοχή του ότι αυτός ουσιαστικά εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία που είχε η πλευρά του Αιτητή να προσδιορίσει με ακρίβεια τα οφειλόμενα ποσά, εξ ου και η στάση που τήρησε κυρίως κατά την αντεξέτασή του, όπου απέφευγε να απαντά ευθέως στις ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση πρωτίστως με τα οφειλόμενα ποσά. Δεν αμφισβήτησε ότι η Εταιρεία έχει οφειλές προς τον Αιτητή, παρά το ότι στην Ένορκη Δήλωση Κυπριανού αρνείται κατηγορηματικά ότι οφείλει στον Αιτητή οποιοδήποτε ποσό. Δεν αρνήθηκε, επίσης, ότι η Εταιρεία κατέβαλε μετά την καταχώρηση της Αίτησης το ποσό των €26.127,
  19. Εντούτοις, δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του για να καταλήξω στο ύψος του οφειλομένου ποσού κατά την ημερομηνία επίδοσης του Τεκμηρίου 1 και της καταχώρησης της Αίτησης, ούτε επίσης στο ύψος του σημερινού οφειλομένου ποσού. Δεν μπορώ, επίσης, να δεχθώ την εκδοχή του Μ.Υ.1 σε σχέση με τα όσα κατ' ισχυρισμόν είπε ότι του υποσχέθηκαν περί απόσυρσης της Αίτησης νοουμένου ότι θα προέβαινε σε συγκεκριμένη πληρωμή, εφόσον δεν έθεσε κάτι τέτοιο υπόψη των μαρτύρων του Αιτητή, και δη των Μ.Αιτ.3, 4 και 5, ώστε αυτή να είναι σε θέση να τοποθετηθεί δεόντως. Δέχομαι, βεβαίως, όπως εξ άλλου αποτέλεσε κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι έγινε η συνάντηση που ανέφερε ο Μ.Υ.
  20. Δεν μπορώ, όμως, να βασιστώ στην επί του προκειμένου μαρτυρία του, η οποία ήταν και συγκεχυμένη, για να αποφανθώ τί τελικά διημείφθη σε αυτήν. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την εκδοχή του ότι λειτουργοί των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφεραν σε δημοσιογράφο του «φιλ» ότι η Εταιρεία έχει οφειλές στον Αιτητή που ξεπερνούν το €1 εκ. Πέραν του ότι αυτή η θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά με την κυρίως εξέταση του Μ.Υ.1, η εν λόγω δήλωση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί η Εταιρεία δεν κλήτευσε τον εν λόγω δημοσιογράφο για να καταθέσει στη διαδικασία. Παραμένει, όμως, γεγονός η δημοσίευση στην πρώτη και τρίτη σελίδα της έκδοσης της εφημερίδας «φιλ» ημερομηνίας 28/8/2010 (Τεκμήριο 20) της εν λόγω «είδησης», η οποία ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σημειώνω, βεβαίως, ότι τελικά αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην παρούσα ότι ο Μ.Υ.1 διορίστηκε διευθυντής της Εταιρείας στις 22/1/2010 και δεν ήταν διευθυντής της κατά τον χρόνο της επίδοσης του Τεκμηρίου 1 και της παρούσας. Δεν έχω λόγο να μην πιστέψω ότι ο Μ.Υ.1 είπε την αλήθεια σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα όταν πήγε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας η Μ.Αιτ.1 για να επιδώσει το Τεκμήριο
  21. Θα ήταν παράλογο κάποιος μη αξιωματούχος της Εταιρείας να παριστάνει τον αξιωματούχο σε δικαστικό επιδότη για να παραλάβει κάποιο έγγραφο ή κλήση δικαστηρίου για την εταιρεία στην οποία εργοδοτείται. Εξ άλλου, η Μ.Αιτ.1 δεν ανέφερε ότι της είπε ο Μ.Υ.1 ότι ήταν διευθυντής της Εταιρείας. Συνεπώς, αποδέχομαι την εκδοχή του μάρτυρα σε σχέση με το τί έλαβε χώρα κατά την επίδοση του Τεκμηρίου 1 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Ουδόλως, επίσης, αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Αιτητή η θέση του Μ.Υ.1 ότι η Εταιρεία έχει την κινητή περιουσία που περιέγραψε, την αξία της οποίας προσδιόρισε τουλάχιστον πέριξ του ποσού των €200.000,
  22. Δεν προσκομίστηκε κάποια επίσημη εκτίμηση σε σχέση με την αξία της, αλλά είναι εύλογα αναμενόμενο πως κάποια εταιρεία, η οποία είχε τον κύκλο εργασιών που είχε η Εταιρεία τουλάχιστον πριν την καταχώρηση της Αίτησης, θα είναι ιδιοκτήτρια κινητής περιουσίας κάποιου σεβαστού ποσού. Δέχομαι, επίσης, τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Εταιρείας. Πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή η επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Υ.1, η ύπαρξη αυτής καταδεικνύεται μέσα από το Τεκμήριο 19, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε κάποια επίσημη εκτίμηση σε σχέση με την σημερινή αξία της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολικός ο κατά προσέγγιση υπολογισμός της από τον Μ.Υ.1, ήτοι ότι αυτή ξεπερνά τα €10 εκ., έχοντας, βεβαίως, υπόψη ότι η αγοραία αξία εκάστου ακινήτου που καταγράφεται στο Τεκμήριο 19, είναι με βάση τις αξίες του
  23. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, από τον Αιτητή ότι πριν την καταχώρηση της Αίτησης η Εταιρεία λειτουργούσε χωρίς δάνεια, ως και οι συνέπειες που υπήρξαν στην αξιοπιστία, την ευρωστία, τη λειτουργικότητα και τη ρευστότητά της ως αποτέλεσμα της δημοσίευσης του ορισμού της ακρόασης της Αίτησης στα Τεκμήρια 16 και 17, πόσο δε μάλλον του δημοσιεύματος, Τεκμήριο
  24. Η επιβάρυνση μέρους της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας με τις υποθήκες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 22 δεν είναι ικανή για να καταρρίψει την επί του προκειμένου εκδοχή του Μ.Υ.1, έχοντας υπόψη τη θέση του τελευταίου, την οποία δεν έχω κάποιο λόγο να μην αποδεχθώ, σε σχέση με τις συνθήκες καταρτισμού και τι αφορούν οι εν λόγω υποθήκες. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται αποδεκτή. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 211(ε) και 212 (α)(β)(γ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, τα οποία παραθέτω αυτούσια: «
  25. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν-: (α).................................................................................... (β).................................................................................... (γ).................................................................................... (δ).................................................................................... (ε)η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της∙ (στ)................................................................................... (ζ).....................................................................................» «
  26. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογεγραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις βδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη αποζημίωση του πιστωτή∙ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη∙ή (γ)αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Limited v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1796, λέχθηκε ότι το Άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές, αλλά εξειδικεύει το Άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει «άλλους τρεις» λόγους για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Στην εν λόγω υπόθεση, όπου εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του Άρθρου 212(α), λέχθηκε ότι το Άρθρο 212(α) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου Άρθρου 211(ε) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση που, σύμφωνα με το Νόμο, η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Στην υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Tμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, είχε τονιστεί ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις του Άρθρου 212, το οποίο δεν περιορίζει τη γενικότητα του Άρθρου 211(ε). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης όταν διαπιστώνεται αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές περιπτώσεις του Άρθρου 212. Βλ., επίσης, Moulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλη Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση GIP Constructions (ανωτέρω), στις σελίδες 18 και 19: «Τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού ... Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο Άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και τα εξής παραδείγματα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος ... Το ίδιο είναι το αποτέλεσμα και όταν υπάρχει παραδοχή από την εταιρεία ότι δεν έχει περιουσία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει εκτέλεση ... Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η εταιρεία μπορεί να αποκρούσει την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία με απόδειξη ότι δύναται στην πραγματικότητα να πληρώσει τα χρέη της ... Στην υπόθεση Re Capital Annuities Ltd [1978] 3 All E.R. 704, στη σελ. 718, την εκφρασθείσα από το Δικαστήριο άποψη, ότι μαρτυρία που δείχνει ότι μια εταιρεία δεν έχει για την ώρα αρκετή ρευστότητα να πληρώσει όλα τα παρόντα χρέη της είτε έχουν είτε δεν έχουν ζητηθεί δεν σημαίνει από μόνη της και αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, πρέπει να την δει κανείς σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης και αφού περιπλέον επισημανθεί πως εν πάση περιπτώσει εκείνο που ο Δικαστής είχε υπόψη του ήταν πως εκεί επρόκειτο για εντελώς προσωρινή δυσκολία που θα μπορούσε να αρθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Θεωρούμε πως και στα δικά μας άρθρα 211 και 212 πρέπει να δοθεί ή ίδια ερμηνεία. Το ότι στο περιθώριο του άρθρου 212 του δικού μας νόμου υπάρχει σημείωση που εμφανίζει το περιεχόμενό του ως ορισμό της έννοιας της «αδυναμίας πληρωμής χρεών» της αναφερόμενης στο άρθρο 211, δεν είναι λόγος για διάφορη ερμηνεία. Η έννοια των άρθρων 211 και 212 είναι σαφής. Και επομένως η σημείωση στο περιθώριο στο άρθρο 212 δεν αποτελεί παρά μια ατυχή περιγραφή που δεν έχει σημασία.» Όπως τονίστηκε, η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του Άρθρου 212(α) και του 212(β) είναι ότι στις εξειδικευμένες περιπτώσεις η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται, δηλαδή, το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης, το ζήτημα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία. Βλ., επίσης, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Eταιρεία Σκυροποιϊας «Λεωνίκ» Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1457. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Precedents, Part 2, Winding up, 17η έκδοση, σελ. 39 «A creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up». Η οφειλή, λοιπόν, προς τον πιστωτή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Βλ. Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2226. Αδιαμφισβήτητα, ο όρος «πιστωτής» του Άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113 περιλαμβάνει τον Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Βλ. Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Αυτό, λοιπόν, που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον εδώ τηρήθηκαν όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 212(α) του Κεφ. 115 για την απόδειξη της Αίτησης στη βάση αυτού. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με το Άρθρο 212(α), εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της αν πιστωτής, στον οποίο η εταιρεία οφείλει ποσό που υπερβαίνει τις Λ.Κ.500,00, επέδωσε στην εταιρεία, παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της, ειδοποίηση απαίτησης υπογραμμένη από αυτόν για το ποσό της απαίτησης και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις βδομάδες παρέλειψε να καταβάλει το ποσό ή να το εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Phasarias (ανωτέρω), η υπό κρίση νομοθετική διάταξη ρητά προνοεί ότι η απαίτηση πληρωμής θα πρέπει να επιδοθεί στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο της γραφείο. Η εν λόγω νομοθετική πρόνοια δεν ικανοποιείται είτε με την ταχυδρόμηση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο είτε με την επίδοσή της σε κάποιο αξιωματούχο της εταιρείας σε χώρο εκτός του εγγεγραμμένου γραφείου. Από την άλλη, όμως, δεν επιβάλλεται όπως η ιδιόχειρη παράδοση-επίδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας γίνει σε κάποιο αξιωματούχο αυτής ή στην παρουσία αυτού. Έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι η απαίτηση πληρωμής επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας στην παρουσία του Μ.Υ.1, ο οποίος ναίμεν δεν ήταν αξιωματούχος της Εταιρείας, αλλά, ως ο ίδιος ανέφερε, εργαζόταν στην Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, η επίδοση/παράδοση δεν έγινε σε κάποιο άσχετο πρόσωπο, όπως ήταν η εισήγηση του κ. Κουμή. Δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο το ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης, Τεκμήριο 2, η Μ.Αιτ.1 ανέγραψε ότι η επίδοση έγινε στο διευθυντή της Εταιρείας στο εγγεγραμμένο της γραφείο της, ενώ ο Μ.Υ.1 δεν ήταν διευθυντής. Είναι αρκετό το ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τη συγκεκριμένη νομοθετική απαίτηση σε σχέση με την επίδοση. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν.
  2. Total Properties Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 124/2010, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας τόνισε ότι «το λεκτικό του Άρθρου 212(α) προνοεί για ειδοποίηση απαίτησης «υπογεγραμμένη από αυτόν», δηλαδή τον πιστωτή, ή κατά το αγγλικό κείμενο «a demand under his (the creditor's) hand» (δική μου η υπογράμμιση). Κρίθηκε ότι η σαφήνεια στη διατύπωση των επίμαχων λέξεων του Άρθρου 212(α) δεν επιτρέπει επέκταση του πεδίου εφαρμογής τους έτσι ώστε να καλύπτουν και τις υπογραφές αντιπροσώπων του πιστωτή ή άλλων προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους και για λογαριασμό του τελευταίου. Εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμούσε κάτι τέτοιο, μερίμνησε ανάλογα. Κρίθηκε, λοιπόν, ότι οι επίμαχες λέξεις δεν μπορούν να σημαίνουν ο,τιδήποτε άλλο από ειδοποίηση απαίτησης, η οποία να υπογράφεται προσωπικά από αυτόν τον ίδιο τον πιστωτή. Δεν θα προβώ σε εκτενή αναφορά στο σκεπτικό της εν λόγω υπόθεσης. Θα αρκεστώ απλώς να σημειώσω ότι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως όταν κάποιος κανόνας δικαίου ή νομοθέτημα απαιτούν την υπογραφή ενός εγγράφου προσωπικά, τότε η εξουσία υπογραφής του εν λόγω εγγράφου από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή απαιτείται, δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε τρίτο. Επίσης, ότι η διαδικασία εκκαθάρισης είναι το σοβαρότερο ουσιαστικά μέτρο που μπορεί να ληφθεί εναντίον νομικού προσώπου. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην εν λόγω υπόθεση ήταν υπό εξέταση το ζήτημα της υπογραφής της απαίτησης πληρωμής από τον δικηγόρο του πιστωτή. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την γενική αρχή που τέθηκε σε σχέση με την αναγκαιότητα υπογραφής της απαίτησης πληρωμής προσωπικά από τον ίδιο τον πιστωτή και όχι από κάποιον άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η απαίτηση πληρωμής δεν υπογράφτηκε προσωπικά από τον ίδιο τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 1980, όπως τροποποιήθηκε, ως προς του ορισμό του «Διευθυντή), αλλά από την Μ.Αιτ.3, προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τις αρχές που τέθηκαν στην Total Properties (ανωτέρω), το ότι η Μ.Αιτ.3 ήταν εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να υπογράψει το Τεκμήριο 1 δεν είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την νομοθετική αναγκαιότητα περί προσωπικής υπογραφής από τον Αιτητή του Τεκμηρίου 1 ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχή επίκληση της εξειδικευμένης περίπτωσης του Άρθρου 212(α). Ουδεμία, επίσης, βοήθεια στην υπόθεση του Αιτητή δύναται να αντληθεί από τις διατάξεις των Άρθρων 65 και 66 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 1980 σε σχέση με την εξουσία των επιθεωρητών και λειτουργών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, τις οποίες υποχρεούται ή εξουσιοδοτείται ο Διευθυντής να προβαίνει δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν διαφορετική, τότε θα έπρεπε να υπάρχει ανάλογα σχετική μνεία στο Άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι η πλευρά του Αιτητή δεν απέδειξε ότι ολόκληρο το ποσό που αξιώνετο με την απαίτηση πληρωμής, Τεκμήριο 1, ήταν πράγματι οφειλόμενο από την Εταιρεία κατά τον χρόνο της επίδοσης στην Εταιρεία του Τεκμηρίου
  3. Χρήζει, επίσης, αναφοράς ότι οι διατάξεις του Άρθρου 82 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 2010 έως 2012, στις οποίες με παρέπεμψε η κα. Σκούρου, δεν ίσχυαν είτε κατά τον χρόνο επίδοσης του Τεκμηρίου 1 είτε κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης. Επίσης, δεν έχω εντοπίσει αντίστοιχη νομοθετική διάταξη στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 1980, ως είχε τροποποιηθεί, ο οποίος ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη της υπόθεσης χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, η ετοιμασία και αποστολή απαίτησης πληρωμής δεν δύναται να θεωρηθεί «απόφαση» του Διευθυντή σε σχέση με κάποιο ζήτημα που ορίζεται στο Άρθρο 81
(1)των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 2010 έως 2012, ώστε να επιβάλλεται η χωρίς άλλο αποδοχή από το Δικαστήριο του ποσού που αναγράφεται ως οφειλόμενο σε κάποια απαίτηση πληρωμής που αποστέλλεται εκ μέρους του. Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τηρήθηκαν οι εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιτυχή επίκληση του Άρθρου 212(α) του Κεφ.
  1. Συνεπώς, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση του εν λόγω εδαφίου του Άρθρου
  2. Ομοίως, δεν τηρήθηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιτυχή επίκληση του Άρθρου 212(β) του Κεφ. 113, εφόσον εδώ δεν υπήρξε διαδικασία εκτέλεσης που επιστράφηκε είτε ολικώς ή μερικώς ανικανοποίητη. Τούτο θα συνέβαινε νοουμένου κατ' αρχάς ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας, ακολουθώντας τις εντολές του Δικαστηρίου, προέβαινε πράγματι στην δέουσα διεκπεραίωση των ενταλμάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας, Τεκμήρια 3-6, κάτι που δεν έπραξε. Δηλαδή, στη διαδικασία κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της Εταιρείας και της μετέπειτα πώλησή της με σκοπό την εξόφληση των ποσών των ενταλμάτων. Μόνο όταν δεν υπάρχει κινητή περιουσία δυνάμενη να κατασχεθεί ή όταν το ποσό από την πώληση δεν είναι αρκετό για την εξόφληση των ενταλμάτων, μπορούμε να μιλούμε για εκτέλεση που επιστρέφεται ολικώς ή μερικώς ανικανοποίητη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται, επίσης, θέμα διαπίστωσης αφερεγγυότητας της Εταιρείας εξετάζοντας το ζήτημα κάτω από την εξειδικευμένη πρόνοια του Άρθρου 212(γ) ή τη γενικότερη πρόνοια του Άρθρου 211(ε). Κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της Αίτησης, πόσο δε μάλλον δεν αποδείχθηκε με την απαιτούμενη επάρκεια και στόχευση από το υπάρχον μαρτυρικό υλικό. Όπως τονίστηκε στην Pan-Aman Hotels (ανωτέρω), όταν επιδιώκεται όπως η αίτηση βασιστεί γενικά στην ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μπορεί να γίνει μόνο σε συνάρτηση με το Άρθρο 212(γ), οπόταν δεν αρκεί αναφορά στην παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της, αλλά επιβάλλεται, στα πλαίσια στάθμισης της γενικότερης φερεγγυότητάς της, αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεών της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών. Βλ., επίσης, Phasarias (ανωτέρω). Ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται σημαντικά από τα γεγονότα της GIP Constructions (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι είχε τεθεί συντριπτική μαρτυρία, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να καταλήξει σε τίποτε άλλο παρά ότι ήταν ορθό και δίκαιο να διατάξει την εκκαθάριση της εταιρείας στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του ζητήματος της προβαλλόμενης αδυναμίας, όπως γενικά διατυπώνεται στο Άρθρο 211 του Κεφ.
  3. Αυτή η μαρτυρία δεν περιορίστηκε στη μη συμμόρφωση της εκεί εταιρείας στο κάλεσμα του πιστωτή να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, αλλά επεκτάθηκε και στο ότι όλα τα 19 εντάλματα κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας επιστράφηκαν ανεκτέλεστα επειδή η εταιρεία στερείτο κινητής περιουσίας και πρακτικά κατέστη αδύνατη η είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Ομολογουμένως, το ποσό που αποδείχθηκε ότι οφείλετο από την Εταιρεία κατά τον χρόνο της αποστολής του Τεκμηρίου 1 και της καταχώρησης της Αίτησης δεν είναι αμελητέο. Αφορούσε μάλιστα διάφορες οφειλές της Εταιρείας προς τα ταμεία που διαχειρίζεται ή έχει την ευθύνη της είσπραξης ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες θα πρέπει να καταβάλλονται κατά προτεραιότητα από τον εργοδότη. Κρίνω, όμως, ότι αυτό από μόνο δεν είναι αρκετό για να καταδείξει αδυναμία της Εταιρείας, κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης, να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Τουναντίον, εδώ έχουμε την περίπτωση εταιρείας με μεγάλο κύκλο εργασιών και με σημαντικό αριθμό πελατών που έχουν να καταβάλλουν σε αυτή σημαντικά ποσά. Επίσης, αυτή είναι ιδιοκτήτρια κινητής περιουσίας σεβαστού ποσού, αλλά κυρίως ιδιοκτήτρια πολύ μεγάλης ακίνητης περιουσίας, δεδομένα που την καθιστούν κατά την άποψή μου δυνητικά ικανή να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Δεν έχω, συνεπώς, ικανοποιηθεί ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της Εταιρείας. Ενόψει των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνεπώς, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης που προέβαλε ο κ. Κουμής, οι πλείστοι από τους οποίους εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν με την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 1/9/2011, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετώ και επαναλαμβάνω. Συνεπακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εταιρείας και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.