Ανδρούλλας Τρυφωνίδου κ.α. ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΩ.ΜΙ.ΚΩ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής:6115/13, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Μαθηκολώνη Αρ. Αγωγής:6115/13 Μεταξύ:
- Ανδρούλλας Τρυφωνίδου
- Χριστιάνας Τρυφωνίδου Ενάγουσες-Αιτήτριες -και- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΩ.ΜΙ.ΚΩ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσες/αιτήτριες: κ. Λ Πασχαλίδης για Α. Τριανταφυλλίδη & Υιοι ΔΕΠΕ. Για την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση: κ. Θ. Ιωαννίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ.26/9/2013) Οι ενάγουσες/αιτήτριες με την αγωγή τους αιτούνται ως ακολούθως: «Α. Η ενάγουσα 1 αξιώνει από την Εναγόμενη: Αναγνωριστική δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται και/ή αναγνωρίζεται ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ουδέποτε ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/2011 μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης που αφορά στη «Συμπλήρωση των εργασιών σε Υφιστάμενο Σκελετό από Οπλισμένο Σκυρόδεμα για Διαμόρφωση Κατοικίας» στο Τεμ. 411 Φ/Σχ. 21/53W2&61W1 στο Στρόβολο για παραπομπή σε διαιτησία με βάση το Κεφ. 4 οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των μερών και/ή άλλως πως. Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται και/ή να δηλώνεται ότι τα οποιαδήποτε θέματα τυχόν προκύπτουν από τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/2011 μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης που αφορά στη «Συμπλήρωση των εργασιών σε Υφιστάμενο Σκελετό από Οπλισμένο Σκυρόδεμα για Διαμόρφωση Κατοικίας» στο Τεμ. 411 Φ/Σχ. 21/53W2&61W1 στο Στρόβολο μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν αποτελούν διαφορές και/ή αμφισβητήσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιτησίας με βάση το Κεφ. 4 και/ή δεν αποτελούν θέματα που μπορούν να παραπεμφθούν σε διαιτησία με βάση το Κεφ.4 και/ή δεν πληρούν τις απαιτήσεις και/ή προϋποθέσεις του Κεφ. 4 για εφαρμογή των προνοιών του. Β. Οι ενάγουσες 1 και/ή 2 αξιώνουν από την εναγόμενη: Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα 2 δεν έχει καμία σχέση συμβατική (privity of contract) ή άλλως πως με την εναγόμενη αναφορικά με τις εργασίες που έγιναν προς «Συμπλήρωση των εργασιών σε Υφιστάμενο Σκελετό από Οπλισμένο Σκυρόδεμα για Διαμόρφωση Κατοικίας» στο Τεμ. 411 Φ/Σχ. 21/53W2&61W1 στο Στρόβολο στα πλαίσια συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/2011 μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγομένης. Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να αξιώνει οποιεσδήποτε απαιτήσεις και/ή θεραπείες εναντίον της ενάγουσας 2 στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/11 μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης που αφορά στη «Συμπλήρωση των εργασιών σε Υφιστάμενο Σκελετό από Οπλισμένο Σκυρόδεμα για Διαμόρφωση Κατοικίας» στο Τεμ. 411 Φ/Σχ. 21/53W2&61W1 στο Στρόβολο στα πλαίσια διαιτησίας ή άλλως πως. Γ. Οι ενάγουσες 1 και/ή 2 αξιώνουν από την εναγόμενη:
- Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης για τη ζημιά και απώλειες που υπέστηκαν ή θα υποστούν στο μέλλον οι Ενάγουσες.
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις.
- Νόμιμο Τόκο.
- Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον νόμιμο τόκο επί των εξόδων.» Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 27/9/2013, με το οποίο απαγορεύετο στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εκπροσώπους της να εγείρουν και/ή προωθούν και/ή συνεχίζουν διαιτητική και/ή άλλη εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης διαφορών μέσω του κ. Κίκη Καλοψιδιώτη και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για το σκοπό εξέτασης και/ή εκδίκασης και/ή επίλυσης θεμάτων που προκύπτουν από τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/11 μεταξύ της ενάγουσας - αιτήτριας 1 και της εναγομένης - καθ' ης η Αίτηση η οποία αφορά τη «Συμπλήρωση των εργασιών σε Υφιστάμενο Σκελετό από Οπλισμένο Σκυρόδεμα για Διαμόρφωση Κατοικίας» στο Τεμ.411 Φ/Σχ. 21/53W2&61W1 στο Στρόβολο και/ή σε σχέση με οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες απαιτήσεις της εναγομένης - καθ' ης η Αίτηση εναντίον της ενάγουσας 1 και/ή 2 σε σχέση με τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/11 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και εν τω μεταξύ επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση/εναγόμενη, η οποία καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή και ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, με αποτέλεσμα το ζήτημα της οριστικοποίησης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η αίτηση και η ένσταση Η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το υπό εξέταση διάταγμα, βασίζεται ως αναφέρεται στη νομική της βάση, στα άρθρα 31, 32, 35, 36 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.θ. 1-9, στα άρθρα 2, 3, 8-10, 19, 20 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 καθώς και στις αποφάσεις των Αγγλικών και Κυπριακών Δικαστηρίων, στην πρακτική και στη σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, ήτοι της Ανδρούλλας Τρυφωνίδου και της Χριστιάνας Τρυφωνίδου, ενάγουσες 1 και 2 στην παρούσα αγωγή αντίστοιχα. Η ενάγουσα 1, Ανδρούλλα Τρυφωνίδου στην ένορκο δήλωση της αναφέρει ότι κατά ή περί την 10/1/2011, υπέγραψε συμφωνία με την εναγομένη εργοληπτική εταιρεία (εφ' εξής «εργολάβος»), με σκοπό τη συμπλήρωση εργασιών σε υφιστάμενο σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα για διαμόρφωση κατοικίας σε συγκεκριμένο τεμάχιο γης (εφ' εξής το έργο). Πρόθεση της όπως εξηγεί ήταν όπως στην εν λόγω κατοικία, διαμείνει μετά την ολοκλήρωση της, η θυγατέρα της, ενάγουσα
- Το συνολικό κόστος του έργου θα ανέρχετο στις €285,000, από τις οποίες οι €145.000 πλέον ΦΠΑ θα αποτελούσαν την αμοιβή της εναγομένης. Σύμφωνα με τους όρους κατακύρωσης της προσφοράς ημερομηνίας 21/12/10, οι εργασίες των υπεργολάβων ως ποσά προνοίας θα καταβάλλονταν απ' ευθείας από την ίδια. Υπεύθυνος αρχιτέκτονας του έργου συμφωνήθηκε να είναι η εγγεγραμμένη αρχιτέκτονας Μαργαρίτα Δανού (εφ' εξής αρχιτέκτονας). Ο χρόνος συμπλήρωσης του έργου συμφωνήθηκε, ως αναφέρει, το ένα έτος και η ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου καθορίστηκε και συμφωνήθηκε η 3/1/
- Προς εξασφάλιση της πιστής εκτέλεσης των συμφωνηθέντων εκ μέρους του εργολάβου, ο τελευταίος κατέβαλε «εγγύηση δέουσας εκτέλεσης», σύμφωνα με τον όρο 37 του συμβολαίου. Όπως η ομνύσασα αναφέρει σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία και συγκεκριμένα τον όρο 36 που φέρει τίτλο «Επίλυση Διαφορών», σε περίπτωση που κατά την διάρκεια ισχύος της συμφωνίας προέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της ίδιας ως εργοδότη ή του αρχιτέκτονα εκ μέρους της, και του εργολάβου, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα έπρεπε να υποβληθεί εγγράφως στον αρχιτέκτονα, προς επίλυση και έκδοση σχετικής γραπτής απόφασης. Τόσο η υποβληθείσα διαφορά όσο και η απόφαση θα έπρεπε να αναφέρουν ρητώς ότι πρόκειται περί διαφοράς ή απόφασης, αναλόγως της περίπτωσης, που εδράζεται στο άρθρο 36 της συμφωνίας, εφ' όσον σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχαν οποιαδήποτε νομική ισχύ. Περαιτέρω αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 36.4 της συμφωνίας, ο αρχιτέκτονας έχει υποχρέωση έκδοσης και κοινοποίησης της απόφασης του εντός 28 ημερών από την ημερομηνία που θα του υποβάλλετο οποιαδήποτε διαφορά προς επίλυση. Με την έκδοση της απόφασης του, δίνεται η δυνατότητα σε οποιοδήποτε από τα μέρη, εντός 28 ημερών από τη λήψη της απόφασης, να αμφισβητήσει την απόφαση και να αξιώσει την άμεση παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο μέρος δεν ζητήσει την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εντός της προθεσμίας των 28 ημερών από την λήψη της απόφασης του αρχιτέκτονα τότε, η απόφαση του αρχιτέκτονα θα θεωρείται τελεσίδικη και δεσμευτική και η μη παραπομπή της σε διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή της ορθότητας της απόφασης. Σύμφωνα με τον ίδιο όρο, δικαίωμα παραπομπής σε διαιτησία υπάρχει και ενεργοποιείται και στην περίπτωση όπου ο αρχιτέκτονας παραλείπει να εκδόσει και κοινοποιήσει την απόφαση του εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας των 28 ημερών. Σε τέτοια περίπτωση, ακολουθώντας την ίδια διαδικασία, το ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να αξιώσει την άμεση παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Όπως δε αναφέρει η ομνύσασα, με βάση τη συμφωνία στην περίπτωση που ο αρχιτέκτονας παραλείψει να εκδόσει και κοινοποιήσει την απόφαση του εντός 28 ημερών και κανένα από τα μέρη ζητήσει εντός των επόμενων 28 ημερών την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, τότε η παράλειψη του αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη των αιτημάτων που υποβλήθηκαν για επίλυση και η μη αξίωση για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο μέρη της απόρριψης των αιτημάτων. Σε τέτοια περίπτωση καμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία θα μπορεί να εγερθεί ή να προωθηθεί σε σχέση με την εν λόγω διαφορά. Όπως περαιτέρω επισημαίνει, σύμφωνα με τις υπόλοιπες παραγράφους του άρθρου 36, το μέρος που επιθυμεί να παραπέμψει και όντως παραπέμπει τη διαφορά σε διαιτησία, δύναται να προχωρήσει μονομερώς εάν το άλλο μέρος παραλείπει ή δεν επιθυμεί να συμμετάσχει στην διαιτησία. Σε τέτοια περίπτωση, όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, η οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ενδεχομένως να δεσμεύει το άλλο μέρος παρά την απουσία ή παράλειψη εμφάνισης του στη διαιτησία. Στην παρούσα υπόθεση, όπως αναφέρει, οι εργασίες σε σχέση με το έργο άρχισαν μετά την υπογραφή της συμφωνίας, χωρίς όμως να ολοκληρωθούν εντός της συμφωνημένης περιόδου. Μετά την παρέλευση 2 σχεδόν χρόνων και χωρίς ακόμη να έχει συμπληρωθεί το έργο, με τις εργασίες να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και ενώ η ίδια είχε καταβάλει στον εργολάβο συνολικά το ποσό των €154.000 (συμπ. ΦΠΑ), ο τελευταίος αποφάσισε κατά ή περί τις αρχές Ιανουαρίου 2013 να εγκαταλείψει το έργο χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ενημέρωση. Παρά δε τις προσπάθειες της να τον πείσει να επανέλθει και να ολοκληρώσει τις εργασίες του, εντούτοις ο τελευταίος αρνείτο να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επειδή δε, η συμπλήρωση του έργου είχε καθυστερήσει κατά πολύ και επειδή οι εργασίες βρίσκονταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και ενώ είχε ήδη καταβάλει το ποσό των €154.000 (συμπ. ΦΠΑ), κατόπιν συμβουλής που έλαβε από τον αρχιτέκτονα ως επίσης και νομικής συμβουλής, άσκησε τα νόμιμα και συμβατικά της δικαιώματα και εισέπραξε το ποσό της εγγυητικής και προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας με άλλο εργολάβο με στόχο την αποπεράτωση του έργου. Μετά τις πιο πάνω ενέργειες της, όπως αναφέρει, ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας άρχισε να επισκέπτεται το εργοτάξιο και να παρεμβάλει εμπόδια στις προσπάθειες που κατέβαλλε η ίδια για να συνεχίσουν οι εργασίες με άλλο εργολάβο. Εν τω μεταξύ στις 25/1/2013, έλαβε επιστολή από το δικηγόρο της εναγομένης, με την οποία την πληροφορούσε για πρώτη φορά, ότι η εναγομένη προέβαινε στη λύση της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 27 της συμφωνίας, ήτοι για λόγους που αφορούσαν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή θέμα εκτός της εναγομένης ή των ενεργειών ή παραλείψεων της. Με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 5/2/2013 απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης απορρίπτοντας τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς της και επιφυλάσσοντας πλήρως όλα τα δικαιώματα της συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων της σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη από τις πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή κακοτεχνίες και/ή καθυστέρηση της εναγομένης στην εκτέλεση του έργου. Κατά ή περί την 11/2/2013 (βλ. επιστολή Τεκμήριο 6Α) ενημερώθηκε από την αρχιτέκτονα ότι στις 8/2/2013, η τελευταία παρέλαβε με επιδότη, επιστολή από τους δικηγόρους της εναγομένης η οποία έφερε ημερομηνία 5/1/2013 (βλ. επιστολή Τεκμήριο 6Β) και με την οποία υποβαλλόταν ως «διαφορά για επίλυση αρχιτέκτονα σύμφωνα με άρθρο 36.1 της συμφωνίας» αξίωση για εκτελεσθείσα εργασία αξίας €87.442,00 ως επίσης και το θέμα είσπραξης των ποσών εγγύησης, προκαταβολής και πιστής εκτέλεσης. Με την ίδια επιστολή η αρχιτέκτονας την πληροφορούσε ότι στις 11/2/2013, απαντώντας στην επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης, τους ανέφερε ότι για να μπορέσει να εξετάσει την απαίτηση που υποβλήθηκε θα χρειαζόταν διάφορα στοιχεία και διευκρινίσεις και συγκεκριμένα τις σχετικές γραπτές οδηγίες ή σχέδια επί των οποίων βασίζονταν οι αξιούμενες εργασίες. Στις 4/3/2013 ενημερώθηκε από την αρχιτέκτονα ότι στις 25/2/2013, στα πλαίσια συνάντησης που είχε με την εναγομένη και τους συμβούλους της, υποβλήθηκε από την εναγόμενη σε αντικατάσταση του προηγούμενου λογαριασμού, νέος προσωρινός τελικός λογαριασμός ο οποίος περιλάμβανε διαφοροποιημένες απαιτήσεις της εναγομένης, άλλες από αυτές που είχαν υποβληθεί στις 8 Φεβρουαρίου
- Όπως την πληροφόρησε η αρχιτέκτονας, με επιστολή της προς τους δικηγόρους της εναγομένης τους ανέφερε τα όσα έλαβαν χώρα στις 25/2/2013 σε σχέση με την υποβολή νέων απαιτήσεων προς επίλυση ως επίσης και το ότι συμφωνήθηκε με την εναγομένη ότι για να μπορέσουν να εξετασθούν οι καινούργιες αυτές απαιτήσεις θα πρέπει να υποβληθούν και να μελετηθούν διάφορα στοιχεία και διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από την εναγομένη σε σχέση με τις νέες αυτέςαπαιτήσεις. (βλ. Τεκμήριο 7). Στις 4/3/2013 ως αναφέρει της κοινοποιήθηκε και δεύτερη επιστολή της αρχιτέκτονος προς τους δικηγόρους της εναγομένης με την οποία κατέγραψε την διενέργεια συνάντησης στο χώρο του εργοταξίου στις 27/2/2013 όπου στην παρουσία της εναγομένης και των συμβούλων της καταγράφηκαν οι εργασίες που είχαν εκτελεσθεί από την εναγόμενη μέχρι την ημερομηνία αποχώρησης της από το έργο. (βλ.Τεκμήριο 8). Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 6/3/2013 η ομνύσασα, ως αναφέρει, ενημέρωσε την αρχιτέκτονα ότι είναι στη διάθεση της για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις και/ή πληροφορίες σε σχέση με τις ζημίες που υπέστη από τις πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγόμενης, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα τα νόμιμα και συμβατικά της δικαιώματα (βλ. Τεκμήριο 9). Σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, η αρχιτέκτονας έχοντας υπόψη ότι η υποβολή της τελικής απαίτησης της εναγομένης προς επίλυση από τον αρχιτέκτονα έγινε στις 25/2/2013, και σύμφωνα πάντα με την επίδικη συμφωνία, είχε στη διάθεση της 28 μέρες να εκδώσει την σχετική της απόφαση, ήτοι μέχρι τις 24 Μαρτίου
- Ενώ δε εν λόγω προθεσμία δεν είχε ακόμα παρέλθει και ενώ ακόμη αναμενόταν από την εναγομένη να προσκομίσει τα σχετικά στοιχεία και διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από την αρχιτέκτονα, ούτως ώστε να μπορέσει να εκδοθεί η οποιαδήποτε σχετική απόφαση, η εναγομένη μέσω των δικηγόρων της, ενεργώντας αντισυμβατικά, αξίωσε, εγγράφως, στις 13/3/2013 την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία επικαλούμενη τον όρο 36.4 της συμφωνίας. Η εν λόγω αξίωση υποβλήθηκε 11 σχεδόν μέρες πριν να παρέλθει η 28ήμερη προθεσμία για έκδοση της απόφασης της αρχιτέκτονος. (βλ. Τεκμήριο 10). Όπως αναφέρει εν όψει της υποχρέωσης που επέβαλλε η συμφωνία στην αρχιτέκτονα να συγκαλέσει συνεδρία για διορισμό διαιτητή κοινής αποδοχής, εντός 7 ημερών από την λήψη σχετικής απαίτησης από οποιοδήποτε από τα μέρη, η αρχιτέκτονας κάλεσε τα μέρη να συμφωνήσουν τον διορισμό σχετικού διαιτητή για επίλυση της διαφοράς που είχε προκύψει. (βλ. σχετική αλληλογραφία μεταξύ των μερών και της αρχιτέκτονος, Τεκμήρια 11Α - 11 Ε). Όπως δε περαιτέρω υποστηρίζει παρά το ότι η μη παρέλευση της προθεσμίας των 28 ημερών για λήψη απόφασης από την αρχιτέκτονα δεν ενεργοποιούσε το δικαίωμα παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία, εντούτοις εν όψει του σχετικού αιτήματος της εναγομένης, η ίδια ήταν υποχρεωμένη να συμμετάσχει τουλάχιστον στα προκαταρκτικά στάδια, ούτως ώστε να μπορεί να διαφυλάξει τα δικαιώματα της συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος της για αμφισβήτηση της σχετικής παραπομπής. Και τούτο διότι όπως υποστηρίζει η συμφωνία με την εναγόμενη, επιτρέπει σε οποιοδήποτε από τα μέρη να αξιώσει την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία νοουμένου ότι έχουν ενεργοποιηθεί οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας και σε τέτοια περίπτωση το μέρος που αξιώνει την παραπομπή δύναται να προχωρήσει μονομερώς σε τέτοια διαιτησία αν το άλλο μέρος δεν επιδείξει οποιοδήποτε σχετικό ενδιαφέρον. Ως εκ τούτου, όπως αναφέρει, με σχετική αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ της εναγομένης και της αρχιτέκτονος συμφωνήθηκε όπως εάν όντως προέκυπτε θέμα προς επίλυση στα πλαίσια διαιτησίας, αυτό θα επιλύετο από τον κύριο Κίκη Καλοψιδιώτη. (βλ. Τεκμήρια 12Α και 12Β). Κατόπιν σχετικής ενημέρωσης προς τον κ. Καλοψιδιώτη, ο τελευταίος αποδέχθηκε να διοριστεί ως διαιτητής της μεταξύ των μερών διαφοράς, νοουμένου βέβαια ότι θα υπογράφετο σχετικό συμφωνητικό έγγραφο σύμφωνα με το Κεφ. 4, με το οποίο τα μέρη θα συμφωνούσαν τόσο στο διορισμό του όσο και στη διαφορά που θα παραπεμπόταν ως επίσης και στο ότι τέτοια διαφορά όντως αποτελεί αντικείμενο παραπομπής σε διαιτησία με βάση την συμφωνία των μερών. Ακολούθως, ο κύριος Καλοψιδιώτης κάλεσε τα μέρη σε προκαταρκτική συνάντηση με σκοπό επίτευξης συμφωνίας των ανωτέρω. Η εν λόγω συνάντηση ορίστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 (βλ Τεκμήρια 13Α και 13Β). Στην εν λόγω συνεδρία παρευρέθηκαν εκατέρωθεν τα μέρη με τους συμβούλους και τους δικηγόρους τους ως επίσης και η αρχιτέκτονας του έργου. Με την έναρξη της συνάντησης όπως αναφέρει τέθηκε θέμα από τον δικηγόρο της ίδιας κ. Πασχαλίδη ότι δεν είχε γίνει κανονική παραπομπή σε διαιτησία και ότι δεν υπάρχει συμφωνία επί των επίδικων θεμάτων, ούτως ώστε να μπορεί να διεξαχθεί η οποιαδήποτε διαδικασία όπως προνοεί η συμφωνία των μερών και το Κεφ.
- Τόσο η ίδια όσο και η εναγόμενη ζήτησαν όπως αναβληθεί η συνάντηση ούτως ώστε να εξεταστούν και από τις δύο πλευρές ποια θα είναι τα επίδικα θέματα στα οποία θα αφορά η οποιαδήποτε παραπομπή σε διαιτησία. Τα όσα έλαβαν χώρα στη προκαταρκτική συνάντηση, παρουσία του κυρίου Καλοψιδιώτη, καταγράφηκαν στα πρακτικά που κρατούσε ο τελευταίος (βλ. Τεκμήριο 14). Τόσο οι πιο πάνω θέσεις της ίδιας ως προς το κατά πόσο ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του συμβολαίου για παραπομπή οποιαδήποτε διαφοράς σε διαιτησία, ως επίσης και η ασυμφωνία αλλά και άγνοια και των δύο μερών ως προς τα επίδικα γεγονότα που θα καλείτο ο οποιοσδήποτε διαιτητής να αξιολογήσει φαίνονται, όπως υποστηρίζει, ξεκάθαρα στα εν λόγω πρακτικά. Εν όψει του ότι και τα δύο μέρη θεώρησαν ορθότερο όπως δοθεί χρόνος για καθορισμό των επίδικων θεμάτων, υπό την επιφύλαξη του αν όντως τέτοια θέματα μπορούν να παραπεμφθούν σε διαιτησία, καμία πλευρά υπέγραψε το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο παραπομπής σε διαιτησία και ως εκ τούτου η διαδικασία επαναορίστηκε στις 8/10/
- Από τα εν λόγω πρακτικά, Τεκμήριο 14, προκύπτει, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 1, ακόμα ένα σοβαρό θέμα το οποίο αφορά στο γεγονός ότι η ενάγουσα 2 έχει συμπεριληφθεί ως καθ' ης η απαίτηση, χωρίς όμως αυτή να αποτελεί μέρος της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/2013 ή οποιασδήποτε συμφωνίας στη βάση της οποίας να μπορούν να εγερθούν οποιεσδήποτε διαφορές υπόκεινται σε διαιτησία. Το αποτέλεσμα της συμπερίληψης της ενάγουσας 2 ως καθ' ης η απαίτηση, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 1, είναι να εμπλέκεται η τελευταία, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία, σε μία διαδικασία η οποία όχι μόνο θα την επιφορτίσει με έξοδα αλλά θα την εκθέτει σε νομικές διαδικασίες με κίνδυνο έκδοσης απόφασης εναντίον της. Όπως περαιτέρω αναφέρει η ενάγουσα, στις 13/9/2013 με επιστολή των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους της εναγομένης, ζητήθηκε η θέση της τελευταίας ως προς το ποια είναι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει το αίτημα της για παραπομπή σε διαιτησία ως επίσης και τη θέση της ως προς το ποια γεγονότα θεωρεί ως επίδικα για σκοπούς μιας τέτοιας διαιτησίας (βλ.Τεκμήριο 15). Για ακόμη μία φορά, ως η ενάγουσα αναφέρει, ενώ αναμένονταν οι σχετικές διευκρινίσεις από την εναγόμενη, διευκρινίσεις για τις οποίες άλλωστε και η ίδια ζήτησε χρόνο στην συνεδρία την 10/9/2013 και επί των οποίων εδράζει τις απαιτήσεις της, εντούτοις με επιστολή των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους της ίδιας στις 17/9/2013 κάθε τι άλλο παρά διευκρινίσεις έδωσε. Αντίθετα περιορίστηκε σε απλή αναφορά στις προηγούμενες επιστολές των δικηγόρων της, στη συνάντηση με τον αρχιτέκτονα στις 27/2/2013 και σε απλή αναφορά στο άρθρο 36 της συμφωνίας χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ή θέση. Με την ίδια επιστολή όμως, ενημέρωσε τους δικηγόρους της, ότι σε περίπτωση που η ίδια δεν εμφανιστεί στη συνεδρία στις 8/10/2013 αυτή θα προχωρήσει με την διαιτησία ως προνοεί η συμφωνία 10/1/
- Καμία άλλη αναφορά δεν γίνεται ως προς τα θέματα τα οποία εγέρθηκαν στη συνεδρία στις 10/9/2013, αλλά μάλιστα ακόμη και η ίδια η θέση της ενάγουσας 1 ως προς την επιθυμία της να καθοριστούν τα επίδικα θέματα, απορρίπτεται πλήρως από πλευράς της εναγομένης. (βλ.Τεκμήριο 16). Εν όψει όλων των ανωτέρω η ομνύσασα υποστηρίζει οτι είναι φανερό ότι η εναγομένη προσπαθεί με καταχρηστικό και εκβιαστικό τρόπο να εκμεταλλευτεί τη διαδικασία διαιτησίας που προβλέπει η μεταξύ τους συμφωνία, σε βάρος τόσο της ίδιας όσο και της ενάγουσας
- Οι πιο πάνω ενέργειες της εναγομένης, ήτοι να απαιτήσει την παραπομπή ισχυριζόμενης διαφοράς σε διαιτησία χωρίς καν να έχει ενεργοποιηθεί τέτοιο δικαίωμα ή η ίδια να συγκεκριμενοποιεί ποια είναι όντως η διαφορά που θέλει να παραπεμφθεί σε διαιτησία, δημιουργεί στην ίδια αλλά και στην ενάγουσα 2 σοβαρότατο κίνδυνο απώλειας υφιστάμενων συμβατικών και νόμιμων δικαιωμάτων ως επίσης και πρόκλησης οικονομικής ζημίας η οποία και δεν θα μπορεί να ανακτηθεί, όπως η ίδια υποστηρίζει. Περαιτέρω αναφέρει ότι όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, το κατά πόσο έχουν ενεργοποιηθεί οι πρόνοιες της συμφωνίας για παραπομπή της οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία δεν αποτελεί θέμα που μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια μιας διαιτησίας, εφόσον για να αποφασιστεί κάτι τέτοιο ενώπιον διαιτητή θα πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί ότι το θέμα εμπίπτει στην δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του, πράγμα το οποίο όμως, όπως υποστηρίζει είναι και το θέμα της όλης αμφισβήτησης. Είναι δε η θέση της ότι αντίθετα με τη νομοθετική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων, όπου τα μέρη μπορούν να εμφανιστούν σε δικαστική διαδικασία, υπό διαμαρτυρία, και να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων χωρίς να παραδίνονται σε αυτή, το Κεφ. 4 δεν περιέχει καμία τέτοια πρόνοια σε σχέση με διαιτησίες. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε εμπλοκή της στη διαδικασία διαιτησίας, στο παρόν στάδιο, δημιουργεί σοβαρό ενδεχόμενο να λειτουργήσει ως κώλυμα εναντίον της για να αμφισβητήσει είτε τη δικαιοδοσία του διαιτητή είτε αυτήν καθ' αυτήν την εγκυρότητα της διαιτησίας. Είναι δε η θέση της ότι εάν επιτραπεί στην εναγομένη να προχωρήσει με τη διαιτησία υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες τότε εάν η ίδια επιμείνει στη θέση της ότι δεν επιτρέπεται η παραπομπή σε Διαιτησία και ως εκ τούτου δεν συμμετάσχει σε αυτή, κινδυνεύει να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, στην απουσία της, η οποία με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.4 θα μπορεί να εγγραφεί και να εκτελεστεί εναντίον της ως δικαστική απόφαση με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Εάν από την άλλη, υποχρεωθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία για να αποφύγει τον κίνδυνο έκδοσης απόφασης στην απουσία της τότε, θα αποστερηθεί των συμβατικών της δικαιωμάτων να επικαλεστεί ή αμφισβητήσει την οποιαδήποτε προηγούμενη σχετική απόφαση του Αρχιτέκτονα όπως προνοεί η συμφωνία ημερομηνίας 10/1/11 και θα εμπλακεί σε μία αχρείαστα πολυέξοδη διαδικασία χωρίς καν να γνωρίζει ποιο είναι το αντικείμενο της διαφοράς πόσο μάλλον να συμφωνεί ως προς την ύπαρξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης διαφοράς. Επαναλαμβάνει δε ότι η εναγομένη υπέβαλε διαφορετικές απαιτήσεις μέχρι την αξίωση παραπομπής σε διαιτησία και ακόμη και κατά τη συνεδρία της 10/9/13, ούτε η ίδια μπορούσε να τοποθετηθεί επί των επίδικων γεγονότων επί των οποίων η ίδια βάσιζε την αξίωση της για παραπομπή σε διαιτησία. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, με τη συμμετοχή της προκύπτει σοβαρό ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι έχει αποδεχθεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας διαιτητή και επομένως θα κωλύεται να εγείρει το ότι η διαιτησία όσο και η οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή, είναι άκυρη και άνευ οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, λόγω παράνομης και αντισυμβατικής παραπομπής σε διαιτησία και θα πρέπει να υποστεί σημαντικά έξοδα για τις υπηρεσίες διαιτητή, τα οποία και δεν θα είναι ανακτήσιμα, παρά το ότι η οποιαδήποτε απόφαση, πολύ πιθανόν, ενόψει των ανωτέρω, να είναι άκυρη εξ' υπαρχής και άνευ νομικής ισχύος. Τέλος αναφέρει ότι θα αποστερηθεί των δικαιωμάτων της να αποταθεί στο Δικαστήριο για επίλυση θεμάτων που κανονικά θα έπρεπε να δικάζονταν στα πλαίσια αγωγής, αντί διαιτητικής διαφοράς όπως είναι η παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης. Πέραν των ανωτέρω ως ισχυρίζεται προκύπτει και θέμα πρόκλησης κατάφορης αδικίας και μη ανακτήσιμης ζημιάς προς την ενάγουσα 2, αφού η ενάγουσα 2 δεν αποτελεί και ουδέποτε αποτελούσε μέρος στη συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και της ίδιας της εναγόμενης 1, σχετικά με το έργο ή οποιαδήποτε εργασία σε σχέση με αυτό. Ως εκ τούτου, οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες απαιτήσεις της εναγομένης εναντίον της ενάγουσας 2, δεν μπορούν να εγείρονται και να προωθούνται στα πλαίσια της προτιθέμενης διαιτησίας. Εάν η διαδικασία διαιτησίας που επιθυμεί να ξεκινήσει η εναγομένη εναντίον της ενάγουσας 2, επιτραπεί να προχωρήσει, τότε τόσο η διαιτησία όσο και η οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή, ενδεχομένως να την δεσμεύουν και να είναι εκτελεστές εναντίον της ενάγουσας 2 τόσο επί της ουσίας τους όσο και ως προς τα δημιουργηθέντα έξοδα, χωρίς η τελευταία να έχει οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πως υποχρέωση σε σχέση με τις οποιεσδήποτε διαφωνίες μεταξύ της ίδιας (της ενάγουσας 1) και της εναγομένης. Όπως δε την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, εφόσον η δικαιοδοσία αναστολής διαδικασιών δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις δικαστικές διαδικασίες. Αντίθετα, όπως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει σε αίτημα αναστολής δικαστικής διαδικασίας, κατά πόσο τα επίδικα γεγονότα της αγωγής αποτελούν διαφορά που εμπίπτει σε συμφωνηθέν όρο διαιτησίας, με τον ίδιο τρόπο, το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να εξετάσει κατά πόσο τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του με την αγωγή, δικαιολογούν την έναρξη και προώθηση τέτοιας διαιτησίας. Ως εκ τούτου, προκύπτει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, ήτοι κατά πόσο σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως εκτίθενται ανωτέρω, και τα προσκομισθέντα τεκμήρια, έχουν ενεργοποιηθεί οι πρόνοιες της συμφωνίας των μερών που επιτρέπουν την παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς των μερών σε διαιτησία ως επίσης και το ποια είναι αυτή η διαφορά. Το εν λόγω επίδικο θέμα, ως επαναλαμβάνει μπορεί να αποφασιστεί μόνο, στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, ήτοι της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα, όπως υποστηρίζει χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, εάν επιτραπεί στην εναγομένη να προχωρήσει στην προτιθέμενη διαιτησία, τότε σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής, η σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος της ίδιας και της ενάγουσας 2, αφού η διαιτησία θα έχει αρχίσει και πολύ πιθανόν να έχει ολοκληρωθεί με όλες τις δυσμενείς για την ίδια και την ενάγουσα 2 συνέπειες, που αυτό θα συνεπάγεται και οι οποίες δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, αναφέρει ότι η ζημιά που θα προκληθεί στην ίδια και την ενάγουσα 2 εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι πολύ μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η εναγόμενη εάν το διάταγμα εκδοθεί. Μάλιστα η εναγόμενη δεν πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του διατάγματος, αφού είναι προς το συμφέρον και της ίδιας όπως η οποιαδήποτε διαιτησία για επίλυση της μεταξύ μας διαφοράς, αν τέτοια διαφορά υπάρχει, εδράζεται επί έγκυρης και νόμιμης διαδικασίας που επιφέρει έγκυρα και νομικά δεσμευτικά αποτελέσματα. Δηλώνει δε ότι η ίδια είναι πρόθυμη να επιλύσει τις οποιεσδήποτε διαφορές τυχόν προκύπτουν μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης, ενώπιον διαιτητή, νοουμένου όμως ότι τέτοιες διαφορές όντως προκύπτουν και δύνανται να παραπεμφθούν σε διαιτησία δυνάμει ορθής ενεργοποίησης των σχετικών προνοιών της συμφωνίας ημερ. 10/1/11, κάτι όμως που στο παρόν στάδιο αμφισβητεί. Έχοντας δε υπόψη τις εκβιαστικές προθέσεις της εναγομένης όπως αυτές εκφράζονται στην επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17/9/2013, σε σχέση με την συνεδρία που είναι ορισμένη στις 8/10/2013, θεωρεί ότι το όλο θέμα καθίσταται κατεπείγον και δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ταυτόχρονα θεωρεί ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιλήψιμη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού η εναγόμενη, μόλις την 17/9/2013 δήλωσε την πρόθεση της να προχωρήσει με την διεξαγωγή διαιτησίας μονομερώς, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω και παρά το ότι στη συνεδρία την 10/9/2013, δήλωσε ότι και η ίδια επιθυμούσε να της δοθεί χρόνος για να καθορίσει τα επίδικα θέματα ενόψει της αμφισβήτησης που είχε τεθεί από μέρους της ενάγουσας
- Όσον αφορά την ενάγουσα 2, η τελευταία πληροφορήθηκε περί των προθέσεων της εναγομένης 2, την 17/9/13, όταν έλαβε την επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης, η οποία ακολούθησε την κοινοποίηση των πρακτικών της συνεδρίας ημερ. 10/9/13 από τον κ. Καλοψιδιώτη. Η ενάγουσα 2 με την ένορκη δήλωση της επαναλαμβάνει στην ουσία τους ισχυρισμούς και θέσεις της ενάγουσας 1 σε σχέση με τα ζητήματα που την αφορούν, τονίζοντας ότι η ίδια δεν αποτελεί και ουδέποτε αποτέλεσε μέρος στη συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας 1 σχετικά με το έργο και συνακόλουθα οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες απαιτήσεις της εναγόμενης δεν μπορούν να εγείρονται και να προωθούνται εναντίον της στα πλαίσια διαιτησίας. Υποστηρίζει δε ότι οι πράξεις της εναγόμενης για παραπομπή της δήθεν διαφοράς της σε διαιτησία είναι παντελώς ανυπόστατες και άκυρες, χωρίς κανένα έννομο αποτέλεσμα. Εάν δε η διαδικασία διαιτησίας που επιθυμεί να ξεκινήσει η εναγόμενη εναντίον της επιτραπεί να προχωρήσει, τότε τόσο η διαιτησία όσο και η οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ενδεχομένως να δεσμεύουν και να είναι εκτελεστές εναντίον της τόσο επί της ουσίας όσο και ως προς τα δημιουργηθέντα έξοδα χωρίς ποτέ η ίδια να είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως υποχρέωση σε σχέση με τις οποιεσδήποτε διαφωνίες μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας
- Η εναγόμενη/καθ' ης καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης (παρατίθενται αυτούσιοι): «(α) Η Ενάγουσα 2 δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη νομική σχέση με την Εναγόμενη και η αναφορά του ονόματος της γίνεται από την αρχιτέκτονα και άλλους μόνο διότι η οικία είναι δική της. (β) Οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή, διότι η οποιαδήποτε διαφορά πρέπει να παραπεμφθεί σε Διαιτησία. (γ) Οι συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης σε Διαιτησία είναι δεσμευτική. (δ) Η Ενάγουσα 1 με γραπτές επιστολές έχει δεσμευτεί για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και εμποδίζεται εκ των υστέρων να αρνείται την συμμετοχή της στη Διαιτησία. (ε) Η Ενάγουσα 1 εδεσμεύθη για τον ορισμό του Διαιτητή Καλοψιδιώτη και ουδέποτε αμφισβήτησε την διαδικασία. (στ) Οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή μπορεί να αναθεωρηθεί υπό του Δικαστηρίου σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- (ζ) Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την συνέχιση της ισχύoς του προσωρινού διατάγματος και οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από την ακύρωση του διατάγματος. (η) Η αρχιτέκτονας του έργου κα Μαργαρίτα Δανού ουδέποτε ήγειρε Θέμα Προθεσμιών για έκδοση της απόφασης της και η ίδια απεδέχθη την διαιτησία, αποδεχόμενη ότι δεν εξέδοσε την απόφαση της εντός 28 ημερών όπως ορίζει η συμφωνία ημ.10/01/
- (θ) Η Ενάγουσα 1 για πρώτη φορά ήγειρε θέμα κανονικής παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία μετά τον ορισμό εκ συμφώνου Διαιτητή και επομένως εμποδίζεται εκ των προηγούμενων ενεργειών και δεσμεύσεων της να εγείρει το εν λόγω θέμα. (ι) Η Ενάγουσα 1 προσπαθεί να δόσει λανθασμένη Ερμηνεία για το πρακτικό του Διαιτητή στη πρώτη συνάντηση. Το πρακτικό του Διαιτητή αναφέρει ότι για πρώτη φορά ο κ. Πασχαλίδης έθεσε το θέμα ότι δεν είχε γίνει κανονική παραπομπή σε διαιτησία γι' αυτό και αναβλήθηκε η Διαιτησία για τις 08/10/2013 για να αναφερθούν τα επίδικα θέματα. (κ) Ο Διαιτητής έχει εξουσία να αποφασίσει ο ίδιος οποιοδήποτε θέμα εγερθεί ενώπιον του και η απόφαση του προσβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου. (λ) Η Αρχιτέκτονας με επιστολή της ημ. 13/02/2013 επιβεβαίωσε ότι είχε τις απαιτήσεις της Εναγόμενης. Οι απαιτήσεις της Εναγόμενης υπεβλήθησαν την 11/02/2013 και όχι την 25/02/2013 όπως υποστηρίζει η Ενάγουσα
- (μ) Η Εναγόμενη απαίτησε τον διορισμό διαιτητή μετά πάροδο 30 ημερών από την αποστολήν των απαιτήσεων της ήτοι την 13/03/2013, διότι διαφορετικά θα θεωρείτο ότι θα εγκατέλειπε τις απαιτήσεις της. (ν) Το θέμα της έγκαιρης υποβολής της απαίτησης θα επιλυθεί από τον Διαιτητή και όχι στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος. (ξ) Η αρχιτέκτονας ουδέποτε ζήτησε παράταση χρόνου για να εκδώσει την απόφαση της. (ο) Η Ενάγουσα 1 από την αρχή δημιουργούσε προβλήματα στην έκδοση των διατακτικών, σε συνεργασία με την αρχιτέκτονα και αρνούντο την έκδοση διατακτικών και την πληρωμήν των γι' αυτό και η Εναγόμενη τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία. (π) Η παράνομη κατάσχεση των εγγυητικών αποτελεί ζήτημα για επίλυση εντός διαιτησίας. (ρ) Η Ενάγουσα 1 κατεχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και αξίωσε το προσωρινό διάταγμα, με μοναδικό σκοπό να μην προχωρήσει η Διαιτησία και να μην πληρώσει τις υποχρεώσεις της. (σ) Η Ενάγουσα 1 δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αποκάλυψε τα αληθή γεγονότα. (τ) Η αγωγή είναι πρόωρη και δεν μπορεί να εκδικαστεί πριν αποφασίσει ο Διαιτητής» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Κωνσταντινου, διευθυντή της εναγόμενης, ο οποίος σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα διότι τόσο στη συμφωνία με την ενάγουσα όσο και σε όλες τις επαφές με την αρχιτέκτονα Μαργαρίτα Δανού, ο ίδιος αντιπροσώπευε την εναγόμενη και ο ίδιος διήθυνε το εργοτάξιο και έλεγχε όλες τις εργασίες στην οικία της ενάγουσας
- Αρνείται δε όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας 2 Χριστιάνας Τρυφωνίδου και καθ' όσον αφορά την ένορκη δήλωση της Αντρούλλας Τρυφωνίδου αρνείται τους ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι με την ένορκη του δήλωση. Επί της ουσίας στη δήλωση του αναφέρει ότι πράγματι ουδεμία συμβατική ή άλλη νομική σχέση έχει η ενάγουσα 2 με την εναγόμενη και ουδέποτε η εναγόμενη υπέβαλε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της ενάγουσας αρ.
- Η αναφορά του ονόματος της ενάγουσας 2 αφορούσε όπως αναφέρει το ότι η μητέρα της, ενάγουσα 1, έλεγε πάντοτε ότι η οικία ανήκει στη θυγατέρα της ενάγουσας 2 και απλώς έτσι αναφέρετο χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε νομική σχέση πράγμα το οποίο, ως ισχυρίζεται, είναι καλά γνωστό στις ενάγουσες. Όπως δε περαιτέρω ισχυρίζεται, η ενάγουσα 1, μετά την υπογράφή της συμφωνίας ημερομηνίας 10/1/2011, πάντοτε σε συνεργασία με την αρχιτέκτονα, δημιουργούσε προβλήματα στις πληρωμές και την έκδοση των διαταχτικών προβάλλοντας συνεχώς νέες απαιτήσεις για επιπλέον εργασίες τις οποίες αρνείτο να πληρώσει εμποδίζοντας μάλιστα την έκδοση των διαταχτικών. Όταν τα ποσά που οφείλοντο στην εναγομένη υπερέβαιναν τις €80000 και η ενάγουσα 1 αρνείτο να πληρώσει, η εναγόμενη αναγκάστηκε, με επιστολή του Δικηγόρου της ημερ. 25/1/2013 (Τεκμήριο 1), να τερματίσει το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 10/1/
- Την 5/2/2013 η εναγόμενη υπέβαλε τις απαιτήσεις της γραπτώς με επιστολές του δικηγόρου της τόσο στην αρχιτέκτονα όσο και στην ενάγουσα
- Όπως εξηγεί οι επιστολές φέρουν λανθασμένα ημερομηνία 5/1/2013 και όχι 5/2/
- Αυτό εξ άλλου, ως αναφέρει, είναι κατανοητό και από την μετέπειτα αλληλογραφία αλλά και από τις ημερομηνίες που επεδόθησαν οι επιστολές (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Στις εν λόγω επιστολές αναφέροντο λεπτομερώς οι απαιτήσεις που υπέβαλε η εναγόμενη με κατάσταση της εκτελεσθείσας εργασίας η οποία ετοιμάστηκε από τον επιμετρητή ποσοτήτων, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την επιστολή της αρχιτέκτονος ημερ. 11/2/2013 (βλ. Τεκμήριο 4). Η εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 12/2/2013 (βλ. Τεκμήριο 5) επιβεβαίωσε λήψη της επιστολή της αρχιτέκτονος ημερ. 11/2/2013 με αναφορά ότι όλες οι γραπτές οδηγίες και τα σκίτσα που δόθηκαν στην εναγόμενη θα προσκομισθούν στη συνάντηση του Εργολήπτη μετά του συμβούλου της και του επιμετρητή ποσοτήτων. Ο ενόρκως δηλών σημειώνει εν πάση περιπτώσει, ότι όλες οι οδηγίες εδίδοντο μέσω της αρχιτέκτονος και τα πάντα ευρίσκονται στα χέρια της και είναι εις γνώση της. Η αρχιτέκτονας στη συνέχεια με νέα επιστολή της προς το Δικηγόρο της εναγόμενης ημερ. 13/2/2013 (βλ. Τεκμήριο 6) επιβεβαίωσε τη λήψη της επιστολής ημερ. 12/2/2013 και όρισε συνάντηση στο γραφείο της την 20/2/2013 για να της δοθούν διευκρινίσεις για τις απαιτήσεις της εναγόμενης. Όπως ο ομνύσας ισχυρίζεται η ενάγουσα σκοπίμως απέκρυψε τις δύο πιο πάνω επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 για να ισχυριστεί εκ των υστέρων ότι οι απαιτήσεις της εναγόμενης εδόθησαν την 25/2/2013 και όχι την 8/2/2013 όταν αυτές επεδόθησαν στην αρχιτέκτονα. Εξ άλλου, ως αναφέρει, με τις μεταγενέστερες επιστολές της η αρχιτέκτονας ζητούσε διευκρινίσεις για να εκδώσει την απόφαση της και ουδέποτε ζήτησε παράταση χρόνου για να εκδώσει την απόφαση της όπως είχε δικαίωμα να πράξει. Ενόψει δε του ότι παρήλθε η προθεσμία των 28 ημερών που προβλέπεται στην συμφωνία από την ημερομηνία υποβολής των απαιτήσεων χωρίς να εκδοθεί η απόφαση της αρχιτέκτονος και επειδή σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 10/1/2011 και ειδικά του άρθρου 36
(4)μετά πάροδο 28 ημερών θα θεωρείτο ότι απερρίφθησαν οι απαιτήσεις της εναγόμενης, την 13/3/2013 (βλ. Τεκμήριο 7) η εναγόμενη ζήτησε από την αρχιτέκτονα με επιστολή του δικηγόρου της τον ορισμό Διαιτητή κοινής αποδοχής για επίλυση της διαφοράς. Σημειώνει δε ότι στην επιστολή του δικηγόρου της εναγόμενης τονιζετο ότι ο διορισμός ζητείται διότι παρήλθαν οι προβλεπόμενες προθεσμίες του άρθρου 36
(4)χωρίς να εκδώσει την απόφαση της η αρχιτέκτονας. Εάν σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα η αρχιτέκτονας θεωρούσε ότι οι προθεσμίες δεν είχαν συμπληρωθεί, όπως λανθασμένα ισχυρίζονται οι ενάγουσες για την έκδοση της απόφασης της, η αρχιτέκτονας θα το κοινοποιούσε στην εναγόμενη. Αντίθετα τόσο η αρχιτέκτονας όσο και η ενάγουσα όσο και οι νομικοί της σύμβουλοι συμφώνησαν όπως ο κ. Κίκης Καλοψιδιώτης διοριστεί ως μόνος διαιτητής από τα δύο μέρη προς επίλυση της διαφοράς. Σχετική είναι η επιστολή της αρχιτέκτονος Μαργαρίτας Δανού ημερ. 20/6/2013 (βλ Τεκμήριο 8). Σημειώνει δε ότι ο κ. Κίκης Καλοψιδιώτης ορίστηκε σαν διαιτητής κοινής αποδοχής κατόπιν εισήγησης της αρχιτέκτονος η οποία εστάλη με επιστολή της 27/5/2013 (βλ. Τεκμήριο 9) στους δικηγόρους της ενάγουσας 1 αλλά και στην ίδια την ενάγουσα και ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα πρόωρης παραπομπής των απαιτήσεων σε διαιτησία. Ο δε κ. Καλοψιδιώτης με επιστολή του ημερ. 23/7/2013 η οποία απεστάλη στους ενδιαφερόμενυς και τους δικηγόρους τους επιβεβαίωσε την αποδοχή του σαν Διαιτητής κοινής αποδοχής (βλ Τεκμήριο 10). Στις 24/7/2013 ο Διαιτητής κοινοποίησε σε όλους τους ενδιαφερόμενους μέσω της αρχιτέκτονος τα έγγραφα που έπρεπε να υπογραφούν ώστε να προχωρήσει η διαδικασία (βλ. Τεκμήριο 11). Από το Τεκμήριο 11 ως ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει, φαίνεται και ο ανυπόστατος ισχυρισμός της ενάγουσας 2 ότι υπεβλήθησαν απαιτήσεις εναντίον της αφού η Διαιτησία ξεκάθαρα αφορά την ενάγουσα 1 και την εναγόμενη. Η πρώτη προκαταρκτική συνάντηση ορίστηκε στις 10/9/2013 και κατά την εν λόγω ημερομηνία ο δικηγόρος της ενάγουσας 1 έθεσε για πρώτη φορά θέμα ότι δεν είχε γίνει κανονική παραπομπή σε διαιτησία και ότι δεν είναι γνωστά τα επίδικα θέματα (βλ. πρακτικό κ. Καλοψιδιώτη Τεκμήριο 12). Ο λόγος που αναβλήθηκε η συνάντηση ήταν διότι η ενάγουσα μέσω της δικηγόρου της έθεσε για πρώτη φορά θέμα διαδικασίας και δεν ευσταθεί όπως υποστηρίζει, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία την οποία λανθασμένα επιχειρεί να δώσει η ενάγουσα
- Όπως δε τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και ο ίδιος γνωρίζει οι ενάγουσες εμποδίζονται εκ των υστέρων και μετά από παρέλευση 8 μηνών και αφού απεδέχθησαν την παραπομπή σε διαιτησία και τον ορισμό Διαιτητή κοινής αποδοχής να θέτουν θέμα κανονικής παραπομπής των απαιτήσεων της εναγόμενης σε διαιτησία και να ισχυρίζοναι ότι δεν γνωρίζουν τα επίδικα θέματα. Τους καλεί δε να εξηγήσουν οι ενάγουσες τι απεδέχθησαν να σταλεί σε διαιτησία και γιατί απεδέχθησαν τον ορισμό κοινού διαιτητή. Εξ όσων δε περαιτέρω συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του οι ενάγουσες είχαν το δικαίωμα να θέσουν τον οποιοδήποτε ισχυρισμό τους ενώπιον του διαιτητή και εάν διαφωνούσαν με την απόφαση του να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Είναι δε η θέση του ότι όλα τα θέματα τα οποία ευρίσκονται ενώπιον του Διαιτητή αποφασίζονται από τον ίδιο και οι αποφάσεις του προσβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώπιον του Διαιτητή ευρίσκονται οι απαιτήσεις της εναγόμενης από τα έργα που έκανε στην οικία της ενάγουσας 1 και η παράνομη κατάσχεση των εγγυητικών της. Αυτά τα δύο θέματα είναι πολύ καλά γνωστά στην ενάγουσα 1 και αναληθώς ισχυρίζεται ότι δεν τα γνωρίζει. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η προσφυγή των εναγουσών είναι πρόωρη διότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση του Διαιτητή. Τέλος είναι η θέση του ότι οι ενάγουσες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημία διότι όλα τα δικαιώματα τους, κατοχυρώνονται από την μεταξύ τους συμφωνία και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Η ακροαματική διαδικασία Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν της εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική μαρτυρία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης στο βαθμό και έκταση που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ανάλυοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε προσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο στάδιο της οριστικοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, καταλήγω στα εξής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω ότι με βάση και τις πιο πάνω αρχές δεν θεωρώ ότι είναι ορθό να προβώ σε κατάληξη ως προς το νομικό ζήτημα που απασχολεί τις δύο πλευρές, ήτοι του εάν υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας το Δικαστηρίο διατηρεί εξουσία να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Διαιτητή να επιληφθεί της διαφοράς, ζήτημα σε σχέση με το οποίο οι θέσεις των δύο πλευρών διίστανται και επί του οποίου δεν υπάρχει σχετική ημεδαπή νομολογία. Και τούτο διότι ως έχει επεξηγηθεί το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβαίνει σε ευρήματα στο στάδιο αυτό σε σχέση με νομικά σημεία, αφού ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητίσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα, πράγμα το οποίο από το Γενικώς Οπισθωγραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο παρατίθεται στην αρχή της πιο πάνω απόφασης, κρίνω ότι καταδεικνύεται. Συνακόλουθα η πρώτη προϋπόθεση που απαιτεί την κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνω ότι πληρούται. Επομένως οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία (β) και (γ) θα πρέπει να απορριφθούν. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Στα πλαίσια αυτά επισημαίνω ότι καθ' όσον αφορά την ενάγουσα 1, η σχετική μαρτυρία που προσήχθη προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι η ισχυριζόμενη διαφορά που προβάλλει η εναγόμενη δεν μπορεί και δεν πρέπει στο παρόν στάδιο να εξεταστεί από το Διαιτητή, ο οποίος σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 1 δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της ισχυριζόμενης διαφοράς που προβάλλει η εναγόμενη, στηρίζεται στο γεγονός ότι η συμφωνία προέβλεπε ότι για την παραπομπή διαφοράς σε Διαιτητή θα έπρεπε να είχε προηγηθεί υποβολή αιτήματος για επίλυση της διαφοράς στην αρχιτέκτονα ως ο όρος 36 της συμφωνίας, το οποίο αίτημα θα έπρεπε είτε να είχε απορριφθεί, είτε η αρχιτέκτονας να είχε παραλείψει να δώσει την απόφαση της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 28 ημερών, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση, όπως η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται, δεν έγινε. Και τούτο διότι ως ισχυρίζεται στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη υπέβαλε την απαίτηση της στην αρχιτέκτονα δυνάμει του όρου 36 της συμφωνίας η οποία παραλήφθηκε στις 8/2/2013, στη συνέχεια μεσολάβησε αλληλογραφία και ακολούθως και πριν παρέλθει η προθεσμία των 28 ημερών εντός της οποίας η αρχιτέκτονας με βάση τη συμφωνία όφειλε να εκδώσει την απόφαση της επί της διαφοράς, και συγκεκριμένα στις 25/2/2013, η εναγόμενη υπέβαλε νέα διαφοροποιημένη απαίτηση υποστηριζόμενη από νέο λογαριασμό, γεγονός που σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 1 είχε ως αποτέλεσμα η προθεσμία να αρχίσει να μετρά και πάλι από την αρχή δημιουργώντας έτσι νέα προθεσμία. Πριν δε την παρέλευση της νέας αυτής προθεσμίας (28 ημερών) εντός της οποία θα έπρεπε να εκδώσει η αρχιτέκτονας την απόφαση της (για τη νέα αυτή απαίτηση που υποβλήθηκε), και συγκεκριμένα στις 13/3/2013 η εναγόμενη σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα 1 αδικαιολόγητα και πρόωρα υπέβαλε απαίτηση στην αρχιτέκτονα για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτητή. Προς τεκμηρίωση δε της θέσης σε σχέση με την υποβολή νέας απαίτησης από την εναγόμενη στις 25/2/2013, η ενάγουσα 1 επικαλείται την επιστολή ημερομηνίας 4/3/2013, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της, η οποία αποτελεί επιστολή της αρχιτέκτονος προς την ίδια και στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Σε συνέχεια της επιστολής μου προς εσάς ημερομηνίας 13.2.2013 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και της συνεδρίας που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο μου στις 20.2.2013, σας πληροφορώ ότι στις 25.2.2013 πραγματοποιήθηκε στον ίδιο χώρο νέα συνεδρία, στην οποία παρευρέθηκαν η υποφαινόμενη ως αρχιτέκτονας του έργου, οκ. Χρ. Κουππαρής, Επιμετρητής Ποσοτήτων, ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, Διευθυντής της εταιρείας ΚΩΜΙΚΟ και ο κ. Τλασος Καραβιώτης και ο κ. Σοφρώνης Σοφρωνίου, Σύμβουλοι της εταιρείας ΚΩΜΙΚΟ. Κατά την πιο πάνω συνεδρία μας υποβλήθηκε από την Εργοληπτική Εταιρεία ΚΩΜΙΚΟ προσωρινός τελικός λογαριασμός με διαφοροποιημένες απαιτήσεις του Εργολάβου και ως εκ τούτου ζητήθηκε από την εν λόγω εταιρεία να υποβάλει διευκρινίσεις ως προς τις απαιτήσεις, τις οδηγίες που δόθηκαν από την Αρχιτέκτονα και τον Σύμβουλο Πολιτικό Μηχανικό του έργου και που τεκμηριώνουν τις εν λόγω απαιτήσεις καθώς επίσης πληροφορίες σχετικά με τις επιμετρήσεις. ...» (η έμφαση δική μου) Όσον αφορά τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την ενάγουσα 1 προς υποστήριξη της θέσης της ότι δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα ζητήματα επί των οποίων ο Διαιτητής καλείται να αποφανθεί, αυτή βασίζεται κυρίως στα πρακτικά της πρώτης συνάντησης με τον Διαιτητή (βλ. Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1). Από την άλλη η εναγόμενη σε σχέση με το πρώτο ζήτημα που αναφέρεται πιο πάνω ισχυρίζεται και καταλογίζει στην ενάγουσα 1 ότι απέκρυψε δύο κατά την κρίση της πολύ ουσιαστικές επιστολές ήτοι τα Τεκμήρια 5 και 6 στην ένσταση για να να ισχυριστεί (η ενάγουσα 1) εκ των υστέρων ότι οι απαιτήσεις της εναγόμενης εδόθησαν την 25/2/2013 και όχι την 8/2/2013, όταν αυτές επεδόθησαν στην Αρχιτέκτονα. Σημειώνεται ότι η επιστολή Τεκμήριο 5 αποτελεί επιστολή του δικηγόρου της εναγομένης η οποία απευθύνεται προς την αρχιτέκτονα και η οποία αποτελεί απάντηση στην επιστολή της αρχιτέκτονος ημερ. 11/2/2013, και με την οποία η εναγόμενη ενημερώνει την αρχιτέκτονα ότι θα προσκομίσει τα σχετικά σχέδια και σκίτσα στη συνάντηση που αναμένετο να οριστεί. Η επιστολή Τεκμήριο 6 στην ένσταση αποτελεί την απάντηση της αρχιτέκτονος προς την επιστολή Τεκμήριο 5 και σε αυτήν αναφέρεται ότι: «Αναφορικά με την επιστολή σας ημερομηνίας 12/2/2013 σχετικά με το πιο πάνω θέμα παρακαλώ όπως ειδοποιήσετε τον Επιμετρητή Ποσοτήτων που ετοίμασε τη νέα υποβληθείσα κατάσταση εκτελεσθείσας εργασίας να παρευρεθεί σε συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στο γραφείο μου τη Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013 και ώρα 10.00 π.μ. για να μας δοθούν διευκρινίσεις ως προς τις νέες απαιτήσεις που περιλαμβάνει η εν λόγω κατάσταση. ...» (η έμφαση δική μου) Είναι με βάση το τονισμένο μέρος της πιο πάνω επιστολής που η εναγόμενη επιχειρεί στην ουσία να καταρρίψει τη θέση της ενάγουσας
- Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα που εγείρει η ενάγουσα 1, ήτοι του οτι τα επίδικα γεγονότα δεν είναι γνωστά, η εναγόμενη εισηγείται ότι η ενάγουσα 1 παρερμηνεύει τα σχετικά πρακτικά (Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1). Είναι δε η θέση της εναγόμενης ότι τα επίδικα ζητήματα είναι πολύ καλά γνωστά στην ενάγουσα 1 και ο μόνος λόγος που αναβλήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Διαιτητή ήταν γιατί ο συνήγορος της ενάγουσας 1 είχε θέσει θέμα διαδικασίας. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και προς διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση, σημειώνω ότι οι επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 φέρουν ημερομηνίες 12/2/2013 και 13/2/2013 αντίστοιχα, δηλαδή ημερομηνίες προγενέστερες της επιστολής με βάση την οποία η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη υπέβαλε νέα απαίτηση στις 25/2/
- (βλ. Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1). Λαμβάνοντας δε υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 7 που επικαλείται η ενάγουσα 1, η οποία ως και πιο πάνω αναφέρω είναι μεταγενέστερη, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι οι προγενέστερες επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 που επικαλείται η εναγόμενη μπορούν να αναιρέσουν την πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας 1 στη βάση των όσων αναφέρονται στην μεταγενέστερη επιστολή ημερ. 4/3/2013 (Τεκμήριο 7) που επικαλείται η ενάγουσα
- Σημειώνω βέβαια και επαναλαμβάνω ότι δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα επί τούτου, αλλά εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις κρίνω πως τα όσα αντιπαραβάλλει η εναγόμενη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι με τα όσα η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται στο στάδιο αυτό, δεν έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας των όσων προβάλλει στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Ως εκ των ανωτέρω ο λόγος ένστασης υπό στοιχείο (λ) θα πρέπει να απορριφθεί. Επίσης για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται πιο πάνω δεν θεωρώ ότι οι ενάγουσες είναι ένοχες εσκεμμένης ή και ουσιώδους απόκρυψης που θα έπρεπε να οδηγήσει στην ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ως προς το δεύτερο ζήτημα που αφορά το ότι τα επίδικα θέματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει, σημειώνω ότι το πρακτικό Τεκμήριο 14 αναφέρει μεταξύ άλλων: «.Με την έναρξη της αναφοράς στο Χρονοδιάγραμμα Υποβολής Εγγράφων από τα Μέρη ο Δικηγόρος των Καθ' ων η Απαίτηση Κος Λουκάς Πασχαλίδης έθεσε θέμα ότι δεν είχε γίνει Κανονική Παραπομπή σε Διαιτησία και δεν είναι γνωστά τα επίδικα θέματα. Μετά την εξέλιξη αυτή και τα Δύο Μέρη δήλωσαν ότι επιφυλάσσονται να εξετάσουν ποια είναι τα επίδικα θέματα εντός 15 ημερών περίπου» Με βάση τούτο κρίνω ότι η εξήγηση που δίδει η εναγόμενη, ότι δηλαδή παρά το πιο πάνω περιεχόμενο των πρακτικών, ο λόγος που αναβλήθηκε η διαδικασία ήταν το γεγονός ότι τέθηκε από πλευράς ενάγουσας ζήτημα μη έγκυρης παραπομπής, δεν θεωρώ ότι μπορεί να αναιρέσει την πιθανότητα επιτυχίας των σχετικών θέσεων της ενάγουσας 1 στον πολύ περιορισμένο βαθμό που, επαναλαμβάνω, απαιτείται στο στάδιο αυτό. Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης υπό στοιχείο (ι) απορρίπτεται και καταλήγω ότι σε σχέση με την ενάγουσα 1 και η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται. Σε σχέση με την ενάγουσα 2 σημειώνω ότι η σχετική μαρτυρία που προσήχθη, αφορά στο γεγονός ότι σύμφωνα με το πρακτικό διαιτησίας ημερ. 10/9/2013 (Τεκμήριο 14 στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας 1) η ενάγουσα 2 φέρεται ως διάδικο μέρος στη διαιτησία (αφού καλείται καθ' ης η απαίτηση), χωρίς όμως να είναι μέρος στη σχετική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 1(α) στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας 1) η οποία ως είναι αναντίλεκτο γεγονός ενώπιον μου υπεγράφη μεταξύ ενάγουσας 1 και εναγόμενης. Το ότι η ενάγουσα 2 δεν θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται στη διαδικασία διαιτησίας δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, και επομένως κρίνω ότι η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της ενάγουσας 2 στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, καταδεικνύεται. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται και σε σχέση με την ενάγουσα 2 και ο λόγος ένστασης υπό στοιχείο (α) θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, η θέση μου διαφοροποείται για τους λόγους που πιο κάτω προσπαθώ να εξηγήσω. Η επί του προκειμένου εισήγηση των εναγουσών ήταν ότι εάν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν οριστικοποιηθεί, θα υποχρεωθούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία της διαιτησίας, αφού η παράλειψη τους να εμφανιστούν δεν θα τις απαλλάσσει από τις συνέπειες της απόφασης που τυχόν εκδοθεί εναντίον τους με βάση τα νομολογηθέντα στην Χρ. Πιττάκας v. Γ. Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004 1Γ Α.Α.Δ 1895 , και συνεπώς ισχυρίζονται ότι :
- Η ενάγουσα 1 θα αποστερηθεί των συμβατικών της δικαιωμάτων να επικαλεστεί ή αμφισβητήσει την οποιαδήποτε προηγούμενη σχετική απόφαση του Αρχιτέκτονα ως προνοεί η συμφωνία ημερ. 10/1/2011
- Θα εμπλακεί σε μια πολυέξοδη διαδικασία χωρίς καν να γνωρίζει ποιο είναι το αντικείμενο της διαφοράς.
- Θα θεωρηθεί μαζί με την ενάγουσα 2 ότι έχουν αποδεχθεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας διαιτητή και επομένως θα κωλύονται από του να αμφισβητήσουν την εν λόγω διαιτησία σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Θα υποστούν σημαντικά έξοδα για τις υπηρεσίες διαιτητή τα οποία δεν θα είναι ανακτίσιμα παρά το ότι η οποιαδήποτε απόφαση πολύ πιθανόν να είναι άκυρη εξ υπαρχής και άνευ νομικής ισχύος.
- Θα αποστερηθεί των δικαιωμάτων της να αποταθεί στο Δικαστήριο για επίλυση θεμάτων που κανονικά θα έπρεπε να δικάζονταν στα πλαίσια αγωγής αντί διαιτητικής διαφοράς, όπως είναι η παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης.
- Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των εναγουσών αφού η διαιτησία θα έχει αρχίσει και πολύ πιθανόν να έχει ολοκληρωθεί με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό θα συνεπάγεται και οι οποίες δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν με αποζημίωση.
- Με δεδομένο τον περιορισμό των ενδίκων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης ως αυτός προκύπτει από το Κεφ. 4 (βλ. άρθρο 20) και αναγνωρίζεται από τη σχετική νομολογία (βλ. Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 23 στη σελίδα 29) καθίσταται βέβαιη η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στις ενάγουσες εάν επιτραπεί η προώθηση μιας διαιτητικής διαδικασίας εναντίον τους, αφού είναι πολύ πιθανόν να μην συντρέχει κάποιος από τους περιορισμένους λόγους που επιτρέπουν σε κάποιο πρόσωπο να αποταθεί και να ζητήσει τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με το Κεφ.
- Από την άλλη η εναγόμενη διατείνεται ότι όλα τα θέματα τα οποία ευρίσκονται ενώπιον του Διαιτητή αποφασίζονται από αυτόν και οι αποφάσεις του προσβάλλονται ενώπιον Δικαστηρίου και οι ενάγουσες είχαν το δικαίωμα να θέσουν τον οποιοδήποτε ισχυρισμό τους ενώπιον του Διαιτητή και εάν διαφωνούσαν με την απόφαση του, τότε θα μπορούσαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η προσφυγή των αιτητριών στο Δικαστήριο είναι πρόωρη διότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση του Διαιτητή, ενώ οι ίδιες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά διότι όλα τα δικαιώματα τους κατοχυρώνονται από τη συμφωνία και τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Είμαι της γνώμης ότι οι ενάγουσες δεν έχουν αποδείξει τουλάχιστον στο στάδιο αυτό, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, εάν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν οριστικοποιηθεί. Και εξηγώ. Αρχίζοντας από την ενάγουσα 1, σημειώνω ότι στο στάδιο αυτό το μόνο που υπάρχει είναι η διαφωνία της εναγομένης με τη θέση της ενάγουσας 1 ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας και όχι η επί του προκειμένου κρίση του Διαιτητή κοινής αποδοχής, ο οποίος ως είναι κοινώς αποδεκτό έχει διοριστεί με τη σύμφωνο γνώμη της εναγόμενης και της ενάγουσας 1 από τον Ιούνιο του 2013 και στον οποίο έχει παραπεμφθεί η διαφορά που η εναγόμενη υπέβαλε. Και για να το θέσω αλλιώς, τα ζητήματα που εδώ εγείρονται δεν έχουν ακόμα αποφασισθεί από τον Διαιτητή στον οποίο παραπέμφθηκε προ πολλού η διαφορά και δεν υπάρχει τίποτε στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 που να απαγορεύει στο Διαιτητή να εξετάσει τέτοια θέματα, και τούτο παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατηρεί και αυτό την εξουσία να αποφασίσει τα ζητήματα αυτά εάν τεθούν ενώπιον του (ζήτημα επί του οποίου ως έχω αναφέρει και πιο πάνω στα πλαίσια ανάλυσης της πρώτης προϋπόθεσης δεν εκφέρω τελεσίδικη κρίση στο στάδιο αυτό για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα). Αντίθετα αυτό που προκύπτει από το Κεφ. 4 (βλ. άρθρο 27
(1)(α)) είναι ότι ο Διαιτητής έχει την εξουσία να αποφασίζει και νομικά ζητήματα, όπως είναι και αυτό της δικαιοδοσίας. Επομένως η θέση της ενάγουσας 1 ότι μόνο το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας του Διαιτητή δεν υποστηρίζεται από το Κεφ. 4, αλλά ούτε και από τη συμφωνία των μερών η οποία προνοεί για την παραπομπή οιασδήποτε διαφοράς προκύψει μεταξύ των μερών σε διαιτητή νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και χωρίς να εξαιρεί οποιοδήποτε ζήτημα από την πρόνοια αυτή. Η δε εισήγηση της ενάγουσας 1 ότι μόνο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τα ζητήματα που την απασχολούν, δεν συνάδει καθόλου ούτε με τη συμπεριφορά της ίδιας και συγκεκριμένα με το γεγονός ότι η ίδια αποτάθηκε στο Δικαστήριο 7 περίπου μήνες μετά που έλαβε γνώση περί της πρόθεσης της εναγόμενης για διορισμό διαιτητή κοινής αποδοχής και 4 περίπου μήνες μετά τον από κοινού διορισμό του και αφότου εμφανίστηκε ενώπιον του και έθεσε ήδη το θέμα αυτό ενώπιον του. Με άλλα λόγια εάν πράγματι πίστευε ότι το ζήτημα αυτό μπορούσε να αποφασιστεί μόνο από το Δικαστήριο, θα αναμένετο να είχε αποταθεί σε αυτό αμέσως μόλις προέκυψε το ζήτημα και όχι τόσους μήνες μετά. Σημειώνω δε ότι το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Πιττάκας (ανωτέρω) εξέτασε το ζήτημα της δικαιοδοσίας του διαιτητή στα πλαίσια της ένστασης του αιτητή σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, δεν εξυπακούει, ως ο συνήγορος της ενάγουσας 1 λανθασμένα κατά την άποψη μου εισηγήθηκε, ότι μόνο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τέτοιο ζήτημα, αλλά αντίθετα ό,τι προκύπτει είναι ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, μπορεί να εξετάσει και το ζήτημα της δικαιοδοσίας, εφόσον τούτο εγερθεί πράγμα που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε και η κρίση του επικυρώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επίσης επανεξέτασε το ζήτημα αυτό. Σημειώνω δε ότι αυτό που περαιτέρω προκύπτει, κατά την άποψη μου, από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηριου στην Πιττάκας (ανωτέρω) είναι ότι με δεδομένη την επιλογή του εφεσείοντα να μην λάβει μέρος στη Διαιτητική Διαδικασία και να περιοριστεί στο να θέσει το θέμα της παράτυπης παραπομπής σε διαιτησία ως ένσταση στην αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, αυτός απώλεσε την ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας, και με δεδομένη την απόρριψη της θέσης του στο στάδιο της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, η εν λόγω απόφαση θα μπορούσε να εγγραφεί ασχέτως του ότι ο ίδιος στην ουσία δεν είχε, λόγω των επιλογών του, ακουστεί επί της ουσίας. Παρενθετικά σημειώνω ότι τα αποφασισθέντα στην Πιττάκας (ανωτέρω), καταρρίπτουν και τη θέση των εναγουσών ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά επειδή ως ισχυρίζονται δεν θα τους παρέχεται κανένας τρόπος να αμφισβητήσουν τυχόν απόφαση του Διαιτητή σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Και τούτο διότι από την πιο πάνω απόφαση που οι ίδιες επικαλέστηκαν προκύπτει ότι είναι δυνατόν τουλάχιστον στο στάδιο εγγραφής της απόφασης να εξεταστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Και τούτο χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη ευχέρειας για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της απόφασης λόγω παρατυπίας στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ. 4, εάν εν τέλει ο διαιτητής απορρίψει τους ισχυρισμούς των εναγουσών περί έλλειψης δικαιοδοσίας και προχωρήσει και εκδώσει απόφαση με την οποία εν τέλει αυτές διαφωνούν. Τονίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω αναφέρονται παρενθετικά και μόνο αφού το αν παρέχεται ή όχι η ευχέρεια στις ενάγουσες να αμφισβητήσουν τυχόν απόφαση του Διαιτητή δεν είναι καν ζήτημα που έχει οποιαδήποτε σημασία στο παρόν στάδιο, αφού δεν υπάρχει κρίση του Διαιτητή ότι θα προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης για να τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της απόφασης του ή πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς από τη μη παροχή δυνατότητας αμφισβήτησης της και η κατάληξη μου είναι ακριβώς αυτή. Ότι δηλαδή δεν στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση ούτε και καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημιά ενόψει του ότι δεν υπάρχει κρίση του Διαιτητή επί του θέματος της δικαιοδοσίας και επομένως είναι τουλάχιστον πρόωρο να ισχυρίζεται η ενάγουσα 1 ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν γνωρίζει ποια θα είναι η κρίση του Διαιτητή, στο διορισμό του οποίου η ίδια συναίνεσε και ενώπιον του οποίου της παρέχεται ως έχει ήδη αναφερθεί η ευχέρεια να θέσει τις θέσεις της ή ακόμα και να ζητήσει να παραπεμφθεί νομικό ζήτημα στο Δικαστήριο προς επίλυση με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 4. Ως προς τη θέση της ενάγουσας 1 ότι δεν είναι γνωστά τα επίδικα θέματα, τούτο και πάλιν δεν μπορώ αντιληφθώ γιατί δεν μπορεί να τεθεί στον Διαιτητή, ο οποίος εάν κρίνει ότι πράγματι δεν υφίστανται τέτοια (επίδικα θέματα), τότε προφανώς δεν θα προχωρήσει στη διεξαγωγή διαιτησίας. Χωρίς όμως να υπάρχει επί του προκειμένου κρίση του Διαιτητή, ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημιάς προβαλλόμενος στο στάδιο αυτό θεωρώ ότι είναι πρόωρος και ως τέτοιος παραμένει παντελώς ατεκμηρίωτος. Επομένως και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό μου κρίνω ότι η θέση της ενάγουσας 1 με την οποία παραπονείται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού θα αποστερηθεί των συμβατικών της δικαιωμάτων να επικαλεστεί ή αμφισβητήσει την οποιαδήποτε προηγούμενη σχετική απόφαση του Αρχιτέκτονα ως προνοεί η συμφωνία ημερ. 10/1/2011 ή και θα εμπλακεί σε μια πολυέξοδη διαδικασία χωρίς καν να γνωρίζει ποιο είναι το αντικείμενο της διαφοράς απαντάται πλήρως, με την έννοια ότι τα παράπονα αυτά είναι πρόωρα αφού δεν υπάρχει η κρίση του Διαιτητή στον οποίο επαναλαμβάνω η ίδια η ενάγουσα 1 συμφώνησε όπως παραπεμφθεί η διαφορά. Ως προς τη θέση της ενάγουσας 1 ότι θα θεωρηθεί ότι αποδέχεται την ύπαρξη δικαιοδοσίας Διαιτητή, σημειώνω ότι η ενάγουσα 1 ήδη απεδέχθη τον διορισμό διαιτητή από τον Ιούνιο του 2013 χωρίς πουθενά -τουλάχιστον από τα ενώπιον μου στοιχεία- να εμφαίνονται οποιοιδήποτε όροι ή επιφυλάξεις ως προς τον διορισμό του, πλην της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2013 και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εν τω μεταξύ, εμφανίστηκε ενώπιον του Διαιτητή και ήδη έθεσε τις θέσεις της αυτές ενώπιον του και επομένως δεν βλέπω πως εάν το πράξει εκ νέου θα μεταβάλει τα τετελεσμένα, εάν τέτοια ήθελε κριθεί ότι δημιουργούνται με αυτή της τη συμπεριφορά. Όσον αφορά την ενάγουσα 2, το σκεπτικό μου δεν διαφέρει. Τονίζω και πάλιν ότι στο στάδιο αυτό όπου δεν υπάρχει κατάληξη και απόφαση του Διαιτητή να συνεχίσει τη διαδικασία εναντίον της, αφού το ζήτημα που την αφορά ουδέποτε υπεδείχθη στο Διαιτητή δεδομένου του ότι η διαπίστωση ότι η ενάγουσα 2 περιλαμβανόταν στη διαιτησία έγινε αντιληπτή μετά την παράδοση των πρακτικών της πρώτης συνάντησης, σίγουρα καμία ανεπανόρθωτη ζημιά μπορεί να καταδειχθεί, ούτε μπορώ να αντιληφθώ με ποιο τρόπο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με άλλα λόγια στο στάδιο αυτό που δεν έχει τεθεί καν υπόψη του Διαιτητή το θέμα αυτό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση του ότι η Διαιτησία συνεχίζει και σε σχέση με την ίδια την εναγόμενη 2 είναι τουλάχιστον πρόωρο, για να μην πω υπερβολικό, να ισχυρίζεται ότι θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη και πως η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Πολύ περισσότερο δε αν ληφθεί υπόψη η θέση της εναγόμενης ότι δεν τίθεται ζήτημα προώθησης της διαδικασίας διαιτησίας εναντίον της ενάγουσας 2 και ότι στην ουσία εκ παραδρομής γίνεται αναφορά σε αυτήν ως καθ' ης η απαίτηση, γεγονός το οποίο συνηγορεί στο ότι εάν και εφόσον το ζήτημα τεθεί ενώπιον του διαιτητή θα επιλυθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία υπέρ της. Επίσης η θέση των εναγουσών ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος των εναγουσών αφού η διαιτησία θα έχει αρχίσει και πολύ πιθανόν να έχει ολοκληρωθεί με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό θα συνεπάγεται και οι οποίες δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν με αποζημίωση και πάλιν απαντάται από το πιο πάνω σκεπτικό μου, αφού στο στάδιο αυτό δεν μπορεί καν να αξιολογηθεί κατά πόσον μια τέτοια απόφαση είναι απαραίτητη με δεδομένο το ότι ο Διαιτητής δεν έχει εκφέρει κρίση αντίθετη με τις θέσεις των εναγουσών. . Ως προς τον ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες θα υποστούν έξοδα, τούτο σίγουρα δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ανεπανόρθωτης ζημιάς με βάση και την πιο πάνω νομολογία. Το αντίθετο θα έλεγα. Η δε θέση των εναγουσών ότι αυτά δεν θα είναι ανακτήσιμα είναι αυθαίρετη και δεν τεκμηριώνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε εν πάση περιπτώσει προβάλλεται οιοσδήποτε ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας της εναγομένης. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για καμία εκ των εναγουσών και συνακόλουθα καταλήγω ότι ο λόγος ένστασης (ζ) ευσταθεί. Ως αποτέλεσμα τούτου η αίτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει και για τις δύο ενάγουσες. Πέραν τούτου όμως θεωρώ ότι η αίτηση αναφορικά με την ενάγουσα 1 θα πρέπει να απορριφθεί και για ένα πρόσθετο λόγο που σχετίζεται με το ζήτημα του κατεπείγοντος. Το ζήτημα του κατεπείγοντος ως είναι καλά νομολογημένο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή μονομερούς διατάγματος (βλ. άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και την απόφαση στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία v. Χαμπή Βάσου Χάμπου κ.α
(2007)1Β Α.Α.Δ 879. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Χριστόδουλος Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1A ΑΑΔ 203 : «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Στην πιο πάνω υπόθεση η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του κρίθηκε ότι αναιρούσε το κατεπείγον του αιτήματος. Εξετάζοντας δε το ζήτημα του κατεπείγονττος υπό το φως του συνόλου πια του υλικού ως προκύπτει μετά και την καταχώρηση της ένστασης και εξετάζοντας κατά πόσο συνέτρεχαν περιστάσεις που να καθιστούσαν εξαρχής επείγουσα την εξέταση του ζητήματος ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση μονομερούς αίτησης σε σχέση με την ενάγουσα 1, η κατάληξη μου είναι αρνητική. Και τούτο διότι εφόσον η θέση της ενάγουσας 1 ήταν ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις για παραπομπή της ισχυριζόμενης απαίτησης της εναγόμενης σε διαιτησία και εφόσον η θέση της ήταν ότι το ζήτημα θα μπορούσε να το αποφασίσει μόνο το Δικαστήριο και ότι αν η διαφορά παραπέμπετο σε Διαιτητή θα κινδύνευε να υποστεί όλα αυτά τα οποία με τόση σπουδή τώρα ισχυρίζεται, δεν είναι αντιληπτό γιατί ανέμενε τόσους μήνες μετά το διορισμό του Διαιτητή για να αποταθεί και να το θέσει στο Δικαστήριο. Σημειώνω δε ότι δεν αποτάθηκε ούτε τότε αλλά ούτε και όταν ο εν λόγω διαιτητής όρισε την πρώτη συνάντηση. Περιορίστηκε δε να το πράξει όταν μετά τη συνάντηση απέστειλε επιστολή στην ενάγομενη από την απαντηση της οποίας προεκυπτε ότι αυτή θα προχωρούσε με τη διαδικασία διαιτησίας, πράγμα βέβαια που ούτως ή άλλως ήταν γνωστό στην ενάγουσα 1 αφού η εναγόμενη είχε αρχίσει τη διαδικασία πολλούς μήνες προηγουμένως. Με άλλα λόγια το γεγονός ότι με την τελευταία επιστολή της η εναγόμενη έδειξε στην ενάγουσα 1 ότι διαφωνεί, και ότι προτίθεται να προχωρήσει με τη διαιτησία μονομερώς αν η ίδια δεν εμφανιστεί δεν μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα, αφού το γεγονός ότι η εναγόμενη επιθυμούσε το διορισμό Διαιτητή και προώθηση της ανάλογης διαδικασίας ήταν έκδηλο από τον Μάρτιο του 2013 οπόταν και ζήτησε την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ή σε κάθε περίπτωση από τον Ιούνιο του 2013 που πράγματι διορίστηκε Διαιτητής. Επομένως για την εναγόμενη 1 θα απέρριπτα την αίτηση και για αυτό το λόγο. Όσον αφορά την ενάγουσα 2 αντιλαμβάνομαι ότι η ίδια δεν γνώριζε ότι ενδεχομένως να είχε καταστεί μέρος στη διαιτησία μέχρι που της κοινοποιήθηκαν τα πρακτικά της πρώτης συνάντησης και επομένως σε σχέση με αυτήν δεν θεωρώ ότι εγείρεται ανάλογο ζήτημα. Συνακόλουθα και για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται σε σχέση και με τις δύο ενάγουσες/αιτήτριες. Το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητριών αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. .......... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο