← Κύπρος

Palmert Members Ltd ν. Clinolina Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2445/2013, 31/1/2014

Palmert Members Ltd ν. Clinolina Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2445/2013, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2445/2013 Μεταξύ: Palmert Members Ltd Εναγόντων και

  1. Clinolina Holdings Limited
  2. Stanford Investment Corp.
  3. Μιχάλη Μιχαήλ
  4. DM Services Ltd
  5. Daria Kozlova
  6. Nikolai Martinov
  7. Embrada Holdings Limited Εναγομένων ----------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.1.2014: Μεταξύ: Palmert Members Ltd Εναγόντων και
  8. Clinolina Holdings Limited
  9. Stanford Invest Corp.
  10. Μιχάλη Μιχαήλ
  11. DM Services Ltd
  12. Daria Kozlova
  13. Nikolai Martinov
  14. Embrada Holdings Limited Εναγομένων ----------------- Αιτήσεις

(3)ημερ. 18 Οκτωβρίου 2013 για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων Anna Rumyantseva, Daria Kozlova και Μιχάλη Μιχαήλ 31 Ιανουαρίου,
  1. Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1, 4, 5 και 7: κ. Σπ. Ιεροθέου για Ιεροθέου, Καμπέρης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 2 και 6: κ. Σ. Φλουρέντζου για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 3: κα Μ. Ραφαήλ για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17.4.2013, και στη βάση μονομερούς αιτήσεως ημερ. 16.4.2013 (στη συνέχεια η «κυρίως αίτηση»), το Δικαστήριο εξέδωσε σειρά προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Τα γεγονότα της κυρίως αίτησης καταγράφηκαν σε δύο συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις των Anton Erokhin και Παναγιώτη Χ"Ευθυβούλου και σε αριθμό επισυνημμένων τεκμηρίων. Ακολούθησε η καταχώρηση ενστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι ενστάσεις εκτίθενται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις της Daria Kozlova, του Μιχάλη Μιχαήλ και της Anna Rumyantseva. Μετά την καταχώρηση ενστάσεων εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7, ακολούθησε αίτηση ημερ. 26.6.2013 εκ μέρους των Αιτητών-Εναγόντων, με την οποία εξαιτούνταν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να τους επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως για να απαντηθούν και/ή αντικρουσθούν ισχυρισμοί της Rumyantseva και Kozlova, οι οποίοι, ως διατείνονταν, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5, 6 και 7 καταχώρησαν ενστάσεις στην αίτηση ημερ. 26.6.2013 και η εν λόγω αίτηση εκδικάστηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των γραπτών αγορεύσεων. Με ενδιάμεση απόφασή του, ημερ. 8.10.2013, το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αίτηση λόγω της μη συνδρομής «καλού λόγου» για την αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ακολούθησε η καταχώρηση από τους Αιτητές-Ενάγοντες των παρουσών τριών αιτήσεων (στη συνέχεια «οι Αιτήσεις) για αντεξέταση της Rumyantseva επί των παραγράφων 9, 10, 16, 19, 31, 32, 33, 37, 41, 42, 43, 44, 49, 50, 51, 52, 53, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64 και 65 της ενόρκου δηλώσεώς της, της Kozlova επί των παραγράφων 8, 11 και 33-36 της ενόρκου δηλώσεώς της, και του Μιχάλη Μιχαήλ επί των παραγράφων 5 και 9 της ενόρκου δηλώσεώς του. Η αναφορά είναι στις ένορκες δηλώσεις των πιο πάνω προσώπων που συνοδεύουν τις ενστάσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7 στην κυρίως αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Σημειώνεται ότι τα επίδικα θέματα επί των οποίων οι Αιτητές-Ενάγοντες αιτούνται να αντεξετάσουν τη Rumyantseva και την Kozlova στα πλαίσια της Αίτησης, είναι ταυτόσημα με τα θέματα για τα οποία ζητούσαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δηλαδή για να απαντηθούν και/ή αντικρουστούν ορισμένοι ισχυρισμοί της Rumyantseva και Kozlova, οι οποίοι, ως διατείνονται, είναι ψευδείς και/ή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί καταγράφονται στις σελ. 2-6 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 8.10.2013, στην αίτηση ημερ. 26.6.2013 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία απερρίφθη, και δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Οι Αιτητές προβάλλουν την ίδια θέση και σε σχέση με κάποιους ισχυρισμούς του ομνύοντος Μιχάλη Μιχαήλ, Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου 3, που συνοδεύει την ένστασή του στην κυρίως αίτηση. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές-Ενάγοντες εξαιτούνται την αντεξέταση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου 3 σε σχέση με την παράγρ. 5 της ένορκης δήλωσής του, καθώς ισχυρίζονται ότι είναι αναληθής η ύπαρξη προφορικής ή άλλης συμφωνίας μεταξύ του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου 6 και του Kozlov και λέγουν ότι πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να τον αντεξετάσουν ως προς το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας και των όρων αυτής, το χρόνο συνομολόγησής της και τον τρόπο εκτέλεσής της. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές-Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο 3 σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγρ. 8 της ένορκης δήλωσής του (εκ παραδρομής κάνουν αναφορά στην παράγρ. 9), για το λόγο ότι, σύμφωνα με τους ίδιους, αυτός δεν λέγει την αλήθεια αναφορικά με το πρόσωπο που πρότεινε το διορισμό του ως διευθυντή της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης 1 και τα πρόσωπα που μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Χατζηευθυβούλου. Και οι τρεις Αιτήσεις αντιμετώπισαν τις ενστάσεις (στη συνέχεια «οι Ενστάσεις») των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-
  3. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1, 4, 5 και 7 είναι οι ακόλουθοι:
  4. Η μη πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.48, θ.4
(2)και της Δ.39, θ.1 και 2 και της σχετικής νομολογίας.
  1. Δεν συντρέχει καλός λόγος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης.
  2. Οι Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ τους.
  3. Με την Αίτηση σκοπείται η εκ των υστέρων επανόρθωση παράλειψης αναφοράς ουσιωδών γεγονότων ή η τροποποίηση ουσιωδών γεγονότων κατά παράβαση του καθήκοντος των Αιτητών για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη κατά το στάδιο της μονομερούς κυρίως αίτησης ημερ. 16.4.
  4. Η Αίτηση είναι αχρείαστη και/ή περιττή και/ή καταχρηστική ενόψει της απόρριψης της αίτησής τους για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και, στην ουσία, με την Αίτηση επιδιώκεται η συμπλήρωση της μαρτυρίας των Αιτητών διά της πλαγίας οδού, πράγμα ανεπίτρεπτο.
  5. Η Αίτηση αφορά τη λήψη άδειας για αντεξέταση της Καθ΄ ης η Αίητηση-Εναγόμενης 5 προς υποστήριξη μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβίαζε το νομολογιακό κανόνα ότι «η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων».
  6. Τα θέματα για τα οποία σκοπείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, είναι θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο.
  7. Όλα τα θέματα για τα οποία σκοπείται η εισαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ήσαν εκ των προτέρων γνωστά στους Αιτητές και όφειλαν να τα αποκαλύψουν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη μονομερή κυρίως αίτηση ημερ. 16.4.
  8. Με την Αίτηση οι Αιτητές έχουν σκοπό να πλήξουν την αξιοπιστία της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης 5, πράγμα απαράδεκτο στο παρόν στάδιο. 10 Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 11 Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους τους και απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δίκαιο και/ή θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 12 Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση εκδίκασης της κυρίως αίτησης ημερ. 16.4.2013, δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν (στις 17.4.2013) διατάγματα εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2 και 6, καθώς και του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου 3, σε σχέση με τους ομνύοντες Kozlova και Μιχαήλ αντίστοιχα, είναι παρόμοιοι με τους λόγους ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1, 4, 5 και 7 και/ή υπερκαλύπτονται από αυτούς και δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.1, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 7 και 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1, 4, 5 και 7 βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39, θθ. 1, 2, Δ.48, θθ. 1-4
(1)
(2), 6, 7, 8, 9, 12 και 13 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2 και 6 στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.26, θθ.1-3 και 6-10, Δ.38, θθ 1, 2, στη Δ.39, θθ. 1, 2, στη Δ.48, θθ. 4
(1)
(2)και στη Δ.64, στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου 3 βασίζεται στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ. 1-4, 8 και 9, Δ.39, θθ.1-2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, καθώς και στις αρχές της επιείκειας. Οι Ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις των Χριστίνας Φιάκκα ημερ. 4.11.2013, Kozlova και Πλαστήρα ημερ. 28.11.2013, και Μιχάλη Μιχαήλ ημερ. 28.11.2013, στις οποίες, ουσιαστικά, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Να σημειωθεί ότι τα επίδικα προσωρινά διατάγματα ημερ. 17.4.2013 εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η εκδίκαση της Αίτησης έγινε στη βάση γραπτών αγορεύσεων, με τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί, θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των αντιδίκων. Περαιτέρω, οι συνήγοροι συμφώνησαν όπως και οι τρεις Αιτήσεις συνεκδικαστούν και όπως εκδοθεί μια απόφαση, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ενόψει της ύπαρξης σε αυτές κοινών πραγματικών ή νομικών ζητημάτων. Οι λόγοι ένστασης των εναγομένων περιστρέφονται, ουσιαστικά, σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο δεύτερος είναι ότι δεν συντρέχουν «εξαιρετικές περιπτώσεις» και με την Αίτηση δεν εξυπηρετείται κάποιος ουσιαστικός σκοπός σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας με την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότων σε αυτό το στάδιο. Επί του λόγου ένστασης της κατάχρησης της διαδικασίας έχω να πω τα ακόλουθα. Θεωρώ, συμφωνώντας με τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7, ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες κωλύονται να αιτούνται την έκδοση του διατάγματος για αντεξέταση των εν λόγω προσώπων, καθότι με την αίτηση για Άδεια Καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο άδεια για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση επί σχεδόν ακριβώς των ίδιων σημείων που ζητούν να αντεξετάσουν σήμερα τα εν λόγω πρόσωπα. Στην υπόθεση Ιωαννίδου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1106, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 1109: "Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Δεν είναι κατανοητό γιατί, ενώ την πρώτη φορά το Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης, στη συνέχεια, εκκρεμούσης διαδικασίας βάσει αίτησης δια κλήσεως με το ίδιο αντικείμενο, αισθάνθηκε την ανάγκη να δεχθεί νέο αίτημα της εναγομένης και να εκδώσει διάταγμα. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 επισημάνθηκε στη σελ. 250 ότι "η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου". Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που δεν υιοθετείται απλώς παράλληλο ένδικο μέσο, αλλά, εκκρεμούσης ανάλογης αίτησης δια κλήσεως και μετά την απόρριψη άλλης ταυτόσημης, καταχωρήθηκε νέα. ............................. Εν κατακλείδι, στο σχετικό πρακτικό δεν υπάρχει αιτιολογία, ούτε γιατί με δεδομένη την απόρριψη του ίδιου αιτήματος προηγουμένως, κρίθηκε αναγκαία η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης με νέα μονομερή αίτηση....". Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 904 αποφασίστηκε ότι:- "
  1. Έχει νομολογηθεί ότι υπάρχει κατάχρηση δικαιοδοσίας, όταν η μία από τις δύο διαδικασίες με τις οποίες επιδιώκεται η ίδια θεραπεία είναι εκκρεμούσα η ζωντανή.
  2. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου." Ενόψει της απόρριψης της αίτησης για Άδεια Καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στις 8.10.2013, θεωρώ ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες ουσιαστικά προσπαθούν διά της πλαγίας οδού να προσθέσουν συμπληρωματική μαρτυρία που τους απαγόρευσε το Δικαστήριο να συμπληρώσουν. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, θεωρώ ότι η επίδικη Αίτηση γίνεται καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς, αφού ο μοναδικός σκοπός των Αιτητών-Εναγόντων είναι η περαιτέρω καθυστέρηση της τελικής εκδίκασης της μονομερούς κυρίως αίτησης. Να υπενθυμίσω ότι κατόπιν της μονομερούς κυρίως αίτησης ημερ. 16.4.2013 εκδόθηκαν, στις 17.4.2013, τα Προσωρινά Απαγορευτικά Διατάγματα που στρέφονται εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7 και τα οποία συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ μέχρι σήμερα. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένη η υποχρέωση ετοιμασίας χωρίς καθυστέρηση, του πεδίου για εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453 τονίστηκε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Επομένως, επισημάνθηκε, ο διάδικος που επιδιώκει την τελική θεραπεία βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης. Να σημειωθεί ότι στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Όπως λέχθηκε από τον Ναθαναήλ Δ. στη Capman Holdings Ltd v. Ismatov Andrey Zayniyevich, Π.Ε. 136/11, ημερ. 28.5.13: «Όπως εξηγείται γενικά από τη νομολογία, τα προσωρινά διατάγματα και μάλιστα επί μονομερούς βάσεως, δεν πρέπει να εκδίδονται παρά με εξαιρετική φειδώ και όταν υπάρχει πραγματική επείγουσα ανάγκη να παρακαμφθεί το σύνηθες μέτρο που είναι η ακρόαση αμφοτέρων των διαδίκων. Εύστοχα είναι τα σχετικά σχόλια του Χατζηχαμπή, Δ., στην Αναφορικά με την Αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 234. Στον David Bean: Injuctions - ανωτέρω - καταγράφονται στις σελ. 66-69, παρ. 5.04-5.09, οι εξαιρετικές περιστάσεις που χρειάζονται για να αποταθεί διάδικος στο Δικαστήριο για την παροχή προσωρινής και ex parte προστασίας. Η προσωρινότητα του μέτρου και το επείγον του, είναι ακριβώς καταλυτικά κριτήρια στην παροχή τέτοιας δραστικής θεραπείας». Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε: «Στο τέλος της ημέρας, πρέπει να δοθεί τέτοια ερμηνεία στο άρθρο 9
(3), ώστε να συνάδει και με τον άλλο αναπτυχθέντα νομολογιακό κανόνα ότι δεν νοείται να εξασφαλίζεται προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός και μετά να μην προωθείται η ίδια η αγωγή από τον ενάγοντα. Το εξασφαλισθέν με αυτό τον στόχο προσωρινό διάταγμα αυτοδικαίως ακυρώνεται διότι θεωρείται κατάχρηση διαδικασίας, (δέστε τις υποθέσεις Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Goody´s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd v. Κ.Ο.Τ. (2002 1 Α.Α.Δ. 1274, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρες) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd, Εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd διά του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262)». Θεωρώ ότι στην περίπτωση που θα ενέκρινα το αίτημα θα έπρεπε να δοθεί χρόνος για να παραστούν στο Δικαστήριο οι τρεις ενόρκως δηλούντες και οι οποίοι θα πρέπει να υποστούν τη σχετική ταλαιπωρία και έξοδα για να διεξαχθεί μια παντελώς αδικαιολόγητη και αχρείαστη αντεξέταση, με συνακόλουθη καθυστέρηση και θα επηρεαστεί περαιτέρω το θεμελιώδες δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7 αναφορικά με τη διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου (που θεμελιώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) το οποίο δεν μπορεί να διορθωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Στη Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης που προκαλείται από αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: «Προτού τελειώσω θα ήθελα να αναφέρω ότι τέτοιου είδους αιτήσεις, ειδικά όταν η μια υπόθεση είναι έτοιμη να προχωρήσει σε ακρόαση, είναι ανεπιθύμητες, καθότι διακόπτουν και την κανονική πορεία της υπόθεσης.» Για τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως καταχρηστική. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο, στην παρούσα υπόθεση, συντρέχουν «εξαιρετικές περιπτώσεις» για έγκριση της Αίτησης, ώστε να υπάρχει και η κρίση του Δικαστηρίου και επί αυτού του ζητήματος, σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μου ήθελε κριθεί λανθασμένη κατ΄ έφεση. Βασικό νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι η Δ.48, θ.4
(2)και η Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις οποίες θα αναφερθώ σε γενικές γραμμές. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί, κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ομνύσαντος πηγάζει από τη Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination" Σε μετάφραση: «Σε αίτηση, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, κατόπιν παράκλησης οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος για αντεξέταση». Η χρήση της λέξης «may» υποδηλώνει ότι το ζήτημα αντεξέτασης ομνύσαντος εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η Δ.39 θ.1 δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε κριτήρια ή προϋποθέσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα αποφασίσει την τύχη τέτοιων αιτήσεων. Για τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία (βλ. Rana (Aρ. 1)
(2004)1 (Γ) (ΑΑΔ) 1660. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. Τόμος 17, σελ. 216 παράγρ. 311: "The court has a discretion in deciding whether or not to order the attendance of a deponent for cross-examination, and in practice cross-examination does not often take place on interlocutory applications." Επομένως, η αντεξέταση σε ένορκες δηλώσεις που χρησιμοποιούνται σε ενδιάμεσα διατάγματα πολύ σπάνια επιτρέπεται (βλ. Berkley Hotel Co Ltd v. Berkley International (Mayfair) Ltd
(1971)RPC 237, R. v. Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137 και R. v. Stokesley Justices
(1956)1 W.L.R. 254. Επίσης, στο σύγγραμμα Commercial Injuctions, Steven Gee, 5th Edition, στη σελ. 678 αναφέρεται: «Whether the application is to be granted is a matter of discretion, but in general the court is reluctant to allow cross-examination unless it is necessary in order to do justice between the parties. The court will not usually order cross-examination on an affidavit in support of an application to discharge or vary Mareva relief, because this would tend to turn such an application into a mini-trial involving unnecessary cost and excessive use of court time.» Διαφωτιστική ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και η υπόθεση Μήλου κ.ά.
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 288 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ 286: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21 σελ. 418-419 παρ. 878)». Προκύπτει από την παράθεση της πιο πάνω νομολογίας ότι για να γίνει δεκτή αίτηση αντεξέτασης πρέπει να υφίστανται εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων [βλ. Rana (Αρ. 1) (ανωτέρω)]. Κατ΄ ακολουθία, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υφίστανται «εξαιρετικές περιπτώσεις». Οι Αιτητές έχουν συγκεκριμενοποιήσει εγγράφως σε ποια σημεία των ενόρκων δηλώσεων των ομνυσάντων επιθυμούν να τους αντεξετάσουν και αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η υπόθεσή τους εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές-Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την ένορκη δήλωση της Rumyantseva εγέρθηκαν, μεταξύ άλλων, νέα ζητήματα όπως η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας και θέματα Ρωσικού δικαίου και με την ένορκη δήλωση της Kozlova εγέρθηκαν, μεταξύ άλλων, νέα ζητήματα αναφορικά με την επίσκεψη των δικηγόρων των Αιτητών-Εναγόντων για επιθεώρηση των Μητρώων της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης 1. Εισηγούνται πως για τους πιο πάνω λόγους είναι αναγκαίο να τους δοθεί η δυνατότητα να αντικρούσουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς, καθώς και τους ισχυρισμούς του Μιχάλη Μιχαήλ, οι οποίοι, κατά τη γνώμη τους είναι ψευδείς και παραπλανητικοί, με δεδομένο ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες εξακολουθούν να έχουν το βάρος απόδειξης των αμφισβητούμενων γεγονότων. Εξάλλου, λέγουν ότι είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση και, επομένως, και οι ίδιοι έχουν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι τα διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι σε συνάρτηση με την τροποποίηση της Δ.48, θ.4, όταν ο καθ΄ ου η Αίτηση με την ένστασή του προβαίνει σε αμφισβήτηση γεγονότων, ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποσείσει το βάρος αυτό, είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Τέλος, εισηγούνται ότι η άρνηση του Δικαστηρίου να δώσει άδεια σε αυτούς για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να αντικρούσουν τα πιο πάνω νέα ζητήματα, δημιουργεί «εξαιρετικές περιστάσεις» και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση των εν λόγω ενόρκως δηλούντων. Διαφορετικά, το Δικαστήριο θα αποστερήσει από τους Αιτητές το δικαίωμα να ακουστούν επί των νέων αυτών ζητημάτων, κατά παράβαση των προνοιών του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και του δικαιώματός τους να ακουστούν. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από τη νομολογία το περιορισμένο έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 799, 807) χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης (Φεσσάς
(1990)1 ΑΑΔ 704) και χωρίς να λησμονείται ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 788, 797). Η διαπίστωση γίνεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων που βρίσκονται ενώπιον του και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων ή υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που δυνατόν να προκαταλάβουν τα δικαιώματα των διαδίκων στην κυρίως ακρόαση (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, 267, 268 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 2015). Έχοντας υπόψη τον τρόπο που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος και το ενδιάμεσο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία, θεωρώ, συγκλίνοντας με τις θέσεις των δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγoμένων 1-7, ότι η Αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία όπως την έχω αναλύσει πιο πάνω και θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που αναλύω αμέσως πιο κάτω. Εν προκειμένω, δεδομένης της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013, η ακρόαση που θα ακολουθήσει θα έχει ως αντικείμενο την οριστικοποίηση ή την ακύρωση των εν λόγω διαταγμάτων. Το ζήτημα θα αποφασιστεί πλέον στη βάση των γεγονότων που στοιχειοθετούν την κυρίως αίτηση και των όσων αναφέρονται στις ενστάσεις και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των αντιδίκων θα εξεταστεί η συνδρομή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Θα εξεταστεί επίσης το κατά πόσο ενδεχόμενη άρνηση οριστικοποίησης των ήδη εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013 θα καταστήσει την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης δυσχερή ή αδύνατη. Τέλος, θα εξεταστεί και το κατά πόσο οι Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η εξέταση αυτή θα συνίσταται σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των περιστάσεων εφόσον η ενδιάμεση αυτή διαδικασία δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος των Εναγόντων-Αιτητών (Parico, πιο πάνω). Η παρούσα διαδικασία για αντεξέταση των τριών ενόρκως δηλούντων αφορά στην κυρίως αίτηση για τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 17.4.2013. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγησή της και ούτε καταλήγει σε ευρήματα επί των γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην Τ.Α. Micrologic Corp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, 1809, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Θεωρώ ότι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, αλλά και όλα τα άλλα κριτήρια που η νομολογία απαιτεί να εξεταστούν κατά την ακρόαση αίτησης για έκδοση ή μη συντηρητικού διατάγματος θα πρέπει να εξεταστούν στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και του κατά πόσο η κάθε πλευρά έχει αποσείσει το βάρος που τίθεται στους ώμους της. Τονίζω πως δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί συγκεκριμένων σημείων της (βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 491, 496). Η μη αμφισβήτηση γεγονότων της ενόρκου δηλώσεως από την αντίδικη πλευρά δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε αποδοχή τους (βλ. Marketrends Fin. Ltd v. Χριστοδουλίδη κ.ά.
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 624, 629). Οι Αιτητές δεν έχουν προβάλει κάποιο εξαιρετικό λόγο, ο οποίος να συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης όπως απαιτείται από τη νομολογία, ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αντεξέτασης. Με αυτά ως δεδομένα, και έχοντας εξετάσει τις επίμαχες παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων της Rumyantseva, της Kozlova και του Μιχαήλ, που οι Αιτητές, με την αιτούμενη αντεξέταση, επιθυμούν να αντικρούσουν ως αναληθείς και/ή παραπλανητικές, καταλήγω πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, επαρκεί για την ακρόαση της κυρίως αίτησης ημερ. 16.4.2013 εντός του θεσμοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου που διαγράφεται πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι τα όσα ο ομνύων για τους Αιτητές-Ενάγοντες Παναγιώτης Χατζηευθυβούλου ισχυρίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος για αντεξέταση, δεν συνιστούν «εξαιρετικές περιπτώσεις». Επίσης, θεωρώ ότι τα ζητήματα που ο Χατηζευθυβούλου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι χρήζουν αντεξέτασης, αφορούν στο θέμα της μη αποκάλυψης και εξετάζονται στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης, και δεν αφορούν στη διαδικασία για την οριστικοποίηση ή την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013 [βλ. κατ΄ αναλογία Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 201, 214-215]. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Ενστάσεις είναι βάσιμες. Καθότι μέσα από την αιτούμενη αντεξέταση, αυτό το οποίο ουσιαστικά σκοπείται - υπό την κάλυψη του πέπλου της αντίκρουσης ή αμφισβήτησης των ενόρκων δηλώσεων της Rumyantseva, της Kozlova και του Μιχαήλ - είναι η συμπλήρωση πιθανών ελλείψεων και παραλείψεων της μαρτυρίας που οι Αιτητές-Ενάγοντες παρουσίασαν κατά το χρόνο προσέλευσης τους μονομερώς στο Δικαστήριο και της έκδοσης των επίμαχων διαταγμάτων. Η κυρίως αίτηση ημερ. 16.4.2013 συνοδευόταν από μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση και μεγάλο όγκο τεκμηρίων. Τα έγγραφα όμως αυτά ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τα νομικά επιχειρήματα και σχόλιά τους επί τούτων. Με βάση τη νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, συγκλίνω με τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7 ότι ο αιτητής, που επιζητεί την αντεξέταση ενόρκως δηλούντος, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταδεικνύει στην αίτησή του τους λόγους για τους οποίους η υπόθεσή του εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων εν τη εννοία της νομολογίας. Στην υπό κρίση υπόθεση οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν παρέθεσαν κανένα στοιχείο ή λόγο από τον οποίο να προκύπτει ότι η υπόθεσή τους εντάσσεται στην κατηγορία των «εξαιρετικών περιπτώσεων». Τονίζω ότι, επικαλούμενοι τους ίδιους ουσιαστικά λόγους, οι Αιτητές-Ενάγοντες απέτυχαν, περί τον Οκτώβριο, 2013, να αποδείξουν την ύπαρξη «καλού λόγου» στην αίτησή τους για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως, διερωτώμαι πώς είναι δυνατόν τώρα να επιτύχουν την απόδειξη «εξαιρετικών περιπτώσεων»; Συνεπώς, αποκλίνω από τη θέση των Αιτητών-Εναγόντων ότι η άρνηση του Δικαστηρίου να δώσει άδεια σε αυτούς για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να αντικρούσουν τα ισχυριζόμενα νέα ζητήματα, δημιουργεί «εξαιρετικές περιπτώσεις» που θα έπρεπε να τους επιτραπεί η αντεξέταση των εν λόγω ενόρκως δηλούντων. Τα όσα έχω αναλύσει πιο πάνω, καλύπτουν όλους τους λόγους ένστασης και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά. Εν κατακλείδι, οι Αιτήσεις απορρίπτονται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1-7 και εναντίον των Αιτητών-Εναγόντων. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.