Χριστίνα Χριστοφίδου Γρηγορίου κ.α. ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Εταιρεία Ν.Ν. ΑΛΑΤΟΣΠΗΛΑΙΑ ΕΥΕΞΙΑΣ ΛΤΔ, Αίτηση Εταιρείας (Petition) Αρ.: 379/2011, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας (Petition) Αρ.: 379/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Εταιρεία Ν.Ν. ΑΛΑΤΟΣΠΗΛΑΙΑ ΕΥΕΞΙΑΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Αίτηση από τους:
- Χριστίνα Χριστοφίδου Γρηγορίου, από τη Λεμεσό
- Νίκο Κουμπαρή, από τη Λεμεσό Αιτητές Αίτηση ημερομηνίας 13.5.2011, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.5.2012 Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρης Κούτρας & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας Ν.Ν. ΑΛΑΤΟΣΠΗΛΑΙΑ ΕΥΕΞΙΑΣ ΛΤΔ (στο εξής «η εταιρεία») και διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι καθ' ων η αίτηση να αγοράσουν τις μετοχές των αιτητών για το ποσό των €110.000 και διαζευκτικά σε τιμή που θα καθορίσει ανεξάρτητος εκτιμητής. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η τροποποίηση της αίτησης επήλθε με την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου και αφορούσε την αντικατάσταση της λέξης «διάλυση», στο παρακλητικό Α της αίτησης, με τη λέξη «εκκαθάριση». Τα γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την αίτηση, με αναφορά και στα Τεκμήρια που κατετέθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, έχουν ως ακολούθως: Η εταιρεία ενεγράφη στις 23.11.2010 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 (στο εξής ο «Νόμος»), το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην οδό Κώστα Αναξαγόρα 5, 2014 Στρόβολος στη Λευκωσία και το μετοχικό της κεφάλαιο είναι €110.005 διαιρεμένο σε 220.010 συνήθεις μετοχές αξίας €0,50 έκαστη, οι οποίες διαχωρίζονται σε 220.000 μετοχές τάξεως Α και 10 μετοχές τάξεως Β, κατέχονται δε από την Χριστίνα Χριστοφίδου Γρηγορίου (στο εξής «η αιτήτρια») 80.000 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €40.000 και ποσοστό 36% και 4 μετοχές τάξεως Β ονομαστικής αξίας €2 και ποσοστό 40%, από τον Νίκο Κουμπαρή (στο εξής «ο αιτητής») 30.000 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €15.000 και ποσοστό 14% και από τον Πολύκαρπο Γιάννακα (στο εξής «ο καθ' ου η αίτηση 3») 110.000 μετοχές τάξεως Α ονομαστικής αξίας €55.000 και ποσοστό 50% και 6 μετοχές τάξεως Β ονομαστικής αξίας €3 και ποσοστό 60%. Μεταξύ των σκοπών για τους οποίους συνεστήθη η εταιρεία είναι η δημιουργία, λειτουργία, εκμετάλλευση και διαχείριση σπηλαίων άλατος, κέντρων ευεξίας, ινστιτούτων αισθητικής και παροχής υπηρεσιών περιποίησης προσώπου και σώματος με αλατοθεραπεία και σωματική χαλάρωση σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, πλαισιωμένους με κατάλληλο και εξειδικευμένο εξοπλισμό, καθώς και η κτήση, εμπορία και διάθεση προϊόντων με βάση το ορυκτό αλάτι και άλλα ορυκτά, ως και η παραγωγή, τυποποίηση, συσκευασία, διάθεση και εμπορία προϊόντων και καλλυντικών με βάση το ορυκτό αλάτι ή άλλα συναφή προϊόντα αλλά και συναφείς με τα πιο πάνω σκοποί που αφορούν αντιπροσώπευση ή συνεργασία με πρόσωπα που έχουν παρόμοιο αντικείμενο δραστηριότητας, εργοδότηση κατάλληλου προσωπικού, σύναψη συμφωνιών και διακανονισμών, απόκτηση περιουσίας και επένδυση κεφαλαίων. Οι δύο αιτητές αποτελούν τη μία ομάδα επενδυτών στην εταιρεία ενώ ο καθ' ου η αίτηση 3 εκπροσωπεί την άλλη ομάδα επενδυτών που αποτελείται από τον Νίκο Νικολάου (στο εξής «ο καθ' ου η αίτηση 2») και τον Ζαχαρία Κουλία. Σύμφωνα με το Καταστατικό έγγραφο της εταιρείας (παράγραφος 6), οι συνήθεις μετοχές τάξεως Α θα είναι άνευ δικαιώματος ψήφου και θα απολαμβάνουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη και στο ενεργητικό της εταιρείας, θα παρέχουν δε στους κατόχους τους το δικαίωμα να λαμβάνουν ειδοποίηση και να παρίστανται σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση. Οι συνήθεις μετοχές τάξεως Β θα έχουν δικαίωμα ψήφου αλλά δεν θα απολαμβάνουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη και στο ενεργητικό της εταιρείας, θα αποφασίζουν δε για συγχωνεύσεις, ρευστοποίηση και/ή διάθεση περιουσιακών στοιχείων, τροποποίηση του Καταστατικού ή του Ιδρυτικού της εταιρείας, διανομή, διαίρεση ή έκδοση μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και για λειτουργικά στρατηγικά θέματα. Η εταιρεία δημιουργήθηκε κατόπιν πρότασης του καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος περί τις 9.6.2010 είχε συνάψει σύμβαση συνεργασίας στη διαμεσολάβηση - προώθηση πωλήσεων προϊόντων και υπηρεσιών της εταιρείας Changeland Consulting Μ.ΕΠΕ (στο εξής «η σύμβαση» - Τεκμήριο 1), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εμπορεύεται μεταξύ άλλων σπήλαια άλατος και σχετικά προϊόντα άλατος καθώς και υλικά κατασκευής και διακόσμησης σπηλαίων άλατος, έχει δε ως σκοπό την κτήση, αγορά, πώληση, εκμετάλλευση και διαχείριση πάσης φύσεως σπηλαίων άλατος και συναφών προϊόντων. Στη σύμβαση περιλαμβάνεται ειδικός όρος σύμφωνα με τον οποίο εάν ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν επιτυγχάνει εξαμηνιαίο συνολικό στόχο πωλήσεων αλατοσπηλαίων άνω των 50 τ.μ. ανά χώρα που συμπεριλαμβάνεται στην περιοχή που καθορίζεται, τότε η εταιρεία Changeland δικαιούται να προωθεί η ίδια τα προϊόντα στις εν λόγω χώρες είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων προσώπων και παράλληλα με τον καθ' ου η αίτηση
- Στα πλαίσια των εργασιών του δυνάμει της εν λόγω σύμβασης, ο καθ' ου η αίτηση 2 πρότεινε περί τις αρχές Νοεμβρίου 2010 στην αιτήτρια συνεργασία και την ίδρυση της εταιρείας, αναφέροντάς της ότι είχε ήδη εξασφαλισμένο το μισό κεφάλαιο, το οποίο θα κατέβαλλε ο ίδιος και ο Ζαχαρίας Κουλίας, υπολείπετο δε το άλλο μισό κεφάλαιο ύψους €80.000, είχε επίσης εξεύρει τον χώρο κατασκευής του σπηλαίου άλατος και παρέμενε η σύσταση της εταιρείας για να υπογραφούν τα συμβόλαια για την ενοικίαση του χώρου και την αγορά του σπηλαίου άλατος. Σύμφωνα με την προφορική συμφωνία μεταξύ του καθ' ου η αίτηση 2 και της αιτήτριας, θα ήταν και οι δύο διευθυντές της εταιρείας, έχοντας από κοινού δικαίωμα υπογραφής στις τράπεζες και λαμβάνοντας από κοινού όλες τις αποφάσεις που την αφορούσαν. Περαιτέρω, η αιτήτρια θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τον οικονομικό, οργανικό και διοικητικό τομέα της εταιρείας ενώ ο καθ' ου η αίτηση 2 θα ανελάμβανε το «marketing», τις δημόσιες σχέσεις, την προβολή και την προώθηση των εργασιών και προϊόντων της εταιρείας. Ο καθ' ου η αίτηση 2, λόγω της γνωριμίας του με τον Βασίλειο Μασούλα, διαχειριστή της Changeland, ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις για την κατασκευή ενός σπηλαίου άλατος διαστάσεων 50 τ.μ. αναθέτοντας και σε δικηγόρο να συστήσει την εταιρεία. Αναφορικά με το κόστος κατασκευής και εγκατάστασης του σπηλαίου άλατος, που ήταν €160.000, ο καθ' ου η αίτηση 2 ανέφερε στην αιτήτρια ότι ο Μασούλας του ζήτησε να μην αναγραφεί στη σύμβαση πώλησης και συνεργασίας το ποσό των €80.000 αλλά να του καταβληθεί σε μετρητά, το οποίο θα του κατέβαλλε ο καθ' ου η αίτηση 2 απευθείας χωρίς να το καταθέσει στο λογαριασμό της εταιρείας, θα αποτελούσε δε το μερίδιο του για τις μετοχές που θα ελάμβανε στην εταιρεία. Με το αιτιολογικό ότι θα έπρεπε όλα να γίνουν πολύ γρήγορα για να αποκτηθεί η αποκλειστική αντιπροσωπεία της Changeland στην Κύπρο, ο καθ' ου η αίτηση 2 έδινε στην αιτήτρια να υπογράφει διάφορα έγγραφα αναφορικά με τη σύσταση και λειτουργία της εταιρείας, λέγοντάς της ότι δεν χρειαζόταν να τα διαβάσει αφού ήταν τυπικά και τα είχε αναλάβει η δικηγόρος του. Εξηγώντας, επίσης, στην αιτήτρια ότι η εταιρεία θα γινόταν σύμφωνα με την πιο πάνω προφορική τους συμφωνία, η αιτήτρια υπέγραφε ό,τι της έδινε ο καθ' ου η αίτηση 2 χωρίς να τον αμφισβητεί, εφόσον τον γνώριζε από το 1994 καθότι ήταν συνάδελφοι για μεγάλο διάστημα. Μεταξύ των εγγράφων που υπέγραψε η αιτήτρια χωρίς να τα διαβάσει, ήταν το Ιδρυτικό και Καταστατικό της εταιρείας (Τεκμήριο 3), τα έντυπα ΗΕ2 και ΗΕ3 (Τεκμήριο 2), έντυπα με δείγμα της υπογραφής της για σκοπούς των τραπεζών (Τεκμήρια 11 και 16), τη σύμβαση εκμίσθωσης του χώρου όπου θα τοποθετείτο το σπήλαιο άλατος (Τεκμήριο 9), τη σύμβαση πώλησης και συνεργασίας με την Changeland (Τεκμήριο 8) και το πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής σπηλαίου άλατος crystalotherapy (Τεκμήριο 10). Η προσυνεννόηση της αιτήτριας με τον καθ' ου η αίτηση 2 ήταν ότι οι δύο πλευρές θα είχαν τον ίδιο αριθμό μετοχών στην εταιρεία και εξ αυτών αριθμός μετοχών αξίας €1 θα κάλυπτε την αξία του σπηλαίου άλατος, θα παρέμενε δε ένα ποσό ως κεφάλαιο της εταιρείας. Η αιτήτρια και ο αιτητής από την μια πλευρά θα κατείχαν 80.000 και 30.000 μετοχές αντίστοιχα και κατέθεσαν επ' ονόματι της εταιρείας σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των €110.000 (Τεκμήρια 4-7) και από την άλλη πλευρά ο καθ' ου η αίτηση 3 θα κρατούσε τις υπόλοιπες 110.000 μετοχές εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 2 και του Ζαχαρία Κουλία. Η αιτήτρια είδε για πρώτη φορά ότι θα υπήρχαν δύο τάξεις μετοχών περί τις 18.11.2010 όταν υπέγραψε το Καταστατικό. Ρωτώντας τον καθ' ου η αίτηση 2 της λέχθηκε ότι αυτός θα είχε 2 μετοχές περισσότερες που δεν θα επηρέαζε όσα είχαν συμφωνήσει για το ρόλο της αιτήτριας στην εταιρεία. Η αιτήτρια δεν θεώρησε σημαντικό το γεγονός αυτό ενόψει των πιο πάνω συμφωνηθέντων και κατόπιν των διαβεβαιώσεων του καθ' ου η αίτηση 2 ότι όλες οι αποφάσεις για τη λειτουργία της εταιρείας θα λαμβάνοντο από κοινού, εφόσον η ίδια θα ήταν διοικητικός σύμβουλος και θα είχε τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας. Μετά την υπογραφή του Καταστατικού και την ίδρυση της εταιρείας, περί το Φεβρουάριο του 2011, η αιτήτρια επισκέφθηκε δικηγόρο, ο οποίος της εξήγησε ότι οι μετοχές τάξεως Α αφορούν το δικαίωμα συμμετοχής του κατόχου στα κέρδη της εταιρείας που ήταν ίση μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ με τον καταμερισμό που έγινε αναφορικά με τις μετοχές τάξεως Β, ο καθ' ου η αίτηση 3 θα είχε και την αποφασιστική ψήφο σε σχέση με όλα τα θέματα της εταιρείας. Σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών στην οποία προέβη η αιτήτρια περί τον Φεβρουάριο του 2011, πληροφορήθηκε ότι η ίδια ήταν γραμματέας της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 ο μόνος διευθυντής (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω, περιήλθε στην αντίληψή της ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 προτίθετο να αυξήσει το κεφάλαιο της εταιρείας και να πωλήσει μετοχές της σε τρίτα πρόσωπα. Με επιστολή της ημερομηνίας 30.3.2011 προς τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 - η οποία επεδόθη στον καθ' ου η αίτηση 2 στις 15.4.2011 και στον καθ' ου η αίτηση 3 στις 19.4.2011 (Τεκμήρια 13 Α και 13 Β αντίστοιχα)- η αιτήτρια ζήτησε να της μεταβιβασθεί άμεσα 1 μετοχή τάξεως Β και να διορισθεί διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας. Στο μεταξύ, για όλες τις πληρωμές της εταιρείας οι επιταγές υπογράφοντο από κοινού από την αιτήτρια και τον καθ' ου η αίτηση 2, περί τα μέσα δε Απριλίου του 2011, ο καθ' ου η αίτηση 2 της έστειλε γύρω στις 8 κενές επιταγές να υπογράψει, τις οποίες η αιτήτρια ζήτησε να συμπληρωθούν για να τις υπογράψει, ενώ μετά από το γεγονός αυτό η αιτήτρια δεν υπέγραψε άλλες επιταγές. Περί τα τέλη Απριλίου του 2011, η αιτήτρια πληροφορήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα υπογραφής στην τράπεζα καθότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής για την τράπεζα ήταν ο καθ' ου η αίτηση 2 (Τεκμήριο 16). Παρά το ότι η αιτήτρια επανειλημμένα ζητούσε εξηγήσεις από τον καθ' ου η αίτηση 2 για το θέμα αλλά και για τα οικονομικά της εταιρείας, ουδέποτε τις έλαβε. Στις 4.5.2011 η αιτήτρια επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Μασούλα, ο οποίος της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η τιμή για το σπήλαιο άλατος 50 τ.μ. ήταν €80.000 και αυτό ήταν το μόνο ποσό που αυτός έλαβε για την κατασκευή και εγκατάσταση του προαναφερθέντος σπηλαίου άλατος (Τεκμήρια 17-19). Κατόπιν τούτου, η αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι ουδέποτε κατατέθηκε εκ μέρους της άλλης πλευράς το αντίστοιχο συμφωνηθέν ποσό στο λογαριασμό της εταιρείας και οι σχέσεις της με τον καθ' ου η αίτηση 2 έχουν διασαλευθεί, χωρίς πλέον η ίδια να έχει έλεγχο στην εταιρεία. Συνεπεία της παραπλάνησης των αιτητών εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, οι οποίοι απέκτησαν μετοχές χωρίς πραγματική οικονομική συνεισφορά και του καταπιεστικού τρόπου με τον οποίο τους απέκλεισαν από τη διαχείριση της εταιρείας, έχοντας παραβιάσει τη συμφωνία για κοινή διαχείριση, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι είναι ορθό και δίκαιο η εταιρεία να διαλυθεί και/ή να διαταχθεί όπως οι μετοχές των αιτητών αγοραστούν από τους λοιπούς μετόχους για το ποσό των €110.000, το οποίο οι αιτητές κατέβαλαν στην εταιρεία. Κατ' επέκταση, οι αιτητές ζητούν διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και διαζευκτικά διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι καθ' ων η αίτηση να αγοράσουν τις μετοχές των αιτητών για το ποσό των €110.000 ή σε τιμή που θα καθορίσει ανεξάρτητος εκτιμητής. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 202 - 204, 209, 211 και 213 - 215 του Νόμου, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της αιτήτριας, η οποία δηλώνει ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκή της δήλωση και γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αίτησης, αναφέροντας ότι όλα τα γεγονότα που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι ορθά και αληθή. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης που, μετά την τροποποίηση της αίτησης, καταχωρήθηκε στις 10.7.2012, με νομική βάση την Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 202, 203 και 211 (στ) του Νόμου, τους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και δεν δύναται να προχωρήσει λόγω ουσιώδους λάθους της αιτήτριας, η οποία δεν τεκμηριώνει με γεγονότα την καταπίεσή της από την πλειοψηφία των μετόχων και στρέφεται ουσιαστικά εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2, που δεν είναι μέτοχος, παρόλο ότι οι καθ' ων η αίτηση ήγειραν το ζήτημα παρατυπίας λόγω αναφοράς των αιτητών σε αίτηση διάλυσης αντί εκκαθάρισης, στην τροποποιημένη αίτηση αναφέρεται ότι είναι ορθό και δίκαιο η εταιρεία να διαλυθεί αντί να εκκαθαριστεί ως θα έπρεπε να αναφέρεται, η αιτήτρια παρέλειψε να επιδώσει την αίτηση στην πλειοψηφία των μετόχων, οι οποίοι, ως ισχυρίζεται, την καταπιέζουν, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται σε ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 την έχει ξεγελάσει, ότι η ίδια θα είχε τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας και από κοινού δικαίωμα υπογραφής καθώς και ως προς τις τάξεις των μετοχών, πριν τη σύσταση της εταιρείας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, εφόσον η έννοια της καταπίεσης αρχίζει μετά τη σύσταση της εταιρείας, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν γίνεται καμία αναφορά στις μετοχές της πλειοψηφίας ότι εμπλέκονται στις ισχυριζόμενες καταπιέσεις, παραπλανητικά αξιώνεται από το Δικαστήριο ως εναλλακτική θεραπεία η εξαγορά μετοχών από τον καθ' ου η αίτηση 2 αντί από την πλειοψηφία των μετόχων και ενόσω η σύσταση και η λειτουργία της εταιρείας συμφωνήθηκε με την υπογραφή του Ιδρυτικού εγγράφου και του Καταστατικού, με ανεπίτρεπτη διαδικασία η αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δήθεν ξεγελάστηκε από τον καθ' ου η αίτηση 2 πριν από τη σύσταση της εταιρείας, η αιτήτρια παρέλειψε να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι κατέχει πανεπιστημιακό δίπλωμα ως σύμβουλος επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να ξεγελαστεί από τον καθ' ου η αίτηση 2, ενώ στο άρθρο 202 προνοούνται εναλλακτικές θεραπείες για τη λειτουργία της εταιρείας, η αιτήτρια προτίμησε τη θεραπεία αγοράς των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία των μετόχων, που δεν μπορεί να εφαρμοστεί, η εταιρεία ιδρύθηκε στις 23.11.2010 και στην ετήσια γενική συνέλευση του έτους 2011, που συγκλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου στις 11.12.2011, εγκρίθηκαν οι ετήσιοι λογαριασμοί της εταιρείας και η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι η πραγματική αιτία υποβολής της υπό κρίση αίτησης δεν ήταν οι λόγοι τους οποίους επικαλείται αλλά η ύπαρξη κρίσης, η οποία υποβάθμισε τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση 2, αναφέροντας ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση, ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα, προβάλλοντας ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των αιτητών δεν δικαιολογούν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης εφόσον ο ίδιος δεν έχει μετοχές και οι ισχυρισμοί των αιτητών ανάγονται σε χρόνο πριν από τη σύσταση της εταιρείας, οπότε το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Ως διευθυντής της εταιρείας, ο ενόρκως δηλών ασκεί τα καθήκοντά του με εντιμότητα και καλή πίστη και σύμφωνα με τις αρχές της κοινής λογικής. Η αιτήτρια παρέλειψε να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων για να εγείρει την ισχυριζόμενη απάτη ή καταπίεση, ενώ ο ίδιος συγκάλεσε ετήσια γενική συνέλευση το Δεκέμβριο του 2011 (αντίγραφο των πρακτικών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α), όπου παρέστη η αιτήτρια με το δικηγόρο της χωρίς να αναφερθεί στις κατηγορίες που περιλαμβάνει η παρούσα αίτηση, γεγονός που την εμποδίζει να προβάλλει τους ισχυρισμούς της εναντίον του αλλά και χωρίς να προτείνει οποιοδήποτε ψήφισμα για αλλαγή διευθυντών, ως είχε δικαίωμα, γεγονός που δείχνει ότι πρόθεσή της είναι η είσπραξη των €110.
- Η δομή της εταιρείας και ο τρόπος κατανομής των μετοχών της είχαν προσυμφωνηθεί μεταξύ του καθ' ου η αίτηση 2 και της αιτήτριας, η οποία είναι έμπειρη πτυχιούχος Πανεπιστημίου και σύμβουλος επιχειρήσεων με πείρα πέραν των 10 ετών. Η ξαφνική μεταστροφή της αιτήτριας οφείλεται σε ανεπίτρεπτη επιρροή από συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο ασκούσε παράνομα μαγγανεία και/ή μαγεία και είχε συμβουλεύσει την αιτήτρια ενώπιον του καθ' ου η αίτηση 2 για την επιτυχή κερδοφορία της εταιρείας, πείθοντας στη συνέχεια την αιτήτρια να ζητήσει πίσω τα χρήματά της. Μετά από τοπική επίσκεψη του χώρου, το εν λόγω πρόσωπο διετύπωσε την άποψη ότι η επιχείρηση θα αποτύχει και τότε η αιτήτρια ήγειρε την υπό κρίση αίτηση και όχι για τους λόγους που ισχυρίζεται. Κατά την ακρόαση της αίτησης προσφέρθηκε εκ μέρους των αιτητών η προφορική μαρτυρία της αιτήτριας (ΜΑ1), του Αστ. 124 Βενιζέλου Λοΐζου (ΜΑ2) και του εγκεκριμένου λογιστή Χριστάκη Νικήτα (ΜΑ3), εκ μέρους δε των καθ' ων η αίτηση προσφέρθηκε η προφορική μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση 2 (ΜΥ1) και του εγκεκριμένου λογιστή Λούκα Χατζηβασιλείου (ΜΥ2). Στη μαρτυρία της η αιτήτρια, υιοθετώντας τα γεγονότα της αίτησης, ως παρατέθηκαν πιο πάνω, κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 - 25, τα οποία κατέστησαν αποδεκτά από την άλλη πλευρά για την ύπαρξή τους και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους, προσθέτοντας ότι η πλευρά των μετόχων που εκπροσωπείται από τον καθ' ου η αίτηση 3 έχει αποκλείσει τους αιτητές εντελώς από τη διαχείριση της εταιρείας και από οποιαδήποτε πληροφόρηση. Οι αιτητές έλαβαν ειδοποίηση για την πρώτη ετήσια γενική συνέλευση για τις 23.2.2012 (Τεκμήριο 20), ενόσω η εταιρεία, την οποία ελέγχει ο καθ' ου η αίτηση 2, δεν τους απέστειλε αντίγραφα των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τη νομοθεσία, που τους δόθηκαν κατά τη γενική συνέλευση, όπου παρευρέθηκε η ίδια με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτητών (Τεκμήρια 21-23). Η αιτήτρια θεωρεί ότι η μη αποστολή των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας πριν την ορισθείσα γενική συνέλευση αποτελεί μία μορφή καταπίεσης της μειονότητας, καθότι στέρησε τους αιτητές του δικαιώματος και της ευκαιρίας να μεταβούν προετοιμασμένοι στη γενική συνέλευση. Με αναφορά στα άσχημα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας όπως προβάλλουν στις οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 23), η αιτήτρια θεωρεί ότι λόγω των αποφάσεων του καθ' ου η αίτηση 2 να λαμβάνει χρήματα από την εταιρεία υπό μορφή δήθεν συμβουλευτικών υπηρεσιών και αμοιβών, χωρίς να πληρώνονται τα χρέη της εταιρείας (Τεκμήριο 24), της μη αποκάλυψης στους αιτητές λογαριασμών και στοιχείων για τη λειτουργία της εταιρείας παρά την ύπαρξη διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.5.2011 καθώς και του γεγονότος ότι, παρά την συμφωνία μεταξύ των μετόχων ότι η εταιρεία θα διοικείτο και από τις δύο πλευρές με ίσα δικαιώματα, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εξεδίωξαν τους αιτητές από τη διοίκηση της εταιρείας και τη λειτουργία της, καταδεικνύεται καταφανής καταπίεση της μειονότητας και ενεργοποιείται το άρθρο 202 του Νόμου, παρέχοντας στο Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας τη δυνατότητα να διατάξει, αντί της εκκαθάρισης της εταιρείας η οποία θα επηρέαζε δυσμενώς τους αιτητές, την αγορά των μετοχών των αιτητών από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 από κοινού και ξεχωριστά στην τιμή του €1 για κάθε μετοχή, χωρίς να διαταχθεί εκτίμηση λόγω της κακοδιαχείρισης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ώστε να επιστραφεί στους αιτητές το ποσό που πλήρωσαν στην εταιρεία. Ο ΜΑ2 αναφέρθηκε στην καταγγελία, στην οποία προέβη η αιτήτρια εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 κατά την 1.9.2011, για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με την αξία αγοράς του σπηλαίου άλατος, προσκομίζοντας και δήλωση του Βασίλειου Μασούλα (βλ. Τεκμήριο 25 ημερομηνίας 1.11.2011), ο δε σχετικός αστυνομικός φάκελος βρίσκεται στην Εισαγγελία προς το σκοπό καταχώρησης ποινικής υπόθεσης. Ο ΜΑ3 με αναφορά στο Τεκμήριο 23, υπέδειξε ότι οι αιτητές έχουν συνεισφέρει στην εταιρεία ως κεφάλαιο το ποσό των €110.000 με την αξία κάθε μετοχής κατά την ίδρυση της εταιρείας να είναι €1, παρόλο ότι ως εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο αναφέρεται ότι αποτελούν 220.000 συνήθεις μετοχές του €0,50 έκαστη και ως εκδοθέν και πληρωθέν κεφάλαιο αναφέρεται ότι συνιστούν 170.000 συνήθεις μετοχές του €1 έκαστη, δηλαδή €170.
- Σύμφωνα με το ίδιο Τεκμήριο, η εταιρεία παρουσίαζε ζημιές στις 31.12.2011 με αποτέλεσμα η αρχική και ονομαστική αξία κάθε μετοχής που ήταν €1 να έχει μειωθεί λόγω των ζημιών. Ο καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρθηκε στη συμφωνία του με την αιτήτρια για τη σύσταση της εταιρείας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο Ιδρυτικό έγγραφο (Τεκμήριο 3), έχοντας μεταξύ τους συμφωνήσει ότι ο ίδιος θα είχε την πλειοψηφία, κατέχοντας μέσω του καθ' ου η αίτηση 3 (βλ. Τεκμήριο 26), 110.000 μετοχές τάξεως Α και 6 μετοχές τάξεως Β. Υπέδειξε ότι η αιτήτρια είχε υπογράψει ως γραμματέας τα έντυπα που είχαν συμπληρωθεί από την δικηγόρο τους (βλ. Τεκμήριο 2) για τη σύσταση της εταιρείας, καθώς και τη συμφωνία τους να συνυπογράφουν τις επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 11). Είχε λεχθεί στην αιτήτρια ότι δεν της επιτρεπόταν να υπογράψει εφόσον δεν ήταν διευθύντρια, τόσο την υποβολή αίτησης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος όσο και στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Στις 14.4.2011, η αιτήτρια υπογράφοντας ως γραμματέας αποποιήθηκε του δικαιώματός της να προσυπογράφει στην Ελληνική Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 16), που ως εκ των υστέρων φάνηκε, έγινε κατά λάθος. Περί τον Μάρτιο του 2011 ο καθ' ου η αίτηση 2 άρχισε να καταθέτει χρήματα στο λογαριασμό της εταιρείας, καταθέτοντας συνολικά το ποσό των €60.000 (βλ. Τεκμήρια 27 - 29). Η συνεισφορά του ίδιου στην εταιρεία ανήλθε στο ποσό των €110.000, εφόσον του παραχωρήθηκαν 30.000 μετοχές δωρεάν λόγω του ότι ήταν δική του η ιδέα της επιχείρησης και περαιτέρω προσέφερε εργασία αξίας €20.000 για χρονικό διάστημα 6 μηνών δωρεάν. Υποστήριξε περαιτέρω ότι ασκεί τα καθήκοντά του με εντιμότητα και καλή πίστη και το παράπονο της αιτήτριας στην αστυνομία αποτελεί ψευδή καταμήνυση, έχοντας πληροφορήσει και τον Μασούλα ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά του για το θέμα, ο οποίος δεν προσήλθε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Οι αιτητές δεν ήγειραν θέμα απάτης εκ μέρους του στην ετήσια γενική συνέλευση ούτε συγκάλεσαν έκτακτη γενική συνέλευση για να εγείρουν θέμα απάτης ή καταπίεσης και η ξαφνική μεταστροφή της αιτήτριας από τα συμφωνηθέντα οφείλεται σε ανεπίτρεπτη επιρροή από συγκεκριμένο πρόσωπο - μέντιουμ, το οποίο τη συμβούλευσε ότι η επιχείρηση θα αποτύχει. Κατά την αντεξέταση του κατετέθη, ως Τεκμήριο 30, έγγραφο που περιέχει σημεία σε διαδικασία άνευ βλάβης συζήτησης για διευθέτηση της επίδικης διαφοράς περί τον Μάιο - Ιούνιο του
- Ο ΜΥ2, είναι ο λογιστής της εταιρείας και μετά την εγγραφή της στον Έφορο Εταιρειών, ενέγραψε αυτήν στις αρμόδιες φορολογικές και άλλες αρχές. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23, υποστηρίζοντας ότι οι αιτητές είχαν πληρώσει το ποσό των €110.000 ως κεφάλαιο της εταιρείας και ο καθ' ου η αίτηση 2 είχε πληρώσει το ποσό των €60.000, θα ελάμβανε δε δωρεάν μετοχές αξίας €30.000 κατόπιν συμφωνίας του με την αιτήτρια, πλέον €32.000 που αποτελούσε οφειλές της εταιρείας προς την Nicolife Ltd, στην οποία ο καθ' ου η αίτηση 2 είναι 100% μέτοχος. Αναφέρθηκε, επίσης, στη ζημιά της εταιρείας για το έτος 2011 καθώς και σε παράπονα που του είχε κάνει η αιτήτρια, περί τους 1-2 μήνες μετά την έναρξη της λειτουργίας της εταιρείας, σε σχέση με τις διαφορές που είχε η ίδια με τον καθ' ου η αίτηση
- Οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους παραθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης και τις αρχές της νομολογίας, προέβαλλαν τις εισηγήσεις τους προς υποστήριξη της θέσης κάθε πλευράς αντίστοιχα, αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια όπου χρειάζεται. Ως προς τη νομική πτυχή, με το άρθρο 211 του Νόμου παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την εκκαθάριση μιας εταιρείας για έναν από τους έξι λόγους που καθορίζονται σ' αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο (στ) του εν λόγω άρθρου, διάταγμα εκκαθάρισης μπορεί να εκδοθεί όταν το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία. Στο άρθρο 202 του Νόμου, με τίτλο «Μειονότητες» και υπότιτλο «Εναλλακτική θεραπεία για εκκαθάριση σε περιπτώσεις καταπίεσης», στην παράγραφο 1 προνοείται ότι οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), μπορεί να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με αυτό το άρθρο. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, σε τέτοια αίτηση, αν το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τον πιο πάνω τρόπο και ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, έχει τη διακριτική ευχέρεια για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων για τα οποία υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας, είτε για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη αυτής ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας (η υπογράμμιση γίνεται για σκοπούς της παρούσας απόφασης). Οι παράγραφοι 3-4 του άρθρου αυτού αναφέρονται στις συνέπειες έκδοσης τέτοιου διατάγματος σε σχέση με το Ιδρυτικό έγγραφο ή το Καταστατικό εταιρείας. Στην υπόθεση Pelmako Development Ltd
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1369, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 202 του Νόμου, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκδήλωση υπεροχής της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας εμφανίζεται συνήθως με τρόπο ο οποίος επηρεάζει δυσμενώς κατ' ιδίαν δικαιώματα (individual rights) μετόχου ή μετόχων της εταιρείας ή τα ειδικώς διαφοροποιημένα δικαιώματα (qualified rights) της μειοψηφίας. Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211 (στ) του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211 (στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση.» Στο σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 21η έκδοση, στις σελ. 511-515, όπου αναλύεται το άρθρο 210 της Αγγλικής Companies Act 1948, του οποίου, με κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές, αποτελεί αντιγραφή το άρθρο 202 του Νόμου, αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το σκοπό της νομοθετικής πρόνοιας στη σελίδα 512: «The court can exercise its jurisdiction only if the requirements of the section are satisfied. As judicially interpreted (see Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [1966] 1 W.L.R. 745, 751), these are:
(1)The matters complained of must affect the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g., as a director or creditor, cannot entitle him to relief under the section (Elder v. Elder & Watson, 1952 S.C.49; Re H. R. Harmer Ltd. [1959] 1 W.L.R. 62; Re Bellador Silk Ltd. [1965] 1 All E.R. 667; Re Lundie Brothers Ltd. [1965] 1 W.L.R. 1051) .
(2)The matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company (Re H. R. Harmer Ltd. [supra].
(3)They must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to lead to the conclusion that the affairs of the company are being conducted in a manner which can properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, it may be, other members (Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1959] A.C. 324; Re H. R. Harmer Ltd. [supra]; Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [supra].» Αποτελεί εισήγηση του κ. Τσιρίδη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του «unfair prejudice» που ισχύουν στην Αγγλία μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας και είναι ίδιες με αυτές του «just and equitable winding up». Στο σύγγραμμα Gower and Davies «Principles of Modern Company Law», 8η έκδοση, στις σελίδες 681 επ., γίνεται αναφορά στην αρχή «unfair prejudice» καθώς και στις θεραπείες που παρέχονται στους μετόχους όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης σε περίπτωση επηρεασμού τους κατά τη λειτουργία της εταιρείας. Στη σελίδα 696 αναφέρονται τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν για την παρούσα υπόθεση: «The courts can claim to be, and indeed are, using as the criteria for judging unfairness the standards laid down, albeit informally, by the members themselves, and the judges can thus avoid the more challenging task of developing their own criteria. These considerations explain, it is suggested, the emphasis in the Ebrahimi case ([1973] A.C 360 at 379) that the equitable considerations do not flow simply from the nature of the company as a quasi-partnership but require "something more" in the shape of proof of the existence of an informal agreement concerning, say, the participation by the minority in the management of the company. As we have seen, this requirement has been fully absorbed into the unfair prejudice case-law. The company's formal constitution is the "starting point" for judicial analysis because "keeping promises and honouring agreements is probably the most important element of commercial fairness". Informal qualifications and supplements to the written constitution must be proved to have been agreed. And even when they are proved, the "extended" agreement sets the boundaries of the courts' intervention.» Στην υπό κρίση αίτηση, έχοντας κατά νου τους λόγους που προέβαλαν οι αιτητές κατά την καταχώρηση της και μετά την αξιολόγηση της εκ μέρους τους προσαχθείσας μαρτυρίας, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και των κατατεθέντων Τεκμηρίων, κρίνεται, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τη θέση τους περί καταπίεσης εν τη εννοία του άρθρου 202 του Νόμου, ώστε να δικαιούνται την αιτούμενη θεραπεία. Θεωρώ ουσιώδες να αναφερθώ αρχικά στην εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της αιτήτριας όσο και του καθ' ου η αίτηση 2, οι οποίοι ως διαφάνηκε κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με αποκλειστικό σκοπό τη διασφάλιση των προσωπικών τους συμφερόντων, προσπαθώντας να πείσουν, ανεπιτυχώς βέβαια, για την εκδοχή τους αντίστοιχα, προσαρμόζοντας ανάλογα με τη θέση τους τα γεγονότα και χωρίς να διστάσουν να προβούν σε υπερβολές, υπεκφυγές και ανακολουθίες. Ήταν εμφανές ότι η ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις επήλθε λόγω της επιθυμίας τους να αποκομίσουν προσωπικό όφελος και παρά τα προβλήματα που ανεφύησαν μετά την έναρξη των εργασιών της εταιρείας, αντί να μεριμνήσουν για την επίλυση τους και αδιαφορώντας για το καλώς νοούμενο συμφέρον της εταιρείας την οδήγησαν σε αδιέξοδα, ρίχνοντας την ευθύνη ο ένας στον άλλο. Ως προς τη μαρτυρία των ΜΑ3 και ΜΥ2, που δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, γίνεται αποδεκτή στο βαθμό που ενδιαφέρει και σχετίζεται με το Τεκμήριο 23, από το οποίο προκύπτει ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας στις 31.12.2011 καταδεικνύει μεγάλες ζημιές παρά τον μικρό χρόνο λειτουργίας της. Άλλωστε από τη μαρτυρία των ΜΑ3 και ΜΥ2, δεν θα μπορούσε να βοηθηθεί το Δικαστήριο στο να προσδιορίσει ως αξία της μετοχής της εταιρείας το ποσό του €1, όπως ζητείται από τους αιτητές, ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά τη σύσταση της εταιρείας. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η μαρτυρία του ΜΑ2, χωρίς ωστόσο να είναι καταλυτική σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αίτησης. Η προσφερθείσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι παρέμεινε αναμφισβήτητη τόσο η σύσταση της εταιρείας όσο και η σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου της καθώς και ο διορισμός των αξιωματούχων αυτής, ως πιο πάνω παρατέθηκε σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2 και
- Ως λόγοι καταπίεσης, που καταγράφονται στην υπό κρίση αίτηση και οδήγησαν τους αιτητές στην καταχώρηση της, είναι αφενός η παραπλάνηση των αιτητών εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 με αποτέλεσμα να τους αποσπάσουν χρήματα και να αποκτήσουν μετοχές χωρίς πραγματική οικονομική συνεισφορά και αφετέρου ο αποκλεισμός των αιτητών από τη διαχείριση της εταιρείας, κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση
- Όσον αφορά την κατά τον ισχυρισμό των αιτητών καταπιεστική μεταχείριση τους εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, σχετικά με την κοινή διαχείριση της εταιρείας, επισημαίνεται ότι αφενός ανάγεται σε χρόνο πριν από τη σύσταση της εταιρείας αλλά και δεν απεδείχθη εκ μέρους των αιτητών. Πιο συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, κατά τον χρόνο σύστασης της εταιρείας ήταν γνωστό στην αιτήτρια, παρά την αντίθετη θέση της, ότι η ίδια θα ήταν γραμματέας της εταιρείας και όχι διοικητική σύμβουλος και ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 θα ήταν ο μόνος διευθυντής, έχοντας υπογράψει η ίδια τα έντυπα ΗΕ2 και ΗΕ3 κατόπιν γραπτής υπόδειξης της τότε δικηγόρου της εταιρείας. Είναι ουσιώδες ότι, ως εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 2, η δικηγόρος που είχε αναλάβει τη σύσταση της εταιρείας με την επιστολή της προς την αιτήτρια ημερομηνίας 18.11.2010 παρότρυνε την αιτήτρια να επικοινωνήσει μαζί της προτού υπογράψει. Κατά τον ίδιο χρόνο, επίσης, ως προκύπτει από το Ιδρυτικό έγγραφο και Καταστατικό της εταιρείας-Τεκμήριο 3, ήταν γνωστό και στους δυο αιτητές ότι υπήρχαν δυο τάξεις μετοχών και την πλειοψηφία των μετοχών μετά ψήφου ελάμβανε ο καθ' ου η αίτηση 3, έχοντας οι αιτητές υπογράψει το εν λόγω έγγραφο (βλ. σελίδα 8 του Τεκμηρίου 3). Στην παράγραφο 6 (σελίδα 10) του Καταστατικού (βλ. Τεκμήριο 3) επεξηγείται με σαφήνεια η διαφορά μεταξύ των δυο τάξεων των μετοχών και στην παράγραφο 8 (σελίδα 11) αυτού προνοείται η δυνατότητα πώλησης των μετοχών και η σχετική διαδικασία. Προβάλλει κατά συνέπεια ως παράδοξη και δημιουργεί αμφιβολίες για τη γνησιότητα της, η θέση της αιτήτριας ότι παραπλανήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση 2 και ότι αυτός δεν τήρησε την προφορική συμφωνία τους, σύμφωνα με την οποία θα ελάμβαναν από κοινού όλες τις αποφάσεις της εταιρείας και η ίδια θα ήταν διοικητική σύμβουλος αυτής. Είναι άλλωστε φανερά εκτός πραγματικότητας και δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η αιτήτρια δεν είχε αναγνώσει τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία υπέγραψε, διορθώνοντας μάλιστα όπως η ίδια δέχθηκε και το όνομα της εταιρείας στο έντυπο ΗΕ3 (βλ. Τεκμήριο 2). Για να δικαιολογήσει την υπογραφή της επί του Ιδρυτικού και Καταστατικού της εταιρείας η αιτήτρια υποστήριξε ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος την διαβεβαίωσε στις 18.11.2010 ότι δεν θα επηρέαζε τον ρόλο της ίδιας στην εταιρεία η διαφορά των δυο επί πλέον μετοχών τάξεως Β που ελάμβανε ο καθ' ου η αίτηση
- Διαφαίνεται ωστόσο ότι η αιτήτρια όχι μόνο γνώριζε για την ύπαρξη δυο τάξεων μετοχών κατά τον χρόνο της υπογραφής του Καταστατικού, αλλά και ότι ο ισχυρισμός της ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την ύπαρξη δυο τάξεων μετοχών τον Φεβρουάριο του 2011, όταν της εξήγησε δικηγόρος, είναι αναληθής, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια επαγγέλλεται τον σύμβουλο δημιουργίας επιχειρήσεων με ανάλογες σπουδές στον τομέα της. Πέραν του ότι με την υπογραφή τους τεκμαίρεται ότι οι αιτητές έλαβαν γνώση του περιεχομένου των υπογραφέντων εγγράφων, τα γεγονότα φανερώνουν ότι ο ισχυρισμός των αιτητών για εξαπάτηση τους τόσο ως προς τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας όσο και ως προς την ιδιότητα της αιτήτριας ως διοικητικού συμβούλου αυτής, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ο ισχυρισμός δε της αιτήτριας ότι επειδή υπέγραψε επί της σύμβασης πώλησης και συνεργασίας στις 30.11.2010 (Τεκμήριο 8), επί της σύμβασης εκμισθώσεως την 1.12.2010 (Τεκμήριο 9) και επί του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής του σπηλαίου άλατος στις 4.2.2011 (Τεκμήριο 10), ενισχύθηκε η πεποίθηση της ότι ήταν διοικητική σύμβουλος της εταιρείας, αναμφίβολα δεν μπορεί να γίνει δεκτός και χαρακτηρίζεται, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, ως προσπάθεια παραποίησης της πραγματικότητας την οποία γνώριζε. Ακόμη και αν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι υπήρξε διαφορετική προφορική συμφωνία πριν από τη σύσταση της εταιρείας μεταξύ της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση 2, είναι προφανές ότι τυχόν τέτοια συμφωνία δεν τηρήθηκε εν γνώσει των αιτητών, οι οποίοι απεδέχθησαν την τροποποίηση των συμφωνηθέντων με την υπογραφή τους επί των προαναφερθέντων εγγράφων. Πολύ δε περισσότερο δεν θα μπορούσε το θέμα αυτό να θεωρηθεί ως καταπιεστική μεταχείριση των αιτητών εν τη εννοία του άρθρου 202 του Νόμου, δεδομένου ότι ακόμη και αν υπήρξε παραπλάνηση των αιτητών αυτή έλαβε χώρα πριν από τη σύσταση της εταιρείας και δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι προκύπτει εκ του λόγου αυτού καταπίεση των αιτητών, ως μελών της εταιρείας, κατά την διεξαγωγή των υποθέσεων της εταιρείας. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων στην παρούσα υπόθεση, δεν συμφωνώ με τον κ. Τσιρίδη ότι απεδείχθη αφενός συμφωνία ή κατανόηση μεταξύ των μετόχων κατά την ίδρυση της εταιρείας για συνδιαχείριση και αφετέρου αποξένωση της μειονότητας από την εταιρεία επειδή δεν διορίστηκε η αιτήτρια ως διοικητική σύμβουλος και οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εμπόδισαν τέτοιο διορισμό της. Επισημαίνεται εν προκειμένω πέραν των πιο πάνω διαπιστωθέντων, το παράδοξο της θέσης της αιτήτριας ότι αν και πληροφορήθηκε τον Φεβρουάριο του 2011, κατόπιν έρευνας του δικηγόρου της, ότι έγιναν όλα τα πιο πάνω -παρά το ότι το Τεκμήριο 12 που φέρεται να προήλθε από την τότε έρευνα του δικηγόρου της φέρει ημερομηνία εκτύπωσης την 9.5.2011- αντέδρασε για την δημιουργηθείσα κατάσταση με την επιστολή της ημερομηνίας 30.3.2011 προς τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 15.4.2011 και στις 19.4.2011 (βλ. Τεκμήρια 13 Α και 13 Β). Άλλωστε, το περιεχόμενο της επιστολής της αυτής θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως παραπλανητικό δεδομένου ότι, ως ήδη αναφέρθηκε, η δικηγόρος που είχε αναλάβει τη σύσταση της εταιρείας, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 2, είχε παροτρύνει την αιτήτρια να επικοινωνήσει μαζί της προτού οι αιτητές υπογράψουν επί των αποσταλέντων εγγράφων. Εν πάση δε περιπτώσει, από την απαντητική επιστολή του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση 3 ημερομηνίας 27.4.2011 (Τεκμήριο 15) συνάγεται ότι οι αιτητές καλούντο να ενημερωθούν από τα βιβλία της εταιρείας και δεν ετίθετο κατά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης θέμα αποκλεισμού τους από οποιανδήποτε πληροφόρηση σχετικά με την πορεία της εταιρείας. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι αρχικά η αιτήτρια είχε δικαίωμα υπογραφής στο λογαριασμό της εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα ως προκύπτει από το Τεκμήριο 11, επί του οποίου φέρεται να υπέγραψε τη σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 24.11.2010 ως γραμματέας της εταιρείας, μεταγενέστερα, δηλαδή στις 14.4.2011, κατόπιν της υπογραφής της πάλι υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας (βλ. Τεκμήριο 16) αποποιήθηκε του δικαιώματος της αυτού, χωρίς να αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία ότι υπέγραψε κενό ή μη συμπληρωμένο έγγραφο ή ότι το υπέγραψε χωρίς να το διαβάσει. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη παραπλάνηση ή ορθότερα εξαπάτηση των αιτητών εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 2 για την τιμή του αλατοσπηλαίου, παρά την αμφισβήτηση του θέματος εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, δεν έχει προσκομισθεί από τους αιτητές ικανοποιητική μαρτυρία, πέραν μιας επιστολής του Βασίλειου Μασούλα ημερομηνίας 12.5.2011 (Τεκμήριο 18) και μιας γραπτής δήλωσης του ημερομηνίας 1.11.2011 (Τεκμήριο 25), έγγραφα που δεν κατέστησαν αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΑ2 η σχετική καταγγελία της αιτήτριας στην Αστυνομία εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 βρίσκεται στο στάδιο της διερεύνησης. Ό,τι επακολούθησε μετά τη σύσταση της εταιρείας άλλωστε καταδεικνύει ότι οι αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση όταν διεπίστωσαν, ως είναι αναντίλεκτο, ότι τα πρώτα έσοδα της εταιρείας ήταν πενιχρά και πολύ χαμηλότερα από τα αναμενόμενα σε σχέση με την επένδυση τους. Ειδικότερα, από τη μαρτυρία προβάλλει ότι η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη μόλις 2 μήνες μετά την ουσιαστική έναρξη των εργασιών της εταιρείας, η οποία άρχισε περί τον Μάρτιο του 2011 να λειτουργεί το αλατοσπήλαιο με την πρόσληψη μιας υπαλλήλου. Άλλωστε όσα προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας σε σχέση με τις πληρωμές εκ μέρους της πλειοψηφίας για την απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου και τις χρεώσεις του καθ' ου η αίτηση 2 προς όφελος του, πέραν του ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 του Καταστατικού (βλ. σελίδα 14 του Τεκμηρίου 3) είναι επιτρεπτές τέτοιες χρεώσεις δυνάμει συμβάσεων με την εταιρεία, ήρθαν στην επιφάνεια μετά τις 31.12.2011 (βλ. Τεκμήριο 23), δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Το ίδιο παρατηρείται και για τους λοιπούς ισχυρισμούς της αιτήτριας που αφορούν την μη παράδοση των ελεγμένων λογαριασμών με την ειδοποίηση της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης των μετόχων και τη μη αποστολή των πρακτικών της γενικής συνέλευσης, ακόμη και για την όποια μη συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 σε οποιαδήποτε δέσμευση τους για παροχή στοιχείων και λογαριασμών για τη λειτουργία της εταιρείας, κατόπιν ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Κούτρας, με βάση τα γεγονότα του ουσιώδους χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, δεν τίθεται θέμα έλλειψης αξιοπιστίας ή άδικης μεταχείρισης προς τα μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματά τους ως μετόχων εφόσον κατά το χρόνο σύστασης της εταιρείας μόνος διευθυντής της, εν γνώσει των αιτητών, ήταν ο καθ' ου η αίτηση 2 και μετά τη σύστασή της η εταιρεία άρχισε να λειτουργεί κανονικά. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 202 του Νόμου, ως ρητά προβλέπεται σ' αυτό, ασκείται προς το σκοπό επίλυσης των θεμάτων για τα οποία υποβλήθηκε η αίτηση και περιορίζεται σε όσα προσδιορίζονται σ' αυτήν, σε συνάρτηση με τα γεγονότα κατά την ακρόαση της αίτησης (βλ. Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and others v. Hagop Karaoglanian and another
(1974)JSC 488, σελ. 510-511). Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, στο σύγγραμμα Pennington' s Company Law, 4η έκδοση, στη σελίδα 601, όπου αναλύεται η έννοια της καταπίεσης («oppressive conduct») αναφέρονται τα εξής: «But the court requires proof of oppressive conduct over a period of time if it is to make a winding up order, and because its remedial powers on hearing a petition for relief from oppression are peculiarly suited to cases of prolonged oppression it has been held that the court will give relief only where an injunction or an award of damages to the company in a derivative action would be inadequate remedies.» Και στη σελίδα 605, υπό τον τίτλο «The capacities in which the parties act» αναφέρονται τα εξής: «It is obvious that relief may be given against oppression of minority shareholders under the statutory provision in situations where neither they nor the company would have a right of action against the oppressors at law or in equity.» Στην παρούσα υπόθεση και δεδομένου ότι σύμφωνα με τη νομολογία η καταπίεση θα πρέπει να είναι συνεχής, οι προϋποθέσεις της καταπίεσης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συντρέχουν, εφόσον περί τους δύο μήνες μετά τη λειτουργία της εταιρείας η αιτήτρια απεσύρθη από τη διαχείρισή της ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων που επένδυσε στην εταιρεία, γεγονός που φανερώνει ότι σκοπός καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ήταν η εξασφάλιση των χρημάτων των αιτητών και που δημιουργεί αμφιβολία ως προς την καλόπιστη υποβολή της παρούσας αίτησης. Επιπρόσθετα οι ισχυρισμοί των αιτητών περί εξαπάτησης εκ μέρους των μετόχων της πλειοψηφίας και δόλου του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας τόσο ως προς την τιμή αγοράς του αλατοσπηλαίου όσο και ως προς την απόκτηση μετοχών χωρίς πραγματική οικονομική συνεισφορά, συναρτώνται με αδικοπραξίες που στρέφονται κατά της ίδιας της εταιρείας και σε τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να δημιουργείται δικαίωμα έγερσης παράγωγης αγωγής προς όφελος της εταιρείας (βλ. σχετικά και Ανδρέας Χρίστου ν. Ζήνας Μήλλιου κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 255/2010, ημερομηνίας 13.6.2013). Τα ουσιώδη γεγονότα ως είχαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, όπως έχουν πιο πάνω διαπιστωθεί, καταδεικνύουν ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας λόγω καταπίεσης μελών της και κατ' επέκταση δεν δικαιολογείται ούτε η θεραπεία που ζητούν οι αιτητές, ειδικότερα η έκδοση διατάγματος αγοράς των μετοχών τους από την πλειοψηφία στην τιμή του €1 ανά μετοχή, ως περιορίζεται η αξίωση τους με την γραπτή αγόρευση του κ. Τσιρίδη. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν απεδείχθησαν από τους αιτητές οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.)............ Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο