BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5312/06, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5312/06 ΜΕΤΑΞΥ:
- BRAINVIBES LTD
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ Ενάγοντες -και-
- ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΡΟΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΙΚΑ ΚΑΣΙΝΙΔΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΗΣ Εναγόμενοι --------------------- 31 Ιανουαρίου 2014 Για τους ενάγοντες: κος Παγιάσης Για τους εναγόμενους: κος Τυπογράφος Α Π Ο Φ Α Σ Η Μεταξύ των ημερομηνιών 15 με 17 Μαΐου 2006, η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» προέβη σε δημοσίευση τριών άρθρων. Το περιεχόμενο τούτων είναι ό,τι εδώ εξετάζεται εφόσον οι ενάγοντες διατείνονται ότι συνιστά λιβελλογράφημα που πλήττει την αξιοπρέπειά τους. Πέραν του ότι τα τρία άρθρα δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα, αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι τα δύο πρώτα, ημερομηνίας 15 και 16 Μαΐου 2006, συντάχθηκαν από τον εναγόμενο 4, ενώ το τελευταίο, ημερομηνίας 17 Μαΐου 2006, συντάχθηκε από την εναγομένη
- Το άρθρο ημερομηνίας 15.05.2006 αναφέρει τα ακόλουθα· «Προς νέες διαθεσιμότητες για τα φάρμακα Επείγουσα ενημέρωση ζήτησε ο Γενικός Εισαγγελέας ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ενημέρωση για την πορεία των ανακρίσεων σε σχέση με τις υπό έρευνα καταγγελίες για παρατυπίες στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, ζήτησε ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης. Η έρευνα της Αστυνομίας άρχισε τον περασμένο Σεπτέμβριο και συνεχίζεται με εντατικούς ρυθμούς, ενώ ετοιμάζεται έκθεση προς τον κ. Κληρίδη για το υλικό που έχει συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, η οποία θα παραδοθεί αύριο. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι ενδέχεται, αν αυτό κριθεί από τα γεγονότα αλλά και τις μαρτυρίες που έχουν συλλέγει, να τεθούν και άλλα πρόσωπα σε διαθεσιμότητα, πέραν του διευθυντή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών Λούη Παναγή (η διαθεσιμότητα του λήγει τον ερχόμενο μήνα). Την απόφαση θα λάβει ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος θα μελετήσει το φάκελο και την έκθεση των ανακριτών. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, οι έρευνες επικεντρώνονται σε συμβόλαια που έγιναν με ιδιωτικές εταιρείες και του κράτους για προμήθεια φαρμάκων, ώστε να φανούν οι διαδικασίες που ακολουθούνταν, αν κατέληγαν στα ίδια πρόσωπα και αν αποκλείονταν άλλοι που είχαν καλύτερες τιμές. Οι ανακριτές του ΤΑΕ Αρχηγείου εξετάζουν δεκάδες έγγραφα και συμβάσεις που αφορούν στην ανάθεση προσφορών, ενώ λήφθηκε πολυσέλιδη κατάθεση από το πρόσωπο που παραλάμβανε τα φάρμακα. Η κατάθεση του κράτησε δύο σχεδόν μήνες, γεγονός που φανερώνει τη σημασία της. Οι πλείστες των μαρτυριών που έχει στα χέρια της η Αστυνομία, αφορούν πρόσωπα που εργάζονται στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες αλλά και προμηθευτές. Για την υπόθεση είχε διεξαχθεί έρευνα υπό τον Ανδρέα Μολέσκη, ο οποίος στο πόρισμα του είχε εντοπίσει 25 περιπτώσεις συμβολαίων που έχρηζαν διερεύνησης. Στη συνέχεια προέκυψε ανάγκη για εξέταση άλλων 50 περίπου συμβολαίων. Επίσης στο πόρισμα αναφέρεται ότι σε τέσσερις περιπτώσεις υπήρξε κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, ενώ καταγράφονται υποθέσεις για φερόμενες διασπαθίσεις δημοσίου χρήματος με την ανάθεση συμβολαίων σε συγκεκριμένες εταιρείες. Ορισμένες μάλιστα προσφορές γίνονταν δεκτές μέσω φαξ, όπως παρατηρείται στην έκθεση. Μιχάλης Χατζηβασίλης» Το δεύτερο άρθρο, ημερομηνίας 16.05.2006 αναφέρει πως· «Γνώριζαν και σιωπούσαν για τα φάρμακα ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΣΤΑΤΗ ενημερωτική έκθεση για τη πορεία των αστυνομικών ερευνών που αφορούν τις καταγγελίες για παρατυπίες στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, παραδίδεται σήμερα στο Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπόθεση. Ο Πέτρος Κληρίδης δήλωσε στον «Φ» ότι ζήτησε να ενημερωθεί για το σημείο που έφτασαν οι έρευνες και ανακρίσεις και πρόσθεσε ότι θα δώσει τις ανάλογες οδηγίες για την όσο το δυνατό γρήγορη περάτωση τους. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι στην έκθεση καταγράφονται λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και κυρίως αυτό που επεσήμανε και ο Ερευνών Λειτουργός Ανδρέας Μολέσκης, ότι δηλαδή πολλοί γνώριζαν για το τι συνέβαινε στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, αλλά ουδείς μιλούσε. Από τις 200 και πλέον καταθέσεις φαίνεται πως οι διαδικασίες που ακολουθούνταν από την παραγγελία ενός φαρμάκου μέχρι την παραλαβή (όχι σε όλες τις περιπτώσεις) δεν τηρούνταν κατά γράμμα οι διαδικασίες, ενώ υπήρξαν λάθη και παραλείψεις. Για το θέμα είναι ενήμερος και ο υπουργός Υγείας ο οποίος επίσης παρακολουθεί την υπόθεση, ενώ δεν αποκλείεται σε κάποιο στάδιο να κριθεί σκόπιμο κάποιοι να τεθούν σε διαθεσιμότητα, όπως συνέβη και με τον διευθυντή των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών Λούη Παναγή. Στη σημερινή ενημέρωση του Εισαγγελέα, θα τεθεί ενώπιον του και έκθεση επιθεωρητή του Γενικού Λογιστηρίου που αφορά στην υπόθεση, ώστε να υπάρχει καλύτερη εικόνα. Μιχάλης Χατζηβασίλης» Το τελευταίο άρθρο, ημερομηνίας 17.05.2006, αναφέρει ότι· «Η (αυστηρή) εφαρμογή νόμου μείωσε τα διαθέσιμα φάρμακα Ο «Φ» αποκαλύπτει αποσπάσματα της έκθεσης Μολέσκη Η ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ που παρατηρείται τις τελευταίες μέρες στο θέμα των φαρμάκων και ειδικότερα των καταγγελιών για παρατυπίες στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, φέρνει ξανά στην επικαιρότητα την έκθεση που είχε ετοιμάσει μετά από ενδελεχή έρευνα και με συγκεκριμένους όρους εντολής του Υπουργικού Συμβουλίου, ο ερευνών λειτουργός, Ανδρέας Μολέσκης. Από την έρευνα, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύει σήμερα ο «Φ», ο κ. Μολέσκης εντοπίζει σωρεία περιπτώσεων, στις οποίες διαπιστώνονται παραβιάσεις τόσο της νομοθεσίας περί φαρμάκων, όσο και της νομοθεσίας περί προσφορών, καθώς και παρατυπίες στην εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών. Αναλύονται, μάλιστα, οι παραβιάσεις με αναφορά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ. διπλανή στήλη). Σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις από τις παραβιάσεις της νομοθεσίας αναφέρεται ότι «στην εγκύκλιο της 18ης Φεβρουαρίου 2004 οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, τόνιζαν ότι σε περιπτώσεις παραβιάσεων της νομοθεσίας οι παραβάτες θα καταγγέλλονται και θα εφαρμόζονται αυστηρώς οι πρόνοιες της νομοθεσίας που μπορεί να επισύρουν διοικητικό πρόστιμο από το Συμβούλιο Φαρμάκων μέχρι £25.000, με £200 για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης και ανάκληση ή αναστολή της άδειας κυκλοφορίας. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω πολιτικής υπήρξε, και εξακολουθεί να υπάρχει, πρωτοφανής για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αυστηρότητα στην επιβολή της νομοθεσίας για την εγγραφή φαρμάκων, οδηγώντας σε περιορισμό του αριθμού των εγγεγραμμένων φαρμάκων και συρρικνώνοντας επικίνδυνα τον αριθμό φαρμάκων που είχαν άδεια κυκλοφορίας για την ιδιωτική αγορά. Ακολούθως, ο κ. Μολέσκης κάνει αναφορά σε σημείο της έκθεσης της Γενικής Ελέγκτριας, η οποία αναφέρει στη σελ. 11 «. από τα 2207 φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα στην Κύπρο, τα 1540, που αφορούν σε παλιά φάρμακα έχουν ληγμένη άδεια κυκλοφορίας, επειδή δεν είναι δυνατό να προσκομιστούν τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για την ανανέωση των αδειών τους». Ευθύνες στο διευθυντή Ο διευθυντής Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, συνεχίζει ο κ. Μολέσκης, όφειλε να γνωρίζει και να προβλέψει τις επιπτώσεις της πιο πάνω πρακτικής. Παρ' όλα αυτά, σε συνεργασία με ανώτερη φαρμακευτική λειτουργό (αναφέρεται το όνομα) ακολουθείτο μια καθαρά τυπική γραφειοκρατική προσέγγιση και επιμονή σε αδικαιολόγητα αυστηρή εφαρμογή του γράμματος του νόμου γνωρίζοντας ότι, στις χώρες της Ε.Ε. και ειδικότερα στα νέα κράτη-μέλη ακολουθείτο μια ευέλικτη πολιτική και πρακτική προσέγγιση βάσει της οποίας δεν προβάλλονταν εμπόδια στην κυκλοφορία φαρμάκων με παλιές άδειες κυκλοφορίας, που ήταν αποδεδειγμένης ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Θα πρέπει να τονιστεί, υπογραμμίζεται στην έκθεση, ότι η πολιτική αυτή ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτήν που ακολουθείτο για την εξασφάλιση φαρμάκων για το δημόσιο τομέα, όπου δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να έχει άδεια κυκλοφορίας ένα φάρμακο για να αγοραστεί μέσω της διαδικασίας ανοικτών προσφορών ή συνοπτικών διαδικασιών.». «Έτσι εκτοξεύτηκαν στα ύψη οι τιμές Η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ πολιτική που ακολουθείτο από το διευθυντή Φαρμακευτικών Εταιρειών, πέραν της δραστικής μείωσης φαρμάκων που προκάλεσε, εκτόξευσε τα κονδύλια αγοράς φαρμάκων στα ύψη. Αναφέρεται συγκεκριμένα στην έκθεση: «Ο διευθυντής Φαρμακευτικών Υπηρεσιών σε συνεργασία με την ανώτερη φαρμακευτική λειτουργό (το όνομα της αναφέρεται σε αρκετά σημεία της έκθεσης) προχώρησε σε επιλεκτικά αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου, οδηγώντας σε δραστική μείωση των φαρμάκων με άδεια κυκλοφορίας και παράλληλα, με ιδιαίτερη χαλαρότητα μέσω του δημόσιου τομέα, προωθούσε την αγορά φαρμάκων που ποτέ προηγουμένως δεν είχαν κυκλοφορήσει στην Κύπρο. Σημειώνεται ότι για την αγορά των φαρμάκων αυτών, έγινε χρήση σε υπέρμετρο βαθμό των συνοπτικών διαδικασιών που προβλέπει ο νόμο προς όφελος δύο εταιρειών, της BrainVibes Ltd και της Astro Med Services Ltd. Η πιο πάνω αντιφατική πολιτική, να υπάρχει δηλαδή υπέρμετρη αυστηρότητα στην εγγραφή και κυκλοφορία φαρμάκων στην ιδιωτική αγορά και την ίδια στιγμή, να εξαιρούνται από τις πρόνοιες της νομοθεσίας οι αγορές του δημοσίου, ώθησαν όπως ήταν φυσιολογικό, στη συρρίκνωση του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς το δημόσιο τομέα για να εξασφαλίσουν τα φάρμακά τους, που δεν ήταν πλέον διαθέσιμα στην ιδιωτική αγορά. Ένας σημαντικός παράγοντας που επίσης οδήγησε στη συρρίκνωση του ιδιωτικού τομέα οφείλεται και στην αυθαίρετη αύξηση της γκάμας των φαρμάκων που υπήρχαν διαθέσιμα στα κυβερνητικά φαρμακεία, χωρίς καμιά ορθολογιστική προσέγγιση και χωρίς να ακολουθούνται οι σωστές διαδικασίες. Δηλαδή, δεν εξασφαλίζονταν εγκρίσεις από την Επιτροπή Φαρμάκων, που είναι το αρμόδιο όργανο να αποφασίζει τα φάρμακα στα κρατικά νοσηλευτήρια, αλλά αποφάσιζε από μόνος του ο διευθυντής Φαρμακευτικών Υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα ήταν, όπως ήταν αναμενόμενο, η εκτόξευση των κονδυλίων στα σημερινά ύψη και η αύξηση της ζήτησης από τους ασθενείς, λόγω της ευκολίας εξασφάλισης σχεδόν παντός φαρμάκου». Στο σημείωμα του κ. Μολέσκη στο Υπουργικό Συμβούλιο γίνεται αναφορά σε διασπάθιση δημοσίου χρήματος και αναφέρεται ότι το κονδύλι για την αγορά φαρμάκων εκτοξεύτηκε στα £42.8 εκ. σημειώνοντας υπέρβαση £12.8 εκ. Ειδικότερα, το κονδύλι παρουσίασε αύξηση 179% συνολικά, ή πέραν του 30% ετησίως.» «ΕΚΘΕΣΗ - ΠΟΤΑΜΟΣ Ερωτήματα για εξετάσεις, διορισμούς ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ στην έκθεση Μολέσκη αναφέρεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 82 της νέας νομοθεσίας (περί φαρμάκων) για να εξασφαλίσει κάποιος άδεια χονδρικής πώλησης, πρέπει μεταξύ άλλων: (α) Να έχει δύο τουλάχιστον χρόνια πείρα στο χονδρικό/λιανικό εμπόριο όταν είναι απόφοιτος εξατάξιας σχολής. Στην περίπτωση του διευθυντή της BrainVibes Ltd (σημείωση, μαζί με την Astro Med Services Ltd., όπως διαπιστώθηκε από την έρευνα, έτυχαν ευνοιοκρατικής μεταχείρισης από το διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, Λούη Παναγή) δόθηκε η άδεια χωρίς να έχει την απαιτούμενη πείρα. (β) Να έχει παρακαθήσει επιτυχώς στις εξετάσεις. Δημιουργούνται ερωτηματικά, σημειώνει ο κ. Μολέσκης, αναφορικά με το αδιάβλητο των εξετάσεων στην περίπτωση του διευθυντή της BrainVibes Ltd δεδομένου ότι οι ερωτήσεις για το γραπτό από τουλάχιστον δύο μέλη της Επιτροπής (αναφέρονται τα ονόματα δύο ανώτερων φαρμακευτικών λειτουργών) είχαν δοθεί στη ιδιαιτέρα του διευθυντή (Φαρμακευτικών Υπηρεσιών) 1-3, μέρες προηγουμένως, λόγω υποχρεώσεών τους στο εξωτερικό. Σημειώνεται ότι η πρακτική είναι να δίνονται οι ερωτήσεις και να δακτυλογραφείται το γραπτό την ίδια μέρα των εξετάσεων. Κίκα Κασινίδου» Αποτελεί κοινό τόπο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εναγομένη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος (στη συνέχεια η εφημερίδα). Η δε εναγομένη 2, επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, κατά τον ίδιο χρόνο ήταν υπεύθυνη για τη διανομή της εφημερίδας. Τέλος, τον επίδικο χρόνο οι εναγόμενοι 3 και 4 ήταν δημοσιογράφοι στην εφημερίδα και υπάλληλοι της εναγομένης
- Σε σχέση με τους ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ενάγουσα εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη εταιρεία που ασχολείτο με εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων και ο ενάγων 2 ήταν ο διευθυντής και μοναδικός μέτοχος τούτης. Η κυκλοφορία της εφημερίδας αποκαλύπτεται από τα τεκμήρια 4, 5 και 6, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Την 15.05.2006 πωλήθηκαν 15.879 αντίτυπα, την 16.05.2006 πωλήθηκαν 15.290 αντίτυπα και την 17.05.2006 πωλήθηκαν 18.334 αντίτυπα. Επιπλέον, αναμφισβήτητο είναι ότι η εφημερίδα δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο, καθώς ότι τα επίδικα δημοσιεύματα κυκλοφόρησαν τοιουτοτρόπως. Εν τούτοις, καμία μαρτυρία προσδιορίζει το εύρος της διαδικτυακής κυκλοφορίας των επίδικων δημοσιευμάτων. Πριν τη δημοσίευση των επίδικων άρθρων, δηλαδή των τεκμηρίων 1, 2 και 3, την επικαιρότητα απασχόλησαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες του κράτους. Συγκεκριμένα, ο βουλευτής Σιζόπουλος προέβη σε καταγγελίες αναφορικά με το διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών και τη λειτουργία του σχετικού τμήματος. Λόγω των καταγγελιών την 13.04.2005 το Υπουργικό Συμβούλιο διόρισε ερευνώντα λειτουργό. Ο λειτουργός που διορίστηκε είναι ο κος Μολέσκης. Οι όροι εντολής που έλαβε αναφέρονται στο πόρισμα που ετοίμασε, το οποίο ας σημειωθεί ότι ολοκληρώθηκε πριν την 25.08.2005, ημερομηνία που κατατέθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο. Το πόρισμα προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Εις επίμετρον, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 16, αρχικά τεκμήριο Α προς αναγνώριση, είναι ακριβές αντίγραφο μέρους του πορίσματος, συγκεκριμένα του μέρους που αφορά τους ενάγοντες. Στην πρώτη σελίδα των δύο αυτών τεκμηρίων, τεκμήρια 12 και 16, αναγράφονται οι όροι εντολής που έλαβε ο ερευνών λειτουργός από το Υπουργικό Συμβούλιο. Τούτοι έχουν ως ακολούθως· «Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε στις 13/04/2005 (αρ. απόφασης 61.878) «. να διορίσει τον κ. Ανδρέα Μολέσκη, Γενικό Διευθυντή στο Γραφείο Προγραμματισμού, ως Ερευνώντα Λειτουργό, για να διεξαγάγει έρευνα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από το Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, κ. Λούη Παναγή, τα οποία σχετίζονται μεταξύ άλλων και με τα ακόλουθα: α) Τη μεροληπτική μεταχείριση υπέρ συγκεκριμένων εταιρειών, τη BrainVibes Ltd και την Astro Med Services Ltd, σε βάρος άλλων (με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία δυνατό να μην δικαιούνται να τύχουν άδειας κυκλοφορίας ή εμπορίας φαρμακευτικών σκευασμάτων). β) Τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος. γ) Την παραβίαση κανονισμών και νόμιμων διαδικασιών για την προμήθεια ιατροφαρμακευτικού υλικού. δ) Την ενδεχόμενη απειλή της δημόσιας υγείας.»» Είναι παραδεχτό γεγονός ότι το πόρισμα δεν δημοσιεύτηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά παραπέμφθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Επιπλέον, χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε και το γεγονός πως παρ' ότι οι ενάγοντες ζήτησαν το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού, ουδέποτε τους δόθηκε. Περί τούτου αποκαλυπτική είναι η επιστολή ημερομηνίας 12.09.2005 (βλ. τεκμήριο 8), που έλαβε ο δικηγόρος των εναγόντων από το Υπουργείο Υγείας. Ό,τι προκύπτει από το τεκμήριο 8 είναι πως σε προηγούμενη ημερομηνία, 06.09.2005, οι ενάγοντες ζήτησαν, μέσω του συνηγόρου τους, το πόρισμα. Με την απαντητική επιστολή, τεκμήριο 8, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι ζητήθηκε και αναμενόταν η νομική συμβουλή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Εν τούτοις, το Υπουργείο Υγείας ουδέποτε επανήλθε και δεν απάντησε στο αίτημα. Ακολούθως, οι ενάγοντες αποτάθηκαν εκ νέου, αυτή τη φορά στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου. Σχετικές είναι οι επιστολές 26.07.2012 και 04.09.2012 (βλ. τεκμήρια 9Α και Γ). Παρ' ότι με αυτές τις επιστολές πληροφορούσαν το γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου ότι το πόρισμα ήταν αναγκαίο για την προώθηση της αγωγής που καταχώρισαν, εν τούτοις η απάντηση ήταν αρνητική (βλ. τεκμήρια 9Β και Δ). Σε σχέση με το κλίμα που ακολούθησε τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων κάποια συμπεράσματα προκύπτουν από τα τεκμήρια 13, 14 και 15, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών, κος Λούης Παναγή, προσήχθη ενώπιον Δικαστηρίου όπου του απαγγέλθηκαν βαρύτατες κατηγορίες, ήτοι κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό. Σχετικό είναι το κατηγορητήριο που αντιμετώπισε (βλ. τεκμήριο 13), το οποίο καταχωρίστηκε την 07.12.
- Εν τούτοις, γεγονός είναι ότι ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών αθωώθηκε και απαλλάγηκε των κατηγοριών από το στάδιο της εκ πρώτης όψεως. Τούτο επιμαρτυρείται από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε την 11.11.2011 (βλ. τεκμήριο 14). Αντιμετώπισης έτυχε και η ενάγουσα
- Όπως αποκαλύπτεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 31/07 (βλ. τεκμήριο 15), την 25.10.2006 η Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων απεφάσισε τη στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής της ενάγουσας «σε μελλοντικούς διαγωνισμούς του δημοσίου, που οδηγούν σε ανάθεση σύμβασης, για περίοδο 2 ετών». Η σχετική απόφαση της επιτροπής ακυρώθηκε με την προαναφερόμενη προσφυγή. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από παραδοχές στα δικόγραφα, δηλώσεις συνηγόρων ή μαρτυρία που παρέμεινε αναμφισβήτητη. Ως εκ τούτου, όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της αξίωσης οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες. Η πρώτη μάρτυρας, Ηρώ Φουντά (ΜΕ1), είναι λειτουργός στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Ως δεύτερος μάρτυρας κλήθηκε ο ενάγων 2 (στη συνέχεια ο Παττίχης) και τελευταίος μάρτυρας ο Ανδρέας Σάββα, εσωτερικός λογιστής της ενάγουσας 1 (στη συνέχεια ο λογιστής). Εκ μέρους της υπεράσπισης κλήθηκαν ο Σωτήρης Κωνσταντίνου (ΜΥ1), λειτουργός στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου και η εναγομένη 3 (στη συνέχεια η δημοσιογράφος). Αναφέρω από τώρα ότι η μαρτυρία των δύο λειτουργών, δηλαδή της λειτουργού στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (ΜΕ1) και του λειτουργού στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου (ΜΥ1), δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Αυτό γιατί η σχετική μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε και έχει ενσωματωθεί πλήρως στις διαπιστώσεις που προηγήθηκαν. Η θέση των εναγόντων μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον Παττίχη. Είναι η θέση τους ότι όλα όσα αναφέρονται στο πόρισμα Μολέσκη είναι ψευδή και ανυπόστατα. Ο Παττίχης υποστήριξε ότι το πόρισμα διαπνέεται από μεροληψία και κακοπιστία. Αυτό, ανέφερε, διαπιστώνεται από το γεγονός ότι ενώ στο πλαίσιο της έρευνας ο ερευνών λειτουργός τους κάλεσε και τους απηύθυνε πέντε μόλις ερωτήσεις, εκ των οποίων ουδεμία είχε σχέση με οποιαδήποτε συγκεκριμένη ανάθεση σύμβασης, το πόρισμα καταπιάστηκε με αριθμό συμβάσεων και μάλιστα κατέληξε ότι υπήρξε προνομιακή μεταχείριση από την οποία επωφελήθηκαν οι ενάγοντες. Οι ερωτήσεις που τους υπέβαλε ο ερευνών λειτουργός προκύπτουν από το τεκμήριο 7, δηλαδή την απαντητική επιστολή που οι ενάγοντες απέστειλαν στον ερευνώντα λειτουργό μέσω του συνηγόρου τους. Ως εκ των πιο πάνω, υποστήριξε ο Παττίχης, ο ερευνών λειτουργός ουδέποτε ζήτησε τη θέση τους για εκείνο που απασχόλησε την έρευνα και αποτέλεσε τη βάση των συγκεκριμένων συμπερασμάτων, γεγονός που αποδεικνύει την κακοπιστία και μεροληψία του. Επιπλέον, αν τα συμπεράσματα του ερευνώντος λειτουργού ήταν ορθά, θα έπρεπε, έξι και πλέον έτη μετά την έκδοση του πορίσματος, να τους προσάψουν κατηγορίες ή έστω να κληθούν από την αστυνομία για ανάκριση. Εν τούτοις, τίποτα από όλα αυτά έλαβε χώρα. Είναι η θέση του Παττίχη πως κάθε ένα των δημοσιευμάτων αλλά και όλα μαζί ως σύνολο, ως επίσης το πόρισμα Μολέσκη, δυσφημούν την εταιρεία και τον ίδιο. Προσάπτουν σε αυτούς βαρύτατες κατηγορίες, ποινικές και ηθικές. Αφήνουν να νοηθεί ότι έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης και ότι με αυτό τον τρόπο συνέδραμαν και επωφελήθηκαν από διασπάθιση δημόσιου χρήματος. Τους παρουσιάζουν ανίκανους και ανέντιμους, ως επίσης υπαίτιους για την όλη κατάσταση. Δοθέντος όλων των πιο πάνω είναι η θέση του Παττίχη πως η εφημερίδα και οι δύο δημοσιογράφοι λειτούργησαν κακόπιστα και κακόβουλα εφόσον ουδέποτε απευθύνθηκαν στον ίδιο ή την εταιρεία, ώστε να λάβουν τη δική τους θέση. Αυτό παρ' ότι με απλή ανάγνωση του πορίσματος είναι ηλίου φαεινότερον πως οι ενάγοντες, εταιρεία και Παττίχης, δεν ερωτήθηκαν σε σχέση με τις κατηγορίες που τους προσάπτονται. Εν ολίγοις, υποστηρίζει ο Παττίχης, δημοσίευσαν βαρύτατες κατηγορίες, ποινικής και ηθικής χροιάς, χωρίς όμως να αναζητήσουν τη θέση των προσώπων που κατηγορούνταν. Επιπλέον, η εφημερίδα και οι δύο δημοσιογράφοι δεν προχώρησαν σε διερεύνηση του θέματος ώστε να διαπιστώσουν κατά πόσο τα συμπεράσματα του πορίσματος ήταν έγκυρα, βάσιμα και ορθά. Είναι λοιπόν η θέση των εναγόντων ότι η συμπεριφορά της εφημερίδας και των δημοσιογράφων είναι κακόβουλη και πόρρω απέχει από σοβαρή και έγκυρη δημοσιογραφία. Στο ίδιο πλαίσιο διατείνεται πως τα επίδικα άρθρα προκάλεσαν ζημία, τόσο στην υπόληψη των εναγόντων όσο και στην οικονομική τους κατάσταση. Ο λογιστής της εταιρείας κλήθηκε για να επεξηγήσει αυτήν ακριβώς τη ζημία που ο Παττίχης ισχυρίστηκε ότι υπέστησαν οι ενάγοντες. Προσκόμισε στο Δικαστήριο έκθεση και οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2004 μέχρι και 2007 (βλ. τεκμήρια 10Α και Β). Επιπλέον, ετοίμασε κατάλογο για τα έτη 2004 μέχρι και 2007 που αποκαλύπτει πόσες συμβάσεις ανατέθηκαν και τι ποσά εισέπραξε η εταιρεία από αυτές τις συμβάσεις (βλ. τεκμήρια 11Α μέχρι και Γ). Τούτα τα τεκμήρια παρουσιάζουν φθίνουσα οικονομική πορεία και είναι με αυτό τον τρόπο που οι ενάγοντες προώθησαν τη θέση ότι πλήγηκαν οικονομικά. Στον αντίποδα η δημοσιογράφος έδωσε έμφαση στο κλίμα που επικρατούσε το χρόνο δημοσίευσης του άρθρου που η ίδια συνέταξε. Περιορίστηκε στο τεκμήριο 3 εφόσον υποστήριξε ότι δεν έχει σχέση με τα τεκμήρια 1 και
- Όπως ανέφερε, δεν συνεννοήθηκε με το συνάδελφό της για τη δημοσίευση των τεκμηρίων 1 και 2 και ούτε ανέγνωσε τούτα προτού δημοσιευθούν. Επεξήγησε περαιτέρω ότι η ίδια ασχολείται με ρεπορτάζ που αφορά θέματα υγείας ενώ ο εναγόμενος 4 ασχολείται με αστυνομικό ρεπορτάζ. Ήταν η θέση της πως τα τρία άρθρα, τεκμήρια 1, 2 και 3, δεν έχουν κοινή βάση και επιλαμβάνονται διαφορετικών πτυχών του ζητήματος. Επιπλέον, η δημοσιογράφος δέχθηκε ότι δεν επικοινώνησε με τους ενάγοντες πριν τη δημοσίευση του τεκμηρίου
- Ο λόγος, υποστήριξε, είναι γιατί έκρινε πως δεν υπήρχε οτιδήποτε που έχρηζε επιβεβαίωσης και αυτό γιατί το έγγραφο που είχε στα χέρια της ήταν επίσημο κρατικό έγγραφο το οποίο είχε κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο. Αν και δεν αποκάλυψε την πηγή από την οποία έλαβε το πόρισμα, υποστήριξε ότι επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα τούτου. Εφόσον εκείνο που ήθελε να εξυπηρετήσει με τη δημοσίευση πτυχών του πορίσματος ήταν η ενημέρωση του κοινού για την εξέλιξη ενός θέματος που απασχόλησε έντονα την επικαιρότητα, έκρινε ότι δεν επιβαλλόταν επικοινωνία με τους ενάγοντες. Ανέφερε όμως πως αν οι ενάγοντες επικοινωνούσαν μαζί της ή με την εφημερίδα μετά τη δημοσίευση του τεκμηρίου 3, σαφώς και θα προωθούσε την αντίθετη άποψη. Ήταν όμως η θέση της ότι οι ενάγοντες δεν επικοινώνησαν με την ίδια ή την εφημερίδα μετά την κυκλοφορία του τεκμηρίου
- Εν κατακλείδι, η δημοσιογράφος υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τους ενάγοντες και ότι δεν είχε κανένα λόγο, προσωπικό ή άλλο, να πλήξει την υπόληψη και ακεραιότητά τους. Μοναδικός στόχος της ήταν η ενημέρωση του κοινού. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Έχω αναφέρει ήδη ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1 έχει ενσωματωθεί στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί η μαρτυρία τους ουδόλως αμφισβητήθηκε. Αν σε αυτό το στάδιο χρειάζεται να ειπωθεί κάτι για τον εγγενή χαρακτήρα αυτής της μαρτυρίας, είναι πως ουδεμία αμφιβολία έχω ότι το περιεχόμενο τούτης είναι ορθό και αληθή. Οι δύο αυτοί μάρτυρες (ΜΕ1 και ΜΥ1) είναι απαλλαγμένοι συμφέροντος και η μαρτυρία τους συνίσταται σε μεταφορά γεγονότων που γνωρίζουν λόγω της θέσης που κατέχουν και τίποτα περαιτέρω. Η δε μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που προσκόμισαν. Θετικότατη είναι η εντύπωση που μου έκανε και η δημοσιογράφος. Κύριο γνώρισμα της μαρτυρίας της είναι ο αυθορμητισμός και η ειλικρίνεια με την οποία απάντησε κάθε ερώτηση που της τέθηκε. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι χωρίς περιστροφές και χωρίς ίχνος ενδοιασμού ανέφερε ότι δεν επικοινώνησε με τους ενάγοντες και αυτό γιατί το πόρισμα που είχε στην κατοχή της ήταν επίσημο έγγραφο και στόχος της ήταν η ενημέρωση του κοινού αναφορικά με το περιεχόμενο του πορίσματος. Αυτή η θέση εκμηδενίζει τις αιτιάσεις των εναγόντων ότι από το πόρισμα προέκυπτε πως αμφισβητείτο η αξιοπιστία του ερευνώντος λειτουργού. Για τη δημοσιογράφο ζητούμενο δεν ήταν ο λειτουργός αλλά το αποτέλεσμα του πορίσματος. Αυτό δεν το απέκρυψε η μάρτυρας, στοιχείο που αναδεικνύει τον ανεπιτήδευτο χαρακτήρα της μαρτυρίας της. Η ειλικρίνεια της μάρτυρος αποκαλύπτεται και από την απόσταση που τήρησε στην υποβολή ότι τα επίδικα άρθρα συνιστούν λίβελλο. Επί του προκειμένου απάντησε «δεν έχω τίποτα να πω». Πέραν των πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα πριν το χρόνο έκδοσης των επίδικων δημοσιευμάτων, δηλαδή οι καταγγελίες Σιζόπουλου και οι ενέργειες του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως και τα αποτελέσματα των ερευνών, δηλαδή ότι ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν. Καταλήγω λοιπόν ότι η δημοσιογράφος ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ότι απεκάλυψε στο Δικαστήριο τους πραγματικούς λόγους που την ώθησαν στη δημοσίευση του τεκμηρίου
- Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η θετική αξιολόγηση της δημοσιογράφου δεν πρέπει να εκληφθεί και ως αποδοχή ή υιοθέτηση τυχόν συμπερασμάτων που προώθησε με τη μαρτυρία της. Φερειπείν το ερώτημα αν όφειλε ή μή να λάβει τη θέση των εναγόντων πριν τη δημοσίευση του τεκμηρίου 3, δεν είναι αμιγώς πραγματικό ζήτημα, είναι και νομικό. Ως εκ τούτου, θα απασχολήσει στη συνέχεια, ενώ εδώ αρκεί να λεχθεί ότι δεν απαντάται απλώς και μόνο επειδή η δημοσιογράφος κρίθηκε αξιόπιστη. Το γεγονός ότι οι επεξηγήσεις της μάρτυρος κρίθηκαν γνήσιες και αληθής δεν ολοκληρώνει τη σχετική διερεύνηση. Για την ώρα παρατηρώ ότι το κίνητρο της μάρτυρος πίσω από τη δημοσίευση του τεκμηρίου 3 ήταν η ενημέρωση του κοινού και όχι εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού. Διαπιστώνω λοιπόν ότι η δημοσιογράφος δεν διακατεχόταν από έχθρα, κακοβουλία ή κακοπιστία, έναντι των εναγόντων. Μαρτυρία που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο δεν προσκομίστηκε και εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας, η οποία αρνήθηκε τέτοιο ισχυρισμό, κρίθηκε αξιόπιστη. Επιπλέον, ως ορθή δέχομαι και την άλλη θέση της δημοσιογράφου, δηλαδή ότι η συμμετοχή της περιορίζεται στο τρίτο μόνο δημοσίευμα, ήτοι το τεκμήριο
- Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι η θέση της πως δεν γνώριζε το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 2 πριν τη δημοσίευση τούτων, τα οποία όμως ενδεχομένως να ανέγνωσε εκ των υστέρων, δεν πλήγηκε και υποστηρίζεται, εμμέσως, από το γεγονός ότι άλλος είναι ο δημοσιογράφος που συνέταξε τούτα, δηλαδή ο εναγόμενος 4, και ότι ο τελευταίος ασχολείται με άλλου είδους ρεπορτάζ, ήτοι αστυνομικό. Αληθής κρίνω ότι είναι και η μαρτυρία του λογιστή. Σκοπός της μαρτυρίας του ήταν η απόδειξη της φθίνουσας οικονομικής πορείας που είχε η εταιρεία μετά τη δημοσίευση των επίδικων άρθρων. Αυτή η οικονομική κατάσταση επιβεβαιώνεται από το σύνολο των τεκμηρίων 10 και
- Η κατάρτιση τούτων των τεκμηρίων και η ορθότητα των εκεί αναφερομένων δεν πλήγηκε από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, δέχομαι ότι ο τζίρος της εταιρείας και οι συμβάσεις που της ανατέθηκαν είναι ως φαίνεται στα τεκμήρια 10 και
- Εν ολίγοις, δέχομαι ότι τα έσοδα της εταιρείας τα έτη 2006 και 2007 ήταν πολύ λιγότερα από τα έτη 2004 και
- Επιπλέον διαπιστώνω ότι μεταξύ των ετών 2006 και 2007 ανατέθηκαν στην εταιρεία λιγότερες συμβάσεις απ' ότι τα έτη 2004 και
- Εν τούτοις, διευκρινίζω ότι δεν αποδέχομαι το συμπέρασμα των εναγόντων ότι το δημοσίευμα είναι εκείνο που οφείλεται για τη φθίνουσα πορεία που ακολούθησε η εταιρεία. Γεγονός είναι ότι μετά το Μάιο του 2006, δηλαδή το μήνα που δημοσιεύτηκαν τα επίδικα άρθρα, οι συμβάσεις που ανατέθηκαν στην εταιρεία μειώθηκαν και συνακόλουθα μειώθηκαν και τα έσοδα τούτης. Έχω όμως την άποψη ότι αυτό και μόνο το στοιχείο δεν αποδεικνύει οτιδήποτε. Όπως επεξηγήθηκε από τον Παττίχη οι συμβάσεις ανατίθοντο δυνάμει προσφοράς. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε σχετικά με τις προσφορές που υπέβαλε η εταιρεία τα έτη 2006 και 2007, ποιο ήταν το σύνολο των συμβάσεων που δημοσιεύτηκαν, σε ποιον κατακυρώθηκε η σύμβαση και ποια ήταν η τιμή που τούτος πρόσφερε συγκριτικά με εκείνη που πρόσφεραν οι ενάγοντες. Μόνο μετά από απάντηση των πιο πάνω θα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι για κάποιο λόγο, ενδεχομένως λόγω της δημοσίευσης, οι ενάγοντες αποκλείστηκαν αδικαιολόγητα και αυτό παρ' ότι είχαν την καλύτερη τιμή. Επιπλέον, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι τον Οκτώβριο του 2006 η εταιρεία στερήθηκε του δικαιώματος συμμετοχής σε διαγωνισμούς του δημοσίου μετά από απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων. Από αυτό και μόνο είναι πρόδηλο ότι μετά την απόφαση της επιτροπής και μέχρι την 07.12.2007, ημερομηνία που ακυρώθηκε η απόφαση, δεν ανατέθηκαν στην εταιρεία οιεσδήποτε συμβάσεις. Αυτή η διαπίστωση επεξηγεί το λόγο που επιβαρύνθηκε η οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Για καθ' ένα από τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύει ότι η δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας προκλήθηκε από τα επίδικα δημοσιεύματα. Ο Παττίχης δεν άφησε και τις καλύτερες εντυπώσεις. Αν και σε τέτοιου είδους υποθέσεις σύνηθες είναι ο ενάγων να νοιώθει και να εκφράζεται έντονα, αυτό λόγω του ότι θεωρεί το δημοσίευμα δυσφημιστικό, στην προκείμενη περίπτωση έκδηλη ήταν η πρόθεση του μάρτυρα να μηδενίσει κάθε τι αντίθετο από εκείνο που ο ίδιος υποστήριζε και να απορρίψει το σύνολο των θέσεων που του τέθηκαν. Η όλη στάση του έδωσε την εντύπωση ότι μοναδικός στόχος του δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας, ως μέσο δικαίωσης, αλλά μόνο η προώθηση προσωπικών του συμφερόντων. Ενδεικτικά υποδεικνύω ότι σε μια προσπάθεια διερεύνησης της αξιοπιστίας του, η υπεράσπιση έθεσε αριθμό ερωτημάτων αναφορικά με την ακολουθητέα από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες συνοπτική διαδικασία ανάθεσης σύμβασης. Σε αυτές τις ερωτήσεις επικαλέστηκε αμνησία λόγω δυστυχήματος που είχε πριν την ακροαματική διαδικασία. Εν τούτοις, στη συνέχεια η αμνησία εξαφανίστηκε και για τα ίδια ή παραπλήσια ζητήματα είχε άποψη και μάλιστα έντονη. Επιπλέον, η μαρτυρία του διαχέεται από αοριστολογία, ασάφεια και αντίφαση. Ενδεικτικό είναι ότι αρνήθηκε να συμφωνήσει ακόμη και για αυτό το μήνα σύστασης της ενάγουσας εταιρείας. Από την άλλη, παρ' ότι ρητά ανέφερε πως πρόθεση της ενάγουσας ήταν να διεισδύσει στην αγορά κάνοντας γνωστά τα φάρμακα που εισήγαγε μέσω των διαδικασιών του δημοσίου, με την αντεξέταση αποκαλύφθηκε ότι δεν γνώριζε τις διαδικασίες των διαγωνισμών και μάλιστα παραδέχθηκε ότι ούτε όταν σύστηνε την ενάγουσα γνώριζε τούτες. Όταν του υποδείχθηκε η αντίφαση αναίρεσε την προηγούμενη θέση του και ανέφερε ότι γνώριζε τις διαδικασίες, ενώ στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε σε σχέση και με την άλλη θέση λέγοντας ότι πρόθεση της ενάγουσας δεν ήταν να δραστηριοποιηθεί μόνο στις συνοπτικές διαδικασίες. Έχω την αίσθηση ότι η αντίφαση και η αοριστολογία στη μαρτυρία του Παττίχη δεν επιτρέπει υιοθέτηση τούτης. Πέραν όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί και πιο πάνω αναφέρονται, εκείνο που δέχομαι από τη μαρτυρία του Παττίχη είναι την παραδοχή του ότι του ανατέθηκαν αρκετές συμβάσεις συνοπτικής διαδικασίας και ότι ο ίδιος και η ενάγουσα δεν διώχθηκαν ποινικά και δεν κλήθηκαν για κατάθεση σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στις φαρμακευτικές υπηρεσίες. Όπως έχει λεχθεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης διαπιστώνεται άμα ο ενάγων αποδείξει· (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό· (β) ότι αναφερόταν στον ίδιο· και (γ) ότι δημοσιεύτηκε (βλ. σελίδα 62 του συγγράμματος των κυρίων Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις). Πριν όμως τη διερεύνηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος επιβάλλεται να αποφασιστεί κατά πόσο τα τρία άρθρα, τεκμήρια 1 έως 3, πρέπει να εξεταστούν ως ενιαίο σύνολο ή το καθ' ένα ξεχωριστά. Η ανάγκη τέτοιας απόφασης υποδεικνύεται στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. ν. Βασιλείου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 683,
- Θέση των εναγόντων είναι πως τα τρία άρθρα επιβάλλεται να ειδωθούν σωρευτικά. Στον αντίποδα, η υπεράσπιση διατείνεται πως το μόνο άρθρο που ενδιαφέρει είναι το τελευταίο χρονικά, δηλαδή το τεκμήριο
- Μάλιστα προεκτείνοντας τούτη τη θέση διατείνεται ότι η αξίωση των εναγόντων στην έκταση που αφορά τα δύο πρώτα άρθρα, τεκμήρια 1 και 2, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και αυτό γιατί δεν αναφέρεται οιοσδήποτε των εναγόντων και το περιεχόμενο τούτων δεν είναι δυσφημιστικό. Από την άλλη οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι προσδιορίζονται στο τελευταίο άρθρο, τεκμήριο 3, το οποίο τους κατονομάζει και αφήνει να νοηθεί ότι οι έρευνες που αναφέρονται στα δύο πρώτα άρθρα εκείνους είναι που αφορούν. Ομολογώ ότι αμφότερες οι θέσεις είναι ελκυστικές όσο και ενδιαφέρουσες και βρίσκουν έρεισμα στο δίκαιο. Εν πρώτοις, είναι βασική αρχή ότι τα συστατικά στοιχεία της δυσφήμισης, εν προκειμένω ο δυσφημιστικός χαρακτήρας και ο στιγματισμός του ενάγοντα, είναι σύνηθες να διαπιστώνονται στο κείμενο που εγκαλείται, ως αυτό είχε το χρόνο που δημοσιεύτηκε (βλ. Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση σελ. 133 «The difficulty arises from the fact that it is said that the meaning of words must be determined at the time of the publication, when the cause of action is complete»). Σχετική είναι και η ομιλία του Λόρδου Diplock στην υπόθεση Astaire v. Campling and another
(1965)3All E.R. 666, στη σελίδα 669, όπου ανέφερε ότι· «I emphasise this: the statement of fact or expression of opinion relied on as defamatory must be one which can be reasonably said to be contained in the statement in respect of which the action is brought and not merely in some other statement». Μάλιστα στην υπόθεση Astaire, πιο πάνω, η θέση του ενάγοντα ήταν ότι ακόμη και αν το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος κρινόταν αθώο, η δυσφήμιση συνίστατο στο γεγονός ότι τα δημοσιεύματα που προηγήθηκαν ήταν τέτοια, δηλαδή δυσφημιστικά, παρ' ότι εκείνα δεν υιοθετήθηκαν από τον εναγόμενο (βλ. ομιλία Λόρδου Davies στις σελίδες 667 και 668 «. but the contention on behalf of the plaintiff is that, if the alleged libel in the present case in its natural and ordinary meaning is innocent, it is nevertheless possible and permissible to impute to the words a defamatory meaning by reason of and by reference to publications by other people on other occasions. That, as it seems to me, is not permissible.»). Το Δικαστήριο απέρριψε τούτη τη θέση και προχώρησε σε διαγραφή της σχετικής παραγράφου από το δικόγραφο. Από την άλλη εξίσου σημαντική και θεμελιώδης είναι και η άλλη θέση, δηλαδή ότι ο χαρακτήρας ενός κειμένου προσδιορίζεται από τις σύγχρονες και σχετικές τούτου περιστάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο σχετική είναι η ομιλία του Λόρδου Denning στην υπόθεση Wheeler v. Somerfield
(1966)2 Q.B. 94 C.A., στη σελίδα 104. Το σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, πραγματεύεται τούτη την ομιλία στις σελίδες 128 και 129 και υποδεικνύει ότι ενίοτε η διερεύνηση του χαρακτήρα του κειμένου επιτρέπεται να εξέλθει των στενών πλαισίων τούτου και να επεκταθεί σε δημοσιεύματα που προηγήθηκαν χρονικά (It may in some cases be permissible to travel outside the bounds of the particular publication complained of to establish the context. If, for example, a weekly publication is so made up that a particular part of it becomes associated with the exposure of wrongdoing, that may make defamatory the inclusion in that part of material which would not otherwise be so). Οι περιστάσεις και οι προϋποθέσεις που διέπουν τέτοια περίπτωση επίσης αναφέρονται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω. Υποδεικνύεται εκεί ότι η χρονική εγγύτητα των δημοσιευμάτων, η συνάφεια του περιεχομένου τους και ο τρόπος με τον οποίο διασυνδέονται, είναι στοιχεία που διέπουν τη σκέψη του μέσου λογικού αναγνώστη στην προσπάθεια διαπίστωσης κατά πόσο τα δύο, ή περισσότερα, κείμενα, συνιστούν μέρος μιας ενιαίας σειράς δημοσιευμάτων (βλ. παράγραφο 3.32 υποσημείωση 346). Σε αυτή τη διεργασία δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και ο κίνδυνος που ελλοχεύει αν ήθελε αποφασιστεί ο συσχετισμός δύο άρθρων, καθ' ότι ο συντάκτης ή συγγραφέας ενός αθώου κειμένου ενδέχεται να κριθεί ένοχος λιβέλλου για γεγονότα που προέκυψαν μετά τη δημοσίευση του δικού του κειμένου και τα οποία δημοσιεύτηκαν από άλλο πρόσωπο. Εν ολίγοις, είναι οι ενέργειες τρίτου προσώπου που προσδίδουν στο πρώτο κείμενο δυσφημιστική χροιά. Όπως υπεδείχθη από τον Sir Stanley Rees στην υπόθεση Hayward v. Thompson
(1982)Q.B.47 CA, σελίδα 72, κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα κατεύθυναν τη σκέψη μου σε σχέση με το ενιαίο ή μη της εξέτασης των τριών άρθρων. Σημειώνω ότι δεν διέλαθε την προσοχή μου πως τα εν λόγω άρθρα γράφτηκαν από διαφορετικά πρόσωπα και δημοσιεύτηκαν σε διαφορετικές, εν τούτοις διαδοχικές, ημερομηνίες. Από την άλλη τα δύο πρώτα επικεντρώνονται στις έρευνες της αστυνομίας και τις σχετικές οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ενώ το τελευταίο εστιάζεται στο πόρισμα του ερευνώντα λειτουργού. Δεν παραλείπω ακόμη ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία της δημοσιογράφου διαπιστώθηκε ότι η δημοσίευση των τριών άρθρων δεν αποτελεί προϊόν συνεννόησης των εναγομένων 3 και 4. Εν τούτοις, τα πιο πάνω είναι η μία πτυχή του ζητήματος. Η άλλη συνίσταται στο πώς ο μέσος λογικός αναγνώστης μπορούσε να εκλάβει τη διαδοχική έκδοση των σχετικών άρθρων. Δεν παραγνωρίζω ότι στο φύλλο της εφημερίδας του τεκμηρίου 3 συμπεριλαμβάνεται, πέραν του επίδικου δημοσιεύματος, και τρίτο άρθρο που δημοσίευσε ο εναγόμενος 4 και σχολιάζει την εξέλιξη των ερευνών της αστυνομίας. Εν τούτοις, ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στη συνάφεια του θέματος που έχουν τα τρία επίδικα άρθρα. Υπό τις περιστάσεις είμαι της γνώμης πως κάθε λογικός αναγνώστης θα εκλάμβανε ότι το ένα άρθρο είναι συνέχεια του άλλου, εφόσον το θέμα που πραγματεύονται (οι φαρμακευτικές υπηρεσίες) είναι κοινό, εκδόθηκαν με εγγύτητα χρόνου και το ύφος του περιεχομένου είναι πανομοιότυπο. Συνακόλουθα, είμαι της γνώμης ότι ο αναγνώστης θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως οι συμβάσεις που διερευνούνταν από την αστυνομία, ως αναφέρεται στα δύο πρώτα άρθρα, είναι αυτές που ανατέθηκαν στις δύο εταιρείες που στο τελευταίο άρθρο κατονομάζονται. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα τρία άρθρα πρέπει να εξεταστούν σωρευτικά, ενώ διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε σε αδικία για τους ενάγοντες. Εν τούτοις, υποδεικνύω ότι η πιο πάνω κατάληξη περιορίζεται στην εναγομένη 1, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, και την εναγομένη 2, εταιρεία που διένειμε την εφημερίδα. Σε σχέση με τους δύο δημοσιογράφους έχω ήδη διαπιστώσει πως ουδεμία προσυνεννόηση υφίστατο. Κατ' επέκταση, κρίνω ότι άδικο είναι να επωμισθούν τυχόν ευθύνες που δυνατό να προκύψουν από σωρευτική εξέταση των τριών άρθρων, εφόσον η ευθύνη καθ' ενός περιορίζεται σε εκείνο που ο ίδιος έγραψε. Η ουσιαστική διαφορά τούτων με την εναγομένη 1, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, έγκειται στο ότι η τελευταία δημοσίευσε και προώθησε, κατ' επέκταση υιοθέτησε, το σύνολο των επίδικων δημοσιευμάτων. Με αυτό τον τρόπο αποδέχθηκε και ανέλαβε, ως ξεχωριστή νομική οντότητα, τον κίνδυνο που πάντα ελλοχεύει σε διαδοχικές δημοσιεύσεις, δηλαδή τα άρθρα να κριθούν μέρος ενός ενιαίου συνόλου. Ως εκ τούτου για τις εναγόμενες 1 και 2 τα τρία άρθρα θα εξεταστούν ως ένα ενιαίο σύνολο, ενώ για τους εναγόμενους 3 και 4 θα απασχολήσει μόνο το μέρος που αφορά τον καθένα. Ανέφερα ήδη ότι η δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει αυτή η παράμετρος του αδικήματος. Σε σχέση με το άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή κατά πόσο τα δημοσιεύματα αναφέρονται στους ενάγοντες, είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι και πάλι καταφατική. Η ανάλυση που προηγείται σε σχέση με την αντιμετώπιση που τυγχάνουν τα επίδικα δημοσιεύματα και συγκεκριμένα ότι εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο, δεν αφήνει περιθώριο άλλης κατάληξης. Εφόσον οι ενάγοντες κατονομάζονται στο τελευταίο δημοσίευμα, τεκμήριο 3, είναι αντιληπτό ότι συνειρμικά προσδιορίζονται και στα άλλα δύο δημοσιεύματα. Εν ολίγοις, εφόσον τα τρία κείμενα συνιστούν ένα σύνολο το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατονομάστηκαν στο τελευταίο δημοσίευμα συμπαρασύρει και τα άλλα δύο δημοσιεύματα, ως εάν να είχαν ρητά κατονομαστεί και σε αυτά. Κατά τον επίδικο χρόνο ο αναγνώστης εύλογα μπορούσε να θεωρήσει ότι η εταιρεία και ο διευθυντής που αναφέρονται στο τελευταίο δημοσίευμα, είναι τα ίδια πρόσωπα με εκείνα των οποίων τα συμβόλαια εξετάζονται για παρατυπίες και ατασθαλίες, ως αναφέρθηκε στα δύο πρώτα δημοσιεύματα. Συνεπώς καταλήγω ότι τα τρία δημοσιεύματα αναφέρονται στους ενάγοντες. Η διερεύνηση του χαρακτήρα ενός κειμένου αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη Πολ. Εφ. 216/08, ημερομηνίας 08.04.2011 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856. Ό,τι καθορίζει το αποτέλεσμα προκύπτει από αντιπαραβολή και εξισορρόπηση δύο εξίσου σημαντικών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης αντισταθμίζεται με εκείνο της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου. Η όλη διεργασία δεν διέπεται από ανελαστικούς κανόνες και ούτε μπορεί κανείς να προεξοφλήσει ότι το ένα δικαίωμα υπερισχύει έναντι του άλλου. Από τη μια το δικαίωμα της έκφρασης συνιστά ακρογωνιαίο λίθο δημοκρατικών και πλουραλιστικών κοινωνιών. Από την άλλη, η υπόληψη του ατόμου ως μια μονάδα μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, είναι ό,τι το προσδιορίζει και το καθιστά ισότιμο μέλος που δικαιούται να προστατευτεί από αναίτιες, ψευδείς και προσβλητικές κατηγορίες. Ως εκ τούτου, οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης είναι εκείνες που θα προσδιορίσουν το ρόλο που διαδραματίζει έκαστο των δύο δικαιωμάτων. Για να αποφασιστεί τούτο η διερεύνηση του κειμένου επεκτείνεται στο σύνολο του δημοσιεύματος και όχι απλώς σε μεμονωμένα αποσπάσματα. Στις λέξεις αποδίδεται η φυσική ερμηνεία που θα απέδιδε ο ορθά σκεπτόμενος άνθρωπος αναλογιζόμενος το χρόνο, τόπο και περιστάσεις συγγραφής του κειμένου (βλ. Χαραλάμπους ν. Βασιλείου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1395, 1400). Εν κατακλείδι, αν το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, δεν θα επιλεχθεί η δυσφημιστική χροιά (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198). Δυνάμει όλων των πιο πάνω δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το περιεχόμενο των τριών άρθρων είναι καθ' όλα δυσφημιστικό. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 και πάλι. Όπως εκεί αφήνεται να νοηθεί ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, δηλαδή ο Παττίχης, είναι με δόλιο, ανέντιμο και κατάπτυστο τρόπο που πέτυχε στις προβλεπόμενες από το νόμο εξετάσεις. Η συμπεριφορά που του αποδίδεται έγκειται εν προκειμένω στο ότι του δόθηκαν οι ερωτήσεις κάποιων εκ των θεμάτων της εξεταστικής. Πέραν αυτής της ανέντιμης συμπεριφοράς υποστηρίζεται πως ο Παττίχης δεν πληροί τα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα και συνεπώς παρουσιάζεται ανίδεος, ανίκανος και άσχετος με το εν λόγω αντικείμενο. Περαιτέρω, ρητά αναφέρεται ότι η ενάγουσα εταιρεία έτυχε ευνοιοκρατικής μεταχείρισης από το διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών, μεταχείριση η οποία αφήνεται να νοηθεί ότι συναρτάται με όσα καταλογίζονται στο διευθυντή των φαρμακευτικών, δηλαδή παραβίαση της νομοθεσίας αφενός, και διασπάθιση δημόσιου χρήματος αφετέρου. Συνεπώς, οι ενάγοντες παρουσιάζονται ως παραβάτες του νόμου, συνωμότες άλλων παραβατών, ανέντιμοι και πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες διέπονται από ευτελή και συμφεροντολογικά κίνητρα. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το επίδικο δημοσίευμα, τεκμήριο 3, δυσφημεί και πλήττει την υπόληψη των εναγόντων. Παρεμβάλλω εδώ ότι το δημοσίευμα της 17ης Μαΐου 2006, τεκμήριο 3, κρινόμενο παντοιοτρόπως, δηλαδή αυτοτελώς ή ως μέρος του συνόλου των τριών άρθρων, είναι κατάφωρα δυσφημιστικό για τους ενάγοντες. Όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν παρουσιάζουν τους ενάγοντες ως ανέντιμους και ύποπτους σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Συνεπώς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 κρίνεται δυσφημιστικό για τους ενάγοντες. Όσα αναφέρονται όμως στο τελευταίο δημοσίευμα, τεκμήριο 3, συναρτώνται με τα άλλα δύο δημοσιεύματα, ιδιαίτερα το πρώτο, τεκμήριο 1, όπου γίνεται λόγος για έρευνες που επίκεινται και οι οποίες επικεντρώνονται σε συμβόλαια των οποίων η ανάθεση ενδέχεται να είναι ύποπτη για διασπάθιση δημόσιου χρήματος, παραβίαση νομοθεσίας και διαδικασιών και πολύ περισσότερο για ευνοϊκή μεταχείριση που επέφερε σοβαρότατες επιπτώσεις στον ευρύτερο τομέα της υγείας. Είμαι της γνώμης ότι οιοσδήποτε αναγνώσει τα τεκμήρια 1 και 2 υπό το φως του περιεχομένου του τεκμηρίου 3, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ύποπτες συμβάσεις που διερευνώνται είναι αυτές που ανατέθηκαν στις δύο εταιρείες που έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης, μια εκ των οποίων η ενάγουσα που κατονομάζεται. Καταλήγω λοιπόν ότι και τα δημοσιεύματα των ημερομηνιών 15 και 16.05.2006, είναι δυσφημιστικά για τους ενάγοντες. Εν τούτοις, οφείλω να διευκρινίσω ότι αν τα τρία δημοσιεύματα δεν αναγνώζονταν ως ένα ενιαίο σύνολο, δεν θα κατέληγα στο ίδιο συμπέρασμα για τα τεκμήρια 1 και
- Επί τη υποθέσει ότι λανθάνομαι στην απόφαση για ενιαία εξέταση των τριών άρθρων, είναι υποχρέωσή μου να διευκρινίσω ότι αν εξέταζα τα τεκμήρια 1 και 2 αυτοτελώς και όχι σε συνάρτηση με το τεκμήριο 3, θα κατέληγα πως τα τεκμήρια 1 και 2 δεν προσδιορίζουν τους ενάγοντες και ούτε συνιστούν δυσφήμιση. Αφενός τα δύο αυτά άρθρα δεν αναφέρονται στους ενάγοντες και αφετέρου ο τρόπος γραφής τούτων, ιδιαίτερα η επιλογή των φράσεων «. ώστε να φανούν οι διαδικασίες .», «. αν κατέληγαν στα ίδια πρόσωπα και αν αποκλείονταν άλλοι .», καθιστά πρόδηλο ότι το πρόσωπο που τα έγραψε είναι με απέραντο σεβασμό και περισσή προσοχή για τα δικαιώματα τρίτων, εν προκειμένω των εναγόντων, που δημοσίευσε όσα εκεί αναφέρονται. Το περιεχόμενο των δύο άρθρων, τεκμήρια 1 και 2, διατυμπανίζει ότι ο συντάκτης τούτων επιτηδευμένα επιχείρησε να μην αποκαλύψει οιονδήποτε όνομα και συν τω χρόνω να καταστήσει σαφές ότι ουδείς είναι ένοχος για τις έρευνες, εφόσον ακόμη δεν ολοκληρώθηκαν. Ως εκ των πιο πάνω, τα τεκμήρια 1 και 2 αυτοτελώς εξεταζόμενα δεν συνιστούν λιβελλογράφημα και δεν προσδιορίζουν τους ενάγοντες. Αν και η πιο πάνω θέση παρατίθεται προς διευκόλυνση του Εφετείου σε περίπτωση που η παρούσα ήθελε αμφισβητηθεί, εν τούτοις καθορίζει και την τύχη της υπόθεσης αναφορικά με τον εναγόμενο
- Έχω ήδη επεξηγήσει γιατί και ποιους εναγόμενους καλύπτει η ενιαία εξέταση των τριών άρθρων. Εφόσον λοιπόν τα άρθρα που έγραψε ο εναγόμενος 4 δεν αποκαλύπτουν λίβελλο από μόνα τους και ο εν λόγω δημοσιογράφος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος στη βάση ενιαίας εξέτασης όλων των άρθρων, τεκμήρια 1, 2 και 3, μοιραία η αξίωση των εναγόντων δεν μπορεί παρά να απορριφθεί στην έκταση που τον αφορά. Η ειδοποιός διαφορά των άρθρων που δημοσίευσε ο εναγόμενος 4 με το άρθρο που δημοσίευσε η εναγομένη 3, έγκειται στο ότι όπως και αν εξεταστεί το τελευταίο· είτε ως μέρος του συνόλου είτε αυτοτελώς, πλήττει την υπόληψη των εναγόντων που ρητά προσδιορίζονται. Δοθέντων όλων των πιο πάνω, στρέφομαι να εξετάσω τις υπερασπίσεις που προωθήθηκαν. Μια από τις υπερασπίσεις που προώθησαν οι εναγόμενοι είναι εκείνη της αλήθειας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1124, η εν λόγω υπεράσπιση επιτυγχάνει εκεί όπου ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι τα γεγονότα και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα του κειμένου που εγκαλείται είναι ουσιωδώς αληθή. Επί του προκειμένου η υπεράσπιση διατείνεται ότι το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων είναι αληθές και αυτό γιατί το Υπουργικό Συμβούλιο διόρισε ερευνώντα λειτουργό, τούτος διεξήγαγε έρευνα και τα συμπεράσματα της έρευνας είναι ό,τι δημοσιεύτηκε από τους εναγόμενους. Με όλο το σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης δεν μπορώ να αποδεχθώ τη σχετική θέση. Όπως υποδεικνύεται στο άρθρο 17
(2)(α) του Κεφ. 148 «η ευθύνη την οποία υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο λόγο ότι (α) προβαίνει σε αυτή υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay)». Η σχετική διάταξη θέσπισε το γνωστό νομολογιακό κανόνα της επανάληψης (the repetition rule). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Gatley, πιο πάνω, παράγραφο 11.4, το περιεχόμενο του κειμένου πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στις ίδιες τις κατηγορίες και όχι επειδή κάποιος τρίτος τις ξεστόμισε (words must be interpreted, and the implications they contain justified, by reference to the underlying allegations of fact and not merely by reliance upon some second-hand report or assertion of them). Ως εκ των πιο πάνω οφείλω να σημειώσω ότι η διερεύνηση αυτής της υπεράσπισης δεν μπορεί να επεκταθεί στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 12 και 16, δηλαδή του πορίσματος. Ο λόγος έγκειται στο ότι το περιεχόμενο του πορίσματος είναι εκείνο που συνιστά τη δυσφήμιση που δημοσιεύτηκε από τους εναγόμενους. Κατ' επέκταση θα συνιστούσε αντινομία και θα προκαλούσε φαύλο κύκλο αν το πόρισμα χρησιμοποιείτο αφ' εαυτού για να αποδειχθεί η αλήθεια όσων εκεί αναφέρονται, τα οποία δημοσίευσαν οι εναγόμενοι και κρίθηκε ότι συνιστούν λίβελλο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας που να είναι ικανή να αποδείξει ότι· ο Παττίχης ήταν γνώστης των θεμάτων της εξεταστικής· ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τα απαιτούμενα προσόντα· ότι έτυχαν ευνοιοκρατικής μεταχείρισης· ότι σχετίζονταν με το διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών· ή ότι παραβίασαν τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Παττίχης δέχθηκε ότι αρχικά, περί το 2004, δεν είχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια. Εν τούτοις ανέφερε, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε, ότι εκείνη την περίοδο η ενάγουσα εταιρεία συνεργαζόταν με άλλη εταιρεία που ήταν κάτοχος σχετικής άδειας. Αργότερα, υποστήριξε ο Παττίχης, παρακάθισε σε εξετάσεις και έλαβε την απαιτούμενη άδεια. Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω δεν αποδεικνύουν τα σχετικά δυσφημιστικά συμπεράσματα όπως ούτε τα γεγονότα στα οποία εδράζονται. Ούτε βεβαίως η παραδοχή του Παττίχη ότι στην ενάγουσα ανατέθηκαν αρκετές συμβάσεις με συνοπτική διαδικασία οδηγεί σε συμπέρασμα ευνοϊκής μεταχείρισης. Ο λόγος έγκειται στο ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία άλλη από το διαφιλονικούμενο πόρισμα, τεκμήριο 12, που να καταδεικνύει το συνολικό αριθμό των συνοπτικών συμβάσεων, πόσες κατακυρώθηκαν στους ενάγοντες και αν την ίδια ώρα άλλοι προσφοροδότες υπέβαλαν καλύτερη προσφορά. Επιπλέον, η πορεία που ακολούθησαν οι έρευνες της αστυνομίας μετά την έκδοση του πορίσματος Μολέσκη, επιβεβαιώνει την αναμφισβήτητη θέση του Παττίχη ότι ο ίδιος και η εταιρεία ούτε για κατάθεση κλήθηκαν. Δεν παραγνωρίζω ότι στο κατηγορητήριο που αντιμετώπισε ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών οι λεπτομέρειες δύο κατηγοριών παραπέμπουν σε σύμβαση που ανατέθηκε στην ενάγουσα. Εν τούτοις αυτό και μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες ευθύνονταν ή είχαν οιαδήποτε σχέση με όσα καταλογίστηκαν στο διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Εν πάση περιπτώσει, ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών εν τέλει αθωώθηκε. Εν ολίγοις, τίποτα τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει την αλήθεια του περιεχομένου των επίδικων δημοσιευμάτων. Ως εκ τούτου η εν λόγω υπεράσπιση απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι διατείνονται ότι το δημοσίευμα, στη δοσμένη περίπτωση το σύνολο των τεκμηρίων 1, 2 και 3, αποτελεί έντιμο σχόλιο. Για να διερευνηθεί τούτη η υπεράσπιση επιβάλλεται να διαγνωσθεί το νόημα του κειμένου (βλ. Gatley, πιο πάνω, στη σελίδα 339). Ακολούθως χρειάζεται να αποφασιστεί κατά πόσο το κείμενο συνιστά σχόλιο ή παράθεση γεγονότων. Τι εστί σχόλιο επεξηγείται στον Gatley και πάλι, όπου αναφέρεται «Something which is or can reasonably be inferred to be a deduction, inference, conclusion, criticism, observation». Υποδεικνύεται δε ότι το σχόλιο είθισται να εδράζεται σε αριθμό γεγονότων, ενώ είναι υποχρέωση του εναγόμενου να υποδεικνύει, ή καλύτερα να καθιστά σαφές, ποιο είναι το γεγονός και ποιο το σχόλιο. Αν αποτύχει σε αυτό, το σύνολο του δημοσιεύματος εκλαμβάνεται ως γεγονός και όχι σχόλιο (βλ. Gatley, πιο πάνω, παραγράφους 12.8, 12.12 και 12.13). Περαιτέρω, το αντικείμενο σχολιασμού δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση του σχόλιου καταρρίπτεται όπου η δημοσίευση δεν είναι έντιμη. Διευκρινίζω όμως ότι με την φράση έντιμο ή δίκαιο δεν εννοείται κακοβουλία ή κακεντρέχεια αλλά έλλειψη πραγματικής πίστης ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι εύλογο ή δικαιολογημένο (βλ. Gatley, πιο πάνω, παράγραφος 12.1 «. malice which rebuts the defence does not mean ill-will or spite but lack of belief in the opinion expressed»). Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα επίδικα άρθρα, εξεταζόμενα είτε αυτοτελώς είτε ως σύνολο, πόρρω απέχουν από σχόλιο. Αυτό μάλιστα το αναγνωρίζει, εμμέσως, και η υπεράσπιση, εφόσον στο πλαίσιο της υπεράσπισης του προνομίου με επιφύλαξη υπερτονίζει ότι το δημοσίευμα συνιστά μεταφορά μέρους του πορίσματος και είναι απαλλαγμένο σχολιασμού και κριτικής. Με τα εν λόγω δημοσιεύματα εκείνο που προβάλλεται είναι πως οι εναγόντες συμμετείχαν σε παράνομες, ανέντιμες, αθέμιτες και παράτυπες διαδικασίες. Ο τρόπος απόδοσης όσων καταλογίζονται στους ενάγοντες αφήνει να νοηθεί ότι συνιστούν παράθεση γεγονότων και όχι σχόλιο. Από τα επίδικα δημοσιεύματα απουσιάζει παντελώς η προσωπική θέση, ο χαρακτηρισμός, ή καλύτερα η αξιολογική κρίση του συντάκτη των δημοσιευμάτων. Γι' αυτό το λόγο είναι που καταλήγω ότι τα δημοσιεύματα δεν εμπίπτουν στην έννοια του σχολιασμού. Εν κατακλείδι, αξίζει να λεχθεί ότι εφόσον ουδεμία πτυχή οιουδήποτε των δημοσιευμάτων αποδείχθηκε αληθής ή ουσιωδώς αληθής, κατ' επέκταση κανένα δυσφημιστικό σχόλιο δικαιολογείται. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος δια τον οποίο απορρίπτω τη σχετική υπεράσπιση. Αν και παρέλκει εξέταση άλλου ζητήματος συνυφασμένου με την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, εν τούτοις σημειώνω πως το θέμα των επίδικων δημοσιευμάτων, δηλαδή διάπραξη σοβαρότατων αδικημάτων, ευνοιοκρατική μεταχείριση και παραβίαση διαδικασιών σε δημόσιο τομέα νευραλγικής σημασίας, όπως είναι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες του κράτους, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Από την άλλη, παρ' ότι τα δημοσιεύματα δεν συνιστούν σχόλιο σημειώνω ότι καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποκαλύπτει ότι οι συντάκτες των δημοσιευμάτων δεν ασπάζονταν το περιεχόμενο τούτων. Επί του προκειμένου σχετικό είναι και το τεκμήριο 12, ως επίσης οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την εξέλιξη της υπόθεσης μετά την έκδοση του πορίσματος, στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις θέσεις που εξέφρασαν οι δημοσιογράφοι στα επίδικα άρθρα. Καταλήγω λοιπόν ότι αν το περιεχόμενο των επίδικων άρθρων κρινόταν σχόλιο, παράλληλα θα κατέληγα ότι είναι δίκαιο και έντιμο και ότι αφορά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Εν τούτοις, για τους λόγους που προανέφερα η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου απορρίπτεται. Τελευταία πτυχή της υπεράσπισης είναι εκείνη του προνομίου με επιφύλαξη. Η εν λόγω υπεράσπιση βρίσκει έρεισμα στα αναφερόμενα στο άρθρο 21 του Κεφ. 148. Εν τούτοις η διερεύνηση θα παρέμενε ημιτελής αν παραλειπόταν αναφορά και στη διασταλτική ερμηνεία που δόθηκε σε αυτή την έκφανση του δικαίου από τη Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων (βλ. σχετικά Reynolds v. Times Newspapers
(1999)4All E.R. 609). Υποδεικνύω από τώρα ότι μια δικαστική απόφαση όπως η παρούσα δεν προσφέρεται για συζήτηση του ερωτήματος κατά πόσο η απόφαση Reynolds, πιο πάνω, και βεβαίως το σύνολο των αποφάσεων που στη συνέχεια την πραγματεύτηκε, υιοθέτησε και εφάρμοσε, με αποκορύφωμα την υπόθεση Jameel (Mohammed) v. Wall Street Journal Europe SPRL
(2006)UKHL44, μπορεί να υπαχθεί σε οιανδήποτε από τις κατηγορίες που θεσπίζει το άρθρο 21 του Κεφ. 148. Σημειώνεται ότι το νομικό υπόβαθρο της Reynolds διχάζει ακόμη και στην Αγγλία. Στην Jameel, πιο πάνω, οι ομιλίες των ευπαιδεύτων Δικαστών αναφορικά με τη Reynolds διακρίθηκαν σε τρεις, αν όχι και περισσότερες, κατηγορίες. Μια ομάδα παρέμεινε προσηλωμένη στο γνωστό κριτήριο αμοιβαιότητας καθήκοντος και συμφέροντος (βλ. ομιλίες των Λόρδων Bingham of Cornhill και Hope of Craighead). Πιο προχωρημένη ήταν η θέση του Λόρδου Hoffmann, με την οποία συμφώνησε και ο Λόρδος Scott of Foscote, ο οποίος δήλωσε ότι όπου η δημοσίευση εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, τότε καθήκον και συμφέρον εκλαμβάνονται ως δεδομένα (if the publication is in the public interest, the duty and interest are taken to exist). Αντισυμβατική κρίνεται η θέση της Βαρώνης Hale που δήλωσε ότι αν και η αρχή στη Reynolds αποτελεί φυσική εξέλιξη του προνομίου με επιφύλαξη, εν τούτοις πρόκειται για δημιούργημα διαφορετικής νομολογιακής φιλοσοφίας (. the Reynolds defence is a different jurisprudential creature .). Επί του θέματος καθ' όλα ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση στο σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, του Πόλυ Πολυβίου, όπου διερευνάται η εξέλιξη της αγγλικής νομολογίας μέσα από το πρίσμα της πρόσφατης Κυπριακής νομολογίας (βλ. σελίδες 300 μέχρι και 326). Εν τούτοις, πέραν των πιο πάνω, ζητήματα που ενδεχομένως πρέπει να απασχολήσουν και το νομοθέτη, η εφαρμογή του σκεπτικού (ratio) της απόφασης Reynolds, θεωρείται δεδομένη εφόσον έχει υιοθετηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Ηλιάδης ν. Βενιζέλου κ.α.
(2009)1Β ΑΑΔ 960, Δρουσιώτης ν. Παπαδόπουλος, Πολ. Έφ. 54/08, ημερομ. 30.01.2012 και Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Χριστοδούλου, Πολ. Έφ. 15/09, ημερομ. 20.07.2012. Κατ' επέκταση, το παρών Δικαστήριο δεσμεύεται από τις αρχές της απόφασης Reynolds, ως επεξηγήθηκαν στις υποθέσεις που πιο πάνω αναφέρονται. Υποδεικνύεται πως στην υπόθεση Phileleftheros, πιο πάνω, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις περιστάσεις που περιέβαλλαν τη δημοσίευση και στις ενέργειες των δημοσιογράφων για επαλήθευση της πληροφορίας που έλαβαν. Αν και διέγνωσε ότι το δημοσίευμα αφορούσε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, εν τούτοις έκρινε πως οι ενέργειες της δημοσιογραφικής ομάδας υπολείπονταν της υποχρέωσης για υπεύθυνη δημοσιογραφία. Στη Δρουσιώτης, πιο πάνω, το Δικαστήριο πραγματεύτηκε το καθήκον του δημοσιογράφου για δημοσίευση, το οποίο και συσχετίστηκε με το γεγονός ότι το δημοσίευμα αφορούσε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος που το κοινό είχε συμφέρον να πληροφορηθεί. Σχετική βεβαίως είναι και η απόφαση Αλήθεια, πιο πάνω, όπου υιοθετήθηκαν οι παράμετροι που ο Λόρδος Nicholls έθεσε στην υπόθεση Reynolds σε σχέση με τις υποχρεώσεις που βαρύνουν το δημοσιογράφο εν τη ασκήσει των καθηκόντων του. Αξίζει να επισημανθεί βεβαίως ότι οι υποχρεώσεις ποικίλλουν και δεν εξαντλούνται στις εκεί αναφερόμενες, εφόσον μάλιστα συναρτώνται με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κάθε υπόθεσης. Ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Αλήθεια είναι πως· «Κατά πόσο ισχύει η υπεράσπιση, η οποία συναρτάται με την ύπαρξη υποχρέωσης μετάδοσης των πληροφοριών από το μεταδίδοντα και δικαιώματος λήψης αυτών από τον πληροφορούμενο, εξαρτάται από σειρά παραγόντων, που έχουν σχέση με τη φύση των πληροφοριών, το ενδιαφέρον του δημοσίου για το ζήτημα, την πηγή των πληροφοριών, τη λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας τους και το κατά πόσο ζητήθηκε από το υποκείμενο του δημοσιεύματος ο σχολιασμός των γραφομένων. Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου». Στη δοσμένη περίπτωση οι ενάγοντες διατείνονται ότι οι ενέργειες των εναγομένων δεν ικανοποιούν το κριτήριο της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Εστιάζουν το παράπονό τους στο γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η άποψή τους και αυτό παρ' ότι από το πόρισμα αποκαλύπτεται ότι δεν ερωτήθηκαν για όσα κατηγορούνται. Σε αυτό μάλιστα προσδιορίζουν και την κακοπιστία των εναγομένων, ιδιαίτερα εφόσον οι κατηγορίες ήταν σοβαρότατες και εν τέλει ανυπόστατες. Στον αντίποδα η υπεράσπιση διατείνεται ότι δεν επιβαλλόταν επιπλέον έρευνα εφόσον επρόκειτο για επίσημο έγγραφο. Τονίζει δε ότι το αντικείμενο του εν λόγω πορίσματος είναι ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, καθώς ότι η εφημερίδα περιορίστηκε σε αυτούσια μεταφορά μέρους τούτου και δεν εξέφρασε σχόλια ή γνώμη. Από τα λεγόμενα των εναγόντων μου δόθηκε η εντύπωση ότι εκλαμβάνουν τις παραμέτρους που τέθηκαν από το Λόρδο Nicholls στην υπόθεση Reynolds, ως μια σειρά υποχρεώσεων που σε κάθε περίπτωση ο δημοσιογράφος οφείλει να ικανοποιήσει πλήρως. Αν είμαι ορθός ότι τούτη είναι η θέση των εναγόντων, τότε δεν έχω παρά να παραθέσω τα εύγλωττα σχόλια του Δικαστή Gray στην υπόθεση Henry v. BBC
(2005)EWHC 2787 QBD, όπου στην παράγραφο 92 ανέφερε ότι· «If one focuses too closely on those ten matters set out by Lord Nicholls, there is some danger of missing the wood for the trees: the central underlying question is always whether in the particular circumstances the public interest in freedom of expression should yield to the public interest in an individual being able to vindicate his or her reputation». Αν τα πιο πάνω δεν πείθουν ότι οι παράμετροι αυτοί είναι θεραπαινίδες του Δικαστηρίου στην επιτέλεση του έργου του και όχι το αντίστροφο (δηλαδή ότι το Δικαστήριο είναι δέσμιο των εν λόγω προϋποθέσεων και ότι τούτες είναι αμετάκλητες), υποδεικνύω ότι στις υποθέσεις Ηλιάδης, πιο πάνω, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufactures Ltd, Πολ. Έφ. 69/2007, ημερομ. 18.10.2012 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Καψού
(2009)1Β ΑΑΔ 1175, αναγνωρίστηκε ότι ο δημοσιογράφος δεν είναι σε κάθε περίπτωση που οφείλει να αναζητήσει την άποψη του προσώπου που αφορά το άρθρο που πρόκειται να δημοσιεύσει. Μάλιστα στις εν λόγω υποθέσεις το δημοσίευμα, ή συγκεκριμένη πτυχή τούτου, κρίθηκε προνομιούχο και αυτό παρ' ότι δεν αναζητήθηκε η άποψη του ενάγοντα. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι εκείνες που αναδεικνύουν ποιες είναι οι ενδεδειγμένες ενέργειες που όφειλε να εκπληρώσει ο δημοσιογράφος και δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας. Τώρα, εκείνο που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο τα τρία δημοσιεύματα, είτε ως σύνολο είτε ξεχωριστά, αφορούν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Επί του προκειμένου δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η απάντηση είναι καταφατική. Και τα τρία δημοσιεύματα ασχολούνται με την κατάσταση στις φαρμακευτικές υπηρεσίες. Υπενθυμίζω ότι λίγους μήνες πριν τη δημοσίευση των επίδικων άρθρων ο βουλευτής Σιζόπουλος κατήγγειλε ατασθαλίες και παραβίαση της νομοθεσίας στην εν λόγω υπηρεσία, καταγγελίες οι οποίες συναρτήθηκαν με κίνδυνο που διέτρεχε η δημόσια υγεία. Παρεμβάλλω εδώ ότι τα δύο πρώτα δημοσιεύματα σηματοδοτούν την έναρξη αστυνομικών ερευνών υπό την εποπτεία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο συγκεκριμένες συμβάσεις αποτελούν προϊόν παραβίασης νόμου ή διαδικασίας. Το τελευταίο δημοσίευμα, τεκμήριο 3, αποκαλύπτει μέρος του πολύκροτου πορίσματος του ερευνώντος λειτουργού που διόρισε το Υπουργικό Συμβούλιο. Είμαι της γνώμης ότι η διερεύνηση από την αστυνομία οιουδήποτε σοβαρού αδικήματος συνιστά ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτό λόγω του ότι οι ευνομούμενες κοινωνίες δεν αποδέχονται το έγκλημα γιατί είναι βλαπτικό για τους πολίτες. Επιδρά στα ήθη, τα έθιμα και την οικονομική κατάσταση της κοινωνίας. Εν ολίγοις διαβρώνει τη συνοχή της κοινωνίας και προκαλεί αισθήματα φόβου και πανικού. Συνακόλουθα το ενδιαφέρον των πολιτών δεν εστιάζεται απλώς στην ανάδειξη του αδικήματος, ή της ταυτότητας του παραβάτη δίκην κοινωνικού σχολίου. Επικεντρώνεται στη δίωξη και τιμωρία του παραβάτη ως μέσο πάταξης του εγκλήματος και κάθαρσης της κοινωνίας. Αυτό το ενδιαφέρον του κοινού είναι ακόμη εντονότερο όταν η διερεύνηση αφορά κυβερνητικούς οργανισμούς εφόσον η υποχρέωση τούτων εξικνείται σε εξυπηρέτηση κοινού και όχι ιδιωτικού συμφέροντος. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος είναι χωρίς δισταγμό που καταλήγω ότι καθ' ένα των επίδικων άρθρων και όλα μαζί ως σύνολο, πραγματεύονται ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και ήταν υποχρέωση των δημοσιογράφων που έλαβαν γνώση τούτων να ενημερώσουν σχετικά το ευρύ κοινό. Έχω παραθέσει ήδη αριθμό διαπιστώσεων που σκιαγραφούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα πριν και κατά το χρόνο δημοσίευσης των επίδικων άρθρων. Ζητούμενο παραμένει κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αποκλίνουν του κριτηρίου υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Με όλο το σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς οι ενέργειες των εναγομένων απάδουν τούτης της υποχρέωσης. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το έγγραφο που είχε στα χέρια της η δημοσιογράφος (ΜΥ2), δηλαδή το τεκμήριο 16, αποτελεί μέρος του πορίσματος Μολέσκη. Επρόκειτο δηλαδή για αυθεντικό και γνήσιο έγγραφο. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 12 που κατατέθηκε από το λειτουργό της Γραμματείας του Υπουργικού Συμβουλίου. Επιπλέον, έχω δεχθεί ως αληθινή και γνήσια τη θέση της δημοσιογράφου ότι κατέβαλε προσπάθεια και εν τέλει διαπίστωσε ότι το έγγραφο που της δόθηκε ήταν αυθεντικό. Από την άλλη, ολόκληρο, σχεδόν, το άρθρο που δημοσίευσε (τεκμήριο 3), συνιστά αντιγραφή του πορίσματος και μάλιστα απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα συμπεράσματα που ήταν πολύ πιο επιβλαβή για τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η δημοσιογράφος μπορούσε και όφειλε να μην τους κατονομάσει. Είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιβάλλουσες περιστάσεις δεν είναι να διερωτάται κανείς γιατί η δημοσιογράφος αναφέρθηκε ονομαστικά στους ενάγοντες. Όπως αποκαλύπτεται από τους όρους εντολής που έλαβε ο ερευνών λειτουργός, η εμπλοκή της ενάγουσας εταιρείας αποτελούσε μια από τις παραμέτρους της διερεύνησης. Η ενάγουσα προσδιορίζεται ονομαστικά και ζητήθηκε από τον ερευνώντα λειτουργό να διερευνήσει κατά πόσο έτυχε μεροληπτικής μεταχείρισης από το διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Εφόσον λοιπόν η εφημερίδα έθεσε ως στόχο την ενημέρωση του κοινού για το αποτέλεσμα του πορίσματος, ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, αδύνατο ήταν να μην αναφερθεί στην ενάγουσα εταιρεία και το διευθυντή της, των οποίων οι ενέργειες καθηκόντως εξετάστηκαν από τον ερευνώντα λειτουργό. Παραπονούνται οι ενάγοντες ότι ο ερευνών λειτουργός δεν ζήτησε τη θέση τους για πλείστα τόσα ζητήματα που απασχόλησαν το πόρισμά του και ότι αυτό το στοιχείο μπορούσε να διαπιστωθεί από τη δημοσιογράφο με απλή και μόνο ανάγνωση του πορίσματος. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η θέση δεν αντανακλά όλη την αλήθεια. Όπως διαπιστώνεται από την επιστολή που απέστειλαν οι ενάγοντες στον ερευνώντα λειτουργό (τεκμήριο 7), και από το πόρισμα (τεκμήριο 16 βλ. σελίδες 60 και μετά, ιδιαίτερα σελίδα 64 που αναφέρεται συνάντηση του Παττίχη με τον ερευνώντα λειτουργό), ερωτήθηκαν σχετικά με την εξασφάλιση άδειας και συγκεκριμένα την ύλη και τις ερωτήσεις της εξεταστικής που παρακάθισε ο Παττίχης και προηγούμενη εμπειρία που είχε με το αντικείμενο. Επιπλέον, η παράγραφος 2 του τεκμηρίου 7 φανερώνει ότι ερωτήθηκαν και κατά πόσο είχαν κοινά συμφέροντα με το διευθυντή των φαρμακευτικών υπηρεσιών (βλ. σελίδα 64 τεκμηρίου 16). Επί τούτου οι ενάγοντες απάντησαν συντομογραφικά ότι η εισήγηση απορρίπτεται ως παντελώς απαράδεκτη. Εν τούτοις ουδεμία αιτιολόγηση έδωσαν για το χαρακτηρισμό απαράδεκτη, φερειπείν ότι δεν γνώριζαν το εν λόγω πρόσωπο προτού ενεργοποιηθούν σε αυτό τον τομέα ή οτιδήποτε άλλο. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η πτυχή της έρευνας που αφορούσε ειδικά τους ενάγοντες, τέθηκε σε αυτούς ώστε να απαντήσουν. Από την άλλη, η διερεύνηση των συμβάσεων που ανατέθηκαν στους ενάγοντες, ήτοι οι προσφορές που υπέβαλαν, το είδος κάθε ανάθεσης (συνοπτική ή μη) και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τούτης, δεν επιβαλλόταν να τεθούν από τον ερευνώντα λειτουργό στους ενάγοντες εφόσον τα στοιχεία βρίσκονταν στις φαρμακευτικές υπηρεσίες και όπως φαίνεται μέσα από το πόρισμα αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης και οδήγησαν σε συμπεράσματα. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα που δίδει το πόρισμα (τεκμήριο 16) σε όποιον το αναγνώσει και όχι εκείνη που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ οι εναγόμενοι είχαν στα χέρια τους ένα επίσημο έγγραφο που αντανακλούσε το αποτέλεσμα της διερεύνησης που ζητήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η πηγή πληροφόρησης, ήτοι το πόρισμα που είχε ήδη κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο (το πόρισμα κατατέθηκε τον Αύγουστο του 2005 ενώ η ΜΥ2 ανέφερε ότι το έλαβε λίγες ημέρες πριν τη δημοσίευση των σχετικών άρθρων, δηλαδή Μάιο του 2006), ήταν η πλέον σοβαρή και αξιόπιστη. Κατά τον ίδιο χρόνο η αστυνομία διερευνούσε ποινικά αδικήματα που σχετίζονταν με όσα αναφέρονταν στο πόρισμα. Μάλιστα αποτέλεσμα των ερευνών της αστυνομίας ήταν όπως ο διευθυντής των φαρμακευτικών υπηρεσιών οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Εν ολίγοις το ζήτημα ήταν καθ' όλα σοβαρό και συνέχιζε να απασχολεί την επικαιρότητα. Υπό τις περιστάσεις δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι ορθά έπραξαν που δεν αναζήτησαν την άποψη των εναγόντων. Μάλιστα είμαι της άποψης ότι ήταν και υποχρέωση των εναγομένων να απόσχουν από προσωπική διερεύνηση, ώστε να μην επηρεάσουν δυσμενώς τις έρευνες των διωκτικών αρχών παρεμβαίνοντας με μάρτυρες, να μην προκαταλάβουν την κοινή γνώμη με αγνώστου ποιότητας πληροφορίες και βεβαίως να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους. Επί τούτου σχετική είναι και η απόφαση Καψός, ανωτέρω. Για τη γνησιότητα του εγγράφου, στοιχείο που συναρτάται με την εγκυρότητά του, υποδεικνύω την υπόθεση Thamira, πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι η εφημερίδα δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση ή να αναζητήσει την άποψη των εναγόντων και ότι η επιλογή της να βασιστεί στα ευρήματα του κρατικού χημείου για να τεκμηριώσει το δημοσίευμά της, ήταν ορθή. Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Το έγγραφο που οι δύο δημοσιογράφοι είχαν στα χέρια τους ήταν επίσημο και έγκυρο. Επιπλέον, απέδιδε το αποτέλεσμα της διερεύνησης ενός θέματος που απασχόλησε πολύ έντονα την επικαιρότητα και το ενδιαφέρον του κοινού. Υπό τις περιστάσεις ουδεμία έρευνα επιβαλλόταν και η θέση των εναγόντων δεν ήταν αναγκαία. Καταλήγω ότι για κανένα από τα επίδικα άρθρα οι ενέργειες των εναγομένων υπολείπονται υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Τουναντίον, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενέργειες των δημοσιογράφων συνιστούν πρότυπο προς μίμηση. Είναι με ακρίβεια που απέδωσαν τα αποτελέσματα του πορίσματος (τεκμήριο 3) και με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας των εναγόντων που γνωστοποίησαν τις έρευνες που διενεργούσαν οι διωκτικές αρχές (τεκμήρια 1 και 2), υπερτονίζοντας ότι επρόκειτο για διερεύνηση και όχι οτιδήποτε άλλο. Αυτή η στάση τους, επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος, αναδεικνύει ότι δεν διακατέχονταν από καμία κακοπιστία ή κακοβουλία. Μοναδικός στόχος τους ήταν η έγκυρη ενημέρωση του κοινού. Πέραν των πιο πάνω μπορεί να λεχθεί εδώ ότι και τα τρία άρθρα εμπίπτουν στην αναγνωρισμένη, πλέον, πτυχή της υπεράσπισης του προνομίου με επιφύλαξη, γνωστή και ως ρεπορτάζ. Αν και δεν παραγνωρίζεται ότι το πόρισμα καταρτίστηκε εννέα μήνες πριν τη δημοσίευση των επίδικων άρθρων, εν τούτοις το ζήτημα ήταν στην επικαιρότητα το διάστημα που προηγήθηκε, απασχολούσε το κοινό και οι έρευνες της αστυνομίας βρίσκονταν σε εξέλιξη. Δικαιολογημένα λοιπόν οι εναγόμενοι προέβησαν στη δημοσίευση του πορίσματος ευθύς μόλις το έλαβαν. Από το περιεχόμενο των τριών άρθρων πρόδηλη είναι η επιλογή των δημοσιογράφων για αποστασιοποίηση και ουδετερότητα. Καμία πτυχή των σχετικών άρθρων αποκαλύπτει υιοθέτηση οιασδήποτε θέσης. Κύριο γνώρισμα των επίδικων άρθρων είναι η ενημέρωση του κοινού για τα τεκταινόμενα σε ένα ζήτημα που τότε απασχολούσε. Από αυτά διαπιστώνεται ότι τα τρία άρθρα ξεχωριστά και όλα μαζί ως σύνολο αποτελούν προνομιούχο ρεπορτάζ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι καθ' ένα από τα τρία άρθρα (τεκμήρια 1, 2 και 3) αλλά και όλα μαζί ως σύνολο, διέπονται από την υπεράσπιση του προνομίου με επιφύλαξη. Λόγω αυτής της κατάληξης μοιραία η αγωγή οδηγείται σε απόρριψη. Εν τούτοις, εφόσον η απόφαση ήθελε κριθεί εσφαλμένη επιβάλλεται να εκφράσω άποψη και για τυχόν αποζημιώσεις. Επί του προκειμένου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1321,
- Υπόψη μου έλαβα όσα καταλογίζονται σε καθ' ένα από τους ενάγοντες ξεχωριστά, εν προκειμένω ότι αφήνονται υπόνοιες για συμμετοχή σε διάπραξη σοβαρών αδικημάτων με επιπτώσεις στον τομέα της υγείας· ότι η δημοσίευση αφορά τρία διαφορετικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες (τούτο σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 μόνο)· ότι η δημοσίευση ήταν εκτεταμένη, ως πιο πάνω εξηγήθηκε· και ότι μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι δεν απολογήθηκαν. Ως εκ των πιο πάνω, αν η παρούσα ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε έκαστο των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, θα επιδίκαζα το ποσό των €15.
- Αναφορικά με το δημοσίευμα της εναγομένης 3 (τεκμήριο 3), σε κάθε ένα από τους ενάγοντες θα επιδίκαζα το ποσό των €10.
- Για δε τα δημοσιεύματα του εναγομένου 4 (τεκμήρια 1 και 2), σε έκαστο των δύο ενάγοντων θα επιδίκαζα το ποσό των €5.
- Εν τούτοις, για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. (Υπ) ..................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο