← Κύπρος

KARKOTIS MANUFACTURING & TRADING PUBLIC LIMITED ν. ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6520/09, 15/1/2014

KARKOTIS MANUFACTURING & TRADING PUBLIC LIMITED ν. ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 6520/09, 15/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6520/09 Μεταξύ: KARKOTIS MANUFACTURING & TRADING PUBLIC LIMITED Ενάγοντα -και- ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 15.1.2014 Εμφανίσεις: Για Εναγομένη-αιτήτρια: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για Ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Μάγος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο επιθυμούσε όπως εισάξει τις μετοχές της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ανέθεσε στην εναγομένη εταιρεία, η οποία ασχολείτο με χρηματιστηριακές εργασίες, όπως προωθήσει τις μετοχές της στην αγορά. Η τελευταία, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, εζήτησε από αυτή και έλαβε το ποσό των Λ.Κ.100.000 ως «κεφάλαιο κινήσεως (working capital)», το οποίο έλαβε ρητή υποχρέωση να το επιστρέψει μετά από παρέλευση ενός χρόνου. Η εναγομένη παρέλειψε να το πράξει και ως εκ τούτου η ενάγουσα κατεχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικεί επιστροφή του πιο πάνω ποσού πλέον τόκους. Η εναγομένη εταιρεία κατεχώρησε υπεράσπιση την 11.3.2010 με την οποίαν αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιείχοντο στην Έκθεση Απαίτησης. Τη 3.6.2010 η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Την ημέρα εκείνη εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα αφορούσε αμφοτέρους τους διαδίκους και βάσει του πιο πάνω διατάγματος αυτοί είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν όλα τα έγγραφα τα οποία ήταν στην κατοχή και ή τον έλεγχο τους και σχετίζονταν με οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα. Η ενάγουσα συμμορφώθηκε με το πιο πάνω διάταγμα και καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Η εναγομένη έκρινε σκόπιμο να μην καταχωρήσει ένορκη δήλωση. Η δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εναγομένη δήλωσε προφορικά στο Δικαστήριο ότι δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο που έχρηζε αποκάλυψης. Δέκα περίπου μήνες αργότερα η εναγομένη κατεχώρησε αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Με την τροποποίηση ζητούσε μεταξύ άλλων όπως προστεθεί ο ισχυρισμός ότι αυτή έλαβε το ποσό των Λ.Κ.100.000 χωρίς όμως υποχρέωση επιστροφής του ποσού αυτού. Προέβαλε δε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα είχε δώσει στην εναγομένη το ποσό αυτό για να το κατανέμει μεταξύ των προσώπων, φυσικών και νομικών, που είχαν αγοράσει μετοχές της με ιδιωτική τοποθέτηση. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της εναγομένης ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με επιστολή της, την οποία επισυνάπτει στην αίτηση, γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι διεξήγαγε έρευνα αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.100.000, που είχε λάβει από την ενάγουσα και εζήτησε πληροφορίες σε σχέση με τα πρόσωπα στους οποίους είχε πιστωθεί το ποσό αυτό. Εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 22.3.2001. Η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση με την οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς που προέβαλε η εναγομένη στην τροποποιημένη υπεράσπιση. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε την 24.10.2013 με την κατάθεση του Χρίστου Καρκώτη, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας. Την 20.11.2013 η εναγομένη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά όπως της δοθεί άδεια να αποκαλύψει έξι έγγραφα για να αποτελέσουν μαρτυρία στην υπόθεση της. Συγκεκριμένα ζητά: «.................................. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επεκτείνεται/παρατείνεται ο χρόνος των 30 ημερών ο οποίος ετέθη με οδηγίες/διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερ. 30.6.2010 στην υπόθεση αυτή όπως γίνει αποκάλυψη εγγράφων από τους εναγομένους-αιτητές. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους εναγομένους-αιτητές όπως προβούν σε αποκάλυψη εγγράφων με ένορκη δήλωση μέσα σε δέκα ημέρες από τη σύνταξη του εκδοθεισομένου διατάγματος ή μέσα σε τέτοιο χρόνο τον οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρεί πρέπον. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η κατάθεση στο Δικαστήριο των εγγράφων των αναφερομένων στις παραγράφους 14 και 15 της επισυνημμένης ένορκης δήλωσης τα οποία είναι τεκμήρια 1 μέχρι 6 στην ίδια ένορκη δήλωση τα οποία έγγραφα να αποτελέσουν μαρτυρία στην υπόθεση. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή οδηγίες και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη και/ή ορθή και/ή επιβεβλημένη να εκδώσει υπό τις περιστάσεις την υπόθεση». Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ.3, 4 και 5, Δ.48 θθ.1, 2, 8.-

(1)(qq), 9, Δ.33 θ.6, Δ.57 θ.2, Δ.64 θθ1-2, στο περί Δικαστηρίων Νόμου άρθρα 31, 41 στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Τάκης Ηλιάδης 1994 σελίδα 155 (Γ) και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Παύλου Θεοδότου, διευθύνοντα συμβούλου της εναγομένης. Προφανώς πρόκειται για το ίδιο άτομο που συνέταξε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Ο Παύλος Θεοδότου αναφέρει ότι τα δύο εκ των έξι εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη ήταν σε γνώση της άλλης πλευράς προ πολλού καθότι είχαν επισυναφθεί και στην αίτηση για τροποποίηση. Πρόκειται για την αλληλογραφία η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της εναγομένης και αφορούσε τη διάθεση του ποσού των Λ.Κ.100.
  1. Τα υπόλοιπα τέσσερα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη είναι τα ακόλουθα: (α) Δημοσίευμα στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ ημερ. 10.7.2010 που αφορά τους ενάγοντες και τον διευθυντή τους Χρίστο Καρκώτη ΤΕΚΜΗΡΙΟ «3». (β) ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 14.7.2011 η οποία αφορά τους ενάγοντες και τον διευθυντή τους Χρίστο Καρκώτη ΤΕΚΜΗΡΙΟ «4». (γ) Επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων Γ. Παπαθεοδώρου προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ημερ. 23.5.2012 που αφορά τους ενάγοντες και το επίδικο θέμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ «5». (δ) Επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερ. 29.5.2012 προς τον δικηγόρο των εναγομένων Γ. Παπαθεοδώρου που αφορά την επίδικη υπόθεση ΤΕΚΜΗΡΙΟ «6»». Το πρώτο έγγραφο είναι επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ημερομηνίας 8.10.10, προς την εναγομένη, με την οποία ζητούσε πληροφορίες που αφορούσαν την ενάγουσα εταιρεία. Συγκεκριμένα ζητούσε να μάθει ποιοί λογαριασμοί πελατών της εναγομένης είχαν πιστωθεί με το ποσό των Λ.Κ.100.000 που δόθηκε από την ενάγουσα. Το τεκμήριο 2 είναι η απάντηση της εναγομένης προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην οποία επισυνάπτονται κάποιες καταστάσεις. Το τεκμήριο 3 είναι δημοσίευμα στην εφημερίδα Πολίτης, ημερομηνίας 10.7.2010 και είχε ως αντικείμενο πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την περίοδο 2006-2007 στην ενάγουσα, σε σχέση με την πώληση δύο ακινήτων και το τεκμήριο 4 ανακοίνωση που εξέδωσε το Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και αφορούσε την επιβολή προστίμου στην ενάγουσα και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της καθότι παρέλειψαν να καταρτίσουν οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2008 και
  2. Τα επόμενα δύο έγγραφα, τεκμήρια 5 και 6 είναι η επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ημερομηνίας 23.5.12, με την οποία ζητούσε το πόρισμα της σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.100.000 και η απάντηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην πιο πάνω επιστολή. Με την επιστολή, τεκμήριο 6, η Επιτροπή πληροφόρησε το δικηγόρο ότι οι πληροφορίες αυτές «μπορούν να δοθούν σα πλαίσια αστικής διαδικασίας εφόσον ο αρμόδιος λειτουργός κληθεί να δώσει μαρτυρία». Είναι η θέση της εναγομένης ότι τα έγγραφα αυτά ήταν «γνωστά» στην ενάγουσα και «αφορούσαν διαδικασίες στις οποίες ήσαν εμπλεκόμενοι και τους επιβλήθηκαν ποινικές διώξεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς». Πρόκειται για σημαντικά έγγραφα η κατάθεση των οποίων σκοπό έχει να θίξει την αξιοπιστία του ΜΕ
  3. Αναφέρει επίσης τα πιο κάτω προς υποστήριξη της αίτησης, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
  4. Όπως ο δικηγόρος των εναγομένων Γ. Παπαθεοδώρου με πληροφορεί δεν προέβει στην αποκάλυψη των πιο πάνω εγγράφων μετά που αυτά περιήλθαν στην κατοχή του μετά τη λήξη της ορισθείσας από το Δικαστήριο περιόδου των 30 ημερών λόγω του ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της δυνατότητας αυτής την οποία διαπίστωσε κατά την μελέτη του θέματος μετά που προέκυψε το θέμα αυτό την 14.11.2013 κατά την διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης». Η αίτηση συνοδεύεται και από την ένορκη δήλωση του ιδίου του δικηγόρου στην οποία, στην ουσία, επαναλαμβάνει τα πιο πάνω, ήτοι ότι δεν γνώριζε τη δυνατότητα περαιτέρω αποκάλυψης. Η ενάγουσα κατεχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση της ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα και δεν έχει παρουσιασθεί οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για παράταση του χρόνου που καθορίσθηκε στο διάταγμα για αποκάλυψη, ημερομηνίας 3.6.
  5. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων ρυθμίζεται από τη Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχεί με την παλιά Αγγλική Δ.31 θ.
  6. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.28 θ.1, για σκοπούς εύκολης αναφοράς. «
  7. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at the stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit». Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση. Η αποκάλυψη αφορά τα έγγραφα τα οποία ήταν ή είναι στην κατοχή ή στον έλεγχο του προσώπου το οποίο διατάσσεται να αποκαλύψει. Η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Παραπέμπω σε σχετική στην αναφορά από το Supreme Court Practice 1987, τόμος 1 παρ. 24/1/2: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party's possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true.. An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly». Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Vernon v Bosley (No. 2)
(1997)1 All ER
  1. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «The current situation, in my judgment, is that the parties to all forms of civil proceedings should recognize a duty to disclose after-acquired documents (in the sense indicated above: documents which come into existence or are first acquired after a list or affidavit has been served) which are relevant to an issue in the proceedings and which are not privileged for the purposes of the discovery rules.». Στην υπό κρίση περίπτωση τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη είναι μεταγενέστερα του διατάγματος αποκάλυψης και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο μέχρι τη προθεσμία που είχε καθορίσει το Δικαστήριο. Τα έγγραφα αυτά όμως θα μπορούσαν να είχαν αποκαλυφθεί σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον η υποχρέωση είναι συνεχής. Παρόμοιο θέμα με είχε απασχολήσει και προβληματίσει πρόσφατα στα πλαίσια της αγωγής Νίκου Ζάγκουλου v Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας[1]. Στην πιο πάνω απόφαση μου επισημαίνω μεταξύ άλλων ότι κατά την εφαρμογή των πιο πάνω αρχών δημιουργούνται διαδικαστικά θέματα τα οποία θα ήταν ορθό να τύχουν θεσμοθέτησης και ιδιαίτερα το θέμα του χρόνου. Το διάταγμα που εκδίδεται με βάση τη Δ.28 θ. 1 ρητά προβλέπει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει το χρόνο εντός του οποίου θα γίνει η αποκάλυψη. Στην περίπτωση εγγράφου που περιήλθε στην κατοχή διαδίκου μετά την έκδοση του διατάγματος και τη λήξη της προθεσμίας που θέτει το Δικαστήριο δεν υπάρχει οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός σε σχέση με το διάστημα εντός του οποίου ο διάδικος να υποχρεούται να αποκαλύψει. Ένας θα μπορούσε να εισηγηθεί ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη αποκάλυψη θα πρέπει να γίνεται εντός «ευλόγου χρόνου» από την ημέρα που το έγγραφο περιήλθε στα χέρια ή στην κατοχή του αιτητή. Πρόκειται για λογική εισήγηση η οποία όμως θα έπρεπε να ήταν θεσμοθετημένη. Το Δικαστήριο κατά την άποψη μου δεν θα μπορούσε από μόνο του να ρυθμίσει τη διαδικασία ελλείψει οποιωνδήποτε θεσμών επί του θέματος. Η πλευρά της αιτήτριας στηρίζει την αίτηση της στη Δ.28 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τη παραθέτω για σκοπούς εύκολης αναφοράς: Δ.28 θ3: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit». Η πιο πάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή κατά την άποψη μου στη συγκεκριμένη υπόθεση καθότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που τα έγγραφα ήταν στην κατοχή του διαδίκου κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος και αυτός παρέλειψε να τα αποκαλύψει. Δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να δεχθεί έγγραφα τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Ως επισημαίνω και στην απόφαση Νίκου Ζάγκουλου και Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας εφόσον ο διάδικος έχει υποχρέωση να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση του δεν μπορεί το θέμα αυτό να εμπίπτει συνάμα και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιβάλλεται η εξασφάλιση άδειας εκ των προτέρων από το Δικαστήριο. Καταλήγω ότι ο εναγόμενος «υποχρεούται» να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη και εφόσον πρόκειται για υποχρέωση η αποκάλυψη αυτή δεν χρειάζεται όπως εγκριθεί εκ των προτέρων από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως από την πιο πάνω κατάληξη μου θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τουλάχιστον δύο από τα έξι έγγραφα ήταν εν γνώσει της ενάγουσας εδώ και αρκετά χρόνια καθότι είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση τροποποίησης. Η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται για τους λόγους που ανέλυσα πιο πάνω και οι οποίοι δεν βασίζονται στα όσα έχουν προβάλει οι δύο πλευρές στην αίτηση και στην ένσταση. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης-αιτήτριας. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] 7860/09, 12.3.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.