← Κύπρος

Άνδρου Χαραλάμπους & Υιός Εξαρτήματα Λίμιτεδ ν. Νίκου Τοφαλλή κ.α., Αρ. Αίτησης: 1774/2013, 17/1/2014

Άνδρου Χαραλάμπους & Υιός Εξαρτήματα Λίμιτεδ ν. Νίκου Τοφαλλή κ.α., Αρ. Αίτησης: 1774/2013, 17/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1774/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Άνδρου Χαραλάμπους & Υιός Εξαρτήματα Λίμιτεδ Αιτητές -και-

  1. Νίκου Τοφαλλή
  2. Παναγιώτας Τοφαλλή Καθ΄ ων η αίτηση --------------------- 17 Ιανουαρίου 2014 Για τον αιτητή: κος Παπαθεοδώρου Για τους καθ' ων η αίτηση: καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια εταιρεία αιτείται∙ «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια όπως η απόφαση η ληφθείσα την 15.06.2011 και το διάταγμα ημερομηνίας 25.04.2012 στην Αγωγή 1933/2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον των ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ εγγραφούν και εκτελεστούν ως απόφαση και διάταγμα προσωπικά εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2». Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.40 κ.13, Δ.42Α κκ. 1 έως 13, Δ.47 κκ. 1 έως 3, Δ.48 κκ. 1 έως 3 και Δ.59, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 31, 41, 42 και 45 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Παρ' ότι η αίτηση ήταν μονομερής (ex-parte), το Δικαστήριο διέταξε επίδοση τούτης στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, δηλαδή τους δύο που στον τίτλο της αίτησης αναφέρονται ως καθ' ων η αίτηση. Εν τούτοις, κανείς εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να προσδιορίσω εκείνο που πραγματικά επιζητείται με την αίτηση, καθώς επίσης τις σχετικές εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, ώστε ο αναγνώστης να είναι εις θέση να παρακολουθήσει ό,τι πιο κάτω αναφέρεται. Είναι λοιπόν η θέση του αιτητή ότι την 15.06.2011 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή 1933/2011 εναντίον συγκεκριμένης εταιρείας, εν προκειμένω της εταιρείας Νίκος Τοφαλλής Μεταφορές Λτδ (στη συνέχεια η εταιρεία) και ακολούθως την 25.04.2012 οι αξιωματούχοι τούτης διατάχθηκαν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων. Αν και οι εν λόγω αξιωματούχοι οχλήθηκαν αρκετές φορές, αρνήθηκαν, υποστηρίζει ο αιτητής, να συμμορφωθούν με το εν λόγω διάταγμα. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι είναι η θέση του κου Παπαθεοδώρου, συνήγορου του αιτητή, ότι αυτή η άρνηση των αξιωματούχων της εταιρείας να συμμορφωθούν με το διάταγμα για το οποίο έλαβαν γνώση, νοείται πάντα το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, συνιστά εκούσια ανυπακοή και συνεπώς εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις του κ.13 της Δ.40, στην έκταση που αυτές αφορούν τους αξιωματούχους εταιρείας. Εν όψει της σημασίας που ο αιτητής αποδίδει στον κ.13 της Δ.40, παρατίθεται αυτούσιος. Στο αγγλικό και αυθεντικό κείμενο αναφέρεται πως∙ «Any judgment or order against a corporation willfully disobeyed may, be leave of the Court or a Judge, be enforced by sequestration against the corporate property or by attachment against the directors or other officers thereof or by writ of sequestration against their property». Ελεύθερη μετάφραση τούτου έχει ως ακολούθως: «Οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα εναντίον οργανισμού που εσκεμμένα παρακούεται δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή, να εφαρμοσθεί δια κατασχέσεως της περιουσίας του οργανισμού ή δια συλλήψεως των διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων τούτου, ή δια εντάλματος κατάσχεσης της περιουσίας τους». Ο αιτητής διατείνεται λοιπόν ότι λόγω της εκούσιας ανυπακοής της εταιρείας να συμμορφωθεί με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, πρέπει να του επιτραπεί όπως η απόφαση και το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 1933/11 «εκτελεστούν προσωπικά εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2». Το πραγματικό πλαίσιο που υποστηρίζει την αίτηση προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει τούτην. Επαναλαμβάνω ότι τα εκεί αναφερόμενα δεν αμφισβητήθηκαν και αυτό παρ' ότι η αίτηση επιδόθηκε στους ενδιαφερόμενους και επιπλέον, εξεταζόμενα από το Δικαστήριο δεν αποκαλύπτουν εγγενή αναξιοπιστία ή άλλο λόγο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να μην αποδεχτεί τούτα. Με δεδομένη λοιπόν την αξιοπιστία των ισχυριζομένων στην ένορκη δήλωση του Άντρου Χαραλάμπους, δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, διαπιστώνω τα ακόλουθα∙ Την 15.06.2011 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του αιτητή και εναντίον της εταιρείας. Τούτη η απόφαση, η οποία είναι το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση, εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1933/
  3. Το ποσό της απόφασης ήταν για €2.714, πλέον έξοδα €545, πλέον τόκο προς 5,5% και επί των δύο ποσών, πλέον 15% Φ.Π.Α. επί των εξόδων και €16 έξοδα επίδοσης. Σήμερα το σύνολο του οφειλόμενου ποσού ανέρχεται σε €3.739,
  4. Ακολούθως, την 25.04.2012 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας αντίστοιχα, διατάχθηκαν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων ύψους €100, έκαστος, αρχής γενομένης την 01.06.2012 και κάθε 1ην ημέρα εκάστου επομένου μηνός. Επιπλέον, διατάχθηκαν να καταβάλουν και τα έξοδα της αίτησης, ήτοι €141 έκαστος, πλέον 17% Φ.Π.Α και €21 έξοδα επίδοσης. Το αναφερόμενο διάταγμα είναι το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Το διάταγμα ημερομηνίας 25.04.2012 (τεκμήριο 2) επιδόθηκε προσωπικά στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 την 22.08.2013 και 22.07.2013, αντίστοιχα. Ακολούθως, ο Άντρος Χαραλάμπους, ομνύων την ένορκη δήλωση, επικοινώνησε με τους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι του ανέφεραν ότι δεν πρόκειται να πληρώσουν. Στη βάση αυτών των αναμφισβήτητων γεγονότων είναι που υποβάλλεται το αίτημα και έτσι σε αυτό το πλαίσιο θα κινηθεί και η διερεύνηση του Δικαστηρίου. Ομολογώ ότι οι πρόνοιες του κ.13 της Δ.40, ιδιαίτερα για έκδοση διατάγματος όπως αυτό που ο αιτητής επιδιώκει, δηλαδή για άδεια εκτέλεσης της απόφασης με κατάσχεση της περιουσίας και πολύ περισσότερο με στέρηση της ελευθερίας των αξιωματούχων της εταιρείας που δεν συμμορφώνεται, δεν είναι σύνηθης. Η έρευνά μου, παρ' ότι εκτεταμένη, δεν αποκάλυψε απόφαση που να καταπιάνεται με αυτό ακριβώς το ζήτημα. Αυτό και μόνο φανερώνει τη σπανιότητα του αιτήματος. Εν τούτοις εκλαμβάνω ως δεδομένο ότι υπάρχει τέτοια δυνατότητα, δηλαδή ότι επιτρέπεται σε εξ αποφάσεως πιστωτή να κινήσει διαδικασία ώστε η απόφαση που αφορά οργανισμό να εκτελεστεί από τους διευθυντές ή αξιωματούχους τούτου. Προς επίρρωση αυτής της θέσης παραπέμπω στα σχόλια του συγγράμματος The Annual Practice 1958, σελίδες 1031 και 1032, όπου αντικείμενο είναι ο αγγλικός κ.31 της Ο42 που αντιστοιχεί στον κανονισμό που εδώ απασχολεί. Όπως εκεί αναφέρεται∙ «Generally.-In addition to the remedy under this Rule, a judgment or order for the recovery or payment of money may be enforced against a corporate body by fi. fa. without order, as against a person (see Coe v. Wise

(1866), L. R. 1 Q. B. 711; Worral Waterworks Co. v. Lloyd
(1866), L. R. 1 C. P. 719; and see O. 71, r. 1). The remedy is alternative, and is not open to the plaintiff unless he is able to pursue the original remedy against the company (Iberian Trust, Ltd. V. Founders' Trust and Investment Co., Ltd., [1932] 2 K. B. 87, followed by Morton, J., in Benabo v. Jay and Partners, Ltd., [1941] Ch. 52)». "Wilfully disobeyed.»-There must be wilful disobedience constituting a contempt of Court. Accidental and unintentional disobedience is not sufficient to justify sequestration against a corporation any more than it would be to justify committal of an individual (Fairclough v. Manchester Ship Canal Co., [1897] W.N. 7). Wilful disobedience means refusal by the corporation or its servants (A.-G. v. Walthamston U.D.C.
(1895), 11 T. L. R. 533), or neglect by its servants (Stancomb v. Trowbridge U.D.C., [1910] 2 Ch. 190) to do the things which the corporation had been ordered to do. In the two cases cited the writ of sequestration was ordered to lie in the office for a period of nine and six months respectively; and see Lee v. Aylesbury Urban District Council
(1902), 19 T. L. R. 106. Accidental and unintentional results of an act may be sufficient to cause that act to constitute wilful disobedience if repeated (Davis v. Rhayader Granite Quarries, Ltd.
(1911), 131 L. T. Jo. 79)". Τα πιο πάνω είναι με περισσή σαφήνεια που αποκαλύπτουν ότι επιτρέπεται σε διάδικο να κινήσει διαδικασία με σκοπό η απόφαση που αφορά οργανισμό να εκτελεστεί από τους αξιωματούχους τούτου. Αν και θεωρώ ότι δεν επιβάλλεται περαιτέρω αιτιολόγηση, εν τούτοις υποδεικνύω ότι κατ' αναλογία ισχύουν όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co Ltd
(1991)1Α.Α.Δ. 134 από το Δικαστή (ως ήταν τότε) Στυλιανίδη. Στις σελίδες 140 και 141 αναφέρθηκε ότι· «Ο σκοπός του Μέρους τούτου, και ειδικά του Άρθρου 82, δεν είναι η είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση Panayiotis Kayttani and Emilios Makris 3 R.S.C.C. 143, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα Άρθρα 82, 83, 84 και 85 του Νόμου δεν είναι αντισυνταγματικά και δεν είναι αντίθετα ή ασύμφωνα με το Άρθρο 11 του Συντάγματος, που διακηρύττει και προστατεύει το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, γιατί η εφαρμογή τους περιορίζεται σε περιπτώσεις εκ προθέσεως αποφυγής - (wilful evasion) - από τον εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει τη δόση που διέταξε νόμιμα το Δικαστήριο και ότι η εσκεμμένη αποφυγή του χρεώστη να πληρώσει ισοδυναμεί με μη συμμόρφωση σε νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου, με το νόημα της παραγράφου 2 του Άρθρου 11 του Συντάγματος. Η πρόνοια του Αρθρου 82 του Μέρους VIII είναι τιμωρητικής φύσεως και ο σκοπός της - παρόλο ότι περιγράφεται ως τρόπος εκτέλεσης απόφασης - δεν είναι η είσπραξη του χρέους, γιατί με τη φυλάκιση ο χρεώστης δεν απαλλάττεται της οφειλής, αλλά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Είναι θέμα δημόσιας πολιτικής και τάξης. Η ανυπακοή στις δικαστικές αποφάσεις δεν παραμένει ατιμώρητη - (βλ. Stonor v. Fowle 13 App. Cs. 20). Η μη συμμόρφωση σε διαταγή πληρωμής με δόσεις είναι αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου, που έχει το χαρακτήρα ποινικού αδικήματος. Η δικαιοδοσία για φυλάκιση ασκείται για την τιμωρία ανέντιμου ή ανυπάκουου οφειλέτη - (Buckley v. Crawford [1893] 1 Q.B.D. 105. In Re a Judgment Debtor 51 T.L.R. 524, σελ. 525. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. Θεοχάρη Χαραλαμπίδη,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)
  1. Το Μέρος ΙΧ του Νόμου, παρόλο ότι αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής μέρους των προνοιών του Μέρους VIII του Νόμου, είναι ξεχωριστό και ανεξάρτητο. Η άσκηση της δικαστικής δικαιοδοσίας με βάση αυτό δεν εξαρτάται από την ερμηνεία ή εφαρμογή του Μέρους VIII, που προβλέπει για τη φυλάκιση του εξ αποφάσεως χρεώστη για εσκεμμένη παράλειψη πληρωμής δόσεων, στην περίπτωση, δηλαδή, που έχει ή είχε τα μέσα πληρωμής των δόσεων αλλά εσκεμμένα παρέλειψε να πληρώσει.» Καταλήγω λοιπόν ότι και σε αυτή την περίπτωση πρώτιστως στόχος που εξυπηρετείται με την εφαρμογή του κανονισμού δεν είναι η εκτέλεση της απόφασης. Ενίοτε ενδεχομένως να επιτυγχάνεται και αυτό. Εκείνο που διαφυλάσσει ο κανονισμός είναι το κύρος της απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό γιατί η εκτέλεση εναντίον των αξιωματούχων του οργανισμού, δηλαδή των προσώπων που διοικούν τον οργανισμό, επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσκεμμένη παρακοή. Εν ολίγοις καλούνται τα πρόσωπα που οδήγησαν τον οργανισμό σε παρακοή να αναλάβουν προσωπικές ευθύνες. Με αυτό τον τρόπο αποκαθίσταται η τάξη και διαφυλάσσεται το δίκαιο σε όλες του τις εκφάνσεις, δικανική και φιλοσοφική. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν προδικάζει όμως την τύχη της επίδικης αίτησης. Κρίνω πως εκείνο που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ορθά το αίτημα επιζητείται με εναρκτήρια αίτηση και εν πάση περιπτώσει, έξω από το πλαίσιο της αγωγής που εκδόθηκε η απόφαση. Αν αυτό το ερώτημα απαντάται καταφατικά το επόμενο που πρέπει να διερευνηθεί είναι το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης και συγκεκριμένα κατά πόσο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι, υπό τις περιστάσεις, επιτρεπτή. Είναι με μεγάλη προσοχή που διεξήλθα το περιεχόμενο της διαταγής
  2. Η σχετική εξέταση με οδήγησε στον κ.3 τούτης ο οποίος αντιστοιχεί στον αγγλικό κ.9 της Ο.
  3. Λόγω της σημασίας του ημεδαπού κανονισμού παραθέτω τούτον αυτούσιο∙ «Where a judgment or order is to the effect that any party is entitled to any relief subject to or upon the fulfillment of any condition or contingency, the party so entitled may, upon the fulfillment of the condition or contingency, and demand made upon the party against whom he is entitled to relief, apply to the Court or a Judge for leave to issue execution against such party. And the Court or Judge may, if satisfied that the right to relief has arisen according to the terms of the judgment or order, order that execution issue accordingly, or may direct that may issue or question necessary for the determination of the rights of the parties be tried in any of the ways in which questions arising in an action may be tried». Ελεύθερη μετάφραση έχει ως ακολούθως∙ «Όπου μια απόφαση ή διάταγμα είναι προς τον σκοπόν όπως, οιοσδήποτε διάδικος δικαιούται οιανδήποτε θεραπεία υποκείμενη στην εκπλήρωση οιοδήποτε όρου ή ενδεχομένου, το δικαιούχο μέρος δύναται, αφού εκπληρώσει τον όρο ή το ενδεχόμενο, αφού το απαιτήσει από το διάδικο που δικαιούται, αποτείνεται στο Δικαστήριο ή Δικαστή για άδεια εκδόσεως εκτελέσεως εναντίον τέτοιου διαδίκου και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι το δικαίωμα θεραπείας προήλθε σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή διατάγματος, διατάσει την έκδοση σχετικής εκτέλεσης ή δικαιούται να δώσει οδηγίες ότι οιονδήποτε θέμα ή ερώτημα αναγκαίο για την αποπεράτωση των δικαιωμάτων των διαδίκων εκδικαστεί με οιονδήποτε από τους τρόπους που εκδικάζονται θέματα ή ερωτήματα σε οιανδήποτε αγωγή.» Η σημασία του κ.3 της Δ.40 έγκειται στη φράση∙ «apply to the Court or Judge for leave to issue execution». Η εν λόγω πρόνοια επεξηγείται στη σελίδα 1006 του συγγράμματος The Annual Practice, πιο πάνω, στην παράγραφο «For leave to issue execution». Αναφέρεται εκεί πως∙ «Leave must be applied for in the following cases:- Where the process sought is a writ of attachment (O. 44, r. 2); writ of delivery (O. 48, r. 1); writ of assistance (O. 47, r. 2 (n) ); or writ of sequestration for payment of costs (O. 43, r. 7), or against a corporation (r. 31, infra). Where six years have elapsed since the date of the judgment or order, and in certain other cases (r.23, infra).» Επισημαίνω ότι στην ίδια παράγραφο αναφέρεται πως ανάλογη άδεια απαιτείται και εκεί όπου παρήλθαν έξι χρόνια από την έκδοση της απόφασης. Αφήνεται να νοηθεί ότι η άδεια που οι δύο κανονισμοί (κκ.3 και 13 της Δ.40) επιβάλουν να ζητηθεί δεν εξετάζεται από οιονδήποτε άλλο Δικαστήριο, πλην εκείνου που ελέγχει τη διαδικασία. Όπως η αίτηση για άδεια εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε προ εξαετίας, σήμερα πλέον δεκαετίας, έτσι και η αίτηση για εκτέλεση της απόφασης εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που έχει το φάκελο της υπόθεσης και ελέγχει τη διαδικασία. Μόνο εκείνο το Δικαστήριο είναι εις θέση να διαπιστώσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις και έτσι να αποφασίσει τίνα τρόπο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Πέραν των πιο πάνω, το σύνολο της Δ.40 πραγματεύεται μέτρα εκτέλεσης. Τα μέτρα που εκεί αναφέρονται δεν λαμβάνονται έξω από το πλαίσιο της αγωγής. Άλλωστε, σκοπός των μέτρων είναι η ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο που ελέγχει τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης είναι το Δικαστήριο που εξέδωσε τούτην και όχι άλλο. Πλην των περιπτώσεων που νόμος ήθελε προβλέψει ειδική ρύθμιση, τα μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται στο πλαίσιο της αγωγής και αυτό γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο είναι σε καλύτερη θέση από οιονδήποτε άλλο να ασκήσει δέοντα έλεγχο και να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της διαδικασίας εκτέλεσης, ενίοτε και με ανακοπή μέτρου ως καταπιεστικού, επιβεβαιώνεται στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και συνεργάτες ν. Βασιλαρά
(2008)1Β Α.Α.Δ. 830. Πέραν των πιο πάνω τη δική τους σημασία έχουν και τα ακόλουθα· Με την αίτηση επιδιώκεται η εγγραφή της απόφασης και του διατάγματος εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας, ώστε να εκτελεστεί. Εγγραφή απόφασης επιδιώκεται σε σχέση με διαιτητική απόφαση και έτσι η σχετική νομολογία μπορεί να παρέχει καθοδήγηση. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716, 719 επεξηγήθηκε γιατί επιβάλλεται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Λέχθηκε εκεί ότι· «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της.» Στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση και το διάταγμα στην αγωγή 1933/2011 υφίσταται στη νομική τάξη εφόσον αποτελεί προϊόν τούτης. Η απόφαση και το διάταγμα εκδόθηκαν από Δικαστήριο και την ίδια ώρα καταχωρίστηκαν, δηλαδή εγγράφηκαν, στο βιβλίο (record) του Δικαστηρίου. Αυτό αποκαλύπτει ότι ουδεμία περαιτέρω εγγραφή επιβάλλεται. Το γεγονός ότι η εκτέλεση που επιζητείται στρέφεται και αφορά πρόσωπο άλλο από την εταιρεία, δηλαδή τους αξιωματούχους, δεν αλλοιώνει την υφιστάμενη εγγραφή της απόφασης, κατά τον ίδιο τρόπο που η εκτέλεση μπορούσε να επιδιωχθεί εναντίον περιουσίας που κατέχει τρίτος (βλ. Δ.43 Θεσμών). Για καθ' ένα εκ των πιο πάνω λόγων καταλήγω ότι εφόσον το αίτημα προωθήθηκε με εναρκτήρια αίτηση, δηλαδή έξω από το πλαίσιο της αγωγής, είναι ανυπόστατο και καταδικασμένο σε απόρριψη. Πέραν της πιο πάνω κατάληξης που καθορίζει την τύχη της αίτησης, λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν και για την ουσία τούτης, εφόσον το πάρα πάνω εύρημα ενδέχεται να διαφοροποιηθεί σε δεύτερο βαθμό εξέτασης. Όπως υποδεικνύεται στο απόσπασμα του συγγράμματος The Annual Practice που πιο πάνω παρατίθεται, η επίδικη θεραπεία είναι εναλλακτική και επιτρέπεται μόνο όπου η απόφαση μπορεί να επιδιωχθεί εναντίον της εταιρείας. Η δε παρακοή (disobedience) πρέπει να είναι εσκεμμένη και όχι ακούσια ή απλώς τυχαία. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι η αναφερόμενη παρακοή πρέπει να αποδίδεται στην εταιρεία, παρ' ότι τέτοιο συμπέρασμα δυνατό να εξαχθεί από τις πράξεις και τα λεγόμενα των υπηρετών ή αξιωματούχων τούτης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω πως στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής μπορεί, δυνητικά, να αποδείξει ότι εσκεμμένα η εταιρεία αποφεύγει συμμόρφωση με την εναντίον της απόφαση. Το γεγονός ότι οι αξιωματούχοι τούτης δεν κατέβαλαν οιανδήποτε δόση σε συνδυασμό με εκείνο που ανέφεραν στον ομνύοντα την αίτηση, δηλαδή ότι δεν πρόκειται να πληρώσουν, αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Παρεμβάλλω ότι λόγω της απουσίας των καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα ότι δεν προώθησαν οιανδήποτε αντίθετη θέση, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβεί σε οιεσδήποτε εικασίες που θα μπορούσαν να ακυρώσουν ή έστω επεξηγήσουν τη διαπιστωθείσα εσκεμμένη παρακοή. Συνεπώς, αν δεν ήταν το λανθασμένο του μέσου που επιλέχθηκε για προώθηση του αιτήματος, εναρκτήρια αντί ενδιάμεση αίτηση, θα ήμουν πρόθυμος να διαγνώσω εσκεμμένη παρακοή. Εν πάση όμως περιπτώσει, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.