ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1988/05, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1988/05 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων -και-
(8)των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου και ότι η σύναψη και ή «συνέχιση» της επίδικης συμφωνίας ήταν αντίθετη με τις ρητές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και ως εκ τούτου άκυρη «ως αντίθετη με τη Δημόσια Πολιτική». Η ισχυριζομένη συμφωνία/επενδυτικό σχέδιο περιέχει τέτοιους καταχρηστικούς όρους και ρήτρες, επαχθείς για τους εναγομένους που καθιστούν τη συμφωνία άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή χωρίς οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα προς τους εναγομένους. Η επίδικη συμφωνία, σύμφωνα πάντα με το δικόγραφο τους, ουδέποτε τερματίσθηκε νόμιμα ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να τερματίσει τη λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού. Σε σχέση με τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 και 3, ισχυρίζονται ότι κατά τη σύναψη του επενδυτικού σχεδίου συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγομένων και των δύο πιο πάνω προσώπων ότι αυτοί, ήτοι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγομένοι 2 και 3 θα διαχειρίζονταν τους λογαριασμούς τους και θα αναλάμβαναν «.την ευθύνη για κάλυψη οποιασδήποτε τυχόν ζημιάς ετύγχαναν αυτοί από το 1998 και μετά». Την 9.5.2002 ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 ανέλαβε και προσωπικά την υποχρέωση «.να καταβάλλει οποιαδήποτε δόση στο λογαριασμό και ή καλύψει τον λογαριασμό οποτεδήποτε χρειάζετο». Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν από τους ενάγοντες απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνονται η συμφωνία που διέπει τον επενδυτικό λογαριασμό, οι συμφωνίες ενεχυρίασης των μετοχών και τα πληρεξούσια έγγραφα. Ζητούν επίσης την «ακύρωση και διαγραφή του χρέους των Λ.Κ.104.471,90 και επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.21.000 που κατέβαλαν οι εναγόμενοι ως περιθώριο εξασφάλισης». Από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 και 3 ζητούν το ποσό των Λ.Κ.104.471,90, πλέον αποζημιώσεις για «όσο ποσό διαφανεί από τη λήψη λογαριασμών ότι χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό», για το ποσό που «τυχόν κληθούν οι εναγόμενοι να πληρώσουν» και «. για τις ζημιές που υπέστησαν οι εναγόμενοι δυνάμει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως και Ανταπαιτήσεως». Οι ενάγοντες και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 απορρίπτουν όλες τις πιο πάνω θέσεις. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται στην υπεράσπιση που κατεχώρησαν «ότι με έγγραφο ημερομηνίας 9.5.2002 ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 ανέλαβε να βοηθήσει τον εναγόμενο 1, με την προϋπόθεση ότι θα συνεργάζονταν οι τράπεζες στις οποίες υπήρχαν επενδυτικοί λογαριασμοί του εναγομένου 1, να βοηθήσει τον εναγόμενο 1 να εξεύρει ή/και συμφωνήσει με τις εν λόγω τράπεζες τρόπο αποπληρωμής των λογαριασμών ή/και χρεών ή/και υποχρεώσεων του προς αυτές. Σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση που ο εναγόμενος 1 συμφωνούσε σε τρόπο αποπληρωμής με τις εν λόγω τράπεζες, ο εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 θα τον βοηθούσε οικονομικά δια της προσωρινής αποπληρωμής των δόσεων προς τις τράπεζες «μέχρις ότου χρειαστεί», δηλαδή μέχρι ο εναγόμενος 1 να ανακτήσει την δυνατότητα να πληρώνει τις δόσεις του ή/και να διευθετήσει τις υποχρεώσεις του. Ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη ή/και παράλληλη συνεννόηση ή/και συμφωνία μεταξύ του εναγομένου 1 και του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 3 ότι σε τέτοια περίπτωση, ο εναγόμενος 1 θα επέστρεφε στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3 οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία θα κατέβαλλε έναντι των δόσεων του εναγομένου 1». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η συμφωνία ημερομηνίας 9.5.2002 είναι άκυρη και ή χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ καθότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα (consideration). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της ενάγουσας η υπάλληλος της τράπεζας Τούλια Θεμιστοκλέους, εκ μέρους της υπεράσπισης ο εναγόμενος 1 και ο Χρυσόστομος Σοφιανός και εκ μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος
- Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Η μάρτυρας Τούλια Θεμιστοκλέους, ο εναγόμενος 1 ως επίσης και ο μάρτυρας Χρυσόστομος Σοφιανός υιοθέτησαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Πρώτη κατέθεσε η Τούλια Θεμιστοκλέους ΜΕ1, η οποία περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, τους όρους και τον τρόπο λειτουργίας του. Η μάρτυρας ήταν υπεύθυνη για την παρακολούθηση του πιο πάνω λογαριασμού και είχε στη φύλαξη της όλα τα έγγραφα που αφορούσαν το λογαριασμό αυτό. Συνοψίζω τη μαρτυρία της. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με δανειοδοτήσεις παροχής πιστώσεων και χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών. Δημιούργησε το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» το οποίο παραχωρούσε πιστωτικές διευκολύνσεις με το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, σε πελάτες που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για να συμμετάσχουν στο πιο πάνω σχέδιο και ζήτησαν όπως τους παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.100.
- Η αίτηση τους εγκρίθηκε για μικρότερο ποσό ήτοι Λ.Κ.70.
