Yosef Shmuely ν. Sherry Shalom κ.α., Αρ. Αγωγής: 7451/2013, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7451/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Yosef Shmuely Ενάγοντα -και-
- Sherry Shalom
- Siri Yechiel
- Banora Trading Ltd Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20/11/2013 και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 20/11/2013 Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Α. Δημητρίου Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή του, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 20/11/2013, ο Ενάγων αξιώνει τις θεραπείες που αναφέρονται στις παραγράφους Α-Η της οπισθογράφησης. Με την μονομερή αίτησή του ημερομηνίας 20/11/2013 ο Ενάγων-Αιτητής αιτήθηκε και εξασφάλισε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα το οποίο να αναστέλλει και/ή απαγορεύει τη σύγκληση και/ή διεξαγωγή των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της εταιρείας Banora Trading Ltd οι οποίες έχουν οριστεί για την 21/11/2013 και/ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και/ή οποιασδήποτε άλλης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα το οποίο να αναστέλλει και/ή απαγορεύει τη σύγκληση και/ή διεξαγωγή της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας Banora Trading Ltd η οποία έχει οριστεί για την 21/11/2013 και/ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και/ή οποιασδήποτε άλλης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή τους αντιπροσώπους τους από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη και/ή απόφαση η οποία θα έχει σκοπό και/ή στόχο και/ή αποτέλεσμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Banora Trading Ltd και/ή την έκδοση νέων μετοχών και/ή την αλλοίωση καθ΄ οιονδήποτε τρόπο της μετοχικής δομής της Εναγόμενης αρ. 3 μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, με βάση το οποίο ο Ενάγων εξασφάλισε τα ως άνω προσωρινά διατάγματα, αποτελεί η ένορκη δήλωση της δικηγόρου Αλεξίας Μιραχή, ημερομηνίας 20/11/
- Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, προβαίνει στην ένορκη δήλωση κατόπιν πληροφοριών που έλαβε από τον Αιτητή, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και κατόπιν νομικής συμβουλής από το δικηγόρο του Αιτητή. Ο λόγος δε για τον οποίο ο ίδιος ο Αιτητής δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση είναι διότι βρίσκεται εκτός Κύπρου και λόγω του επείγοντος του θέματος αδυνατεί να προσέλθει εγκαίρως στην Κύπρο και να ορκιστεί. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις επιχειρηματικές σχέσεις των διαδίκων εξηγώντας ότι η μόνη κοινή εργασία αυτών παρέμεινε η συνιδιοκτησία της Εναγόμενης 3 εταιρείας. Παραθέτει παράλληλα τους ισχυρισμούς της σχετικά με το πώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν τη διαχείριση της Εναγόμενης 3 εταιρείας αφήνοντας ουσιαστικά τον Ενάγοντα χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση ή και πληροφόρηση ακόμη και μετά από δικά του ερωτήματα. Παρατίθενται, περαιτέρω, ισχυρισμοί για σειρά γεγονότων που οδήγησαν, αντί της ενημέρωσης για την κατάσταση της Εναγόμενης 3 εταιρείας και της θυγατρικής της εταιρείας στη Τσεχία, στη σύγκλιση Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης για επιθεώρηση των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 3 εταιρείας για τα έτη 2011 και 2012 για απόφαση κατά πόσο θα δοθεί μέρισμα και απόφαση για το αν θα ανανεωθούν ή θα διοριστούν νέοι διευθυντές. Οδήγησαν επίσης στη σύγκλιση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 εταιρείας από €8.550 διαιρεμένα σε 5.000 συνήθεις μετοχές σε €179.550 με τη δημιουργία 100.000 νέων μετοχών €1.71 έκαστη. Επίσης καλούνται οι μέτοχοι να αποφασίσουν την έκδοση 80.000 μετοχών προς €1.71 έκαστη προς τους υφιστάμενους μετόχους κατ΄ αναλογία της υφιστάμενης συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Οι ειδοποιήσεις αυτές λήφθηκαν στις 31/10/13 από το δικηγόρο του Ενάγοντα Άθω Δημητρίου. Ακολουθεί η προσπάθεια εξασφάλισης από πλευράς του δικηγόρου του Ενάγοντα, πέραν των όσων είχαν ζητηθεί προηγουμένως, εξηγήσεων σε σχέση με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, προσπάθεια η οποία αντιμετωπίστηκε με παράθεση, όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, ασαφών και αόριστων λόγων. Δίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι λογαριασμοί που ζητήθηκαν στάληκαν στο δικηγόρο 10 μέρες πριν τις Γενικές Συνελεύσεις και όχι τουλάχιστον 21 μέρες πριν όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 129 του καταστατικού της Εναγόμενης 3, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε αίτημα του συνηγόρου του Ενάγοντα για αναβολή των Γενικών Συνελεύσεων και σε απόρριψή του από τους Εναγόμενους, οι οποίοι, μέσω της απάντησής τους, κάνουν αναφορά σε διάφορα ζητήματα τα οποία ο Ενάγων δεν θα μπορούσε να εξακριβώσει εφόσον μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχε σχετική ενημέρωση. Αποτελούν, συνεπώς, θέσεις της ενόρκως δηλούσας οι πιο κάτω ισχυρισμοί, τους οποίους θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιους: «
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν πλειοψηφία των μετοχών της Εναγόμενης 3 εταιρείας και εάν δεν ακυρωθούν και/ή αναβληθούν οι συνελεύσεις των μετόχων στις 21/11/13 τότε οι λογαριασμοί θα εγκριθούν από αυτούς και το μετοχικό κεφάλαιο θα αυξηθεί χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Ενάγοντα να μελετήσει τους λογαριασμούς και να προβάλει τις θέσεις του όσον αφορά την αναγκαιότητα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου στην οποία εν πάση περιπτώσει ενδεχομένως να αδυνατεί να συμμετέχει.
- Η όλη συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 και ιδιαίτερα η οικονομική πίεση που ασκεί πάνω του η πλειοψηφία με την αιτούμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 συνιστά προσπάθεια καταπίεσης της μειοψηφίας, ο δε Ενάγοντας δεν τυγχάνει ενημέρωσης και ούτε λαμβάνεται υπόψη. Είναι πραγματικά απορίας άξιον γιατί οι εναγόμενοι επέλεξαν να καλέσουν τις γενικές συνελεύσεις λίγες μέρες μετά που έλαβαν την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα για πληροφορίες και να ζητούν την έγκριση λογαριασμών οι οποίοι ήταν έτοιμοι από το 2012 και έπρεπε να είχαν ήδη παρουσιαστεί για έγκριση από τους μετόχους και γιατί ξαφνικά θυμήθηκαν ότι η Εναγόμενη 3 χρειάζεται χρήματα τα οποία μπορεί να εξασφαλίσει μόνο με αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και έκδοση νέων μετοχών.
- Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος Άθως Δημητρίου οι ειδοποιήσεις για τις ετήσιες γενικές συνελεύσεις και για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου είναι άκυρες και/ή παράνομες για το λόγο ότι είναι αντίθετες με τις ρητές πρόνοιες των Άρθρων 152 του Περί Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 129 του Καταστατικού της Εναγόμενης εταιρείας 3 που προβλέπει ότι οι λογαριασμοί θα πρέπει να αποστέλλονται 21 μέρες τουλάχιστον πριν την ημερομηνία συνέλευσης και εν πάση περιπτώσει να είναι διαθέσιμοι τουλάχιστον 21 ημέρες πριν την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης. Θυμίζω ότι οι εν λόγω λογαριασμοί είχαν αρχικά ζητηθεί στις 07/10/13 (Τεκμήριο 3) αλλά δόθηκαν μόνο μετά την δεύτερη επιστολή και αίτημα του Ενάγοντα στις 11 Νοεμβρίου (Τεκμήριο 10) παρόλο που αυτοί ήταν έτοιμοι από πολύ πιο πριν.
- Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο Ενάγοντας να υποστεί ανεπανόρθωτες και μη αναστρέψιμες συνέπειες καθότι οι λογαριασμοί θα εγκριθούν χωρίς ο Ενάγοντας να έχει το χρόνο που προνοεί ο Νόμος και το Καταστατικό της εταιρείας να τους μελετήσει και να πάρει θέση και χωρίς να έχουν παρουσιαστεί ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης οι λογαριασμοί και/ή οι οικονομικές καταστάσεις της θυγατρικής εταιρείας και χωρίς να δοθούν εξηγήσεις στο γιατί χρειάζεται αύξηση του κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Ο απώτερος σκοπός των εναγομένων 1 και 2 είναι η αποστέρηση δικαιωμάτων που έχει ο Ενάγοντας στην εταιρεία και/ή δικαιωμάτων συμμετοχής και λήψης αποφάσεων.
- Περαιτέρω εξ όσων με πληροφορεί ο Ενάγοντας, αυτός έχει πλέον αφυπηρετήσει και δεν έχει την απαιτούμενη ρευστότητα για να μπορεί να συμμετέχει σε ενδεχόμενη αύξηση κεφαλαίου της εταιρείας, γεγονός που αναγκαστικά μειώνει τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 3 σε ποσοστό κάτω των 25%, γεγονός που δίδει περαιτέρω δικαιώματα στους Εναγόμενους 1 και 2 σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο. Είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 με διάφορα τεχνάσματα συνωμότησαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τη θέση ισχύος που τους παρέχει το καθεστώς πλειοψηφίας και ο αυτόβουλος διορισμός τους ως διευθυντές της Εναγόμενης 3 και μεθοδεύουν τον εξοστρακισμό του Ενάγοντα για να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι την περιουσία της Εναγόμενης Εταιρείας 3 και/ή την περιουσία που ανήκει στη θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης
- Το θέμα είναι κατ΄ επείγον γιατί οι Εναγόμενοι παρά τις εκκλήσεις του Ενάγοντα αρνήθηκαν να αναβάλλουν τις γενικές συνελεύσεις και εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι σίγουρο ότι θα προχωρήσουν με τη λήψη αποφάσεων την Πέμπτη 21/11/13 κατά παράβαση του καταστατικού της εταιρείας και των δικαιωμάτων του Ενάγοντα.
- Το ισολόγιο της ευχέρειας κλείνει σαφέστατα υπέρ της έκδοσης του διατάγματος ούτως ώστε να διατηρηθεί η κατάσταση (status quo) σε σχέση με τη μετοχική συμμετοχή στην Εναγομένη 3 και να δοθεί ο καθορισμένος από το καταστατικό και από το Νόμο χρόνος στον Ενάγοντα να μελετήσει τους λογαριασμούς της εταιρείας και να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες και διευκρινήσεις. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά ενώ αντίθετα ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 3 εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα». Στη βάση των 10 λόγων που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης, ημερομηνίας 3/12/13, και με βάση τους ισχυρισμούς της Ιωάννας Αντωνίου στην ένορκή της δήλωσης ημερομηνίας 3/12/13, οι Εναγόμενοι φέρουν ένσταση στην αίτηση και προσωρινά διατάγματα ζητώντας την ακύρωσή τους. Η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά παραθέτει τους δικούς της ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα προς υποστήριξη της εισήγησης για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι παρέθεσαν την αγόρευσή τους θέτοντας με λεπτομέρεια την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων. Έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο των αγορεύσεων στην ολότητά τους και ευχαριστώ τους συνηγόρους για τη βοήθεια που πρόσφεραν στο Δικαστήριο μ' αυτές. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Πολ. Έφ. 10042, ημερομηνίας 23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιόν του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Ένας από τους λόγους ένστασης των Εναγομένων είναι ότι υπήρξε σοβαρή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του Αιτητή που είτε στόχευε να παραπλανήσει το Δικαστήριο είτε όχι. Η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των Εναγομένων επιχειρεί να δώσει έρεισμα στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης ισχυριζόμενη ως ακολούθως: «
- Ο Ενάγοντας, μέσω της ομνύουσας, παραπλανεί και αποκρύπτει σοβαρά στοιχεία από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να το έχει οδηγήσει στην έκδοση του Διατάγματος. Συγκεκριμένα, προς παραπλάνηση του Δικαστηρίου, παρουσιάζει στο Δικαστήριο απόσπασμα από την παράγραφο 129 του Καταστατικού παρουσιάζοντας μια εικόνα στο Δικαστήριο ότι η Εταιρεία κατά παράβαση του Καταστατικού δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού αφού δεν του στάλθηκαν οι λογαριασμοί της Εταιρείας 21 ημέρες πριν. Απέκρυψε όμως από το Δικαστήριο ότι στην παράγραφο 136(α) το Καταστατικό αναφέρει ρητά ότι ειδοποιούνται «όλα τα μέλη, εκτός από τα μέλη τα οποία (επειδή δεν έχουν εγγεγραμμένη διεύθυνση στην Κύπρο) δεν κοινοποίησαν προς την Εταιρεία εγγεγραμμένη διεύθυνση εντός της Κύπρου για την επίδοση ειδοποιήσεων». Ο Ενάγοντας ποτέ από την μέρα που έγινε μέλος της Εταιρείας δεν ενημέρωσε τον Γραμματέα σύμφωνα με το Καταστατικό της Εταιρείας για διαθέσιμη διεύθυνση του στη Κύπρο. Αυτό δείχνει και πόσο ενδιαφέρον είχε για τα δρώμενα της Εταιρείας.
- Περαιτέρω, εάν ο Ενάγοντας δεν παρουσίαζε επιλεκτικά το Καταστατικό της Εταιρείας, θα έπρεπε να είχε ενημερώσει το Δικαστήριο ότι η τελευταία παράγραφος της παραγράφου 129 του Καταστατικού ρητά αποκλείει το δικαίωμα παραλαβής αντιγράφου της έκθεσης των ελεγκτών και επομένως των λογαριασμών σε «. πρόσωπα η διεύθυνση των οποίων είναι άγνωστη στην Εταιρεία.».». Οι παράμετροι του θέματος προσδιορίζονται στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και επίσης στην υπόθεση Timberland v. Evans, Πολ. Έφ. 9776, ημερ. 29.5.1998. Η αυστηρότητα αντικρίζεται γιατί η έκδοση διατάγματος μονομερώς ενεργεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ότι δηλαδή ένα θέμα αποφασίζεται αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) τονίζεται το καθήκον του αιτητή, λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε, ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα το τι προκύπτει είναι ότι η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο όπου ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, αναφέρονται τα εξής: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Είναι γεγονός ότι στο άρθρο 136 του Καταστατικού της Εναγομένης 3 εταιρείας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), προνοείται ότι οι ειδοποιήσεις που αφορούν τη σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης επιδίδονται προς όλα τα μέλη, εκτός από τα μέλη τα οποία (επειδή δεν έχουν εγγεγραμμένη διεύθυνση στην Κύπρο) δεν κοινοποίησαν προς την εταιρεία εγγεγραμμένη διεύθυνση εντός της Κύπρου για την επίδοση ειδοποιήσεων. Εις δε το άρθρο 133 προνοείται ότι οι ειδοποιήσεις επιδίδονται από την εταιρεία στα μέλη της είτε προσωπικά είτε ταχυδρομικώς και αποστέλλονται σ΄ αυτά ή στην εγγεγραμμένη τους διεύθυνση, ή (αν δεν έχουν εγγεγραμμένη διεύθυνση στην Κύπρο) στη διεύθυνση στην Κύπρο που τα μέλη της εταιρείας θα καθορίσουν. Στο άρθρο 129 προνοείται, πέραν της αποστολής των αναφερομένων εγγράφων σε κάθε ένα από τα μέλη της εταιρείας σε χρόνο 21 τουλάχιστον ημερών πριν την ημερομηνία της Συνέλευσης, ότι δεν καθορίζει ο εν λόγω Κανονισμός υποχρεωτικά να αποστέλλονται αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων σε πρόσωπα η διεύθυνση των οποίων είναι άγνωστη στην εταιρεία. Όπως έχω ήδη αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται σαφώς ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε, από την ημέρα που έγινε μέλος της εταιρείας, ενημέρωσε σύμφωνα με το Καταστατικό της εταιρείας για διαθέσιμη διεύθυνσή του στην Κύπρο. Έχω επίσης, ήδη, παραθέσει τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας, εκ μέρους του Ενάγοντα, στην ένορκή της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση που φανερώνουν τη σημασία που αποδίδεται από τον Ενάγοντα στο ότι δεν θα ήταν σε θέση να προετοιμαστεί και να μπορεί να παραθέσει τις απόψεις του λόγω της μη έγκαιρης αποστολής των πιο πάνω εγγράφων και ειδοποιήσεων. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα (Δ.39 των Θεσμών Πολικής Δικονομίας) ή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως προνοείται στη Δ.48 Θ.4 των Θεσμών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παράθεση από μέρους της Ιωάννας Αντωνίου ισχυρισμού για γεγονός όπως ο μη καθορισμός από τον Ενάγοντα διαθέσιμης διεύθυνσης στην Κύπρο θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί εφόσον τέτοιο γεγονός αμφισβητείται. Στην απουσία είτε αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας, είτε αιτήματος για συμπληρωματική, απαντητική ένορκη δήλωση, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί στο πλαίσιο πάντοτε των απαραιτήτων για σκοπούς της παρούσας ευρημάτων. Με αποτέλεσμα αυτό να αποκτά, όντως, ουσιαστική σημασία στο ζήτημα της έγκαιρης ειδοποίησης και παροχής αντιγράφων των λογαριασμών. Έχω ανωτέρω παραθέσει τις αρχές που αφορούν την έκδοση και οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων, ακριβώς για να υποδείξω ότι θέματα ουσίας της αγωγής δεν αποφασίζονται σε αυτό το στάδιο. Όμως, το τι εξετάζεται τώρα είναι εντελώς διαφορετικό και αφορά ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τα γεγονότα η πλευρά του Αιτητή ώστε να εξασφαλίσει μονομερώς τα εκδοθέντα διατάγματα. Έχει δε αναλυθεί ήδη η αναγκαιότητα όπως η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από τη μονομερή αίτηση είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση. Έχοντας αποδεχτεί, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, τους ως άνω ισχυρισμούς, είμαι της άποψης ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Αιτητής παρουσίασε τα γεγονότα προκύπτει να είναι παραπλανητικός και να μην αποδίδει την ορθή εικόνα στη βάση της, μη μπορώντας να ικανοποιήσει το καθήκον υψίστης πίστεως το οποίο ο Αιτητής είχε προσερχόμενος στο Δικαστήριο σε αναζήτηση μονομερώς θεραπείας. Η ως άνω κατάληξη μου έχει ως αποτέλεσμα τα εκδοθέντα διατάγματα να καθίστανται ακυρώσιμα, χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την παρούσα αίτηση. Επιθυμώ, όμως, να αναφέρω και τα εξής, ως γενικό σχόλιο, παρά την ως άνω κατάληξή μου. Είναι εμφανές από τα όσα έχουν τεθεί από τον Αιτητή στο Δικαστήριο (τα πιο ουσιαστικά των οποίων παρατίθενται ανωτέρω), ότι το ουσιαστικό και επείγον στην προκειμένη περίπτωση προέκυπτε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, από το ότι, λόγω της πλειοψηφίας των Εναγομένων 1 και 2, οι προτεινόμενες αποφάσεις θα λαμβάνονταν, με τους λογαριασμούς να εγκρίνονται και το μετοχικό κεφάλαιο να αυξάνεται χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Ενάγοντα να μελετήσει τους λογαριασμούς και να προβάλει τις θέσεις του όσον αφορά την αναγκαιότητα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου στην οποία εν πάση περιπτώσει ενδεχομένως να αδυνατεί να συμμετέχει. Με την τροπή που έχουν πάρει τα γεγονότα η Γενική Συνέλευση και η Έκτακτη Γενική Συνέλευση που είχαν προγραμματιστεί για τις 21/11/2013 έχουν ουσιαστικά ναυαγήσει. Δεν θα θεωρούσα όμως, υπό τας περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να παρέμεναν σε ισχύ διατάγματα που να απαγόρευαν γενικά τη σύγκληση γενικής ή έκτακτης γενικής συνέλευσης ή την απόφαση της εταιρείας για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου στη βάση των δεδομένων που είχε και έχει το Δικαστήριο ενώπιον του. Άλλωστε, αν υφίστανται συνθήκες που να συνιστούν καταπάτηση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, δεδομένα είναι τα δικαιώματα του παραπονούμενου μέλους μιας εταιρείας να τα αναζητήσει μέσω της δέουσας διαδικασίας. Περιορίζομαι στα ως άνω ως γενικό σχόλιο προς αποφυγή ενασχόλησης μου με την ουσία της υπόθεσης πέραν του άκρως απαραίτητου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου. Κατά συνέπεια και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 20/11/13 ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα βαρύνουν τον Ενάγοντα-Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ) ...................................... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής μ/η cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο