← Κύπρος

Βιοχρώμ Λτδ κ.α. κ.α. ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Πέρα Χωρίου και Νήσου μέσω κ.α., Αρ. Αγωγής: 3091/13, 31/1/2014

Βιοχρώμ Λτδ κ.α. κ.α. ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Πέρα Χωρίου και Νήσου μέσω κ.α., Αρ. Αγωγής: 3091/13, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3091/13 Μεταξύ

  1. Βιοχρώμ Λτδ, εκ Λευκωσίας
  2. Δώρου Θεοδώρου, εκ Λευκωσίας
  3. Αθανάσιου Θεοδώρου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και
  4. Κοινοτικό Συμβούλιο Πέρα Χωρίου και Νήσου μέσω του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  5. Γιαννάκη Γεωργίου, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  6. Ελευθέριος Δημητρίου, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  7. Γιώργος Τσακιστός, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  8. Κυριάκος Αργυρού, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  9. Σωτήρης Τσολακίδης, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  10. Λουκής Χατζηγιάγκου, Πέρα Χωρίο - Νήσου
  11. Κωνσταντίνος Φιλαρέτου, Στρόβολος Εναγόμενοι 31 Ιανουαρίου,
  12. Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 27 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Στυλιανού και κα Φράγκου για κ. Α. Ευαγγέλου και κ. Κουρουπίδης για κ. Ευσταθίου Για τους Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αρ. Γεωργίου με την κα Ρούσσου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία και οι ενάγοντες 2 και 3 είναι διευθυντές της. Η ενάγουσα διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής βαφών και άλλων συναφών προϊόντων στο Πέρα Χωρίο-Νήσου. Οι εναγόμενοι 1 είναι το κοινοτικό συμβούλιο Πέρα Χωρίου-Νήσου, ο εναγόμενος 2 είναι ο πρόεδρος και οι εναγόμενοι 3-7 μέλη του εν λόγω συμβουλίου και ο εναγόμενος 8 είναι κάτοικος της κοινότητας που προσδιορίζεται από τους ενάγοντες ως ο εκπρόσωπος της αποκαλούμενης «επιτροπής αγώνα». Η τελευταία αυτή αναφορά αποκαλύπτει και τη φύση της διαφοράς η οποία καταγράφεται ως ακολούθως, σε αδρές γραμμές, στην εκδοχή των εναγόντων: Οι ενάγοντες έχουν εξασφαλίσει όλες τις απαιτούμενες άδειες για τη λειτουργία του εργοστασίου και η παρακολούθηση και οι μετρήσεις ρύπων από τα αρμόδια τμήματα στοιχειοθετούν ότι δεν προκαλείται πρόβλημα. Παρά ταύτα, έχει δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση στους κατοίκους της κοινότητας ότι η λειτουργία του εργοστασίου στην περιοχή τους αποτελεί κίνδυνο πρόκλησης καρκίνου λόγω των ρύπων. Τους τελευταίους μήνες η κοινότητα έχει εξεγερθεί με την υποκίνηση των εναγομένων. Οι κάτοικοι του χωριού υποκινούμενοι και με επικεφαλής το κοινοτικό συμβούλιο και την αποκαλούμενη «επιτροπή αγώνα», από τις αρχές Φεβρουαρίου 2013 άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες παράνομες ενέργειες για τον επ' αορίστου αποκλεισμό του εργοστασίου. Διαδήλωναν και παρεμπόδιζαν την είσοδο των εργαζομένων και τους απειλούσαν, απέκλειαν με σταθμευμένα αυτοκίνητα, δύο εκ των οποίων ανήκουν στο κοινοτικό συμβούλιο, τις εισόδους του εργοστασίου. Μία από τις εισόδους αποκλείστηκε με ανάχωμα. Όταν ένας εκ των διευθυντών κατόρθωσε να εισέλθει εντός του εργοστασίου, τοποθετήθηκαν αλυσίδες στην είσοδο με αποτέλεσμα τον παράνομο εγκλεισμό του. Είχαν γενικά αποκλείσει τις εισόδους και εξόδους διά της τοποθετήσεως αλυσίδων. Διακηρυγμένη, με σχετική ανακοίνωση, πρόθεση της «επιτροπής αγώνα» ήταν η συνέχιση και περαιτέρω κλιμάκωση των δυναμικών μέτρων, με στόχο την απομάκρυνση του εν λόγω εργοστασίου και ενός άλλου. Όταν στις 15/3/2013 μέλη της ΜΑΑΔ ελευθέρωσαν τις εισόδους από τις αλυσίδες και μετακίνησαν ένα από τα αυτοκίνητα, οι καθ' ων η αίτηση και οι αντιπρόσωποι τους και/ή πρόσωπα που ενεργούν κατόπιν οδηγιών τους προέβησαν στο κάλεσμα των κατοίκων της κοινότητας με κωδωνοκρουσίες, αλλά τελικά ως εκ του ότι παρέμεινε στην περιοχή του εργοστασίου ομάδα αστυνομικών για αρκετό χρονικό διάστημα, το εργοστάσιο ξεκίνησε σιγά-σιγά να λειτουργεί και ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αγωγής. Στις 20/6/2013 όμως, οι αντιδράσεις και οι κινητοποιήσεις ξανάρχισαν και οι ενέργειες για αποκλεισμό και παρεμπόδιση της λειτουργίας του εργοστασίου επαναλήφθηκαν. Ειδικότερα η τοποθέτηση αλυσίδων και πάλιν στις εισόδους και εξόδους κατέστησαν παντελώς αδύνατη την πρόσβαση στο εργοστάσιο. Ως αποτέλεσμα στις 27/6/2013 οι ενάγοντες κατεχώρισαν την παρούσα αίτηση και εξασφάλισαν μονομερώς διατάγματα διά των οποίων οι εναγόμενοι διατάσσονται να άρουν το κλείσιμο των οδών που οδηγούν στο χώρο του εργοστασίου και να μην παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ελεύθερη διακίνηση επί των οδών αυτών και διά των οποίων απαγορεύεται στους εναγόμενους να παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ελεύθερη πρόσβαση στο χώρο, να παρενοχλούν με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να εισέλθει στο χώρο και να προβαίνουν σε δημόσια οχληρία. Οι εναγόμενοι κατεχώρισαν ένσταση προβάλλοντας 30 λόγους ένστασης. Ισχυρίζονται ότι οι αιτητές δεν καταδεικνύουν το έννομο τους συμφέρον και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται στην παρούσα αγωγή και αίτηση. Προβάλλουν, περαιτέρω, τον ισχυρισμό ότι η έγερση της αγωγής εναντίον του κοινοτικού συμβουλίου μέσω του προέδρου του είναι εσφαλμένη και για αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση προδικαστικά. Εισηγούνται περαιτέρω ότι εσφαλμένα εγέρθηκε η αγωγή εναντίον του προέδρου και μερικών μελών του συμβουλίου επιλεκτικά και ότι οι αιτητές στρέφονται εναντίον του εναγόμενου 8 ως εκπροσώπου της λεγόμενης επιτροπής αγώνα, δηλαδή μιας ανύπαρκτης οντότητας, γεγονός που δεν στηρίζεται στο νόμο ή τη νομολογία. Ως προς δε τις ενέργειες που αποδίδονται στους εναγόμενους, αυτές χαρακτηρίζονται από γενικότητα χωρίς να προσδιορίζονται συγκεκριμένες ενέργειες ή ευθύνες για ένα έκαστο εξ αυτών. Σειρά λόγων της ένστασης αναφέρονται σε ισχυρισμούς επί γεγονότων που συνθέτουν την εκδοχή των εναγομένων. Ως λ.χ. ότι οι ενάγοντες λειτουργούν μια οχληρά βιομηχανία σε οικιστική περιοχή χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και χωρίς να κατέχουν τις αναγκαίες άδειες. Είναι η θέση τους που προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι κάθε πολίτης και κάθε οργανωμένο σύνολο έχουν δικαίωμα να προστατεύσουν το δικαίωμα της ζωής και ότι τα εκδοθέντα διατάγματα αντιστρατεύονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα περιλαμβανομένου του δικαιώματος διαβίωσης σε ασφαλές και υγιές περιβάλλον. Ισχυρίζονται ακόμα ότι οι ενάγοντες δεν έχουν υποστεί ζημίες. Άλλοι λόγοι ένστασης προβάλλουν τη θέση ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία, ότι η νομική βάση της ένστασης είναι ελλιπής και ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το κατεπείγον ως προς την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από τον ενάγοντα
  13. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις που έγιναν από τους εναγόμενους 2 και
  14. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκατέρωθεν αιτήσεων διέταξε εκ συμφώνου την παρουσία των εν λόγω ενόρκως δηλούντων για σκοπούς αντεξέτασης σήμερα που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση. Όμως κατ' εκείνο το στάδιο το Δικαστήριο διευκρίνισε με σαφήνεια ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν υπό την έννοια της εξασφάλισης της φυσικής παρουσίας των εν λόγω προσώπων για σκοπούς αντεξέτασης, αφήνοντας ανοικτό το θέμα της ευχέρειας του να κρίνει κατά πόσο χρειάζεται όντως αντεξέταση. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει αντεξέταση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.39 κ.1 και είναι διακριτική, ασκουμένη κάθε φορά επί των συγκεκριμένων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Αναμφίβολα, ως γενική αρχή, σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με τέτοιο τρόπο ώστε η διαδικασία να μην εκτρέπεται σε ακρόαση επί της ουσίας, αλλά να περιορίζεται στα προδιαγεγραμμένα εκ του νόμου και της νομολογίας περιορισμένα πλαίσιά της. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσίας, αλλά αντίθετα αποφεύγει να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα, πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας.[1] Η κα Στυλιανού για τους ενάγοντες προσδιόρισε ως ζητήματα επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει τον εναγόμενο 2 τα ακόλουθα: Πρώτον, επιζητεί αντεξέταση σε σχέση με τον αμφισβητούμενο ισχυρισμό ότι η ενάγουσα 1 έχει εξασφαλίσει όλες τις απαιτούμενες άδειες για τη λειτουργία και διεξαγωγή των εργασιών της, περιλαμβανομένης άδειας εκπομπής αερίων και αποβλήτων, αντίγραφο αποσπάσματος της οποίας έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση, (παρ. 4 ένορκης δήλωσης αιτητών). Ο εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4, ισχυριζόμενος ότι δεν έχουν τις απαιτούμενες άδειες (παρ. 13(α) ένορκης δήλωσης εναγόμενου 2). Δεύτερο, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται στην παρ. 13(β) της ένορκης δήλωσής του ότι ο έπαρχος Λευκωσίας έχει καταχωρίσει ποινικές υποθέσεις για παράνομες οικοδομές και εκδόθηκαν διατάγματα κατεδάφισης και κατά συνέπεια το εργοστάσιο λειτουργεί παράνομα. Η κα Στυλιανού ζήτησε να αντεξετάσει τον εναγόμενο 2 για να καταδείξει ότι οι ποινικές υποθέσεις δεν αφορούν την ενάγουσα 1, αλλά άλλο εργοστάσιο που ανήκει σε τρίτο πρόσωπο. Τρίτο, στην παρ. 22 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 προβάλλεται άρνηση ότι οι εναγόμενοι 1-7 άφησαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στις εισόδους του εργοστασίου και ότι έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στο ανάχωμα. Λέγουν ότι ένα και μόνο όχημα του κοινοτικού συμβουλίου βρέθηκε σε σημείο έξω από το εργοστάσιο των αιτητών το οποίο ήταν ένα όχημα ακινητοποιημένο χωρίς οι εναγόμενοι να γνωρίζουν πώς βρέθηκε εκεί. Άλλη πτυχή επί της οποίας οι ενάγοντες επιδιώκουν αντεξέταση είναι σε σχέση με την άρνηση των εναγομένων περί της εμπλοκής τους στα επεισόδια. Μέσα από την αντεξέταση θα επιδιωχθεί η προώθηση της θέσης των εναγόντων πως η ανάμειξη των εναγομένων ήταν άμεση. Σε ό,τι αφορά τον εναγόμενο 8 η κα Στυλιανού δήλωσε πως δεν χρειάζεται αντεξέταση εφόσον τα ζητήματα θα καλυφθούν μέσα από την αντεξέταση του εναγόμενου
  15. Από δικής του πλευράς ο κ. Γεωργίου, δήλωσε ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 3 είναι τέτοια που για να απαντηθούν τα γεγονότα χρειάζεται ευρύτατη αντεξέταση. Θα πρέπει, είπε, να αντεξετάσει σε σχέση με τις παραγράφους 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 15, 17, 18, 19, 21, 22, 24 και
  16. Σκοπός της αντεξέτασης, συνέχισε, είναι για να τεθούν τα ακόλουθα ζητήματα: Πρώτο, κατά πόσο οι ενάγοντες 2 και 3 νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής. Δεύτερο, κατά πόσο στοιχειοθετείται, έστω στο βαθμό της παρούσας διαδικασίας, η έγερση της αγωγής, όπως το έθεσε, διότι γίνεται λόγος εκ μέρους των εναγόντων, συνέχισε, για μια ομάδα κατοίκων την οποία δεν ενάγουν, με σαφή σκοπιμότητα και αντιθέτως ενάγουν επιλεκτικά κάποια μέλη του συμβουλίου και ένα μόνο κάτοικο, τον εναγόμενο
  17. Αυτά, κατέληξε ο κ. Γεωργίου θα πρέπει να τα εξηγήσουν διότι πουθενά δεν ταυτοποιούν τους εναγόμενους με τα εξελιχθέντα εκεί γεγονότα. Τρίτη πτυχή της αντεξέτασης είναι για να καταδειχθεί πως οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει γεγονότα και στοιχεία. Τέταρτο θα πρέπει να αντεξεταστεί ο ενάγοντας 3 ως προς το θέμα του κατά πόσο έκλεισε το εργοστάσιο διότι είναι ασαφές μέσα από την ένορκή του δήλωση και αν υπέστησαν ζημίες και αν ναι κατά πόσο είναι με πράξεις των εναγομένων που προκλήθηκαν ζημίες. Μέσα από την αντεξέταση θα επιδιωχθεί να διαφανεί η θέση των εναγόντων, κατά πόσον ένας συγκεκριμένος εναγόμενος προέβη σε συγκεκριμένη ζημία. Πέμπτο, η αντεξέταση θα ασχοληθεί με το κατά πόσο στοιχειοθετείται το κατεπείγον του πράγματος. Κατεπείγον, κατέληξε ο κ. Γεωργίου, δεν υπήρχε εφόσον η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17/5/2013, ενώ η παρούσα αίτηση στις 27/6/
  18. Σε αυτό, τουλάχιστον το στάδιο δεν μπορεί να αναδειχθεί ως επίδικο θέμα το κατά πόσον το εργοστάσιο είχε την άλφα ή την βήτα άδεια ή καθόλου. Αυτό θα συνιστούσε εκτροπή. Εάν και εφόσον αυτό το ζήτημα έχει σημασία για την υπόθεση, είναι ζήτημα της ουσίας που θα πρέπει να εξεταστεί με πλήρη ακρόαση και να γίνουν με ασφάλεια οριστικά ευρήματα. Όπως το έθεσε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Α. Τριανταφυλλίδης στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 CLR 263, σε αυτό το στάδιο «the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted;.. The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction." Τα ίδια ισχύουν και για την πρόθεση αντεξέτασης από την κα Στυλιανού σε σχέση με το ζήτημα της ανάμειξης των εναγομένων το οποίο, στο στάδιο αυτό, μπορεί να εξεταστεί στο βαθμό που απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τον περιορισμένο σκοπό της εκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980) επί του μαρτυρικού υλικού που ήδη έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αντεξέταση πέραν τούτου και μάλιστα η ευρύτατη αντεξέταση επί του συνόλου σχεδόν της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα 3 όπως την επιδιώκει η άλλη πλευρά θα οδηγούσε ακριβώς στην ανεπιθύμητη κατάσταση κακής ή καταχρηστικής χρήσης της ενδιάμεσης διαδικασίας η οποία, όπως υπέδειξε ο Τριανταφυλλίδης Π., στην ίδια ως άνω απόφαση «..should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» Το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων άπτεται της ουσίας της διαφοράς ως θεμελιακό δικονομικό ζήτημα το οποίο αντενδείκνυται να εξεταστεί ως ένα παρεμπίπτον ζήτημα σε μια τέτοια ενδιάμεση διαδικασία. Η προσοχή του Δικαστηρίου όταν εγείρονται ζητήματα έξω από τα περιορισμένα πλαίσια που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη της αγωγής φαίνεται χαρακτηριστικά από την ακόλουθη αναφορά του Τριανταφυλλίδη Π. στην ίδια απόφαση. «.consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of the case, I will refrain from referring to any one of them;..» Το ζήτημα του κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει ουσιαστικά γεγονότα μπορεί να εξετασθεί επί του μαρτυρικού υλικού και αφού ακουστούν οι σχετικές εισηγήσεις. Ενώπιον του δικαστηρίου επίσης, είναι τα δεδομένα που αφορούν το ζήτημα του κατεπείγοντος ή μη. Πέραν τούτου είναι ζήτημα επιχειρηματολογίας. Έχοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί εκατέρωθεν ενώπιον του Δικαστηρίου, τις τοποθετήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων για τη σκοπούμενη εκατέρωθεν αντεξέταση και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα κρίνω ότι δεν χρειάζεται και δεν δικαιολογείται αντεξέταση. (υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.