- Σχετική είναι η επιστολή που αποστάληκε, ημερομηνίας 1.7.99, στην οποία επισυνάπτονται οι όροι συμμετοχής στον «Εθνοεπενδυτή». Η επιστολή υπογράφεται τόσο από τους εναγομένους, όσο και από την ενάγουσα. Ήταν όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι όλοι οι τίτλοι θα ενεχυριάζονταν υπέρ της ενάγουσας και ως πρόσθετη ασφάλεια του εγκριμένου ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων ο επενδυτής υποχρεούτο όπως παραχωρήσει ενέχυρο προς την τράπεζα αξίες ή να καταθέσει μετρητά η αξία των οποίων θα ανερχόταν σε 30% του ύψους του ορίου. Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να προβεί σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών όταν οι εξασφαλίσεις του λογαριασμού ήταν κάτω του 120% του ορίου. Τη 16.8.1999 το επιπρόσθετο ποσοστό κάλυψης αυξήθηκε από 30% σε 40% και το ποσοστό των 120%, που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, σε 130%. Σχετικό είναι το τροποποιητικό έγγραφο τεκμήριο 3 που υπογράφηκε από τους δύο εναγομένους και την τράπεζα. Την 1.7.1999 οι δύο εναγόμενοι υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 4, με το οποίο διόρισαν την CLR Stockbrokers Ltd, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «CLR», να διαχειρίζεται τις κινητές αξίες, αντικείμενο του επιδίκου σχεδίου. Ο διορισμός της CLR ήταν επιλογή των εναγομένων. Η ενάγουσα καμία σχέση ή ανάμειξη είχε στη λήψη αποφάσεων από μέρους των εναγομένων για αγορά και πώληση αξιών. Την ίδια ημέρα υπέγραψαν έγγραφο ενεχυρίασης των τίτλων των αξιών, τεκμήριο 5 και κατέθεσαν στον εν λόγω λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.21.
- Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι τα πιο πάνω τεκμήρια υπεγράφησαν από τους εναγομένους και παραδόθηκαν στην ενάγουσα «ασυμπλήρωτα, χωρίς μάρτυρες, χωρίς πιστοποιούντες υπαλλήλους». Η μάρτυρας διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Ισχυρίσθηκε ότι ήταν πάγια τακτική της τράπεζας τα έγγραφα να υπογράφονται στην παρουσία των λειτουργών της, σε αντίθετη περίπτωση οι τελευταίοι ήταν «υπόλογοι στην διεύθυνση», καθότι τέτοια ενέργεια/παράλειψη συνιστούσε «αδίκημα». Ανοίχθηκε ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός, με αριθμό 529-338213-5, στο όνομα των δύο εναγομένων. Οι εναγόμενοι είχαν στη διάθεση τους το ποσό των Λ.Κ.70.000 για να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο λογαριασμός λειτουργούσε ως ακολούθως. Οι εναγόμενοι έδιναν εντολές στο χρηματιστηριακό τους γραφείο, που ήταν και η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, ήτοι την CLR, για την αγορά και πώληση μετοχών. Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής η CLR εξέδιδε και απέστελλε στην ενάγουσα τα πινακίδια συναλλαγής (contract notes) μαζί με την εξουσιοδότηση για τη χρέωση ή τη πίστωση του λογαριασμού των εναγομένων. Η ενάγουσα με βάση τα στοιχεία που της έδιδε η CLR πλήρωνε το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου αγοράς (contract note). Οι μετοχές που αγοράζονταν ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας ενώ σε περίπτωση πώλησης μετοχών πιστωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Η μάρτυρας παρουσίασε αντίγραφα όλων των εξουσιοδοτήσεων που είχαν λάβει από τη CLR και αφορούσαν τις αγορές και τις πωλήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι εναγόμενοι. Τα πρωτότυπα των εγγράφων αυτών που φυλάττονταν στις αποθήκες της ενάγουσας καταστράφηκαν σε πλημμύρα το Μάιο του 2003 και ως εκ τούτου η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τα παρουσιάσει. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, αν οι τιμές των μετοχών ανέβαιναν σε σημείο που η συνολική εξασφάλιση ήταν περισσότερη από την προκαθορισμένη, ο πελάτης μπορούσε να αιτηθεί να του παραχωρηθεί το περίσσευμα του σε μετοχές, οι οποίες στη συνέχεια αποδεσμεύονταν, ή σε μετρητά. Σε αντίθετη περίπτωση, αν οι τιμές μειώνονταν τότε οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προβούν σε κάλυψη του περιθωρίου ασφάλειας του λογαριασμού είτε με την παραχώρηση προς την ενάγουσα νέων αξιών είτε με την καταβολή μετρητών. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στον όρο της συμφωνίας που προνοούσε για τον τόκο και στις γνωστοποιήσεις στον ημερήσιο τύπο που αφορούσαν τις μεταβολές του τόκου. Οι σχετικές δημοσιεύσεις κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η ενάγουσα απέστελλε στους εναγομένους μηνιαίως, ταχυδρομικώς, κατάσταση λογαριασμού. Η αλληλογραφία αποστελλόταν στη διεύθυνση «Αγ. Σπυρίδωνα 30» πρόκειται για διεύθυνση την οποία είχε δώσει οι εναγόμενος 1 στην ενάγουσα ως διεύθυνση αλληλογραφίας. Στην αίτηση που υπέβαλε για συμμετοχή στο επίδικο σχέδιο οι εναγόμενοι δεν συμπλήρωσαν τα στοιχεία διεύθυνσης αλληλογραφίας και ως εκ τούτου η αλληλογραφία αποστελλόταν στη διεύθυνση που υπήρχε στο σύστημα της τράπεζας καθ΄ ότι επρόκειτο για υφιστάμενο πελάτη. Οι τελευταίοι ουδέποτε επικοινώνησαν με την ενάγουσα για να διαφωνήσουν ή και να παραπονεθούν για τις συναλλαγές που καταγράφονταν στις καταστάσεις που ελάμβαναν ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Γνώριζαν δε ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την ενάγουσα είτε οι ίδιοι προσωπικά ή μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου τους αν ήθελαν για να διαμαρτυρηθούν ή να διευκρινίσουν οποιαδήποτε συναλλαγή, πράγμα που οι εναγόμενοι δεν έπραξαν. Οι λογαριασμοί των πελατών της ενάγουσας περιλαμβανομένων και των επιδίκων ετηρούντο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας και συνιστούσαν τα βιβλία της. Οι καταχωρήσεις εγίνονταν από λειτουργούς της ενάγουσας κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους και ελέγχονταν καθημερινά. Όταν καταχωρείτο μια πίστωση ή μια χρέωση, το υπόλοιπο αναπροσαρμοζόταν αυτόματα. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής βρισκόταν υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της ενάγουσας. Η μάρτυρας έλεγξε προσωπικά όλες τις καταστάσεις του λογαριασμού των εναγομένων που είχε εκτυπώσει, με όλες τις χρεοπιστώσεις που είχαν γίνει στο λογαριασμό τους και διαπίστωσε ότι οι καταστάσεις αυτές ήταν ορθές και σύμφωνες με την εικόνα του λογαριασμού όπως αυτή παρουσιαζόταν στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της τράπεζας. Οι καταστάσεις αυτές κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για τα τεκμήρια 18, 19(α) και (β). Ανέφερε επίσης ότι την 9.11.99, οι εναγόμενοι απέσυραν από τον εν λόγω λογαριασμό κέρδη ύψους Λ.Κ.154.
- Ο λογαριασμός των εναγομένων άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα το Δεκέμβριο του
- Η ενάγουσα απέστειλε τότε στους εναγομένους αριθμό επιστολών τεκμήρια 20-35 με τις οποίες τους καλούσε να καταθέσουν πρόσθετη εξασφάλιση, λόγω της πτώσης της αξίας των ενεχυριασμένων μετοχών. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν και ως εκ τούτου η ενάγουσα τους απέστειλε νέα επιστολή με την οποία τους ζητούσε να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες του λογαριασμού τους, εντός 15 ημερών. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πράξουν. Η ενάγουσα με επιστολή, ημερομηνίας 26.11.2004, τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και πληροφόρησε τους εναγομένους ότι το επιτόκιο αυξανόταν σε 11.5% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Την περίοδο, 29.3.2006 μέχρι και 18.5.2006, η ενάγουσα ασκώντας τα δικαιώματα που της παρείχαν οι όροι 5 και 7 της συμφωνίας πώλησε τις ενεχυριασμένες μετοχές και πίστωσε το λογαριασμό των εναγομένων με το ποσό που εισέπραξε. Η αξίωση της ενάγουσας ήταν για το ποσό των €257.069,82 πλέον τόκο 11.5% από 1.1.09 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το ποσό αυτό προέκυψε μετά την αναπροσαρμογή της κατάστασης λογαριασμού και αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα προμηθειών και έξοδα υπερημερίας. Ο εναγόμενος 1, Δανιήλ Χ¨Ττοφή παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας για τη συμμετοχή του ιδίου και της εναγομένης 2, που είναι μητέρα του, στο επενδυτικό σχέδιο «Εθνοεπενδυτής». Παραδέχεται επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη 2 υπέγραψαν όλα τα σχετικά έγγραφα, ισχυρίζεται όμως ότι η υπογραφή των εγγράφων εκ μέρους της εναγομένης 2 δεν έλαβε χώραν στα γραφεία της τράπεζας. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η εναγομένη 2 έλαβε τα έγγραφα στο σπίτι της, τα υπέγραψε και τα επέστρεψε στη τράπεζα. Τα έγγραφα, τόσο στην περίπτωση της μητέρας του όσο και στη δική του δεν υπεγράφησαν στην παρουσία μαρτύρων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε τους είχαν δοθεί οποιεσδήποτε συμβουλές από την τράπεζα, νομικές ή διαδικαστικές. Αναφερόμενος στην εναγομένη 2 είπε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 76 ετών και πολύ περιορισμένης μόρφωσης. Αυτός ήταν εκείνος που είχε εμπλέξει τη μητέρα του στην υπόθεση και εισηγήθηκε όπως αυτή συμμετάσχει στο εν λόγω σχέδιο, εισήγηση που έγινε δεκτή από την τράπεζα. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα όφειλε, όταν το ποσοστό κάλυψης του λογαριασμού ήταν κάτω από το όριο, να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Η ενάγουσα παρέλειψε να το πράξει και επέτρεψε στην εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, ήτοι τη CLR να συνεχίσει να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών με αποτέλεσμα η αξία του χαρτοφυλακίου του να εξανεμισθεί. Σε διάστημα εννιά μηνών η ενάγουσα έκανε αγοραπωλησίες ύψους Λ.Κ.1.100.
- Από τις αγοραπωλησίες μετοχών οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ελάμβαναν προμήθειες, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «.χρησιμοποιούσαν τον επενδυτικό αυτό λογαριασμό καταχρηστικά για να βγάζουν υπέρμετρες προμήθειες». Όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών έγιναν εν αγνοία των δύο εναγομένων. Αποκλειστική ευθύνη για τη ζημιογόνα πορεία του λογαριασμού έφεραν η ενάγουσα, που παρέλειψε να πωλήσει τις μετοχές όταν η αξία του χαρτοφυλακίου δεν κάλυπτε το όριο του λογαριασμού και η εξ ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, που είχε αναλάβει αποκλειστικά τη διαχείριση του λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι οι πιο πάνω αγοραπωλησίες τους απέφεραν πολύ μεγάλα κέρδη και ότι την 9.11.99 εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ.154.
- Του υποβλήθηκε δε η θέση ότι αν κατά το τερματισμό της συμφωνίας διέθετε το ποσό των Λ.Κ.154.000 για εξόφληση του χρέους του θα του έμενε και το ποσό των Λ.Κ.50.716 και η αξία του χαρτοφυλακίου του. Ο εναγόμενος 1 δεν διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Η διεύθυνση αλληλογραφίας που είχε δώσει στην ενάγουσα ήταν «Σικελιανού 2, Συνοικισμός Στροβόλου ΙΙ, Λευκωσία». Παρά ταύτα η ενάγουσα απέστελλε όλη την αλληλογραφία, συμπεριλαμβανομένης και της επιστολής τερματισμού του επενδυτικού λογαριασμού, στη διεύθυνση «Αγ. Σπυρίδωνα 30, Στρόβολος, 2049, Λευκωσία». Η τελευταία διεύθυνση ήταν η διεύθυνση της οικίας του αλλά ο ίδιος ουδέποτε είχε δώσει τη πιο πάνω διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας. Παραπονέθηκε επίσης ότι η ενάγουσα παρέλειψε να τον ενημερώσει για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή να τους υποδείξει τους κινδύνους από τη συμμετοχή τους σε τέτοιο επενδυτικό σχέδιο, σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Την 9.5.2002 ο εναγόμενος 1, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του επισκέφθηκε τα γραφεία της CLR και συνομίλησε με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3 για τα προβλήματα που παρουσιάσθηκαν στη διαχείριση των επενδυτικών του σχεδίων συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου. Διατηρούσε πολλούς επενδυτικούς λογαριασμούς, τη διαχείριση των περισσοτέρων είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η CLR. Παραπονέθηκε για τον ασυνήθιστα μεγάλο όγκο αγοραπωλησιών και τις ζημιές που είχε υποστεί. Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 του ανέφερε ότι ουδέποτε πήγε δικαστήριο και δεν θα ήθελε «να πάει τώρα» και τον διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε τις εκκρεμότητες με τις τράπεζες αν ο ίδιος συμφωνούσε να μη κινηθεί νομικά. Αυτό ήταν και το αντάλλαγμα της συμφωνίας, τεκμήριο
- Στη συνέχεια ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 επισκέφθηκε μαζί με τον εναγόμενο την ενάγουσα και συζήτησε μαζί της «διευθετήσεις για αποπληρωμή». Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 κατέβαλε στη Λαϊκή Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.4.000 έναντι του δανείου του εναγομένου
- Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν γνώστης των πράξεων που γινόντουσαν απλώς δεν ήταν αυτός που έδινε τις εντολές. Παραδέχθηκε επίσης ότι ελάμβανε την αλληλογραφία που του απέστελλε η ενάγουσα συμπεριλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμού, δεν ήταν σίγουρος όμως κατά πόσο είχε λάβει την επιστολή τερματισμού. Η εναγομένη 2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι ήταν ογδονταέξι ετών, ήταν απόφοιτη της δευτέρας δημοτικού και εντελώς αναλφάβητη. Περιγράφοντας τις συνθήκες υπογραφής των επιδίκων εγγράφων ισχυρίσθηκε ότι κάποιος «Στέλιος» κλητήρας στο ίδρυμα Fullbright, όπου εργαζόταν ο γιος της, της έδωσε κάποια έγγραφα τα οποία υπέγραψε, μετά από παράκληση του γιου της. Ισχυρίσθηκε ότι κανένας δεν της εξήγησε για το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ούτε καν ο γιος της. Τα υπέγραψε καθότι εμπιστευόταν το γιο της. Ο Χρυσόστομος Σοφιανός ήταν παρών σε κάποια συνάντηση που είχαν ο εναγόμενος 1 και ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 περί τα τέλη του
- Οι τρεις τους συναντήθηκαν σε γεύμα εργασίας για να συζητήσουν και να διευθετήσουν τις οικονομικές διαφορές των δύο διαδίκων. Κατά τη συνάντηση έγινε αναφορά σε κάποια επιστολή/συμφωνία που είχε δώσει ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 στον εναγόμενο 1, με την οποία «αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη διευθέτησης των επενδυτικών λογαριασμών του κ. Χατζηττοφή συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου λογαριασμού». Ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 δήλωσε τότε ότι «με αυτόν τον τρόπο, οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες εναντίον του ιδίου και της CLR Stocbrokers από τον κ. Χατζηττοφή ήταν αχρείαστες αφού ο ίδιος δεσμευόταν γραπτώς να πληρώνει τις αναγκαίες δόσεις». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με τον εναγόμενο 1 τα τελευταία δεκαεπτά έτη. Κατά το γεύμα αντιλήφθηκε ότι υπήρχε διαφορά με κάποιο λογαριασμό του εναγομένου 1, δεν εγνώριζε όμως τις οικονομικές πτυχές του θέματος ούτε ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο Κώστας Τουμπουρής, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 ήταν μέτοχος και διευθυντής της CLR. Η CLR ήταν, σύμφωνα με το μάρτυρα χρηματιστηριακή εταιρεία που ασχολείτο μεταξύ άλλων με τη διεκπεραίωση εντολών των επενδυτών για αγοραπωλησίες μετοχών στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Αυτό έπραττε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ελάμβανε εντολές από τον εναγόμενο 1 και τις διεκπεραίωνε. Στις περιπτώσεις που κάποιος πελάτης επιθυμούσε όπως γίνεται διαχείριση του λογαριασμού του, τότε το έργο αυτό το αναλάμβανε άλλη εταιρεία, η CLR Asset Management, που ανήκε στον ίδιο όμιλο εταιρειών και υπογραφόταν για το σκοπό αυτό ειδική συμφωνία. Ο εναγόμενος 1 ήταν ενήμερος για την πορεία του λογαριασμού. Πέραν της ενημέρωσης που ετύγχανε από τις καταστάσεις που του αποστέλλονταν, επισκεπτόταν πολύ συχνά τα γραφεία της CLR και είχε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με λειτουργούς της CLR για το θέμα αυτό. Όταν άρχισε η πτώση των τιμών των μετοχών ο εναγόμενος 1 ήταν «εκτεθειμένος», δυσκολευόταν να πληρώσει κάποιες δόσεις και ανησυχούσε ότι θα έχανε τη δουλειά του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο μάρτυρας προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει καθ΄ ότι συνδέονταν μεταξύ τους, ήταν φίλοι και συγγενείς. Ο εναγόμενος του ζήτησε να υπογράψει το έγγραφο ημερομηνίας τεκμήριο 45, «αν χρειαζόταν να το δείξει». Απέρριψε τη θέση ότι είχε αναλάβει να εξοφλήσει τα χρέη του εναγομένου 1 και ότι υπέγραψε το πιο πάνω έγγραφο αναγνωρίζοντας την ευθύνη του καθότι η CLR διαχειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό και είχε προβεί σε πράξεις «χιλιάδων λιρών» και εισέπραξε προμήθειες «χιλιάδων λιρών». Η CLR, σύμφωνα πάντα με τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3, δεν ήταν διαχειρίστρια του επιδίκου λογαριασμού και δεν ελάμβανε αποφάσεις εκ μέρους του πελάτη. Τις αποφάσεις τις ελάμβανε ο πελάτης, ήτοι ο εναγόμενος 1 και η CLR αναλάμβανε τη διεκπεραίωση τους. Ο εναγόμενος 1 ήταν, σύμφωνα με το μάρτυρα, καλός γνώστης των χρηματιστηριακών θεμάτων λόγω των σπουδών του που ήταν σχετικές με το θέμα και της μεγάλης ανάμειξης του στα «χρηματοοικονομικά του τόπου», παρακολουθούσε τις εξελίξεις και είχε ιδίαν άποψη. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει γραπτές ή ηχογραφημένες εντολές του εναγομένου 1 καθότι κατά το χρόνο που έγιναν οι επίδικες συναλλαγές δεν επιβαλλόταν κάτι τέτοιο. Η νομοθεσία που ρύθμισε το πιο πάνω θέμα τέθηκε σε εφαρμογή εκ των υστέρων. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης διαφάνηκε ότι πολλά γεγονότα τα οποία αμφισβητούνταν αρχικά από την υπεράσπιση ήταν παραδεκτά. Παραδεκτό ήταν μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Τούλιας Θεμιστοκλέους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία της ήταν θετική και εμπεριστατωμένη και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δέχομαι τη μαρτυρία της σε σχέση με τις συνθήκες ανοίγματος του λογαριασμού η οποία υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και δεν έχουν αμφισβητηθεί, ως επίσης και τον τρόπο λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού. Την υπόλοιπη μαρτυρία της, ως επίσης και τη μαρτυρία των υπολοίπων προσώπων που κατέθεσαν, θα την αξιολογήσω όταν θα εξετάζω τους ισχυρισμούς που ήγειραν οι δύο εναγομένοι. Από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε παρουσιάσθηκε στους εναγομένους ως ειδική για θέματα χρηματιστηρίου ή ότι τους παρότρυνε, έπεισε και εξώθησε να λάβουν μέρος στο συγκεκριμένο σχέδιο. Αντίθετα προκύπτει ότι ήταν οι ίδιοι οι εναγόμενοι που υπέβαλαν την αίτηση, χωρίς καμία ενθάρρυνση ή προτροπή από την ενάγουσα. Ο εναγόμενος 1 ήταν καλός γνώστης των χρηματιστηριακών θεμάτων λόγω των σπουδών του και της μεγάλης εμπλοκής του με τα θέματα αυτά. Διατηρούσε δε αρκετούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ. Η μητέρα του, εναγομένη 2, διαφάνηκε κατά την ακρόαση ότι ήταν άσχετη με τα θέματα του Χρηματιστηρίου. Κατά την ακρόαση τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγομένη 2 ετόνισαν ότι η τελευταία ήταν ηλικιωμένη, πολύ περιορισμένης μόρφωσης, στην ουσία αναλφάβητη και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε. Τέτοια υπεράσπιση όμως, ήτοι η υπεράσπιση του non est factum δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Απορρίπτω επίσης τη θέση ότι η ενάγουσα είχε καθήκον να συμβουλεύσει την εναγομένη 2 για τους κινδύνους που ελλόχευαν από τη συμμετοχή της στο συγκεκριμένο σχέδιο. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου ότι η ενάγουσα εγνώριζε την κατάσταση της εναγομένης 2, στοιχείο που θα μπορούσε να τη θέσει σε επιφυλακή και εκείνη επέλεξε να το αγνοήσει. Παρατηρώ ότι στην αίτηση που υποβλήθηκε στην ενάγουσα περιλαμβανόταν η πληροφορία ότι η εναγομένη 2 ήταν «retired», αυτό υπονοούσε ότι προηγουμένως εργαζόταν. Η ερμηνεία που δίδεται στο λεξικό Collins στη λέξη «retired» είναι «.having given up one's work, office, e.t.c. esp on completion of the normal period of service». Πουθενά στην αίτηση δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη ήταν μια ηλικιωμένη, αναλφάβητη κυρία, δεν αναφέρεται καν η σχέση της με τον εναγόμενο 1, ήτοι ότι ήταν μητέρα του. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι σύμφωνα με τη ταυτότητα της, την οποία παρουσίασε η υπεράσπιση, το επάγγελμα της ήταν «οικιακά», γεγονός που απέκρυψαν οι εναγόμενοι από την ενάγουσα. Η τράπεζα δεν έχει γενικά καθήκον να συμβουλεύσει τον πελάτη της σε σχέση με την πράξη, για την οποία αυτή της έχει δανείσει χρήματα. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Banking Litigation[1]: «A banker cannot be liable for failing to advise a customer if he owes the customer no duty in law to do so. Generally speaking, banks do not owe their customers a duty to advise them on the wisdom of commercial projects for the purpose of which the bank is asked to lend money. If the bank is to be placed under such a duty, there must be a request from the customer, accepted by the bank, or some arrangement between the customer and the bank, under which the advice is to be given[2]». Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος 1 που αποφάσισε να συμπεριλάβει την ηλικιωμένη μητέρα του στο σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», με απώτερο σκοπό να διπλασιάσει το ποσό των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα λάμβανε από την ενάγουσα. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα γνώριζε τα πιο πάνω στοιχεία, ήτοι την κατάσταση της εναγομένης 2, τη σχέση της με τον εναγόμενο 1, ήτοι ότι επρόκειτο για σχέση μητέρας-γιου και ότι ήταν ο τελευταίος που την είχε ωθήσει να λάβει μέρος στο πιο πάνω σχέδιο. Στην Αγγλική υπόθεση Barclays Bank Plc v O' Brien[3] η Βουλή των Λόρδων εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ατασθαλία θα μπορούσε να εμποδίσει τον πιστωτή να εισπράξει το λαβείν του από κάποιο εγγυητή και αποφάσισε ότι όταν πρόκειται για περίπτωση στην οποία εμπλέκονται τρία μέρη η εγγύηση είναι ακυρώσιμη μόνο στην περίπτωση που η τράπεζα είχε άμεση ή έμμεση ενημέρωση για την ατασθαλία αυτή. Ως αναγράφεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Banking on Litigation[4]: «Where a lender advances money to two individuals, e.g. husband and wife, jointly, then it is not put on inquiry unless it is aware that the loan is being made for the purposes of one of them only, as opposed to for their joint purposes. The crucial question in deciding whether a bank is put on inquiry is the information available to that bank and whether such information was sufficient to put it on inquiry as to the risk of some wrongdoing. Where there is nothing in the documents seen by the bank to suggest that a loan was exclusively for the purposes of only one of two joint borrowers, a mother and son, the bank was not without more obliged to make further inquiries: Mortgage Agency Services Number Two Ltd v Chater. In this context the court was not concerned with what was actually happening, but with what the bank knew or ought, by making appropriate inquiries, to have known about it». Προκύπτει επίσης ως αναντίλεκτη μαρτυρία ότι όλα τα έγγραφα είχαν υπογραφεί από τους δύο εναγομένους. Μεγάλο μέρος της ακρόασης αναλώθηκε για τις συνθήκες υπογραφής των εγγράφων, κατά πόσο τα έγγραφα είχαν υπογραφεί ενώπιον μαρτύρων ή όχι. Η υπεράσπιση ανήγε το θέμα αυτό σε θέμα μείζονας σημασίας, καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης. Ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα των συγκεκριμένων εγγράφων όπως αυτά υπογραφούν στην παρουσία μαρτύρων. Τέτοια προϋπόθεση απαιτείται μόνο σε σχέση με το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών. Το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή δύο μαρτύρων. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι ήταν πάγια τακτική της τράπεζας τα συγκεκριμένα έγγραφα να υπογράφονται ενώπιον μαρτύρων σε αντίθετη περίπτωση ο αρμόδιος υπάλληλος θα ήταν υπόλογος στην τράπεζα, καθότι αυτό αποτελούσε «αδίκημα». Οι εναγόμενοι προσπάθησαν να καταρρίψουν την πιο πάνω θέση παρουσιάζοντας μια φωτοτυπία η οποία έφερε μόνο τις δικές τους υπογραφές. Το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα ότι οι υπογραφές της φωτοτυπίας και οι υπογραφές του πρωτοτύπου ήταν οι ίδιες. Και αν ακόμη θεωρήσω ότι το έγγραφο-φωτοτυπία είναι πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου και οι υπογραφές στα δύο έγγραφα είναι πανομοιότυπες, δεν οδηγούμαστε αυτόματα στο συμπέρασμα ότι οι δύο εναγόμενοι υπόγραψαν στην απουσία μαρτύρων. Ως ανέφερε και η ΜΕ1, το έγγραφο αυτό δυνατό να υπογράφηκε στη παρουσία των δύο μαρτύρων, να φωτοτυπήθηκε επί τόπου και στη συνέχεια να υπογράφηκε από τους μάρτυρες. Τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγομένη 2 μου έδωσαν την εντύπωση ότι αμφισβήτησαν τα πάντα στην προσπάθεια τους να απαλλαγούν από το συγκεκριμένο χρέος και δεν θα δίσταζαν να αμφισβητήσουν ακόμη και τις συνθήκες υπογραφής των εγγράφων αν αυτό εξυπηρετούσε το σκοπό τους. Επί του σημείου αυτού θα ήθελα να σταθώ λίγο στη μαρτυρία της εναγομένης
- Ως η ίδια εδήλωσε ήταν αγράμματη και υπερήλικας, παρά ταύτα όμως θυμόταν, ενώ είχαν παρέλθει 12 και πλέον έτη, ότι είχε υπογράψει τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία της έφερε κάποιος «Στέλιος» στο σπίτι της. Ο πιο πάνω ισχυρισμός κάθε άλλο παρά πειστικός είναι. Επισημαίνω δε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο τεκμήριο 4 φέρει τη σφραγίδα και πιστοποίηση του Μ. Πρωτοπαπά, πιστοποιώντας υπαλλήλου. Ήταν επίσης η θέση της υπεράσπισης, ως αυτή σκιαγραφείται στα δικόγραφα, ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν συγκατατεθεί στην τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας, ήτοι στην αύξηση του ορίου ασφαλείας. Η θέση αυτή όμως καταρρίπτεται από το τεκμήριο 3, πρόκειται για έγγραφο το οποίο οποίαν υπέγραψαν οι δύο εναγόμενοι και έδωσαν τις συγκαταθέσεις τους για αύξηση του ορίου. Από τη προσαχθείσα μαρτυρία καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν ελάμβαναν μηνιαίες καταστάσεις. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι ελάμβανε τις μηνιαίες καταστάσεις. Κατά την ακροαματική διαδικασία διαμόρφωσε το παράπονο του αλλιώς, ήτοι ότι αποστέλλονταν στην οικία του αντί στη διεύθυνση αλληλογραφίας. Το γεγονός αυτό δεν τον επηρέασε όμως με οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο. Το ζητούμενο ήταν να τυγχάνει ενημέρωσης. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι η ενημέρωση του εναγομένου ήταν συχνή και τακτική, ελάμβανε καταστάσεις, επικοινωνούσε με τον χρηματιστή του και επισκεπτόταν τακτικά τα γραφεία της CLR για να κατατοπισθεί σε σχέση με τη πορεία των χαρτοφυλακίων του. Εξίσου ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει τη διαχείριση του επιδίκου λογαριασμού και ότι είχε καθήκον, υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν το ποσοστό εξασφάλισης του λογαριασμού ήταν κάτω από το συμφωνηθέν όριο. Οι σχέσεις των δύο μερών διέπονται από τη συμφωνία που συνομολόγησαν μεταξύ τους και τέτοιοι όροι δεν περιλαμβάνονται. Εκείνο που ανέβαλε η ενάγουσα να παρέχει στους εναγομένους ήταν πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού. Όταν το περιθώριο ασφαλείας ήταν κατώτερο του συμφωνηθέντος τότε η τράπεζα είχε δικαίωμα να προβεί σε πώληση των αξιών ή μέρος αυτών. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισωθεί σε υποχρέωση. Αν πρόθεση των δύο μερών ήταν να επιβάλουν στην ενάγουσα τέτοιο καθήκον τότε λογικά θα αναμένετο ότι θα υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου. Απορρίπτω επίσης τη θέση ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να λάβει μέτρα για τη μείωση της ζημιάς του συγκεκριμένου λογαριασμού και ότι είχε καταστεί εμπιστευματοδόχος των μετοχών που είχαν ενεχυριασθεί. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Στέλιος Μακρίδης v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ[5] όπου είχε εγερθεί ακριβώς το ίδιο θέμα. Το μόνο καθήκον που είχε η ενάγουσα ως ενεχυροδανειστής ήταν όταν ασκούσε το δικαίωμα πώλησης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, άσκησε εκ των υστέρων, να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή αγοράς τη δεδομένη στιγμή[6]. Ο εναγόμενος 1, ισχυρίσθηκε σε κάποιο άλλο στάδιο ότι η CLR ελάμβανε όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιο του. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι καμία συμφωνία είχε υπογραφεί μεταξύ των δύο μερών, με την οποία η CLR ανέλαβε τέτοιο καθήκον. Το μόνο έγγραφο που υπογράφηκε ήταν ένα πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο εξουσιοδοτείτο η εν λόγω εταιρεία να ενεργεί ως αντιπρόσωπος των δύο εναγομένων, αναφορικά «με οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με κινητές αξίες». Το γεγονός ότι η CLR είχε δικαίωμα να αγοράζει και να πωλεί μετοχές δεν εξυπακούει ότι ήταν αυτή που λάμβανε και τις αποφάσεις για την αγορά και πώληση τους. Για το συγκεκριμένο θέμα δέχομαι τη μαρτυρία του Κώστα Τουμπουρή, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι στις περιπτώσεις που η CLR αναλάμβανε τέτοιο καθήκον υπογραφόταν και σχετική συμφωνία. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι σε σχέση με το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο η CLR λάμβανε εντολές από τον εναγόμενο 1 για την αγορά και πώληση μετοχών. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε πέραν της μιας φοράς ότι ο ίδιος δεν έδιδε εντολές. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι, εφόσον ο ίδιος ήταν τόσο δυσαρεστημένος από τη συμπεριφορά της CLR η οποία αγόραζε και πωλούσε τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του με πολύ μεγάλη συχνότητα, χωρίς να τον συμβουλεύεται, με σκοπό να χρεώνει προμήθειες, γιατί δεν ανακάλεσε το επίδικο πληρεξούσιο και γιατί δεν παραπονέθηκε γραπτώς; Επισημαίνω ότι στο πληρεξούσιο η μόνη προϋπόθεση που τίθεται αναφορικά με την ανάκληση του είναι όπως ειδοποιηθεί η ενάγουσα, 24 ώρες προηγουμένως. Εν κατακλείδι απορρίπτω τους πιο πάνω ισχυρισμούς της υπεράσπισης ότι η CLR είχε αναλάβει τη διαχείριση των ενεχυριασμένων μετοχών με την έννοια που αποδίδει αυτή στη λέξη «διαχείριση». Και αν ακόμη δεχθώ την εισήγηση ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η CLR ανέλαβαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ενήργησαν αμελώς και ή κατά παράβαση οποιωνδήποτε συμφωνηθέντων όρων. Είναι γεγονός ότι από το συγκεκριμένο λογαριασμό έγινε μεγάλος αριθμός πράξεων, όλες οι πράξεις όμως έγιναν κατ΄ εντολή και ή με τη συγκατάθεση του εναγομένου 1 ο οποίος ενεργούσε και εκ μέρους της μητέρας του, εναγομένης
- Ο μεγάλος αυτός αριθμός πράξεων απέφερε στους δύο εναγομένους τεράστια κέρδη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Εντός ενός περίπου έτους οι εναγόμενοι εισέπραξαν Λ.Κ.154.000 περίπου, ήτοι ποσό διπλάσιο του κεφαλαίου τους. Λίγο χρόνο αργότερα το περιθώριο ασφαλείας του λογαριασμού ανατράπηκε και έκτοτε, μετά την 7.3.2000 καμία πράξη διενεργήθηκε, γεγονός το οποίο εγνώριζε πολύ καλά ο εναγόμενος 1 εφόσον ενημερωνόταν συχνά και συστηματικά για την πορεία του λογαριασμού του. Εξάλλου το παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση του. Παρά ταύτα προσπάθησε να δώσει στο Δικαστήριο την εικόνα ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η CLR συνέχισαν να διενεργούν πράξεις με δική τους πρωτοβουλία για να χρεώνουν προμήθειες. Ο εναγόμενος 1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το έγγραφο τεκμήριο 45, το οποίο τιτλοφορείται «Συμφωνία μεταξύ Δανιήλ Χατζηττοφή και Κώστα Τουμπουρή» και ισχυρίσθηκε ότι με βάση το πιο πάνω έγγραφο ο Κώστας Τουμπουρή, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 όφειλε όπως εξοφλήσει το επίδικο χρέος. Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού: «9 Μαΐου 2002 Συμφωνία Μεταξύ Δανιήλ Χατζηττοφή και Κώστα Τουμπουρή Διά του παρόντος οι κύριοι Δανιήλ Χατζηττοφής και Κώστας Τουμπουρής συμφωνούν στα ακόλουθα:
- Οι λογαριασμοί Margins που διαχειριζόταν η/και διαχειρίζεται η CLR Stockbrokers κατά τη περίοδο 1998 μέχρι σήμερα εκ μέρους του Δανιήλ Χατζηττοφή θα πρέπει, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες τράπεζες, να διευθετηθούν όσο αφορά τρόπο αποπληρωμής τους.
- Ο Κωστάκης Τουμπουρής αναλαμβάνει να πληρώνει τις αναγκαίες δόσεις μέχρις ότου χρειαστεί. Οι συμβαλλόμενοι Δανιήλ Χατζηττοφής Κώστας Τουμπουρής». Από μια απλή ανάγνωση του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους για το αντάλλαγμα που θα ελάμβανε ο Κώστας Τουμπουρή για την υποχρέωση που ανέλαβε. Το γεγονός αυτό το επισήμανε και ο τελευταίος στο δικόγραφο που κατεχώρησε. Ο ισχυρισμός αυτός, ήτοι ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα παρέμεινε αναπάντητος. Ο εναγόμενος 1, κατά την ακροαματική διαδικασία, προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι το αντάλλαγμα ήταν να μην καταχωρήσει αγωγή εναντίον της CLR. Πρόκειται κατά την άποψη μου εκ των υστέρων σκέψη η οποία εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί. Η μαρτυρία του Κώστα Τουμπουρή ότι ο μόνος λόγος που υπέγραψε το έγγραφο ήταν για να «το δείχνει» ο εναγόμενος, δεν συνάδει με τη δικογραφηθείσα θέση των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 και ως εκ τούτου θα αγνοηθεί. Η μαρτυρία του ΜΥ Χρυσόστομου Σοφιανού δεν ενισχύει κατά την άποψη μου τις θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος
- Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τις οικονομικές διαφορές των δύο αυτών προσώπων και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι από τη συνομιλία κατά το γεύμα, που έλαβε χώρα πριν παρά πολλά χρόνια, συγκράτησε τη δήλωση του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 3 με την οποία φέρεται να είχε αποδεχθεί να πληρώνει γραπτώς τις μηνιαίες δόσεις του εναγομένου 1 νοουμένου ότι ο τελευταίος δεν θα προχωρούσε με νομικές διαδικασίες εναντίον της CLR και του ιδίου. Ανεξαρτήτως και πέραν των πιο πάνω όμως, παρατηρώ ότι ο τρόπος που είναι διατυπωμένο το πιο πάνω έγγραφο, τεκμήριο 45 είναι πολύ γενικός και αόριστος, ο Κώστας Τουμπουρής ανέλαβε να πληρώσει «τις αναγκαίες δόσεις μέχρις ότου χρειαστεί». Καμία αναφορά γίνεται στο ύψος ή τον αριθμό των δόσεων. Οι φράσεις «αναγκαίες δόσεις» και «μέχρις ότου χρειαστεί» επιδέχονται πολλών και διαφορετικών ερμηνειών. Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το θέμα των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Δέχομαι την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας ότι οι εγκύκλιοι αυτοί δεν υποχρέωναν τις τράπεζες να κλείσουν τους λογαριασμούς οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για επενδύσεις στο χρηματιστήριο αλλά τους ζητούσε να τους μειώσουν. Επισημαίνω δε ότι οι εγκύκλιοι ήταν μεταγενέστερες του ανοίγματος του επιδίκου λογαριασμού του. Στην υπόθεση Κρυστάλλω Γιάλλουρου v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ[7] τονίστηκε ότι εγκύκλιοι της Κεντρικής τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας δεν επηρεάζουν αναδρομικά τη νομιμότητα της συμφωνίας. Πέραν τούτου όμως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, τυχόν παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση των συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων αυτών. Στην υπόθεση Καλλικάς v Ελληνικής Τράπεζας Λτδ[8] αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι μια συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει την ύπαρξη των εγκυκλίων στους πελάτες της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Καταλήγω ότι η ενάγουσα με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδείξει την αξίωση της εναντίον των εναγομένων. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €252.052,49 πλέον τόκο 11.5% επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.09 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιουμένου τη 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι σε βάρος των εναγομένων και εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν, θα επιδικάζεται μια δέσμη εξόδων εκεί όπου τα έξοδα της ενάγουσας και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 1 συμπίπτουν. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Τρίτη έκδοση, παρ. 2-
- [2] Βλέπετε σχετικά Lloyds Bank Plc v Cobb
(1991)12 Legal Decisions Affecting Bankers 210 CA, Williams & Glyn's Bank PLC v Barnes [1981] Com L.R 205 Banbury v Bank of Montreal [1918] A.C 626 και National Commercial Bank (Jamaica) Ltd v Hew [2003] UKPC
- [3] [1994] 1 A.C.
- [4] 3η έκδοση, παρ. 3-
- [5] Βλέπετε σχετικά Π.Ε. 303/
- [6] Βλέπετε σχετικά China and South Sea Bank v Tan