ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χριστόφορου Χριστοφορίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 9801/05, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9801/05 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- Χριστόφορου Χριστοφορίδη
- Ελένης Χριστοφορίδου Εναγομένων ______________________________ Αίτηση ημερομηνίας 26.1.2012 Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2014 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μαυραντώνης Για τους Εναγομένους 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση: κ. Παπαλοϊζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «1) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση υποκειμένων εις καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής ορισθείσης υπό του Δικαστηρίου των υποθηκευμένων περιουσιών του εν λόγω εναγομένου αρ. 1 αίτινες περιγράφονται πιο κάτω: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΗΜΑΤΩΝ: ΠΟΛΗ: ΛΕΥΚΩΣΙΑ - Αγ. Μαρίνα Ξυλιάτου. ΕΙΔΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: ΧΩΡΑΦΙ. ΑΡ. ΕΓΓΡΑΦΗΣ:
- ΜΕΡΙΔΙΟΝ: ΟΛΟ. ΠΟΛΗ: ΛΕΥΚΩΣΙΑ - Καϊμακλί. ΕΙΔΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ. ΑΡ. ΕΓΓΡΑΦΗΣ: 6/
- ΜΕΡΙΔΙΟΝ: ½. 2) Διάταγμα διατάττον όπως το προϊόν της τοιαύτης πώλησης χρησιμοποιηθεί πρώτον για την πληρωμή και/ή έναντι της Απόφασης προς όφελος του ως άνω αιτητού/ενάγοντα, ήτις εξεδόθει την 22.10.08 κι΄ επικυρώθηκε με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 20.12.2011 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2008, δια το ποσό των ΕΥΡΩ 54.970,95 με τόκο 13,75% ετησίως από 1.9.01 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΕΥΡΩ 4.028,37 έξοδα αγωγής με 5.5% νόμιμο τόκο από 22.10.08 πλέον ΕΥΡΩ 49,00 έξοδα Απόφασης πλέον ΕΥΡΩ 572,22 Φ.Π.Α. ΣΥΝ ΕΥΡΩ 1.500,00 έξοδα Π.Ε. 386/2008 πλέον Φ.Π.Α., ΠΛΕΟΝ ΕΥΡΩ 1.287,50 συν ΕΥΡΩ 192,60 Φ.Π.Α. υπολογισθέντα έξοδα αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης ημερ. 29.5.
- 3) Διάταγμα διατάττον την πώληση υποκειμένων εις καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής ορισθείσης υπό του Δικαστηρίου των υποθηκευμένων περιουσιών της εν λόγω εναγομένης αρ. 2 αίτινες περιγράφονται πιο κάτω: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΗΜΑΤΩΝ: ΠΟΛΗ: ΛΕΥΚΩΣΙΑ - Καϊμακλί. ΕΙΔΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ. ΑΡ. ΕΓΓΡΑΦΗΣ: 6/
- ΜΕΡΙΔΙΟΝ: ½. 4) Διάταγμα διατάττον όπως το προϊόν της τοιαύτης πώλησης χρησιμοποιηθεί πρώτον για την πληρωμή και/ή έναντι της Απόφασης προς όφελος του ως άνω αιτητού/ενάγοντα, ήτις εξεδόθει την 22.10.08 κι΄ επικυρώθηκε με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 20.12.2011 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2008, διά το ποσό των ΕΥΡΩ 54.970,95 με τόκο 13.75% ετησίως από 1.9.01 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΕΥΡΩ 4.028,37 έξοδα αγωγής με 5.5.% νόμιμο τόκο από 22.10.08 πλέον ΕΥΡΩ 49,00 έξοδα Απόφασης πλέον ΕΥΡΩ 572,22 Φ.Π.Α. ΣΥΝ ΕΥΡΩ 1.500,00 έξοδα Π.Ε. 386/2008 πλέον Φ.Π.Α., ΠΛΕΟΝ ΕΥΡΩ 1.287,50 συν ΕΥΡΩ 192,60 Φ.Π.Α. υπολογισθέντα έξοδα αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης ημερ. 29.5.09». Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος V, άρθρα 22-71 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ1-4, Δ.
- Η ένορκη δήλωση του Πανίκου Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 26.1.2012, συνοδεύει την παρούσα αίτηση θέτοντας το πραγματικό υπόβαθρο αυτής. Όπως αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο ενόρκως δηλών, «2) Στις 22.10.2008 δόθηκε Απόφαση προς όφελος των εναγόντων κι΄ εναντίον των εναγομένων αρ. 1 & 2 η οποία κι΄ επικυρώθηκε με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 20.12.11 στην Πολιτική Έφεση αρ. 386/2008, διά το ποσό των ΕΥΡΩ 54.970,75 με τόκο 13.75% ετησίως από 1.9.2001 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως ΠΛΕΟΝ ΕΥΡΩ 4.028,37 έξοδα αγωγής με 5.5% τόκο από 22.10.08 πλέον ΕΥΡΩ 49,00 έξοδα έκδοσης Απόφασης πλέον ΕΥΡΩ 572,22 Φ.Π.Α., ΣΥΝ ΕΥΡΩ 1.500,00 έξοδα Π.Ε. 386/2008 συν ΕΥΡΩ 192,60 Φ.Π.Α., υπολογισθέντα έξοδα αιτήσεως αναστολής εκτέλεσης ημερ. 29.5.
- 3) Στις 4.2.08 εξεδόθη εναντίον των εναγομένων αρ. 1 & 2 το ριτ κινητών υπ. αρ. 7807 με αρ. σιέριφφ Λ/σίας 5714/08 το οποίο εκτελέστηκε μερικώς στις 16.9.09 με την είσπραξη κατόπιν δημόσιου πλειστηριασμού, του ποσού των ΕΥΡΩ 1.401,40 μόνο έναντι του εξ Αποφάσεως χρέους. Για το δε υπόλοιπο εξ Αποφάσεως χρέος επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 16.9.09 διότι οι εναγόμενοι αρ. 1 & 2 εστερούντο άλλης κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση. Τα έξοδα του εν λόγω ριτ κινητών είναι ΕΥΡΩ 217,
- 4) ΕΚΤΟΣ από το αναφερόμενο ποσό των ΕΥΡΩ 1.401,40, οι Εναγόμενοι αρ. 1 & 2, ουδέν άλλο ποσόν επλήρωσαν μέχρι σήμερα. 5) Ο εναγόμενος αρ. 1 είναι ιδιοκτήτης των κτημάτων που περιγράφονται στο ΜΕΜΟ υπ. αρ. ΕΒ. 2674/08 και η εναγομένη αρ. 2 είναι η ιδιοκτήτης των κτημάτων που περιγράφονται στο ΜΕΜΟ υπ. αρ. ΕΒ. 2675/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. 6) Εξαιτούμαι διά της αιτήσεώς μας εις την ως άνω αγωγή, την πώλησιν των ως άνω ακινήτων περιουσιών των εναγομένων αρ. 1 & 2 με επιφυλαχθείσα τιμή, ήτοι θα είναι ποσόν όπερ οφείλεται εις τους ενάγοντας της παρούσας αγωγής πλέον τα σχετικά έξοδα πωλήσεως. 7) Οι εναγόμενοι αρ. 1 & 2 εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, δεν έχουν άλλην κινητή περιουσία. 8) Οι εναγόμενοι αρ. 1 & 2 δεν είναι γεωργοί». Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο ίδιος ενόρκως δηλών αναφέρεται στην κατ΄ εκτίμηση αξία των επιδίκων ακινήτων, την επιφυλαχθείσα τιμή που οι αιτητές ζητούν να οριστεί και στο κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης οφειλόμενο υπόλοιπο. Από το αρχικό στάδιο της αίτησης, ήτοι από τις 5.3.2012, καταχωρήθηκε η τοποθέτηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, όπως μη ενστεί στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος πώλησης νοουμένου ότι το Δικαστήριο θα ενημερωθεί για τα εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις που αφορούν τα υπό αναφορά ακίνητα και τα οποία παραθέτει. Οι καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 έφεραν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, βασιζόμενοι στους 13 λόγους τους οποίους συγκεκριμενοποιούν στο σώμα της ένστασης τους, ημερομηνίας 25.1.
- Η δε ένορκη δήλωση του εναγόμενου - καθ΄ ου η αίτηση 1 υποστηρίζει την ένσταση θέτοντας τους ισχυρισμούς για τους οποίους η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Με την άδεια του Δικαστηρίου, έχοντας τη συγκατάθεση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση του Λάκη Κολιανδρή, ημερομηνίας 4.6.2013, εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών και με αναφορά στο καθεστώς και εκτίμηση του υπό κρίση ακινήτου και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Με αυτά τα δεδομένα, η παρούσα αίτηση προχώρησε στην ακρόαση της και οι δύο συνήγοροι προσκόμισαν γραπτή αγόρευση στην οποία περιλαμβάνεται η επιχειρηματολογία του καθενός προς υποστήριξη των θέσεων τους. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Σύμφωνα με τα άρθρα 22-24 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6: «
- Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.
- Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι΄ αυτόν και την οικογένεια του: .
- Κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους· κάθε τέτοιο ένταλμα υπογράφεται από το δικαστή ή από ένα από τους δικαστές που διατάσσουν την έκδοσή του». Η σχετική διάταξη των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.42, η οποία προνοεί ότι : «
- Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration enumber, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor's name.
- The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the enumber of the debtor's family, the house accommodation left, and (where necessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant's belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.
- A copy of the application and the affidavit in support thereof shall be served upon the debtor. .................................» Μεταξύ των λόγων ένστασης τους οποίους οι εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οι αιτητές δεν επισύναψαν επίσημο αντίγραφο της απόφασης, οι αιτητές δεν επισύναψαν πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία της οποίας αιτούνται την πώληση είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των καθ΄ ων η αίτηση, η αίτηση είναι αντίθετη και παραβιάζει το άρθρο 23 του Κεφ. 6 και την υφιστάμενη νομοθεσία, οι αιτητές επιδιώκουν την πώληση του διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων στο οποίο διαμένουν οι καθ΄ ων η αίτηση και γενικώς δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι στην αίτηση δεν επισυνάπτονται αντίγραφο της απόφασης της οποίας ζητείται η εκτέλεση και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου που να δείχνουν ότι η υπό κρίση ακίνητη ιδιοκτησία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των καθ΄ων η αίτηση χρεωστών. Ούτε υφίσταται πλήρης περιγραφή της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας συμπεριλαμβάνουσα την έκταση της. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ούτε αναφορά γίνεται με λεπτομέρεια στην οικογένεια των καθ΄ων η αίτηση ή σε κατοικία που θα απομένει γι΄ αυτούς, δεδομένης και της θέσης τους ότι το υπό κρίση διαμέρισμα αποτελεί την κατοικία τους, θέση η οποία, δίχως οποιοδήποτε δεόντως προβαλλόμενο αντίθετο ισχυρισμό, ασφαλώς δεν μπορεί παρά να γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεδομένες είναι και οι πρόνοιες της πρώτης επιφύλαξης στο άρθρο 23 του Κεφ. 6 (ανωτέρω). Ανάλογα θέματα απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αρέστη v Ερμογένους (ΚΟΚΟΝΑ),
(2010)1 Γ Α.Α.Δ. 1844. Απόλυτα σχετικό με την παρούσα αίτηση είναι το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, έκαμε αναφορά στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρατήρησε ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί ούτε επίσημο αντίγραφο της απόφασης, ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, δηλαδή της εφεσίβλητης. Επιπρόσθετα, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι στην αίτηση δεν αναφερόταν και η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί. Έκρινε, συναφώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι από το λεκτικό της Δ.42, θ.1 προέκυπτε ότι οι πρόνοιες της είναι επιτακτικές, λαμβανομένης υπόψη της λέξης «shall» στη Δ.42, θ.1, η οποία ερμηνεύτηκε από τη νομολογία ως επιτακτική. Στη Δ.42, θ.1 πράγματι αναγράφεται ότι σε κάθε αίτηση, σύμφωνα με το Μέρος 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την πώληση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρεται η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκτασή της. Θα υπάρχουν επίσης, συνημμένα στην αίτηση, ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος που θα εκτελεστούν καθώς και πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Δεν αμφισβητείται, στην παρούσα υπόθεση, ότι στην αίτηση του εφεσείοντα δεν επισυνάπτονταν ούτε αντίγραφα της απόφασης ή του διατάγματος τα οποία θα εκτελούνταν, ούτε και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου δεικνύοντα ότι η περιουσία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην πραγματικότητα εκτός από τον αριθμό εγγραφής, το χωριό στο οποίο βρίσκεται η περιουσία και την περιγραφή της ως διατηρητέας κατοικίας δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου, όπως π.χ. η έκτασή της». Και παρακάτω: «Όσον αφορά τη Δ.64 και την εισήγηση του εφεσείοντα ότι την οποιαδήποτε παρατυπία θα έπρεπε, το πρωτόδικο δικαστήριο, να την είχε θεραπεύσει εφαρμόζοντας τη Δ.64 και πάλι διαφωνούμε με τον εφεσείοντα. Είναι ορθό ότι η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin
(2009)1 Α.Α.Δ. 1350. Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χ¨ Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, ο οποίος ευθυνόταν για την παρατυπία, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να τη θεραπεύσει και κατά συνέπεια, αυτή παρέμεινε αθεράπευτη. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε ρητά στη Δ.64, θεώρησε την παρατυπία ως μη θεραπευθείσα και γι΄ αυτό απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε εσφαλμένα και ως εκ τούτου η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και γι΄ αυτό το λόγο». Έχω πιο πάνω αναφερθεί στο τι ελλείπει από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Είναι γεγονός ότι οι υπάρχουσες παρατυπίες παρέμειναν αθεράπευτες αφού η πλευρά, η υπεύθυνη για την παρατυπία, ουδέν μέτρο έλαβε (μέσω της Δ.64) ώστε να αναζητήσει τη θεραπεία τους. Και αυτό παρά το ότι η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση ήγειρε σαφώς το ζήτημα με την ένσταση της. Αναπόφευκτα, συνεπεία των ως άνω, η παρούσα αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή για τους αιτητές κατάληξη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής, /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο