OLYMPIC (NAPA) POLYCLINIC OF AYIA NAPA LIMITED ν. Νικόλα Παναγιώτη Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 93/2010, 7/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 93/2010 Μεταξύ: OLYMPIC (NAPA) POLYCLINIC OF AYIA NAPA LIMITED Οδός Χαβάρες 24, 5340 Αγία Νάπα Εναγόντων - και - Νικόλα Παναγιώτη Ανδρέου Αγίας Μαύρης, Καταλύματα κώρτ, μπλόκ 10, διαμ. 1Α 5330 Αγία Νάπα Α.Δ.Τ. 639832 Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 29.6.2012 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Ο κ. Γ. Μιντής (Για να ακούσει απόφαση ο κος Αριστ. Μισός). Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: Η κα Χρ. Ευαγγέλου - Λυσιώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους που καταχωρήθηκε στις 4/2/2010, αξιώνουν από τον εναγόμενο την καταβολή του ποσού των €56,241.
- Το ποσό αυτό, σύμφωνα με την Έκθεση απαίτησης, αντιπροσωπεύει «ιατρικές, παραϊατρικές και συναφείς υπηρεσίες», που προσέφεραν οι Ενάγοντες στον πατέρα του Εναγομένου κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στην πολυκλινική των Εναγόντων, κατά την περίοδο 22.12.2008 μέχρι 24.1.
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι το ποσό αυτό συμφώνησε να το πληρώσει ο Εναγόμενος. Στις 29/6/2012 οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο «να απαγορεύεται στον Καθ΄ ου η Αίτηση Νικόλα Π. Ανδρέου με Α.Δ.Τ. 639832 και/ή σε εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του και/ή εντολείς αυτού διαρκούσης της εκκρεμοδικίας της ως άνω αγωγής να εκποιήσει, πωλήσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει, διαθέσει και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5463, Αριθμό Σχεδίου 2-282-371, Τμήμα: 11, Τεμάχιο αρ. 62 στο Δήμο Σωτήρας, ιδιοκτησίας του Εναγομένου, μέχρι την ημέρα που το εν λόγω διάταγμα ορισθεί επιστρεπτέο από το Δικαστήριο και/ή μέχρι την ημέρα που αυτό καταστεί απόλυτο και/ή άλλως πως και/ή μέχρι τελικής εκδίκασης της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής». Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1,2,3,4, 8,11,12 και 13, στους Κανόνες της Επιείκειας (Equity), στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες και Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου και στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η πραγματική βάση της αίτησης στηρίζεται στην Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Τσόκκου, Διοικητικού Συμβούλου (διευθυντού) των εναγόντων, ο οποίος στις παραγράφους 9, 10, 11 και 12 της Ένορκης του Δήλωσης ημερομηνίας 29.6.2012, αναφέρει τα εξής: «
- Ο Εναγόμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του όλου συμφέροντος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5463, Αριθμό Σχεδίου 2-282-371, Τμήμα 11, Τεμάχιο αρ. 62, στο Δήμο Σωτήρας της Επαρχίας Αμμοχώστου, το οποίο είναι και το τελευταίο εναπομείναν ακίνητο στο όνομα του (Επισυνάπτεται σχετικά πιστοποιητικό ερεύνης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α).
- Όπως καλύτερα γνωρίζω και έχω πληροφορηθεί από τρίτα πρόσωπα, προ 1 μηνός περίπου έχει αποξενώσει και/ή πωλήσει το μερίδιο του στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1/348 στην Αγία Νάπα με την κτηματολογική πράξη αριθμός Π177/2012 (όπως εμφαίνεται και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) και απ΄ ότι πληροφορούμαι περαιτέρω και πάλιν από τρίτα πρόσωπα, προτίθεται να αποξενώσει και/ή πωλήσει και το τελευταίο εναπομείναν σ΄ αυτόν ακίνητο του σε τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και σε τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες θα εμποδίσθούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση.
- Είναι φανερό ότι, η πρόθεση του Εναγομένου είναι, να διαθέσει και/ή αποξενώσει το ως άνω τελευταίο ακίνητο του και να παραμείνει έτσι χωρίς περιουσιακό στοιχείο και/ή ακίνητο και έτσι να καταστρατηγήσει τα δικαιώματα των Εναγόντων, από τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
- Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πληροφορούμαι από τρίτα πρόσωπα, ο Εναγόμενος αντιμετωπίζει σωρεία οικονομικών προβλημάτων, που καθιστούν την είσπραξη και/ή εκτέλεση τυχόν εκδοθησόμενης εναντίον του Δικαστικής απόφασης, αβέβαιη έως και αδύνατη, εκτός εάν εμποδισθεί η ως άνω αποξένωση και/ή μεταβίβαση του ως άνω τελευταίου ακινήτου του Εναγομένου με το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα.» Το Δικαστήριο έκρινε ότι από την μαρτυρία που υποστήριζε την Αίτηση δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί στον Εναγόμενο. Μετά την επίδοση της αίτησης στον Εναγόμενο, ο τελευταίος καταχώρησε ένσταση συνοδευόμενη από σχετική Ένορκη Δήλωση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση των εναγόντων δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο ή/και απέκρυψε γεγονότα ή/και παραποίησε γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστήριο.
- Οι ενάγοντες - αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν ή/και αποκαλύπτουν εναντίον του εναγομένου - καθ΄ ου η αίτηση ή και/η αίτηση είναι πρόωρη.
- Κανένας λόγος που να δικαιολογεί την υποβολή της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση ή/και της περιουσίας του δεν προβάλλεται με την αίτηση και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι ελλιπής ή/και αντικανονική ή/και δεν στηρίζεται στους σωστούς θεσμούς, κανονισμούς και άρθρα.
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Ο ενόρκως δηλών απέκρυψε από το δικαστήριο σημαντικά γεγονότα ή/και επιχειρεί να παραπλανήσει το δικαστήριο.
- Οι αιτητές δεν έδειξαν κατεπείγον ζήτημα.
- Ο εναγόμενος ουδέποτε είχε σκοπό να αποξενώσει ή/και μεταβιβάσει ή/και υποθηκεύσει την περιγραφόμενη στην αίτηση ακίνητη περιουσία του.
- Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και μετέωροι.
- Δεν πληρούνται οι γενικότερες προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ιδιαίτερα του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 και άρθρου 9 Κεφ. 6.» Στην Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Είναι η θέση του, ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων νοσηλείας του πατέρα του και/ή ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον ενημέρωσαν για το κόστος αυτό. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τα έξοδα νοσηλείας τα ανέλαβε προσωπικά ο ίδιος ο πατέρας του, γεγονός το οποίο ο τελευταίος ανέφερε προς τον ενόρκως δηλούντα (Αντώνη Τσόκκου) στην παρουσία του. Επί της ουσίας της Αίτησης αναφέρει ότι ούτε είχε ούτε και έχει πρόθεση να αποξενώσει και/ή διαθέσει το ακίνητο του οποίου επιζητείται η δέσμευση καθότι αυτό αποτελεί οικογενειακή στέγη του ιδίου και των δύο ανήλικων τέκνων του. Παραδέχεται ότι πώλησε το μερίδιο του επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1/348, στην Αγία Νάπα, όμως τούτο έγινε ύστερα από προσπάθειες και συζητήσεις με πολλούς προτιθέμενους αγοραστές για πολλά χρόνια και δεν είχε καμιά σχέση με πρόθεση από μέρους του αποξένωσης του μεριδίου του ώστε να εμποδιστούν οι ενάγοντες από του να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση υπέρ τους. Τέλος, αναφέρει ότι η αξία του «επίδικου» ακινήτου ανέρχεται στις €250,000=, ποσό πενταπλάσιο του αξιούμενου με την αγωγή, γεγονός που ο ενόρκως δηλών εσκεμμένα παρέλειψε να αναφέρει στη δήλωση του. Κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε αγορεύσεις. Η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστες και το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 AΑΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρόμοια και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης με άλλη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση, παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στη παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί εξ΄ αρχής είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αρ. 14/
- Με βάση την Έκθεση Απαίτησης και την Αίτηση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης δεδομένου του γεγονότος ότι οι ενάγοντες καταλογίζουν στον εναγόμενο παράβαση εκ μέρους του της μεταξύ των προφορικής συμφωνίας με την οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση πληρωμής των ιατρικών, παραϊατρικών και άλλων υπηρεσιών που προσέφεραν οι ενάγοντες στον πατέρα του κατά την διάρκεια της νοσηλείας του από τις 22.12.2008 μέχρι τις 24.1.2009, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να οφείλει στους ενάγοντες το αξιούμενο ποσό, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Το γεγονός της νοσηλείας του πατέρα του εναγομένου για την συγκεκριμένη περίοδο είναι παραδεκτό εκ μέρους του. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση αυτή είναι συνυφασμένη, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Το εν λόγω κριτήριο κατά την άποψη μου δεν ικανοποιείται, εν προκειμένω. Η αξίωση των εναγόντων είναι για το ποσό των €56241=. Ο εναγόμενος όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, του ακινήτου του οποίου επιζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου που επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Τσόκκου, η αγοραία αξία κατά την 1.1.1980 ήταν €48.695.
- Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στη δική του ένορκη δήλωση ότι η αξία του ακινήτου ανέρχεται στις €250.000=. Από την διατύπωση της σχετικής παραγράφου διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος αναφέρεται στην σημερινή αξία του ακινήτου. Διατείνεται ότι το ποσό των €250.000= είναι πενταπλάσιο από το αξιούμενο και όντως είναι. Ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Ενόρκου Δηλώσεως του και ο ισχυρισμός του παρέμεινε αναντίλεκτος. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει περιουσία ή αξία της οποίας υπερκαλύπτει την αξίωση τους. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό των εναγόντων ότι ο εναγόμενος «προτίθεται να αποξενώσει και/ή πωλήσει και το τελευταίο εναπομείναν σ΄ αυτόν ακίνητο του σε τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα» επικαλούμαι την υπόθεση Resola (ανωτέρω), στην οποία παρόμοιος ισχυρισμός που ετέθει κρίθηκε αφ΄εαυτού αόριστος, με αποτέλεσμα το Προσωρινό Διάταγμα που εδόθη μονομερώς να ακυρωθεί. Η υπόθεση των αιτητών έχει και πρόσθετη αδυναμία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σημαντικός όχι μόνο σε σχέση με τις μονομερείς αιτήσεις (ex-parte) αλλά και γενικά σε σχέση με την επίδοση οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος διατάγματος έστω και κατόπιν ειδοποίησης. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματα και γενικά όλα τα διατάγματα έχουν την αναγωγή τους στους κανόνες της επιείκειας (Equity) και στα Δικαστήρια της Επιείκειας (Court of Equity) στα οποία αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μίας υπόθεσης στο Δικαστήριο (Laches) λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη και μπορούσε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του αιτητή. Οι Ενάγοντες - αιτητές καταχώρησαν την αγωγή στις 4.2.
- Ενώ η δικογραφία συμπληρώθηκε και θα μπορούσε να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, επέλεξαν στις 29.6.2012 να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Ο χρόνος που σπαταλήθηκε για την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης θα μπορούσε να διατεθεί για την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Υπό το φως όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........................................................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο