S.P. DRINKS LTD ν. Δημήτρη Δελιγιάννη, Αρ. Αγωγής: 730/2012, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2013:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 730/2012 Μεταξύ: S.P. DRINKS LTD Ενάγουσας και Δημήτρη Δελιγιάννη Εναγόμενου ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 15/03/2013 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Κήπου για κ. Νικηφόρου (για να ακούσει απόφαση κα. Σιακού) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Αβραάμ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με Αίτησή της, ημερομηνίας 15/03/2013, ζήτησε όπως εκδοθεί, εναντίον του Εναγόμενου, συνοπτική απόφαση, ως η αξίωση της Έκθεσης Απαίτησης. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1 και 2, την Δ.48 θ.1-3, 8 και 9, την Δ.64 θ.1-4 και την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και επί συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας του Slobodan Popovic ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη και ασχολείται με την εισαγωγή, την εξαγωγή, την πώληση και τη μεταπώληση ειδών τροφίμων και /ή ποτών. Ο Εναγόμενος περί τον Απρίλιο του 2011 είχε ξεκινήσει συνεργασία με την Ενάγουσα αγοράζοντας εμπορεύματα και προϊόντα. Η Ενάγουσα προμήθευε τον Εναγόμενο με τα εμπορεύματα και προϊόντα, σύμφωνα με τις παραγγελίες του και είχε ανοιχθεί λογαριασμός «δούναι και λαβείν» στον οποίο ο Εναγόμενος χρεωνόταν με τις εκάστοτε αγορές και πιστωνόταν με τις εκάστοτε πληρωμές. Στις 24/08/11 είχε εκδοθεί το τιμολόγιο με αριθμό 02420 το οποίο είχε παραληφθεί και είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο. Η συγκεκριμένη παραγγελία, που σχετιζόταν με την έκδοση του τιμολογίου, αφορούσε την αγορά αλκοολούχων ποτών αξίας €11.541,55-. Στις 30/09/11 εκδόθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 02422 το οποίο επίσης είχε παραληφθεί και είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο. Το τιμολόγιο αφορούσε την παράδοση ειδών τροφίμων αξίας €12.785,17-. Ο Εναγόμενος είχε παραλάβει τα προϊόντα και είχε ζητήσει όπως εκδίδονται τιμολόγια επ' ονόματι της εταιρείας Δημήτρης Δελιγιάννης Λτδ, γεγονός το οποίο έπραξε η Ενάγουσα. Κατά την καταχώρηση της αγωγής είχε διαπιστωθεί ότι δεν υπήρχε εταιρεία εγγεγραμμένη με τη συγκεκριμένη επωνυμία. Ο Εναγόμενος σε διάφορα χρονικά διαστήματα είχε παραλάβει διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων, τα οποία του είχαν παραδοθεί από την Ενάγουσα, και τα είχε βρει της τέλειας αρεσκείας του. Κατά ή περί την 31/12/12 ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €24.326,72-. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας ή/και του δικηγόρου της, για εξόφληση του οφειλομένου ποσού, ο Εναγόμενος αμελεί ή και παραλείπει ή και αρνείται να καταβάλει το ποσό των €24.326.72- παρά το γεγονός ότι επανειλημμένες φορές είχε αποδεχθεί την οφειλή του συγκεκριμένου ποσού. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο στις 10/08/12, ο οποίος Εναγόμενος στις 23/08/12 είχε καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Στις 18/09/12 είχε καταχωριστεί από την Ενάγουσα αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και ο Εναγόμενος καταχώρισε την Υπεράσπιση του στις 21/11/
- Κατά την άποψη του και μετά από συμβουλή του δικηγόρου του ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση γιατί αρνείται γενικά και αόριστα όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση για συνοπτική απόφαση με την καταχώρηση ένστασης. Η ένσταση του βασίστηκε στη Δ.18 θ.1-8, στη Δ.39, στην Δ.48 θ.1-4,7, 8 και 9, στην Δ.59 και στην Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ότι είναι κακόπιστη, ότι είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, ότι καταχωρίστηκε δόλια, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ότι καταπατούνται τα ανθρώπινα και ή τα συνταγματικά δικαιώματα του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση για δίκαιη δίκη και ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια καταγράφει και αναφέρει λεπτομέρειες και ισχυρισμούς, στην υπό κρίση αίτηση, οι οποίοι δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Επιπρόσθετα ως λόγος ένστασης καταγράφεται το γεγονός ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα τα οποία δίνουν στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του αφού τα τιμολόγια που αναφέρονται και επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην αίτηση δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Δημήτρη Δελιγιάννη ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική, καταχρηστική, παράτυπη και δεν συνάδει με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Ο ίδιος δεν οφείλει στην Ενάγουσα Εταιρεία οποιοδήποτε ποσό γιατί ουδέποτε είχε συναλλαχθεί προσωπικά ή είχε κάνει οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα Εταιρεία είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Σε σχέση με το λογαριασμό που κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας είχε ανοιχθεί στο όνομά του είναι η θέση του ότι είναι παράνομος και ψεύτικος. Επικαλείται το γεγονός ότι τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν ήταν επ' ονόματι της εταιρείας Δημήτρης Δελιγιάννης Λτδ και όχι του ιδίου και ότι αυτά, τα τιμολόγια, ήταν κατασκευασμένα. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι η βάση της αγωγής δεν αφορά τιμολόγια αλλά υπόλοιπο λογαριασμού ενός άλλου νομικού προσώπου. Η πλευρά της Αιτήτριας-Ενάγουσας προχώρησε με την καταχώριση γραπτής αγόρευσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα. Κήπου, στην γραπτή αγόρευση της, παρέπεμψε το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου, περιέχει ισχυρισμούς μη υποστηριζόμενους από την καταχωρηθείσα Υπεράσπιση, η οποία καταγράφει μια γενική άρνηση και εν πάση περιπτώσει είναι ανυπόστατοι αφού καταρρίπτονται από τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στη Ένορκη Δήλωση για την Ενάγουσα. Κατέληξε, ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι τέτοια που να μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, αφού δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση. Ο κ. Αβραάμ αγορεύοντας προφορικά είχε αντίθετη άποψη. Κατά το δικό του ισχυρισμό δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
- Υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Αίτηση δεν δικογραφούνται για αυτό και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ισχυρίστηκε ότι η βάση της αγωγής δεν αφορά τιμολόγια αλλά κατάσταση λογαριασμού οπόταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα τιμολόγια προς απόδειξη της αξίωσης. Κατέληξε, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και νομικά αβάσιμη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο Ενάγων-Αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο Ενάγων-Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο, η απαίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας Εταιρείας είναι εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου ως η παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Η βάση της αξίωσης είναι η μη πληρωμή, από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση, του οφειλομένου ποσού των €24,326.72-, το οποίο προέκυψε από πωληθέντα εμπορεύματα. Το αξιωμένο ποσό αξιώνεται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε δυνάμει της Δ.2 θ.6 την 01/08/2012. Ο Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στις 23/08/2012 και Υπεράσπιση στις 21/11/2012. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας, του κ. Slobodan Popovic, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί για τα γεγονότα. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) καταγράφει ότι στην περίπτωση που ο Ενάγων-Αιτητής είναι εταιρεία κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. . (Βλ. επίσης Spyros Stavrinides v.Ceskoslovenska Banka S.A.
(1972)1 CLR 130 στις σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Στις παραγράφους 5 και 6 της Ένορκης Δήλωσης επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου τα τιμολόγια και τις παραγγελίες που υποστηρίζουν την αξίωση. Ενώ στις παραγράφους 16 και 17 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει, ο ομνύοντας, ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε εμφάνιση και Υπεράσπιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης αφού στην Υπεράσπισή του δεν προβάλλει καμιά υπεράσπιση. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες η Ενάγουσα-Αιτήτρια υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στον Εναγόμενο-Καθ΄ου η Αίτηση να προσκομίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο Ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο Εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος -Καθ' ου η Αίτηση έχει αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε) στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου, που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλλει ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, νομικά αβάσιμη και έχει ασκηθεί δολίως. Αυτοί οι λόγοι ένστασης προβάλλονται γενικά και αόριστα χωρίς να επεξηγείται στην Ένορκη Δήλωση γιατί ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, νομικά αβάσιμη και έχει ασκηθεί δολίως αφού η καταχώρισή της επιτρέπεται και διέπεται από αυτούς τούτους τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Προβλήθηκε ως λόγος ένσταση η καταπάτηση των ανθρωπίνων και των συνταγματικών δικαιωμάτων του Εναγόμενου. Και αυτός ο λόγος προβλήθηκε γενικά και αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση αφού ο Εναγόμενος έχει ήδη προβάλλει την Υπεράσπιση του που είναι γενική άρνηση χωρίς οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αναφερθεί ποια είναι τα συνταγματικά δικαιώματα, τα άρθρα του Συντάγματος, του Εναγόμενου - Καθ΄ου η Αίτηση που παραβιάζονται. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση ότι γίνεται επίκληση λεπτομερειών και γεγονότων και επισυνάπτονται τιμολόγια στα οποία δεν γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Έχει νομολογηθεί ότι τα τιμολόγια θεωρούνται ως έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων οπόταν δεν είναι ανάγκη να καταγραφούν ξεχωριστά από την στιγμή που η Ενάγουσα- Αιτήτρια βασίζει την αξίωσή της σε συνεργασία για την οποία είχε τηρηθεί λογαριασμός «δούναι και λαβείν» βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α ΑΑΔ 339 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 34, σελ. 171. Η κατάσταση λογαριασμού δεν είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίστηκε από την Αιτήτρια. Το Τεκμήριο Γ περιλαμβάνει το σύνολο των τιμολογίων που εκδόθηκαν καθώς και τις παραγγελίες, και το ποσό τούτων ανέρχεται σε €24,326.72-. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (ανωτέρω) τα τιμολόγια είναι αυτά που συνιστούν το λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων. Κατ' επέκταση, τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν, Τεκμήριο Γ στην Αίτηση, αιτιολογούν πλήρως την απαίτηση και δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας. Σε σχέση με το θέμα του κατά πόσο παραλήπτης των προϊόντων ήταν νομικό πρόσωπο έχει δοθεί εξήγηση από την Ενάγουσα. Η συγκεκριμένη εξήγηση προφανώς έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ομνύοντα. Έχει νομολογηθεί ότι στόχος της αντεξέτασης είναι η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους. Παράλειψη αντεξέτασης αφήνει ανοικτή την πόρτα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεκτοί. Σχετική είναι η απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1057, όπου στη σελ.1060-1061 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή.» (Βλ. επίσης Ντέρεκ Ντάγκλας v. Νότας Ντάγκλας, Έφ.6/2008 και 8/2008, ημερ.11/02/2010 και Πανίκος Σεννέκης ν. Οργανιμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Πολ. Εφ. 226/08 ημερ. 15/03/2012.) Εν πάση περιπτώσει στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του ουδέποτε επικαλέστηκε το γεγονός ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια συναλλασσόταν με νομικό πρόσωπο και όχι με τον ίδιο. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε μετέωρος αφού δεν κατεγράφησαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ούτε και επικαλέστηκε, στην καταταρασθείσα Υπεράσπισή του, ότι η Ενάγουσα είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, που δεν είναι σύμφωνα με το Τεκμήριο Α στην Αίτηση. Δεν αρνήθηκε την υπογραφή του στα τιμολόγια και δεν προώθησε καμιά ουσιαστική υπεράσπιση στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση του. Εγείρεται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν το έπραξε αφού όλα τα γεγονότα ήταν γνώριμα στον ίδιο. Σύμφωνα με το σκεπτικό της υπόθεσης J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (ανωτέρω): «Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο συζήτησε σε κάποια έκταση στο θέμα δεν αντιστρατεύονται την αρχή που επιτάσσει να μην γίνεται αξιολόγηση των αντικρουόμενων θέσεων ως να εκδικαζόταν η αγωγή από το στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό ισχύει όπου όντως εγείρονται με επαρκείς λεπτομέρειες ζητήματα που συνηγορούν υπέρ της παροχής άδειας για υπεράσπιση είτε εν όλω, είτε εν μέρει ή και με όρους. Όμως εκεί που οι αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος είναι γενικές και αόριστες και δεν έχουν νόμιμο έρεισμα, οφείλεται η εξέταση τους αν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει «.. a fair or reasonable probability of the defendant´s having a real or bona fide defence»(Banque de Paris et des Pays-Bas (Swisse) SA v. de Naray
(1984)1 Lloyd´s Rep. 21, 23).» Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θεωρώ ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει αφού έχω καταλήξει ότι ο Εναγόμενος- Καθ ου η Αίτηση δεν παρείχε εκείνες τις λεπτομέρειες που να αποκαλύπτουν βάσιμη υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €24,326.72- πλέον νόμιμο τόκο από 01/08/12 μέχρι εξοφλήσεως του ποσού. Ο Ενάγοντας δικαιούται επίσης σε έξοδα, ύψους €1024- πλέον φ.π.α. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο