← Κύπρος

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8353/12, 21/1/2014

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8353/12, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8353/12 ΜΕΤΑΞΥ: CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Εναγόντων -και-

  1. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ
  2. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.05.2013 για ασφάλεια εξόδων 21 Ιανουαρίου 2014 Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κος Γιορδαμλής Για τους εναγόμενους - αιτητές: κα Μιχαηλίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε από τους εναγόμενους (στη συνέχεια οι αιτητές). Αντικείμενο τούτης είναι η έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων για το ποσό των €20.
  3. Επιπλέον, ζητείται και καθορισμός του χρόνου παροχής της αιτούμενης ασφάλειας, ήτοι 30 ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, καθώς ότι σε περίπτωση που οι αιτητές δεν ήθελαν συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η αγωγή να θεωρείται απορριφθείσα. Το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το αίτημα προκύπτει από τις δύο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Σημειώνεται εδώ ότι πέραν της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, την 13.11.2013 οι αιτητές καταχώρισαν, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, και δεύτερη ένορκη δήλωση. Το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων αποκαλύπτει ότι το αίτημα εδράζεται σε ισχυριζόμενη αφερεγγυότητα της ενάγουσας - τράπεζας (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση). Προς υποστήριξη του αιτήματος οι αιτητές επικαλούνται αριθμό γεγονότων. Το πρώτο αφορά στην έκδοση της Κ.Δ.Π. 104/
  4. Σύμφωνα με τους αιτητές, με την έκδοση τούτης της διοικητικής πράξης οι καθ' ων η αίτηση τέθηκαν υπό διαχείριση λόγω του ότι δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους. Ακολούθως, την 29.03.2013 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προέβη σε διάγγελμα στο οποίο ανέφερε ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους. Από την άλλη, την 26.09.2013 η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε πρόστιμο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και για τον καθορισμό του ύψους τούτου δήλωσε ότι ως μετριαστικό παράγοντα έλαβε «όσα έχουν επισυμβεί τους τελευταίους μήνες στην Τράπεζα τη θέση της σε εξυγίανση και την τεράστια προσπάθεια που επιδεικνύεται για την συνέχιση των τραπεζικών της εργασιών σε ορθή και στέρεα βάση» (βλ. τεκμήριο 1 στη 2η ένορκη δήλωση). Τέλος, την 27.09.2013 ο Υπουργός Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας εξέδωσε διάταγμα δυνάμει του περί Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμου, Ν.12(Ι)/
  5. Το αναφερόμενο διάταγμα είναι η Κ.Δ.Π. 340/
  6. Η σημασία του διατάγματος έγκειται, σύμφωνα με τους αιτητές, στο προοίμιο τούτου όπου αιτιολογείται η έκδοση του διατάγματος ως ακολούθως· «. υπάρχει έλλειψη ουσιαστικής ρευστότητας και σημαντικός κίνδυνος εκροής καταθέσεων που πιθανόν να θέσουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων με αλυσιδωτές επιπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν στην αστάθεια του χρηματοοικονομικού συστήματος .»(βλ. τεκμήριο 2 στη 2η ένορκη δήλωση). Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.48 κ.κ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, οι περί Εταιρειών Κανονισμοί και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Έκρινα σκόπιμο πριν οτιδήποτε να συνοψίσω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και ακολούθως να παραθέσω τη νομική βάση της αίτησης, λόγω του ότι οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται, μεταξύ άλλων, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι αντικανονική και αυτό γιατί δεν αναγράφεται η Δ.60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιβάλλουσες περιστάσεις, δηλαδή τα γεγονότα που οι αιτητές επικαλούνται προς υποστήριξη του αιτήματος, η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να επιτύχει. Είναι γεγονός ότι η ασφάλεια εξόδων διέπεται από τη Δ.
  7. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται επίκληση οιασδήποτε άλλης νομικής βάσης. Απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου 382 του Κεφ.113 αποκαλύπτει ότι διέπει τις περιπτώσεις όπου το αίτημα εδράζεται σε αφερεγγυότητα εταιρείας. Ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι δυνάμει του άρθρου 382 παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Εφόσον λοιπόν στη νομική βάση της αίτησης αναφέρεται το άρθρο 382 του Κεφ.113 και οι ισχυρισμοί που οι αιτητές προωθούν προς υποστήριξη του αιτήματος άπτονται της οικονομικής κατάστασης των καθ' ων η αίτηση που είναι εταιρεία, ήτοι Τράπεζα, ουδεμία δικονομική πλημμέλεια διαπιστώνεται. Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 281/07, ημερομ. 14.07.2011, όπου η αίτηση κρίθηκε δικονομικά ορθή και αυτό παρ' ότι στηρίχθηκε στη Δ.35 κ.2 και στο άρθρο 382 του Κεφ.
  8. Αν είναι κάτι όμως που πρέπει να λεχθεί σε σχέση με το αίτημα είναι πως το ύψος του ποσού που ζητείται ως ασφάλεια εξόδων, εν προκειμένω €20.000, δεν αιτιολογείται. Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Dagher v. Morace

(1985)1CLR 656, η ορθή πρακτική επιβάλλει επιμερισμό του ποσού της ασφάλειας που ζητείται ώστε το Δικαστήριο να είναι εις θέση να εξακριβώσει το εύλογο ή μη του ύψους τούτου. Στην προκείμενη περίπτωση το αναφερόμενο ποσό, €20.000, είναι παντελώς αναιτιολόγητο και αόριστο. Εν τούτοις, αυτό και μόνο δεν καταδικάζει την αίτηση εφόσον η δικηγορική αμοιβή διέπεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 5) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2008 και η σχετική εργασία είναι σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένη. Συνεπώς το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση των διαδικασιών που θα ακολουθηθούν καθώς και των επάλληλων εξόδων που θα προκληθούν. Ούτως ή άλλως το ύψος των εξόδων που ήθελαν επιδικαστεί εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και ελέγχεται δικαστικά. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη ότι όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Genemp, πιο πάνω, δεν είναι δικονομικά επιβεβλημένος ο επιμερισμός του ποσού που ζητείται. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύνολο των λόγων που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση. Αξίζει μόνο να λεχθεί ότι τούτοι οι λόγοι άπτονται τόσο τύπου όσο και ουσίας. Σε σχέση με το τελευταίο παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο ομνύων, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, προβαίνει σε ανάλυση της Κ.Δ.Π. 104/2013 και υποστηρίζει ότι με την έκδοση τούτης το σύνολο των εργασιών των καθ' ων η αίτηση (δικαιώματα και υποχρεώσεις) μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η Τράπεζα που ανέλαβε τις εν λόγω εργασίες είναι δημόσια εταιρεία η οποία έχει εξέλθει από το καθεστώς εξυγίανσης. Σχετική είναι η ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 30.07.2013 (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση). Καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω ό,τι εισηγήθηκαν οι συνήγοροι εφόσον η διεργασία που ακολουθεί πραγματεύεται καθετί σχετικό. Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 382 του Κεφ. 113 παρέχει εξουσία για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων (βλ. απόφαση Genemp Trading Ltd, πιο πάνω). Η εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου, διακριτική ως έχει χαρακτηρισθεί, διέπεται από αριθμό παραγόντων και αντιστοιχεί με εκείνη της Δ.60. Καθοδήγηση λοιπόν μπορεί να αντληθεί από τις αποφάσεις που αφορούν τη Δ.60. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης και η συμπεριφορά του αιτητή είναι παράγοντες που εξετάζονται (βλ. HE.NI.PA Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1ΑΑΔ 371 και Genemp Trading Ltd, πιο πάνω). Από την άλλη η υπεράσπιση του αιτητή, οι πιθανότητες επιτυχίας τούτης, όπως και η τυχόν παραδοχή όλης ή μέρους της αξίωσης, είναι στοιχεία που επίσης αποτιμούνται (βλ. World Shipping Corporation v. Vassiliko Cement Works Limited
(1979)1 CLR 242). Βαρόμετρο όμως είναι η οικονομική επάρκεια της εταιρείας να ικανοποιήσει τυχόν έξοδα που ήθελε επιδικαστούν εις βάρος της. Επί του προκειμένου δεν πρέπει να λησμονείται ότι όταν μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση είναι γεγονός που συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τούτα τα έξοδα (βλ. Genemp Trading Ltd, πιο πάνω). Υπό τις περιστάσεις τα δικόγραφα, κλητήριο ένταλμα και υπεράσπιση, δεν προδικάζουν την τύχη της αίτησης. Αυτό γιατί οι αιτητές αρνούνται την αξίωση των καθ' ων η αίτηση προφασιζόμενοι αοριστία των όρων της συμφωνίας και ότι τούτοι οι όροι είναι επαχθείς. Παρ' ότι λοιπόν δέχονται υπογραφή της συμφωνίας αμφισβητούν τη νομιμότητα τούτης και υποστηρίζουν ότι αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού. Ο δε εξαναγκασμός εξικνείται σε άλλη συμφωνία που υφίστατο μεταξύ των μερών και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ληξιπρόθεσμη. Τέλος, αμφισβητείται και ό,τι σχετικό του επιτοκίου που διέπει τη συμφωνία όπως και των επιστολών τερματισμού. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι καμιά παραδοχή υφίσταται και οι καθ' ων η αίτηση καλούνται να αποδείξουν το σύνολο των ισχυρισμών τους. Από την άλλη η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση εφόσον καταχωρίστηκε σε λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Από το σύνολο των πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι η διελκυστίνδα των μερών εντοπίζεται στην ερμηνεία που θα δοθεί στην Κ.Δ.Π. 104/
  1. Κατά τα λοιπά η οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι δύο μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της χώρας μας, ως επίσης και το ίδιο το κράτος, αποτελεί δικαστική γνώση. Επί του προκειμένου σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθέσεις 551/13 κ.α., ημερομ. 07.06.
  2. Με γλαφυρότητα επεξηγείται εκεί η δεινή κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα μας και το τραπεζικό σύστημα. Αυτή η οικονομική δυσχέρεια διαχύθηκε με καλπάζοντα ρυθμό στο σύνολο της κοινωνίας. Επάλληλη επίπτωση της οικονομικής κρίσης ήταν η ψήφιση αριθμού νομοθετημάτων και η έκδοση διοικητικών πράξεων με πρωτόγνωρο και δραστικό περιεχόμενο για το ισχύων, τότε, νομικό και χρηματοπιστωτικό πλαίσιο. Μέρος τούτων είναι και οι Κ.Δ.Π. 104/2013 και 340/
  3. Σε αυτό το πλαίσιο ενσωματώνονται και οι δηλώσεις των πολιτικών προσώπων τις οποίες επικαλούνται οι αιτητές. Εξαρχής και με σαφήνεια δηλώνω ότι δεν συμμερίζομαι τις αιτιάσεις των αιτητών. Η δήλωση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας περί ανικανότητας των καθ' ων η αίτηση να πληρώσουν τα χρέη τους, είναι ημερομηνίας 29.03.
  4. Τούτη η δήλωση ακολούθησε χρονικά τη γνωστή και δυσμενή απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 16.03.
  5. Εν ολίγοις, αποτύπωνε κατά τρόπο αποφθεγματικό την οικονομική κατάσταση που περιήλθε η χώρα μας και είχε ήδη αναγνωριστεί στο υψηλότερο επίπεδο πολιτικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αιτιολογούσε την πορεία που επιλέχθηκε να ακολουθηθεί. Η ροή των εξελίξεων δεν ανεκόπη μετά τη σχετική δήλωση. Απόδειξη είναι η θέσπιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013, όπως και η σωρεία των διοικητικών πράξεων, μεταξύ των οποίων και η Κ.Δ.Π. 104/
  6. Τούτη η διοικητική πράξη, Κ.Δ.Π. 104/2013, δεν έθεσε τους καθ' ων η αίτηση υπό διαχείριση, όπως διατείνονται οι αιτητές. Πολύ πιο δραστικό ήταν το μέτρο που επέβαλε το διάταγμα. Απώτερος όμως στόχος ήταν όχι η διαχείριση λόγω αφερεγγυότητας αλλά η ομαλοποίηση της κατάστασης και η εξυγίανση του ευρύτερου τραπεζικού συστήματος. Με βάση λοιπόν το διάταγμα κλήθηκε τρίτη τράπεζα, εν προκειμένω η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση. Τόσο η Κ.Δ.Π. 104/2013 όσο και ο Νόμος 17(Ι)/2013, καθιστούν σαφές ότι οι εργασίες των καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν, υπό άλλη όμως διάσταση, δηλαδή της τράπεζας που ανέλαβε τούτες. Ο νόμος ρυθμίζει ακόμη και αυτή τη διαδικασία που αφορά εκκρεμούσες αγωγές (βλ. άρθρο 28
(1)του Ν.17(Ι)/2013), διατυμπανίζοντας έτσι τη συνέχιση των διαδικασιών. Διατείνονται οι αιτητές πως ούτε και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι φερέγγυα και ικανή να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Γι' αυτό το λόγο είναι που επικαλούνται τη δήλωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (τεκμήριο 1 στη 2η ένορκη δήλωση) και το προοίμιο του διατάγματος Κ.Δ.Π. 340/2013. Ούτε με αυτή τη θέση μπορώ να συμφωνήσω. Μείζονας σημασίας είναι η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (τεκμήριο 3 στην ένσταση), ενός εκ των αρμοδίων οργάνων που επιτηρούν την πορεία εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ρητά αναφέρεται εκεί ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εξήλθε από το καθεστώς εξυγίανσης. Μάλιστα η ανακοίνωση τονίζει ότι η εν λόγω εξέλιξη έθεσε τέρμα σε μια παρατεταμένη εξέλιξη αβεβαιότητας. Εις επίμετρον, κρίνω ότι η σχετική ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας δεν αντιφάσκει του προοιμίου της Κ.Δ.Π. 340/2013 όπως ούτε της ανακοίνωσης που εξέδωσε αργότερα αναφορικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου. Όλα τα πιο πάνω συνυπάρχουν στο ίδιο πλαίσιο και αναδεικνύουν τη σοβαρότητα και το μέγεθος της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας μας και του τραπεζικού τομέα. Την ίδια όμως ώρα όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν και τις ενέργειες που καταβάλλει η πολιτεία, έστω ασθμαίνοντας και ακολουθώντας τις εξελίξεις, για συγκράτηση της ανεξέλεγκτης πτώσης και διάσωση του τραπεζικού τομέα. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν αναδεικνύουν ακριβώς ότι η πολιτεία εφηύρε μέτρα και θέσπισε νομοθεσίες, ώστε οργανισμοί όπως οι καθ' ων η αίτηση, που είχαν την ατυχία να βιώσουν το μένος της οικονομικής κρίσης και να απορροφήσουν το ποικιλόμορφο οικονομικό, κοινωνικό και άλλο κόστος τούτης, να μην μετακυλήσουν την κρίση στην αγορά. Σε μεγάλο βαθμό τούτο επιτεύχθηκε μέσω της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που κλήθηκε να συνεισφέρει στην εξυγίανση. Τα όποια παράλληλα μέτρα συγκράτησης των εκροών κεφαλαίων δεν υποδηλώνουν υπαρκτό κίνδυνο αλλά ενδεχόμενο, μέχρις ότου η κοινωνία ανακτήσει την εμπιστοσύνη της στο τραπεζικό σύστημα. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία αφερέγγυα. Αυτή η διαπίστωση οδηγεί βεβαίως την αίτηση σε απόρριψη. Αναφορικά με τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο γιατί να αποκλίνω από την καθιερωμένη, πλέον, πρακτική, που θέλει το διάδικο που επιτυγχάνει να δικαιούται τούτα. Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Η καταβολή των εξόδων να γίνει άμα την ολοκλήρωση της διαδικασίας. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.