Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλη Ιωαννίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7671/09, 9/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 7671/09 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας Και
- Μιχάλη Ιωαννίδη (Α.Τ. 0510844), οδός Κυριάκου Μάτση 16Ρ, 1082 Λευκωσία
- Πόλυ Λουκά Χ"Ιωάννου (Αρ. Βρεττανικού Διαβατηρίου GBR800789592) Φίλωνος 64, 18535 Πειραιάς, Ελλάδα Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Μιχάλη Ιωαννίδη Ενάγοντα Και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- The Cyprus Investment and Securities Corporation Limited Εναγομένων --------------------------------------------------------- Αίτηση Εναγομένου 2, ημερ. 28.3.13 για καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης 9 Ιανουαρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κα Κούλλη Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σπαστρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.12.09 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, στα πλαίσια της οποίας, εκδόθηκε στις 12.7.11 εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος 2, ο οποίος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής του Εναγομένου 1 και είχε ήδη καταχωρήσει στις 11.5.10 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, καταχώρησε στις 11.10.11 αίτηση με την οποία ζητούσε την απόρριψη της αγωγής εναντίον του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 93 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Το Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 31.10.12, απέρριψε την αίτηση, επισημαίνοντας ότι η υπεράσπιση που ο Εναγόμενος 2 επιθυμούσε να συμπεριληφθεί ως μέρος της υπεράσπισης του με βάση το άρθρο 93 του Κεφ.149, είχε προκύψει μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και προς τούτο θα μπορούσε να καταχωρήσει περαιτέρω υπεράσπιση (further defence) δυνάμει της Δ.23 Θ.2, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ώστε να συμπληρωθεί δεόντως η δικογραφία. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2 (στο εξής ο Αιτητής) με νομικό υπόβαθρο τη Δ.23 Θ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καταχώρησε στις 28.3.13 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης. Η αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 28.3.13 - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση), η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σπαστρή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 13.5.
- Όπως διατείνεται ο ενόρκως δηλών για τον Αιτητή, αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν μπορούσε να προσέλθει στην Κύπρο για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο Αιτητής ενάγεται ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1 και στις 12.7.11, στην απουσία του και χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου
- Οι δικηγόροι του Αιτητή δεν ήταν παρόντες στο Δικαστήριο κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, ούτε και είχαν ειδοποιηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση ή τους δικηγόρους τους. Ο δικηγόρος του Αιτητή Χ. Αρτέμης, πληροφορήθηκε τυχαία κατά την 12.7.11, από τον δικηγόρο του Εναγομένου 1 ότι είχε εκδοθεί η εκ συμφώνου απόφαση, αντίγραφο της οποίας αποστάληκε στο γραφείο του την 1.9.11 με τηλεομοιότυπο και συνοδευτική επιστολή. Στις 21.9.11 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, ο Χ. Αρτέμης πληροφορήθηκε από το Πρωτοκολλητείο ότι από το βιβλίο καταχωρήσεων φαινόταν ότι η αγωγή είχε «απορριφθεί» την 12.7.11 και δεν υπήρχε ημερομηνία ορισμού για τον Αιτητή. Ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 93 του Κεφ.149 και αναφέρθηκε στην προηγούμενη αίτηση του ημερ. 11.10.11 για απόρριψη της αγωγής και στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31.10.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν έξι λόγους ένστασης για απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής τέσσερις:
- Δεν γίνεται επίκληση των σωστών Θεσμών που διέπουν την καταχώρηση της αίτησης.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Παρήλθε η προθεσμία των 15 ημερών που τάσσει η Δ.23 Θ.2 και προκειμένου να καταχωρηθεί η περαιτέρω υπεράσπιση σε μεταγενέστερο χρόνο, χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου η οποία δεν δικαιολογείται.
- Οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί είναι άσχετοι, καταχρηστικοί, αχρείαστοι και αποτέλεσμα δεύτερης σκέψης, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για τους Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι η ισχυριζόμενη υπεράσπιση του Αιτητή βάσει του άρθρου 93 του Κεφ.149, είναι αχρείαστη και δεν εξυπηρετεί σκοπούς δικαίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις επικαλούμενοι σχετικές αυθεντίες. Έχω εξετάσει με προσοχή του περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Η Δ.23 Θ.2 στην οποία βασίζεται η αίτηση ορίζει ως εξής: «Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counterclaim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.» Οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2 είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ένας διάδικος, όταν υπάρχουν γεγονότα που κατατάσσουν την υπόθεση εντός της εν λόγω Διαταγής. Η Διαταγή αυτή επιτρέπει την καταχώρηση εντός 15 ημερών χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ή μεταγενέστερα της προθεσμίας αυτής με την άδεια του Δικαστηρίου, περαιτέρω υπεράσπισης από τον Εναγόμενο, εφόσον έχουν προκύψει γεγονότα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης του. Γνώμονας της εφαρμογής της Δ.23 Θ.2 δεν είναι ο χρόνος στον οποίο τα γεγονότα περιήλθαν στην γνώση του διάδικου ή του δικηγόρου του αλλά πότε, αντικειμενικά, τα γεγονότα αυτά προέκυψαν (βλ. Famiro Shipping Company Ltd v. Ami Kaitting and Clothing Industries Ltd
(1989)1 A.A.Δ. 741, 748-749, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ, 1852 και Annual Practice 1958, vol.1 σελ.563-564 κάτω από τον τίτλο «By Leave»). Οι πρόνοιες της Δ.23 Θ.2 με σαφήνεια καθορίζουν ως μοναδική προϋπόθεση τον χρόνο στον οποίο η περαιτέρω υπεράσπιση καταχωρείται. Αποτελεί τον πρώτο λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι «δεν γίνεται επίκληση των σωστών Θεσμών που διέπουν την καταχώρηση αίτησης». Ωστόσο στην γραπτή αγόρευση των Καθ' ων η Αίτηση καμία σχετική αναφορά και εισήγηση γίνεται περί τούτου. Επομένως, θεωρώ ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν να μην προωθήσουν αυτόν τον λόγο ένστασης ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αυτόν. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί ούτε και με τις σχετικές εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή στην γραπτή του αγόρευση, ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα, εικάζοντας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέροντο στην παράλειψη του Αιτητή να επικαλεστεί στην αίτηση του τη Δ.48. Προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται από δικηγόρο και όχι από τους Καθ' ων η Αίτηση, χωρίς να εξηγείται γιατί δεν προέβηκε σ' αυτήν αξιωματούχος ή υπάλληλος τους. Προς τούτο, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovlieva
(2010)1 A.A.Δ 82 και εισηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση του Μ. Σπαστρή θα πρέπει να θεωρηθεί σαν να μην υφίσταται, με αποτέλεσμα η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση να παραμένει μετέωρη και η παρούσα αίτηση χωρίς αντίλογο. Σχετική επί του θέματος είναι η Πολιτική Αίτηση Αρ. 168/13 ημερ. 5.12.13, Αναφορικά με τον Περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Νηολόγηση, Πώληση και Υποθήκευση Πλοίων) Νόμο του 1963, από την οποία παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovlieva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82, το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα υποβολής ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και συνόψισε τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. .................... ............................. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 459 λέχθηκε πως «το γεγονός πως δεν αναφέρεται ότι ο ενόρκως δηλών είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, αποτελεί μία απλή παρατυπία, αφού ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των αιτητών και αποκαλύπτεται η πηγή των γνώσεων του που είναι τα έγγραφα και τα στοιχεία που περιέχονται στον εν λόγω φάκελο.» Στην παρούσα περίπτωση η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, εκτός όπου ρητά αναφέρεται το αντίθετο. Η υπόθεση στηρίζεται κυρίως σε έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται και δε γίνεται ρητή αναφορά σε γεγονότα που είναι εκτός του πεδίου των γνώσεων της δικηγόρου. Συνακόλουθα, παρά το ότι δεν είναι επιθυμητό ο ομνύων να είναι δικηγόρος, με βάση τα πιο πάνω στοιχεία δε θεωρώ ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών για τους Καθ' ων η Αίτηση είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση και αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του, που είναι ο φάκελος της υπόθεσης ως και το γεγονός ότι χειρίζεται μαζί με άλλους δικηγόρους, προσωπικά την παρούσα υπόθεση. Όπως, εξάλλου προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, σ' αυτήν ουσιαστικά γίνεται αναφορά σε γεγονότα που εν πάση περίπτωση εμφαίνονται από τον ίδιο το φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και παρά το γεγονός ότι δεν είναι επιθυμητό ο ενόρκως δηλών να είναι δικηγόρος, κρίνω ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης μπορεί να ληφθεί και θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Προχωρώ να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που σχετίζονται με το αίτημα του Αιτητή στην ουσία του. Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Προς τούτο υποστήριξε ότι η υπεράσπιση του Αιτητή καταχωρήθηκε στις 11.5.10 και η εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδόθηκε στις 12.7.
- Την ίδια ημέρα 12.7.11, ο δικηγόρος του Αιτητή Χ. Αρτέμης πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του Εναγομένου 1 για την έκδοση της εν λόγω εκ συμφώνου απόφασης και αντίγραφο αυτής αποστάληκε στο γραφείο τους την 1.9.
- Περαιτέρω, ο Αιτητής επέδειξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 28.3.13 για την οποία δεν δίδει καμία δικαιολογία, σε συνάρτηση με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31.10.
- Έχω εξετάσει την πιο πάνω εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου - εφόσον ζητείται η καταχώρηση της περαιτέρω υπεράσπισης, μετά την παρέλευση των 15 ημερών που η Δ.23 Θ.2 τάσσει ανωτέρω, για την οποία και ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου - εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τις αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει για την τροποποίηση των δικογράφων και σχετίζονται με το εγερθέν θέμα της καθυστέρησης. Ειδικότερα, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Επιγραμματικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 Α.Α.Δ. 370, Pelekanos v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, Στυλιανού ν. Λαϊκής
(2002)1 Α.Α.Δ. 746, Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και άλλες). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, είναι γεγονός ότι παρατηρείται καθυστέρηση τριών μηνών από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στις 12.7.11 και στην καταχώρηση της αίτησης για απόρριψη της αγωγής στις 11.10.
- Επίσης παρατηρείται καθυστέρηση πέντε μηνών από την έκδοση της Ενδιάμεσης Απόφασης στις 31.10.12 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 28.3.
- Είναι δε πρόδηλο ότι για την παρέλευση του ενός χρόνου μέχρι την έκδοση της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερ. 31.10.12 ο Αιτητής δεν φέρει καμία ευθύνη. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις για τη μικρή ουσιαστικά καθυστέρηση που επέδειξε ο Αιτητής στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, την σύγχρονη τάση έγκρισης παρόμοιων αιτημάτων έστω και σε περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης, αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ότι αυτοί με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς και ανεπανόρθωτα, καταλήγω ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Διευκρινίζεται ότι το κατά πόσο τα γεγονότα που ο Αιτητής επικαλείται και για τα οποία επιθυμεί να καταχωρήσει περαιτέρω υπεράσπιση, αποτελούν πράγματι ή όχι υπεράσπιση, δεν είναι του παρόντος σταδίου να αποφασιστεί. Το εγειρόμενο από την πλευρά του Αιτητή ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία όπως αναφέρεται και στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 31.10.
- Ως εκ τούτου, η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι άσχετοι, καταχρηστικοί, αχρείαστοι και αποτέλεσμα δεύτερης σκέψης, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο: Εκδίδεται Διάταγμα ως η Παράγραφος Α της αίτησης. Ο Αιτητής να καταχωρήσει περαιτέρω Υπεράσπιση εντός 30 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Όσον αφορά τα έξοδα, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση θα βαρύνουν τους Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο