← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK CO LTD ν. TERRENCE HIBBERTS κ.α., Αρ. Αγωγής: 1074/10, 24/10/2013

MARFIN POPULAR BANK CO LTD ν. TERRENCE HIBBERTS κ.α., Αρ. Αγωγής: 1074/10, 24/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1074/10 MARFIN POPULAR BANK CO LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. TERRENCE HIBBERTS, από την Αγγλία
  2. CAROL HARVEY, από την Αγγλία
  3. ROMALTEA INVESTMENTS LTD, από Παραλίμνι Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.3.2013 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κ. Λάντος Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Μιχαήλ για Αντώνη Ανδρέου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) ζητεί άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της υπεράσπισης για να αναγράφεται ως ΄Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 3 και την προσθήκη ανταπαίτησης με νέες παραγράφους που να αριθμούνται 7, 8, 9, 10, 11 και 12 ως κατωτέρω. «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
  4. Οι Εναγόμενοι 3 επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς του όπως διατυπώνονται στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης και τους υιοθετούν για σκοπούς Ανταπαίτησης.
  5. Οι Εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή παραβίασαν την εγκύκλιο και/ή τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για την χορήγηση στεγαστικών δανείων σε μη Κύπριους πολίτες και/ή αλλοδαπούς και/ή ευρωπαίους πολίτες και/ή προέβηκαν σε αξιολόγηση των Εναγομένων 1 και 2 για οικονομική δυνατότητα τους να εξοφλήσουν το δάνειο τους και/ή ότι είχαν την οικονομική ευχέρεια να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το στεγαστικό δάνειο και/ή παραβίασαν και/ή δεν προστάτευσαν τους Εναγόμενους 3 που ήταν πελάτες τους παραβιάζοντας τους κανόνες αυτούς και/ή τη σχέση εμπιστοσύνης Τράπεζας - Πελάτη και/ή στήριξαν την χορήγηση του δανείου μόνο και μόνο στο αξιόχρεο των Εναγομένων 3 και όχι στην οικονομική δυνατότητα των Εναγομένων 1 και 2 με αποτέλεσμα να καθιστά τη Συμφωνία Εγγύησης άκυρη κα/ή ακυρώσιμη εφόσον το δάνειο που χορηγήθηκε στους Εναγομένους 1 και 2 χορηγήθηκε κατά παράβαση των κανόνων και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας.
  6. (α) Δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνία 28/09/2007, οι Εναγόμενοι 3 πώλησαν στους Εναγομένους 1 και 2 την κατοικία ΝΟ. 14 στο συγκρότημα κατοικιών «VRISSI» που ανεγέρθηκε στο κτήμα με αριθμό Εγγραφής 0/879, Τεμάχιο 211, Σχέδιο 2-280-382, Τμήμα 2 το οποίο βρίσκεται στην Αχερίτου της Επαρχίας Αμμοχώστου, αντί του ποσού των €233,224.10 και έναντι αυτού οι Εναγόμενοι 1 και 2 πλήρωσαν το ποσό των €154,968.15 και παρέμεινε υπόλοιπο €78,255.96 το οποίο ήταν πληρωτέο την 30/09/
  7. Μετά την ως άνω ημερομηνία το υπόλοιπο ποσό θα έφερε τόκο 7%. (β) Το πιο πάνω Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 28/09/2007, εκχωρήθηκε από τους Εναγομένους 1 και 2 στους Ενάγοντες με την Έγγραφο Συμφωνία Εκχώρησης ημερομηνία 2/10/2007, εκχωρώντας προς όφελος των Εναγόντων όλα τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το πιο πάνω αναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο. (γ) Είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ενόψει της υπογραφής του Εκχωρητηρίου Εγγράφου στις 2/10/2007, ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν ταυτόχρονα και την υποχρέωση να εξασφαλήσουν το τίμημα προς τους Εναγόμενους 3, ούτως ώστε να διατηρήσουν σε ισχύ το Πωλητήριο Έγγραφο. Το εν λόγω ποσό διεκδικούν οι Εναγόμενοι 3 από τους Ενάγοντες με την Ανταπαίτηση τους. Περισσότερες λεπτομέρειες της Συμφωνίας Εκχώρησης θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο της αγωγής.
  8. Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, αλλά και με βάση τις διατυπωθείσες αξιώσεις τους στηρίζουν την απαίτηση τους πάνω στο Συμβόλαιο της Εκχώρησης που υπέγραψαν με τους Εναγομένους 1 και 2 και για το οποία έλαβαν γνώση οι Εναγόμενοι 3 και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες έχουν υποχρέωση να προβούν σε εξόφληση του τιμήματος.
  9. Οι υποχρεώσεις των Εναγόντων γίνονται με την παραδοχή που κάνουν στην Έκθεση Απαιτήσεως.
  10. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 3 αξιώνουν κατά των Εναγόντων: Α. Ποσό €78,255.96 το οποίο είναι υπόλοιπο του τιμήματος της πώλησης της κατοικίας δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνία 28/09/
  11. Β. Τόκο 7% επί του εν λόγω ποσού των €78,255.96 από την 30/09/2008 και μέχρι εξόφλησης. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι οι υπογραφές εγγύησης των Εναγομένων 3 που καλύπτει το στεγαστικό δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση των υπογραφών εγγύησης των Εναγομένων 3 που καλύπτουν το στεγαστικό δάνειο των Εναγομένων 1 και 2 προς όφελος των Εναγόντων. Ε. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δηλούσα ότι με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων προς όφελος των Εναγόντων το ως άνω χρέος των Εναγομένων 1 και 2 θα θεωρηθεί ως εξοφληθέν και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 3 ως Εγγυητές ουδέν ποσό οφείλουν προς αυτούς. ΣΤ. ΄Εξοδα της Ανταπαίτησης.» Η αίτηση εδράζεται στην Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της Γεωργίας Σκεντέρη η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι χειρίζονται πολλές παρόμοιες υποθέσεις που έχουν καταχωρηθεί από την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής Καθ' ης η Αίτηση) εναντίον πελατών της και σε όλες έχουν καταχωρήσει ανταπαίτηση με την οποία ζητείται από τους Ενάγοντες, για να διατηρηθεί το πωλητήριο έγγραφο σε ισχύ, την εξόφληση του υπόλοιπου του τιμήματος. Σε αυτή την υπόθεση παρόλες τις οδηγίες των πελατών τους για καταχώρηση εκτός από υπεράσπιση και ανταπαίτηση, από λάθος και/ή εκ παραδρομής δεν το έπραξαν. Ενημέρωσαν τους πελάτες τους για την παράλειψη αυτή και τους δόθηκαν οδηγίες όπως υποβάλουν την παρούσα αίτηση. Για σκοπούς καλύτερης και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο δώσει την άδεια ως η αίτηση της Αιτήτριας έτσι ώστε να τεθούν όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολούθησε ένσταση εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση η οποία στηρίζεται στη Δ.25, Δ.19, Δ.48 θ.1-9, το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει πρέπει να αγνοηθεί και ή να απορριφθεί στην ολότητα ως νομικά αστήρικτη, γενική, αόριστη, δεν γίνεται από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή από άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για την αλήθεια του περιεχομένου της. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης χωρίς να δίνονται επαρκείς λόγοι, η οποία υποβλήθηκε κακόπιστα ή καταχρηστικά και γίνεται για αλλότριους σκοπούς καθ' ότι καταβάλλεται προσπάθεια να προστεθούν γεγονότα με την εισαγωγή της ανταπαίτησης τα οποία δεν τέθηκαν εξ υπαρχής, που ας σημειωθεί ήταν δυνατό να ήταν εξ υπαρχής σε γνώση της Αιτήτριας και των δικηγόρων της, σε μία προσπάθεια ανατροπής της πορείας της διαδικασίας. Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες βάσεις υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ως εκ τούτου νέα αιτία αγωγής με βάση γεγονότα που ήταν σε γνώση τους από την αρχή ή όφειλαν να είναι σε γνώση τους. Επίσης αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί αδικία και ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για έξοδα. Τέλος προβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 και της σχετικής νομολογίας. Με την ένορκη δήλωση του Χρίστου Τσαγγαρού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση, γίνεται ανάπτυξη των πιο πάνω λόγων και δεν χρειάζεται να καταγραφούν. Όπου δε καθίστανται αναγκαίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας προέβη σε μία σύντομη, λιτή αλλά ουσιαστική αγόρευση με αναφορά στο λόγο που ζητείται η τροποποίηση. Με σχετική επιχειρηματολογία και επίκληση νομολογίας αιτείται την έγκριση της αίτησης. Από την άλλη ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του αιτιολογεί με επιχειρηματολογία και νομολογία τους λόγους ένστασης και τη διεύρυνση αυτών όπως καταγράφονται στην ένορκη δήλωση ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση LOUIS VUITTON ή Δερμοσάκ Λτδ κ.α.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφ΄ όσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 AAD 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v.Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 AAΔ 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 ΑΑΔ 714). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στη Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.
  1. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγορικού υπαλλήλου των δικηγόρων της Αιτήτριας στην οποία εκτίθεται το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση. Η δικηγορική υπάλληλος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από τον διευθυντή και της Αιτήτριας, εκ της θέσης της γνωρίζει η ίδια τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και το ανακύψαν θέμα. Ο λόγος δε ακριβώς που προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση και όχι ο διευθυντής της Αιτήτριας είναι γιατί οι οδηγίες της Αιτήτριας ήταν να καταχωρηθεί και ανταπαίτηση και το λόγο που δεν έγινε τούτο τον γνωρίζει ως εκ της θέσης της η ενόρκως δηλούσα. Αν, εξ αντιδιαστολής τα βέλη, προκύπτει κάποιο θέμα, το οποίο όμως δεν είναι καταλυτικής σημασίας για την ένσταση, αυτό είναι η εκ μέρους του ενόρκως δηλούντα υπογραφείσα ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση επειδή αυτός είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο κατ' επανάληψη το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνει ότι είναι ανεπιθύμητο. Πολύ δε περισσότερο, ως ήταν και η δική του εισήγηση για την ενόρκως δηλούσα για την Αιτήτρια, αφού δεν αναφέρεται ο λόγος που προέβη αυτός στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος αρμόδιος εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Ούτε γίνεται αντιληπτό πως εγείρεται προδικαστική ένσταση, με την ένορκη δήλωση του για το ως άνω θέμα. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι τούτη είναι ανεδαφική. Ως εκ των πιο πάνω απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης. Σε σχέση με την καθυστέρηση, συμφωνώ με τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο χρόνος που παρήλθε και που εγείρεται το θέμα προδίδει καθυστέρηση και είναι ορθή η αναφορά στις ημερομηνίες καταχώρησης έκθεσης απαίτησης, υπεράσπισης και απάντησης στην υπεράσπιση, όπως και οι ημερομηνίες που δόθηκαν είτε για οδηγίες είτε για ακρόασης της αγωγής, καθώς και ότι δεν εξειδικεύεται ο λόγος της καθυστέρησης και πότε έγινε αντιληπτό το λάθος. Όμως ως εξηγείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διέλαθε της προσοχής των δικηγόρων της Αιτήτριας κατά την σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης ότι δεν συμπεριλαμβάνετο και ανταπαίτηση όπως έπρατταν και με άλλες παρόμοιες υποθέσεις της Αιτήτριας, που αν και δεν αναφέρεται ρητά πότε έγινε αντιληπτό τούτο, εξάγεται ότι ήταν ευθύς πριν την καταχώρηση της αίτησης. Ούτε βέβαια χρειάζεται να γίνει περισσότερος λόγος για το θέμα ότι ήταν γνωστά αυτά τα γεγονότα εξυπαρχής αφού τούτο είναι παραδεκτό από την Αιτήτρια όταν αναφέρεται ότι δεν έπραξαν όπως στις άλλες υποθέσεις της Αιτήτριας. Η μη συμπερίληψη της ανταπαίτησης καταδεικνύεται, αφού δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία στην αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι για τις άλλες παρόμοιες υποθέσεις της αιτήτριας καταχωρείτο εκτός από υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ότι αποτελεί ένα καλόπιστο λάθος που σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει το στοιχείο της κακοπιστίας ή ότι η αίτηση έγινε για αλλότριους σκοπούς για τα οποία αυτά δύο στοιχεία δεν υπάρχει καμία μαρτυρία εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Η καθυστέρηση όμως από μόνη της, χωρίς άλλο, δεν οδηγεί και στο αναιτιολόγητο της αίτησης. Αποτελεί όμως ένα σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη μαζί με όλα τα άλλα περιστατικά. Έτσι μπορεί να υπήρξε καθυστέρηση, όμως πρέπει να επισημανθεί ότι η αίτηση έγινε στις 6/3/13, ορίστηκε στις 27/3/13 και ενώ η ακρόαση δεν άρχισε και ήταν ορισμένη στις 29/4/
  2. Η αίτηση δηλαδή έγινε σχεδόν δύο μήνες πριν την ακρόαση κάτι που καταδεικνύει ότι δεν έγινε με σκοπό να αναβληθεί η υπόθεση αλλά απεναντίας υπήρχε χρόνος για άλλες ρυθμίσεις. Ούτε βέβαια αποτελεί κατάχρηση η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού τίποτε δεν φαίνεται από τα όσα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνουν κάτι τέτοιο. Ούτε επίσης αν χρειασθεί να παραταθεί για ακόμα λίγο ο χρόνος που θα γίνει η ακρόαση της αγωγής θα παραβιασθεί το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και θα εκφύγει από τα όρια του εύλογου χρόνου διεξαγωγής της δίκης. Προωθήθηκε, εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, η θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλεται νέα βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση βασίζεται σχεδόν καθ' ολοκληρία σε έγγραφα που θα χρειαστούν να κατατεθούν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταστεί δυνατή η προοπτική απόδειξης της υπόθεσης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. Μάλιστα αν εγκριθεί η αίτηση όχι μόνο θα προσδιορισθεί καλύτερα η ουσία της διαφορά αλλά θα αποτραπεί και η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών και η εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος. Έχει τεθεί εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτησης η θέση ότι θα επέλθει βλάβη και ζημιά για την οποία η όποια διαταγή εξόδων δεν θα είναι ικανοποιητική. Για θεμελίωση τούτου προβάλλονται διάφορες θέσεις όπως, της κακοπιστίας, κωλυσιεργίας, αργοπορίας, ότι θα χρειασθεί να καταχωρηθεί απάντηση και υπεράσπιση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση και απάντηση στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, πρόκληση καθυστέρησης και ότι η «εν λόγω υπόθεση συν των άλλων έχει ήδη ακουστεί εδώ και περίπου δέκα δικάσιμες». Εκτός από το τελευταίο όλα τα άλλα έχουν ήδη απαντηθεί. Για το τελευταίο δεν έχω αντιληφθεί τι υπονοείται. Μπορεί όμως να λεχθεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει. Με βάση τα πιο πάνω δεν βρίσκω ότι η έγκριση της αίτησης θα επέφερε ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν θα ικανοποιείτο με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ορθότερο και δικαιότερο για να καταστεί δυνατή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί στην Αιτήτρια να καταχωρήσει τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης έτσι ώστε να λυθούν όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, δίδεται άδεια και οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Απάντηση, αν χρειάζεται, στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, εντός 10 ημερών από την επίδοση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.