Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ε.Ε. ΑΓΙΑ 2008 ΛΤΔ (Α/Ε 240164) κ.α., Αρ. Αγωγής: 7744/11, 20/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7744/11 Μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας Και
- Ε.Ε. ΑΓΙΑ 2008 ΛΤΔ (Α/Ε 240164)
- Ευθύμιου Ευθυμίου
- Άννας Λεβέντη
- Βασίλη Κυπριανού
- Β.Α. Βιολογικά Αγροκτήματα (Αγία Άννα) Λτδ Α/Ε
- Ελίνα Χαραλάμπους
- Εμιλία David Stiffler
- Παναγιώτη Πασχάλη & Υιοί Λτδ Α/Ε 18651 Εναγομένων 20 Ιανουαρίου,
- Αίτηση της εναγόμενης 7 για παραμερισμό απόφασης που δόθηκε ερήμην στις 10/2/2012, ημερομηνίας 3/10/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Εναγομένη 7: κα Νικολάου Για την Καθ'ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα Καουτζάνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 7 είναι αδέλφια. Η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 5/12/2011 τόσο για τον ίδιο, όσο και για την εναγόμενη
- Ο αρμόδιος ιδιωτικός επιδότης κατέγραψε στην προνοούμενη ένορκη δήλωση επίδοσης ότι δεν είχε βρει στο σπίτι της ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας της την εναγόμενη 7 και έτσι επέδωσε στον εναγόμενο 2 ο οποίος είναι «αδελφός (άνω 16 ετών) δ/ντης στον τόπο εργασίας του πιο πάνω εναγομένου», δηλαδή της εναγόμενης
- Σχετικές είναι οι πρόνοιες της Δ.5 κ.2
(1)(
- i)και (
- ii)που έχουν ως ακολούθως: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof: or (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or ....» Η εναγόμενη 7 δεν καταχώρισε εμφάνιση και στις 10/2/2012 οι ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της ερήμην. Τώρα ζητά τον παραμερισμό της απόφασης εκείνης ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε της επιδόθηκε και ότι πρόσφατα έλαβε τυχαίως γνώση της αγωγής. Είναι η θέση της πως ουδέποτε εργάστηκε με τον αδελφό της και συναφώς ότι ουδέποτε ήταν διευθυντής στο χώρο της εργασίας της, αλλά έχει δική του επιχείρηση. Αυτή εργαζόταν από το 1998 στην εταιρεία Ermes Department Stores Plc και κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια είναι που ήταν διευθύντρια στο χώρο εργασίας της, δηλαδή στο πολυκατάστημα Debenhams Λήδρας. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν, παρουσίασε ένα απόκομμα μισθοδοσίας από την εν λόγω εταιρεία ως επίσης και βεβαίωση περί του ότι από 1/10/2007 μέχρι και 25/7/2012 ήταν διευθύντρια του υποκαταστήματος Debenhams Λήδρας. Οι ενάγοντες έχουν ένσταση. Ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι παράτυπη γιατί σε αυτή δεν περιλαμβάνεται η Δ.5. Λέγουν περαιτέρω ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση λόγω υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αδιαφορίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Ισχυρίζονται επίσης ότι η αιτήτρια αφενός δεν έδωσε οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως και αφετέρου, απέτυχε να καταδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη υπαλλήλου των εναγόντων. Ως προς το επίμαχο ζήτημα ο κ. Άδωνης επικαλείται την αναφορά του επιδότη, λέγοντας ότι εξ αυτής η αιτήτρια κωλύεται (estopped) από του να προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η θέση πως ο αδελφός της είναι διευθυντής στο χώρο εργασίας της είναι αβάσιμη, οπότε δεν είναι ορθή η επίκληση της Δ.5 κ.2
(1)(ii). Τούτου δοθέντος, συνέχισε, δεν μπορούν τώρα πλέον οι ενάγοντες να ισχυρίζονται ότι εφόσον το εν λόγω πρόσωπο είναι ο αδελφός της, η επίδοση είναι, εν πάση περιπτώσει, ορθή σύμφωνα με τη Δ.5 κ.2
(1)(i). Άλλωστε, υπέδειξε σχετικώς η δικηγόρος της αιτήτριας, δεν αναφέρεται πουθενά ότι η τελευταία διέμενε στον ίδιο χώρο ή περιοχή με τον αδελφό της. Ήταν η τελική της εισήγηση ότι η απόφαση εκδόθηκε αντικανονικά και ως εκ τούτου θα πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρηθεί ως άκυρη και να παραμεριστεί ex debito justitiae. Από την άλλη, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης που έχουν ήδη καταγραφεί ανωτέρω. Ως προς το κυρίως επίδικο ζήτημα, της ορθής ή μη επίδοσης, ήταν η θέση της ότι το κλητήριο έχει επιδοθεί δεόντως τόσο βάσει του εδαφίου (ii) όσο, εν πάση περιπτώσει, βάσει του εδαφίου (i). Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί ότι [ο αδελφός της] δεν ήταν υπεύθυνος στο χώρο εργασία της, η επίδοση είναι νομότυπη με βάση τη Δ.5 εφόσον το κλητήριο επιδόθηκε στον αδελφό της». Ως προς την ένσταση περί του ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται αναφορά στη Δ.5, έχοντας υπόψη τις εισηγήσεις των μερών, η εκτίμησή μου είναι πως δεν πρόκειται για παράλειψη ή παρατυπία. Η δικαιοδοτική διάταξη, η πρόνοια που δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει απόφαση ληφθείσα ερήμην, περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Είναι επί εκείνης της πρόνοιας που η αίτηση στηρίζεται. Η Δ.5 υπεισέρχεται όχι ως βάση της αίτησης, αλλά ως η πρόνοια που καθορίζει τα της επίδοσης. Επί της ουσίας: Η επίδοση του κλητηρίου είναι διαδικαστική ενέργεια κεφαλαιώδους σημασίας, εφόσον σκοπό έχει να θέσει σε γνώση του εναγομένου την ύπαρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί βασικό ανθρώπινο δικαίωμα κάθε εναγομένου το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα (Άρθρο 30).[1] Είναι υπό το πρίσμα αυτό που πρέπει να ερμηνεύονται οι πρόνοιες της Δ.5 κ.2
(1)αλλά και να εξετάζονται τα σχετικά γεγονότα. Όταν τίθεται θέμα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η προσέγγιση, η ερμηνεία και η θεώρηση δεν μπορεί να είναι ευρεία. Εν προκειμένω η επίδοση στηρίχθηκε σε συγκεκριμένη κανονιστική [εδάφιο (ii)] και πραγματική βάση, ήτοι ως επίδοση στον υπεύθυνο στον τόπο εργασίας. Αυτή όμως η αναφορά στην ένορκη δήλωση του επιδότη ενόψει της μη αμφισβητηθείσας και εμπεριστατωμένης εκδοχής της εναγόμενης δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα και ασφαλώς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κώλυμα για την εναγόμενη. Δεν χρειάζεται να αποφασιστεί η εισήγηση της εναγόμενης ότι δεν θα μπορούσε εκ των υστέρων να επιδιωχθεί η θεμελίωση της επίδοσης στο εδάφιο (
- i)εφόσον, ακόμα και έτσι, όντως δεν έχει στοιχειοθετηθεί πως ο αδελφός της εναγόμενης ήταν κατά τον επίδικο χρόνο στην πόλη ή το χωριό ή εντός της περιουσίας της, όπως είναι οι προϋποθέσεις του εδαφίου (ii). Από τα στοιχεία του φακέλου μάλιστα, είναι το αντίθετο που προκύπτει. Στην αγωγή οι ενάγοντες προσδιόρισαν ως διεύθυνση της εναγόμενης 7 το «Γέρι, Λευκωσίας» και ως διεύθυνση του εναγόμενου 2 τη «Λευκωσία». Μπορώ να έχω δικαστική γνώση, ως νομικό γεγονός διοικητικής φύσεως, ότι το Γέρι και η Λευκωσία αποτελούν χωριστούς δήμους. Το γεγονός ότι το Γέρι προσδιορίζεται στην αγωγή σε συνδυασμό με τη Λευκωσία, υποδηλώνοντας προφανώς την ένταξή του στην ευρύτερη περιφέρεια της Λευκωσίας, δεν έχει σημασία. Ο όρος «πόλη» στo εδάφιο (
- i)πρέπει, ως άνω, να ερμηνεύεται στενά και όχι με τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρείται ότι η εναγόμενη 7 στο Γέρι και ο εναγόμενος 2 στη Λευκωσία βρίσκονταν στην ίδια «πόλη». Το γράμμα της Δ.5 είναι σαφές. Εν πάση περιπτώσει, εξίσου σαφής είναι και ο σκοπός ο οποίος έγκειται στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξασφάλιση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ήτοι το να περιέλθει η αγωγή σε γνώση του εναγομένου. Προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού είναι που τίθενται ως ασφαλιστικές δικλείδες στο εδάφιο (
- i)τόσο η στενή συγγένεια (μέλη της ίδιας οικογένειας) όσο και η τοπική εγγύτητα. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση δεν εκπληρούται και αντιθέτως καταστρατηγείται εάν οι διάφοροι δήμοι και κοινότητες μιας ευρύτερης αστικής περιφέρειας, όπως λ.χ. η Λευκωσία, θεωρούνται ομού και αδιακρίτως ως μία «πόλη». Κατά συνέπεια, η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στην εναγόμενη 7. Η πλήρης διάσταση της μη επίδοσης της διαδικασίας σε διάδικο αποδίδεται από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060 με αναφορά τόσο σε θεμελιακές αρχές του αγγλικού δικαίου, όσο και στους κλασικούς Έλληνες. Η διαδικασία που δεν περιέρχεται σε γνώση διαδίκου είναι άκυρη και ο διάδικος μπορεί να ζητήσει τον παραμερισμό της ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Όπως ανέφερε ο Fry, L.J., στην υπόθεση Anlaby v. Praetorius
(1888)20 Q.B.D. 764, (όπου η απόφαση είχε ληφθεί πρόωρα, δηλαδή πριν από τη λήξη της διορίας για υπεράσπιση) στις σελ. 768-769): «In such a case the right of the defendant to have the judgment set aside is plain and clear. The Court acts upon an obligation; the order to set aside the judgment is made ex debito justitiae, and there are good grounds why that should be so, because the entry of judgment is a serious matter, leading to the issue of execution, and possibly to an action of trespass. We were pressed with the argument that Order LXX, r.1, gives a discretion to the Court which applies here. Rule 1 provides that "non-compliance with any of these rules, or with any rule of practice for the time being in force, shall not render any proceedings void unless the Court or a judge shall so direct, but such proceedings may be set aside either wholly or in part as irregular, or amended, or otherwise dealt with in such manner and upon such terms as the Court or a judge shall think fit." But in the present case we are not concerned with an instance of non-compliance with a rule, nor with an irregularity in acting under any rule. The irregular entry of judgment was made independently of any of the rules; the plaintiff had no right to obtain any judgment at all. I do not think, therefore, that the case comes within r. 1, and we must consider what is the right practice without reference to that rule. There is a strong distinction between setting aside a judgment for irregularity; in which case the Court has no discretion to refuse to set it aside, and setting it aside where the judgment, though regular, has been obtained through some slip or error on the part of the defendant, in which case the Court has a discretion to impose terms as a condition of granting the defendant relief."[2] Τα υπόλοιπα, κυρίως η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, έχουν σημασία σε περίπτωση που η δικαστική απόφαση της οποίας ζητείται παραμερισμός ελήφθη νομότυπα. (Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646). Ειδικότερα ως προς την καθυστέρηση υπενθυμίζεται η θέση της εναγόμενης ότι πρόσφατα και τυχαίως έλαβε γνώση, θέση για την οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί. Μόνο στην ένορκη δήλωση του κ. Άδωνη περιλαμβάνεται ο υποθετικός ισχυρισμός ότι εκ του γεγονότος πως η αιτήτρια δεν προσδιορίζει πώς έλαβε γνώση της αγωγής συνάγεται ότι γνώριζε για την ύπαρξή της από το χρόνο της επίδοσης της και πάρα ταύτα αδιαφόρησε παντελώς. Αυτά όμως παρέμειναν στο επίπεδο εικασίας χωρίς να τεθούν στην αιτήτρια. Εν κατακλείδι η απόφαση που ελήφθη ερήμην της εναγόμενης 7 εναντίον της στις 10/2/2012 παραμερίζεται και ακυρώνεται. Έξοδα υπέρ της εναγομένης 7 και εναντίον των εναγόντων €1500.- (κατ' αποκοπή) πλέον ΦΠΑ. (υπ) ......... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Tτόμυ)
(1997)1 ΑΑΔ 247 [2] Οι αρχές αυτές αποτυπώνονται και στις υποθέσεις Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1044 και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (ανωτ.) και Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 700. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο