MAVROUDIS GLOBAL TRANSP. & LOGISTICS LTD ν. Alkis Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd, Αρ. Αγωγής 3703/08, 16/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A11 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3703/08 Μεταξύ: MAVROUDIS GLOBAL TRANSP. & LOGISTICS LTD Ενάγουσα και Alkis Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία: 16/1/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Ιωάννης Θεοδοσίου για Βελάρης και Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: Μιχάλης Φιλίππου για Χαβιαρά και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση Με αυτή την αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία που ασχολείται μεταξύ άλλων με μεταφορές και εκτελωνιστικές εργασίες, διεκδικεί από την Εναγόμενη, που ασχολείται μεταξύ άλλων με κατασκευή, εισαγωγή και διάθεση τροφίμων €1306,63 ως «υπόλοιπο αξίας υπηρεσιών που προσφέρθηκαν στους εναγομένους δυνάμει τιμολογίων» πλέον τόκο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα οι εναγόμενοι συχνά κατά την περίοδο 5/1/05 - 9/5/06 χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες των εναγόντων τις οποίες οι τελευταίοι πρόσφεραν έναντι τιμολογίων τα οποία καταχωρούνταν σε σχετικό λογαριασμό ο οποίος χρεώνετο με το ποσό των εν λόγω τιμολογίων και επιστώνετο με τα ποσά που οι εναγόμενοι κατά καιρούς κατέβαλλαν έναντι των υπηρεσιών που τους προσφέρονταν. Κατά το κλείσιμο του λογαριασμού των εναγομένων κατά ή περί τις 9/5/06 παρουσίαζε υπόλοιπο €1306,63 (ισάξιο των ΛΚ 764,74). Από πλευράς της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με δική τους κατάσταση λογαριασμού δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό για την περίοδο 5/1/05 - 9/5/06, και ότι δεν είναι σε γνώση τους κάποιο τιμολόγιο της ενάγουσας που εκκρεμεί προς πληρωμή. Ισχυρίζεται δε ότι ουδέποτε αρνήθηκαν να διευθετήσουν οποιαδήποτε οφειλή προς την ενάγουσα, τουναντίον ζητήθηκε επανειλημμένα να τους αποστείλουν οποιαδήποτε τιμολόγια που κατά τους ισχυρισμούς τους εκκρεμούσαν. Για την ενάγουσα κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Γιώργος Μαυρουδής, ΜΕ1 ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων και προΐσταται του λογιστηρίου τους. Στην γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι την περίοδο 5/1/05 - 9/5/06 οι εναγόμενοι συχνά χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες των εναγόντων τις οποίες οι πρώτοι προσέφεραν έναντι τιμολογίων τα οποία κατεχωρούντο στον σχετικό λογαριασμό με αριθμό 800032 τον οποίο οι ενάγοντες διατηρούσαν και στον οποίο εχρέωναν τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων και επίστωναν τα ποσά που οι εναγόμενοι κατά καιρούς κατέβαλλαν έναντι των υπηρεσιών που τους πρόσφεραν. Παρουσίασε αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού, Τεκμήριο
- Το πρωτότυπο αποστάληκε στους εναγομένους. Μετά το τερματισμό της συνεργασίας τους με τους εναγομένους στις 09-05-2006, ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ. 694,74 (€1187,03). Επανειλημμένα, ο ίδιος προσωπικά κάλεσε τους εναγομένους, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, όπως εξοφλήσουν το πιο πάνω ποσό, όμως αυτοί παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις τους εντούτοις δεν προέβησαν σε εξόφληση. Παρουσίασε αντίγραφο επιστολής προς τους εναγομένους ημερομηνίας 31-07-2006 καθώς επίσης και αντίγραφο επιστολής υπενθύμισης με ημερομηνία 27-09-2006 (Τεκμήριο 4). Στα πλαίσια των προσπαθειών του για είσπραξη της οφειλής, οι εναγόμενοι προέβαλλαν διάφορες δικαιολογίες ως προς τη μη εξόφληση της οφειλής την οποία στο τέλος ανεγνώρισαν ότι ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 771.
- Προς τούτο του απέστειλαν με τηλεομοιότυπο στις 13-06-2007 σχετική καρτέλα πιστωτή με αρ. L0223, Τεκμήριο 5 την οποία οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει και την οποία ενημέρωναν ανάλογα με την εξέλιξη των συναλλαγών τους. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και την αποκάλυψη εγγράφων που έγινε ενόρκως από την πλευρά τους, στις 10-12-2009, οι δικηγόροι των εναγομένων απέστειλαν στους δικηγόρους τους επιστολή 24-02-2010 με συνημμένα τραπεζική κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι επληρώθη στις 12-01-2005 με επιταγή, ποσό Λ.Κ. 1346,06, το οποίο αφορούσε εξόφληση 2 τιμολογίων τα οποία επίσης είναι συνημμένα και ως εκ τούτου θεώρησαν ορθό να προβούν σε διόρθωση της ανωτέρω καρτέλας πιστωτή. Παρουσίασε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, Τεκμήριο
- Το εν λόγω ποσό των Λ.Κ. 1346,06 είναι ήδη από 11-01-2005 πιστωμένο και φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3, κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο σχεδόν κάθε μήνα στον πελάτη. Ήταν η πρακτική της εταιρείας. Αρνήθηκε υποβολή ότι το Τεκμήριο 3 «διατηρείτο εσωτερικά για σκοπούς τους». Του υπεβλήθη ότι από 5/1/05 - 9/5/06 ο λογαριασμός πιστώθηκε με £85000 και απάντησε πως πρέπει να προστεθεί «και το opening balance". Οι πιστώσεις είναι 85000 και οι χρεώσεις 80000, εκτός του opening balance. Διαφώνησε ότι την περίοδο που ισχυρίζονται ότι τους οφείλονταν χρήματα οι εναγόμενοι είχαν πληρώσει £5000 περισσότερα από τις χρεώσεις. «Μέσα στην πληρωμή η οποία έχει γίνει κατά την διάρκεια της περιόδου του ποσού των 85000 περιλαμβάνει και το opening balance» είπε χαρακτηριστικά. Σε ερώτηση αν το opening balance που φαίνεται
(4897)είναι κατ΄ισχυρισμό οφειλή από προγενέστερη περίοδο απάντησε ότι το opening balance μεταφέρεται κάθε μήνα στο statement του λογαριασμού. Δέχθηκε ότι μεταφέρεται από προηγούμενη περίοδο. Υπήρχαν αριθμοί των τιμολογίων στα οποία στηρίχτηκαν. Η πληρωμή γινόταν για ένα "bunch" τιμολογίων έναντι λογαριασμού. Πλήρωναν οι εναγόμενοι είτε μέρος του λογαριασμού, είτε τιμολόγια. Πλήρωναν έναντι λογαριασμού, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Σε ερώτηση αν έχει κάποιο τιμολόγιο μαζί του που να δείχνει ότι είναι απλήρωτο απάντησε αρνητικά. Η κατάσταση λογαριασμού τηρείτο πάντα έναντι λογαριασμού. Δεν μπορεί να πει ποιο τιμολόγιο δεν πληρώθηκε γιατί οι πληρωμές γίνονταν έναντι λογαριασμού. Δέχθηκε ότι το Τεκμήριο 3 αφορά 2 χρόνια. Σε υποβολή πως ως εκ τούτου δεν αποστάληκε ποτέ διαφώνησε. Και το Τεκμήριο 3 είχε αποσταλεί για να γίνει σύγκριση του λογαριασμού τους, τους απέστειλαν τη δική τους κατάσταση όπου έδειχναν και οι ίδιοι ότι τους έδιναν 771.
- Ο σκοπός που η καρτέλα πιστωτή, Τεκμήριο 5 στάληκε ήταν για να γίνει προσπάθεια συμφιλίωσης λογαριασμών. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι δεν ήταν τελεσίδικο το Τεκμήριο 5 αλλά ένα από αυτά που ανταλλάχθηκαν από τα λογιστήρια. Και ότι οι εναγόμενοι επεξήγησαν δεόντως μέσω της επιστολής τους Τεκμήριο 6 και προφορικά ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό. Στην τελευταία υποβολή αναφέρεται ότι όπου αναγράφονται 2 τιμολόγια ως πληρωθέντα αυτά αναφέρονται από πολύ πριν στην κατάσταση λογαριασμού τους. Του υπεβλήθη ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται για την περίοδο που επιζητείται και δεν υπάρχει απλήρωτο τιμολόγιο προς παρουσίαση. Μια μάρτυρα κάλεσαν και οι εναγόμενοι, τη Σοφία Μιλτιάδους, οικονομική διευθύντρια της εναγομένης, προϊστάμενη του λογιστηρίου. Σύμφωνα με τη δήλωση της, Τεκμήριο 6Α, η εναγόμενη από την πλευρά της διατηρούσε λογαριασμό χρεοπίστωσης ο οποίος μπορούσε να εκτυπωθεί ως «καρτέλα λογαριασμού» ή καρτέλα κινήσεων λογαριασμού. Από την πλευρά της εναγόμενης, οι πιστώσεις στον λογαριασμό αποτελούσαν εγγραφές βάσει υπογραμμένων τιμολογίων για εγκριμένες παραγγελίες υπηρεσιών που παραδόθηκαν και οι χρεώσεις αποτελούσαν πιστωτικές σημειώσεις για τιμολόγια που ακυρώνονταν ή μέρος τιμολογίων όπου υπήρξαν λάθη ή διαφορές και για εκδομένες επιταγές εξόφλησης τιμολογίων. Η καρτέλα λογαριασμού δεν αποτελεί κατάσταση λογαριασμού (statement), καθότι είναι καθαρά λογιστική παρουσίαση των κινήσεων του λογαριασμού ενός πιστωτή και είναι ανεπίσημη και για εσωτερική χρήση. Η διαδικασία πληρωμής / εξόφλησης τιμολογίων της εναγόμενης ήταν πάντοτε (και είναι μέχρι σήμερα) όπως εκδίδονται επιταγές με την παρουσία συγκεκριμένων τιμολογίων τα οποία σφραγίζονται PAID και με τον αριθμό της επιταγής που τα ξοφλά και η επιταγή με τα τιμολόγια από πίσω πηγαίνει στον εκάστοτε διευθυντή για έλεγχο και υπογραφή. Η εναγόμενη ουδέποτε εξοφλούσε ή εξοφλά υπόλοιπα με βάση κατάσταση λογαριασμού ούτε πλήρωνε έναντι υπολοίπου, αυτό εξάλλου φαίνεται ξεκάθαρα και στις δυο καρτέλες λογαριασμού που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3 και 5 στο Δικαστήριο διότι όλες οι επιταγές που παρουσιάζονται είχαν ποσά με ακρίβεια και δεκαδικά ψηφία και δεν ήταν στρογγυλά ποσά όπως συνηθίζεται να γίνεται σε περιπτώσεις όπου γίνονται πληρωμές έναντι λογαριασμού, αλλά ούτε και είναι υπόλοιπα μήνα βάσει κατάστασης λογαριασμού που ισχυρίζεται ότι αποστέλλονταν από την πλευρά της ενάγουσας. Μάλιστα από το 2005 οι επιταγές εξόφλησης συνοδεύονταν με remittance advice, δηλαδή με ανάλυση του ποσού της πληρωμής έναντι των τιμολογίων και πιστωτικών που αφορούσε. Υπάρχει ισχυρισμός του διευθυντή της ενάγουσας ότι αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού. Ουδέν αληθέστερο. Μέχρι και το Τεκμήριο 3 το οποίο παρουσίασε προς απόδειξη της υπόθεσης του δεν είναι μηνιαία κατάσταση έτσι ώστε να διαφαίνεται από ποιο μήνα υπάρχει διαφορά αλλά κατάσταση για περίοδο περίπου 2 ετών. Η δε κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 3 δεικνύει πιστώσεις (πληρωμές) 85,020.85 και χρεώσεις 80,818.74, δηλαδή πληρωμές περισσότερες κατά περίπου 4,000.00 για την επίδικη περίοδο. Όταν η εναγόμενη κατά το 2006 και για εμπορικούς λόγους διέκοψε την συνεργασία της με την ενάγουσα και αφού δεν εντοπίζονταν ανεξόφλητα τιμολόγια, μια υπάλληλος του λογιστηρίου της ενάγουσας προσπαθούσε να συμφιλιώσει τον λογαριασμό / καρτέλα με αυτό της εναγόμενης. Για τον σκοπό αυτό φαίνεται ότι αποστάληκαν εκτυπωμένες καρτέλες κίνησης λογαριασμού για την περίοδο 2005 - 2006 από την ενάγουσα προς το λογιστήριο της εναγόμενης και καρτέλα κίνησης για την περίοδο 2006 από την εναγόμενη. (Τεκμήριο 3 και 5). Η καρτέλα λογαριασμού της ενάγουσας είχε και χειρόγραφες σημειώσεις του λογιστηρίου τους όπου έδειχναν τον έλεγχο των εγγραφών τους που είχαν κάνει. Η επικοινωνία των λογιστηρίων γινόταν συνήθως τηλεφωνικώς και είναι συνηθισμένη πρακτική της εκτύπωσης και αποστολής της κίνησης λογαριασμού καρτέλας μεταξύ λογιστηρίων με σκοπό την συμφιλίωση των υπολοίπων τους. Σύμφωνα με τη γενική πρακτική που ακολουθείται οι εν λόγω καρτέλες δεν αποτελούσαν επίσημα έγγραφα της Εταιρείας αλλά ούτε και τελεσίδικα υπόλοιπα. Γι΄αυτό και οι δυο καρτέλες δεν ήταν υπογραμμένες ούτε καν εκτυπωμένες σε επιστολόχαρτα και αποστάληκαν ανώνυμα με φαξ απλά για να βοηθήσουν στον εντοπισμό και την διόρθωση πιθανών λαθών ή/και διαφορών. Η εναγόμενη εντόπισε τα τιμολόγια που αποτελούσαν το δικό της υπόλοιπο για την περίοδο 2005 -2006 και ότι ήταν ήδη εξοφλημένα, προχώρησε δε προς ξεκαθάρισμα του υπολοίπου στην δική της καρτέλα. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 7 κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε για τα έτη 2005 - 2006 η οποία δεικνύει ότι όλα τα τιμολόγια της επίδικης περιόδου έχουν εξοφληθεί. Περαιτέρω μετά από σχετική έρευνα στο λογιστήριο της εναγομένης η τελευταία εντόπισε στα βιβλία της πως προέκυψε το υπόλοιπο των ΛΚ771,50 και ότι αφορούσε τα τιμολόγια 137287 ημερομηνίας 28/12/2004 για ΛΚ533,14 και μέρος του τιμολογίου 137231 ημερομηνίας 22/12/2004 για ΛΚ195,36 τα οποία όμως είχαν εξοφληθεί με την επιταγή που εκδόθηκε με αριθμό 99153115 για το ποσό των ΛΚ 1.346,06 και η οποία ξεκαθάρισε στις 11/1/
- Η συγκεκριμένη επιταγή παρουσιάζεται και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 3 χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στα τιμολόγια που εξοφλούνται αλλά με αναφορά ότι ήταν είσπραξη έναντι λογαριασμού (on account) και με κάποιο αριθμό απόδειξης είσπραξης. Το γεγονός αυτό από μόνο του αποδεικνύει όχι μόνο ότι το ποσό των £771,50 είχε ξοφληθεί αλλά και ότι η ενάγουσα δεν είχε σωστή διαδικασία καταχώρισης εισπράξεων έναντι τιμολογίων και ως αποτέλεσμα μόνο με πολύωρη και δύσκολη συμφιλίωση μπορούσαν να εντοπίζουν ανεξόφλητα υπόλοιπα, κάτι που στην περίπτωση της εναγομένης όχι μόνο δεν έκαναν, ως είχαν υποχρέωση αλλά ζητούσαν επίμονα να κάνει το λογιστήριο της εναγομένης. Ουδέποτε η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη κινήσεις του λογαριασμού της πριν το 2005 έτσι ώστε να εντοπιστεί πιθανή διαφορά. Όπως ο ίδιος ο μάρτυρας της ενάγουσας ανέφερε αλλά όπως γνωρίζει και προσωπικά, ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την καταγραφή των λογαριασμών αλλά κάποια κα Έλενα στο λογιστήριο με την οποία συνομιλούσαν για να συμφιλιώσουν τους λογαριασμούς. Αφού στο τέλος δεν εντοπιζόταν από ποιο τιμολόγιο προέκυψε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο επεξηγήθηκε στην υπάλληλο της ενάγουσας ότι η διαφορά πιθανόν να προκύπτει από λάθος καταγραφή τους. Η ενάγουσα επέμεινε όμως όπως αποπληρωθούν τα ποσά του λογαριασμού τους όπως φαινόταν μέσα στα λογιστικά τους βιβλία και χωρίς να θέλουν να ασχοληθούν με τον εντοπισμό των τιμολογίων που αποτελούσε το ποσό που παρουσίαζαν. Τους επεξηγήθηκε τηλεφωνικώς και με δικές της οδηγίες ότι το υπόλοιπο τους μπορεί να έχει προκύψει μέσα από τα 20 σχεδόν χρόνια στενής συνεργασίας από λανθασμένες καταχωρήσεις ή λανθασμένες / ελλιπείς εγγραφές που έκαναν οι ίδιοι στον λογαριασμό τους και ότι έπρεπε να εντοπίσουν ποια ακριβώς τιμολόγια ήταν εκκρεμή ή ποια πληρωμή τους ήταν ελλιπής και να αποσταλούν αντίγραφα στη εναγόμενη για έλεγχο και αποπληρωμή. Η θέση της εναγόμενης προς την ενάγουσα ήταν και παραμένει ότι θα καταβάλει οποιεσδήποτε οφειλές της προς την ενάγουσα οι οποίες μπορούν να εντοπιστούν με τιμολόγια και/ή με πιστωτικές που συμφωνούν τα τιμολόγια αυτά. Μη μπορώντας να εντοπίσει οφειλές με βάση τιμολόγια η ενάγουσα εξέδωσε μια κατάσταση λογαριασμού η οποία ουδέποτε εγκρίθηκε από την εναγομένη. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε γίνονταν πληρωμές έναντι υπολοίπου όπως παρουσιάζει η κατάσταση Τεκμήριο
- Πληρωμές γίνονταν έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων. Δέχθηκε ότι πλήρωνε με επιταγές αλλά διάφορα τιμολόγια όχι έναντι λογαριασμού. Δέχθηκε ότι υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο πριν την 5/1/2005 αλλά όχι το συγκεκριμένο, το οποίο δεν γνωρίζει αν είναι σωστό. Η καρτέλα τους αποστάληκε το 2007 στη διεύθυνση τους με φαξ. Αρνήθηκε ότι το 2007 αναγνώρισαν ότι υπήρχε κάποιο υπόλοιπο. Δεν ισοδυναμεί η καρτέλα με παραδοχή. Σημείωσε με κόκκινο εκεί που εντοπίστηκε το λάθος. Αρνήθηκε ότι με το Τεκμήριο 5 αναγνώρισε το υπόλοιπο. Μέχρι το 2007 έγιναν προσπάθειες για εντοπισμό του υπολοίπου. Αρνήθηκε ότι αυτά που ανέφερε είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Είναι έτοιμοι να πληρώσουν οποιοδήποτε απλήρωτο τιμολόγιο. Το Τεκμήριο 3 το πήραν για να συμφιλιώσουν τους λογαριασμούς. Το Τεκμήριο 7 εκτυπώθηκε από την EXCEL για να δείξει ποια επιταγή θα ξοφλούσε ποια τιμολόγια. Από το 2005 δεν υπάρχουν τιμολόγια που εκκρεμούν. Στο τέλος τη υπόθεσης οι συνήγοροι των δυο πλευρών αγόρευσαν. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σ΄αυτά όπου κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Παρακολούθησα με προσοχή τους 2 μάρτυρες που κατέθεσαν και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΕ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν γενική, αόριστη και ασαφής σε σχέση με το κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο. Στο Τεκμήριο 3, το οποίο παρουσίασε δεν έχουν εξηγηθεί η θεμελιωθεί επαρκώς οι καταχωρήσεις αλλά ειδικότερα το πώς προέκυψε το υπόλοιπο το οποίο μεταφέρθηκε κατά τη δική του ομολογία σε χρόνο προγενέστερο της επίδικης δικογραφημένης περιόδου. Παρά το ότι ο λογαριασμός Τεκμήριο 3 αφορά την περίοδο Ιανουαρίου 2005 και Ιουλίου 2006, φαίνεται σ' αυτόν το ποσό των 4897,45 ως «opening balance.» Περαιτέρω όμως εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συναλλαγών απέληγαν σ΄αυτό το υπόλοιπο. Στην υπόθεση D & G Products Ltd v Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 263 κρίθηκε ότι «γενική αναφορά σε υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδείκνυε το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης». Πέραν τούτου δεν επεξηγήθηκαν, θεωρώ, επαρκώς οι πιστώσεις των £85000 και οι χρεώσεις των £80000 της επίδικης περιόδου. Η διετής κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο ΜΕ1 δεν θεωρώ ότι αποδεικνύει το υπόλοιπο που παρουσιάζει. Στην υπόθεση A.L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156 στη σελ.159 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η έφεση κρίνεται ανεδαφική. Οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν». Θεωρώ, συνεπώς, πως ο λογαριασμός δεν έχει εξηγηθεί με την πρέπουσα σαφήνεια αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των χρεοπιστώσεων του παρελθόντος και αδιευκρίνιστα τα στοιχεία της επίδικης περιόδου. Συνεπώς με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν θεωρώ ότι αποδεικνύεται το υπόλοιπο του λογαριασμού, Τεκμήριο 3. (Βλ. σχετικά την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 846.) Ούτε και η θέση του ΜΕ 1 ότι αποστέλλετο το Τεκμήριο 3 στη εναγομένη κάθε μήνα σχεδόν κρίνεται ως πιστευτή. Και αυτό βασικά διότι στερείται πειστικότητας η θέση ότι αποστέλλετο κάθε μήνα η ίδια διμηνιαία κατάσταση λογαριασμού. Όσον αφορά την «καρτέλα» Τεκμήριο 5 αυτή, όπως προέκυψε καθαρά από την αντεξέταση του ΜΕ1 διαβιβάστηκε στην εναγομένη με το σκοπό να συμφιλιωθούν οι λογαριασμοί και όχι ως αναγνώριση της οφειλής τους, όπως ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση του. Εξάλλου η θέση περί αναγνώρισης δεν συνάδει με το Τεκμήριο 6 που ο ίδιος έχει καταθέσει. Ήταν η θέση του κου Θεοδοσίου στην τελική του αγόρευση ότι οι εναγόμενοι κωλύονται (are estopped) από του να αρνούνται τις υποχρεώσεις τους όταν οι ίδιοι παρέστησαν ότι τις όφειλαν. Ότι δηλαδή με το Τεκμήριο 5 παρέστησαν οι ίδιοι ότι υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο, και ότι ισχύει κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). Παρέπεμψε σε σχετικό απόσπασμα στο βιβλίο. «Το Δίκαιο της Απόδειξης» του Τάκη Ηλιάδη, ότι «αποδοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα καταστάσεων λογαριασμών χωρίς ένσταση μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι λογαριασμοί είναι σωστοί σε βαθμό που να μη γίνεται αποδεκτή η αμφισβήτηση τους». Οφείλω στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι η εισήγηση του συνηγόρου δεν έχει δικογραφηθεί. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings 12th ed.
(1975)στη σελ. 1056 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Every estoppel must be specifically pleaded, not only because it is a material fact, but also because it raises matters which might take the opposite party by surprise, and usually raises issues of fact not arising out of the preceding pleading. It is not, however, necessary to plead estoppel in any special form so long as the matter constituting the estoppel is stated in any such manner as to show that the party pleading relies upnon it as a defence or answer (Houstain v. Sligo
(1885)29 Ch. D. 448; And see Sanders v. Sanders [1952] 2 All E. R. 767, per Lord Merriman P. at 769).» Ανεξαρτήτως τούτου αναφέρω ότι στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα ακόλουθα, στη σελ. 1053: «In some cases the law will not allow a litigant to plead or to attempt to prove at the trial certain allegations which are directly contrary to that which he has himself deliberately represented to be the fact. He is said to be stopped from pleading or proving such matters. Estoppel is a rule of evidence whereby in certain circumstances is not allowed to allege or prove a fact, irrespective of whether the fact is or is not in reality true.» Και επίσης: «Estoppel by deed: If under his hand and seal a man asserts a thing to be, he cannot set up the contrary in any litigation between him and the other party to that deed. Both parties are bound by the language of the deed and so are all claiming under them (Bateman v. Hunt [1904] 2 Κ.Β. 530).» Είναι εμφανές πως η παρούσα περίπτωση δεν αφορά περίπτωση που έχει αναληφθεί εγγράφως δέσμευση. Συνεπώς δεν ισχύουν τα πιο πάνω. Όπως δε προανέφερα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού, χωρίς αντίδραση από την εναγόμενη ή ότι η εναγομένη απεδέχθη το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 5 (το οποίο εν πάση περιπτώσει φαίνεται να διαφέρει από αυτό που αξιώνει η ενάγουσα και το οποίο ας σημειωθεί δεν επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο). Παρόλο που η πιο πάνω αξιολόγηση σφραγίζει τη μοίρα της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η ΜΥ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και πειστική όσον αφορά τη διαδικασία πληρωμής τιμολογίων της εναγομένης αλλά και τον σκοπό ανταλλαγής των Τεκμηρίων 3 και 5. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Μ. Παπαϊωάννου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο