ΠΕΤΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. GOUMOUTI LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4127/13, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4127/13 ΜΕΤΑΞΥ: ΠΕΤΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντος -και-
- GOUMOUTI LTD
- ΜΑΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- EDEM SECRETARIAL SERVICES LIMITED
- ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ Εναγόμενων --------------------- Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 27.06.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 28 Φεβρουαρίου 2014 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κος Η. Κυριακίδης Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3: κος Γκούντρας Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση 4: καμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 27.06.
- Το επίδικο διάταγμα διαλαμβάνει τα ακόλουθα· «Α. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 προσωπικά και/ή μέσω υπαλλήλων και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους τους και/ή για λογαριασμό τους και/ή προς όφελος τους και/ή κατόπιν οδηγιών τους να πωλήσουν και/ή να διαθέσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να δωρίσουν και/ή άλλως πώς να αποξενώσουν και/ή να δεσμεύσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιονδήποτε τρόπο τις μετοχές που φαίνεται να κατέχει στην Εναγόμενη 1 εταιρεία GOUMOUTI LTD η Εναγόμενη 2 ΜΑΡΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, μέχρις εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 και/ή 4 προσωπικά και/ή μέσω υπαλλήλων και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους τους και/ή για λογαριασμό τους και/ή προς όφελος τους και /ή κατόπιν οδηγιών τους από το να εκδώσουν περαιτέρω μετοχές της Εναγόμενης 1 και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα συνεπάγεται την υποχρέωση καθ' οιονδήποτε τρόπο έκδοσης μετοχών προς οποιονδήποτε μέχρις εκδικάσεως της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 να προβούν σε οποιανδήποτε ενέργεια και/ή παράλειψη εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας GOUMOUTI LTD και/ή να εμφανίζονται ότι αντιπροσωπεύουν και/ή εκπροσωπούν και/ή δεσμεύουν και/ή ενεργούν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας GOUMOUTI LTD υπό οποιαδήποτε ιδιότητα μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στον Εναγόμενο 4 από του να εκδίδει οποιαδήποτε πιστοποιητικά και/ή να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αλλαγές στον φάκελο της Εναγόμενης 1 εταιρείας GOUMOUTI LTD τον οποίο τηρεί, κατόπιν παράκλησης και/ή αίτησης οποιουδήποτε προσώπου το οποίο βασίζει τις πιο πάνω αλλαγές και/ή την αίτηση για έκδοση πιστοποιητικών σε οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό ιδιότητα των Εναγομένων 2 και/ή 3 σχετικά με την Εναγόμενη 1 εταιρεία GOUMOUTI LTD, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ΣΤ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 είτε προσωπικά, είτε μέσω εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε τρίτου προσώπου από του να δεσμεύσουν, πωλήσουν, αποξενώσουν, εκμισθώσουν, επιβαρύνουν, εκμεταλλευτούν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και παραχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και/ή ιδιοκτησία και/ή ενεργητικό, οποιασδήποτε φύσης, της Εναγόμενης 1 εταιρείας GOUMOUTI LTD μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ζ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή παραλείψεις σχετικά με την Εναγόμενη 1 εταιρεία GOUMOUTI LTD και/ή όπως καθ' οιονδήποτε τρόπο εκπροσωπούν την Εναγόμενη 1 ως Διευθυντές της και/ή ως Γραμματέας της και/ή άλλως πως μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος είναι ημερομηνίας 27.06.
- Μαζί με την αίτηση καταχωρίστηκε και η επίδικη αγωγή με κλητήριο ένταλμα δυνάμει της Δ.2 κ.
- Παρά το περιορισμένο του περιεχομένου της αγωγής, εννοείται λόγω του τύπου που επιλέχθηκε (Δ.2 κ.1), από τα εκεί αναφερόμενα συνάγεται ότι η αξίωση εδράζεται επί τω ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 απέσπασαν από τον ενάγοντα τις μετοχές και τον έλεγχο της εναγομένης 1 (στη συνέχεια η εταιρεία). Με την αγωγή λοιπόν αξιώνεται η έκδοση τελικών διαταγμάτων που να ακυρώνουν τις γνωστοποιήσεις και/ή εγγραφές και/ή καταχωρήσεις και/ή άλλες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 σε σχέση με την εταιρεία. Παράλληλα, ζητούνται αναγνωριστικά διατάγματα ότι αποκλειστικός μέτοχος της εταιρείας είναι ο ενάγων. Εν κατακλείδι, αξιώνονται και γενικές αποζημιώσεις. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι επιβάλλεται να ειπωθούν λίγα λόγια για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τη νομική βάση στην οποία εδράζονται αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Η αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ.1-4, 7, 8, 9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο 32, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο Ν.31
(1)/92 άρθρα 2, 4, 5 και 9, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 27, 174, 178, 192 στο κοινοδίκαιο και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρόσωπο που ορκίζεται τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ο ενάγων. Υποδεικνύω ότι ο εναγόμενος 4, Έφορος Εταιρειών, δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Εν τούτοις το διάταγμα δεν οριστικοποιήθηκε μέχρις ότου αποφασιστεί η τύχη της ένστασης που ήγειραν οι εναγόμενοι 1, 2 και 3. Η ένσταση λοιπόν των εναγομένων 1, 2 και 3 είναι κοινή και στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο Ν.31(Ι)/92, άρθρα 2, 4 και 9, στην Δ.48 θ.1, 2, 3 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η ένσταση υποστηρίζεται από τέσσερις ένορκες δηλώσεις. Την πρώτη δήλωση ορκίζεται η εναγομένη 2 (στη συνέχεια η Χριστοφή), τη δεύτερη ο δικηγόρος Κλεάνθης Δημοσθένους (στη συνέχεια ο δικηγόρος), την τρίτη ο Μάριος Κωνσταντούρας και την τέταρτη η Μύρια Νεοκλέους. Παρ' ότι οι λόγοι ένστασης είναι ευάριθμοι κάποιες κατηγορίες μπορούν να διακριθούν. Μια εξ αυτών είναι ότι δεν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις (λόγοι ένστασης 5, 7, 8, 9, 11 και 12). Στο ίδιο πλαίσιο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας (10ος λόγος ένστασης). Άλλη κατηγορία είναι ότι ο ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με το καθεστώς που κατείχε τις μετοχές και ως εκ τούτου δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (λόγοι ένστασης 1, 2, 3, 4 και 13). Κατ' επέκταση οι εναγόμενοι διατείνονται ότι ο ενάγων εμποδίζεται και δεν νομιμοποιείται να αξιώνει παραμονή των επίδικων διαταγμάτων (λόγος ένστασης 6). Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι με την ένσταση οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι νομίμως προέβησαν στη μεταβίβαση των μετοχών εφόσον ο ενάγων ουδέποτε ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης τούτων. Επικαλούνται εν προκειμένω έγγραφο καταπιστεύματος των μετοχών με δικαιούχο την Χριστοφή. Επιπλέον, προσκόμισαν και έγγραφο μεταβίβασης των επίδικων μετοχών από τον ενάγοντα στην Χριστοφή. Πλήρεις λεπτομέρειες εκατέρωθεν των ισχυρισμών θα δοθούν στη συνέχεια. Ό,τι όμως σημειώνω εδώ είναι πως λόγω αυτού ακριβώς του ισχυρισμού των εναγομένων ο ενάγων αιτήθηκε να του επιτραπεί να εξετάσει τα δύο αυτά έγγραφα με εμπειρογνώμονα γραφολόγο, ώστε ο τελευταίος να προβεί σε ένορκη δήλωση. Επιπλέον, ζήτησε άδεια να προβεί και ο ίδιος σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εις απάντηση άλλων ισχυρισμών των εναγομένων. Τα δύο αιτήματα κρίθηκαν δικαιολογημένα και έτσι χορηγήθηκε η σχετική άδεια. Στη συνέχεια όμως, μετά την καταχώριση της ενόρκου δηλώσεως του εμπειρογνώμονα για τον ενάγοντα, ήταν η σειρά των εναγομένων να ζητήσουν εξέταση των εγγράφων από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Σημειώνεται λοιπόν ότι δόθηκε και στους εναγόμενους η άδεια να προβούν σε γραφολογική εξέταση των ιδίων τεκμηρίων, σε συνάρτηση πλέον και με τα δείγματα γραφής που παραχώρησε ο ενάγων και περιλαμβάνονται στην έκθεση του εμπειρογνώμονα που κάλεσε. Ως εκ των πιο πάνω, το μαρτυρικό υλικό εμπλουτίστηκε με την απαντητική ένορκη δήλωση του ενάγοντα και τις δύο εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων. Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να πραγματευτώ τη δικανική πτυχή του αιτήματος. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Επιπλέον, δεν έχει σημασία ότι το κλητήριο ένταλμα βασίζεται στη Δ.2 κ1. Η σοβαρότητα του ζητήματος μπορεί να διαφανεί και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ, 598, 603). Στην υπόθεση Odysseos και πάλι υποδεικνύεται ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης. Συνακόλουθα τέτοια διαπίστωση αποτελεί προϊόν κάποιας, έστω περιορισμένης, αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν τούτοις, πρέπει να λεχθεί πως σε αυτή την έκφανση της δικαστικής διαμάχης το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Κατ' επέκταση, δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που εξετάζονται (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Για την τρίτη προϋπόθεση σχετικά είναι εκείνα που λέχθηκαν στην υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011. Αναφέρθηκε εκεί ότι η εξέταση διενεργείται «κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Εφόσον στην αίτηση της ενάγουσας μνημονεύονται και τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 κρίνω ότι επιβάλλεται να πραγματευτώ την εμβέλεια και αυτών. Στην υπόθεση Papastratis ν. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240 εξετάστηκε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και αναφέρθηκε ότι· εξαιρουμένης της περίπτωσης που η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν εξετάζονται ανεξάρτητα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 του Ν.14/60, άρθρο το οποίο τυγχάνει ευρύτερης εφαρμογής. Προκύπτει λοιπόν ότι εκεί όπου η αίτηση αφορά δέσμευση περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 εξετάζεται επιπροσθέτως των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του Κεφ. 6 συμπλέκονται με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και εξέταση του τελευταίου υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του άλλου. Από την άλλη το άρθρο 5 του Κεφ. 6 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που η αξίωση αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, ενώ το διάταγμα που ήθελε εκδοθεί βάσει αυτού του άρθρου διαφυλάσσει ακόμη και ικανοποίηση της απόφασης που δυνατόν να εκδοθεί. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 είναι καλή βάση αγωγής και ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας καθιστά πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520). Όποια και αν είναι η περίπτωση, είτε πρόκειται για το άρθρο 4 είτε για το άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση ΑΒP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 701 δηλαδή ότι «Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Εξέταση των ισχυρισμών που προέβαλαν οι ενόρκως δηλούντες στην αντικειμενική τους υπόσταση, φανερώνει ότι οι αιτιάσεις τους δεν είναι διαμετρικά αντίθετες και σε κάποια θέματα συμπίπτουν. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι παρεμφερή γεγονότα δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ουδείς λόγος υφίσταται γιατί να μην χρησιμοποιηθούν ως βάση διερεύνησης του αιτήματος. Οι κοινές θέσεις και οι αναμφισβήτητοι ισχυρισμοί οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα· Η εταιρεία εγγράφηκε την 21.08.
- Από την εγγραφή της μέχρι και την 13.05.2011 διευθυντής, γραμματέας και αποκλειστικός μέτοχος, ήταν ο Στήβεν Χατζημάρκου (στη συνέχεια ο Χατζημάρκου). Κατά ή περί την 13.05.2011 το όνομα του Χατζημάρκου διαγράφηκε από το μητρώο μετόχων και αξιωματούχων της εταιρείας. Τότε ήταν, δηλαδή 13.05.2011, που στο εν λόγω μητρώο αναγράφηκε το όνομα του ενάγοντα υπό την ιδιότητα του αποκλειστικού μετόχου της εταιρείας. Παράλληλα διορίστηκε και διευθυντής, ενώ ταυτόχρονα γραμματέας διορίστηκε η εναγομένη
- Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν και από το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ήτοι δέσμη εντύπων ηλεκτρονικής έρευνας στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Αναμφισβήτητη όμως παρέμεινε και η θέση της Χριστοφή ότι ο Χατζημάρκου είναι πρώην σύζυγος της. Επιπλέον, ο σχετικός ισχυρισμός υποστηρίζεται και από το παράρτημα 1 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή, δηλαδή το διάταγμα λύσης του γάμου των δύο. Από το εν λόγω διάταγμα διαπιστώνεται η ορθότητα και του άλλου ισχυρισμού της Χριστοφή, δηλαδή ότι ο γάμος της με τον Χατζημάρκου λύθηκε λίγο πριν τη διαγραφή του ονόματος τούτου από το μητρώο μελών και αξιωματούχων της εταιρείας. Το διάταγμα λύσης του γάμου των δύο φέρει ημερομηνία 20.12.2010 (βλ. παράρτημα 1 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή). Άλλο κοινό και αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι ο ενάγων εγγυήθηκε την εταιρεία για δάνεια που της παραχωρήθηκαν. Από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ενάγοντα ξεχωρίζουν δύο έγγραφα. Το πρώτο είναι ημερομηνίας 23.06.2011 και τιτλοφορείται Εγγυητήριο Έγγραφο. Από τούτο το έγγραφο προκύπτει ότι ο ενάγων παρείχε στην USB Bank plc προσωπική εγγύηση ύψους €2.686.000, ώστε η τράπεζα να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει στην εταιρεία τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις. Ανάλογη είναι η σημασία και του άλλου εγγράφου, ημερομηνίας 05.07.
- Με αυτό ο ενάγων διατυμπανίζει ότι η προσωπική εγγύηση που παρείχε στην τράπεζα σε σχέση με την εταιρεία, ύψους €2.686.000, χορηγήθηκε ελεύθερα και χωρίς πίεση και έχοντας εξασφαλίσει από την τράπεζα κατάσταση περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη, δηλαδή της εταιρείας. Ό,τι ο ενάγων παρείχε προσωπική εγγύηση το δέχεται και η Χριστοφή και το αναφέρει, εμμέσως, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση (βλ. παράγραφο 10 ενόρκου δηλώσεως). Σημειώνεται εν τούτοις ότι η Χριστοφή αναφέρει πως καταβάλλονται προσπάθειες να αντικατασταθεί ο ενάγων από εγγυητής. Προς υποστήριξη τούτης της θέσης είναι που παρουσίασε την επιστολή της USB Bank plc, ημερομηνίας 30.09.2013 (παράρτημα 4 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή). Εν πάση όμως περιπτώσει, τόσο η αναφορά της Χριστοφή όσο και της τράπεζας για προσπάθεια αντικατάστασης του εγγυητή, ένα μόνο υποδηλώνει· ότι κατά ή περί το χρόνο της προσπάθειας ο ενάγων ήταν εγγυητής της εταιρείας. Ως εκ τούτου και αυτό το γεγονός εκλαμβάνεται ως αναμφισβήτητο και κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων. Το ουσιαστικότερο όλων των κοινών και αναμφισβήτητων γεγονότων είναι η παραδοχή της Χριστοφή ότι έδωσε οδηγίες στην εναγομένη 3 να μεταβιβάσει επ' ονόματί της τις μετοχές του ενάγοντα και να προβεί σε αλλαγή των αξιωματούχων της εταιρείας, ώστε να παρουσιάζεται εκείνη ως διευθυντής εις αντικατάσταση του ενάγοντα. Αυτή μάλιστα η παραδοχή της Χριστοφή επιβεβαιώνεται και από το δικηγόρο που αναφέρει ότι προέβη σε αυτές τις αλλαγές κατόπιν οδηγιών της πρώτης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε εκείνο που υποστήριξαν οι δύο πλευρές. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι γνώριζε το Χατζημάρκου και λόγω αυτής της σχέσης ο τελευταίος τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν για τις μετοχές της εταιρείας. Αφού διερεύνησε το θέμα διαπίστωσε ότι η πρόταση άξιζε και έτσι αποδέχθηκε την εκχώρηση των μετοχών. Το αντάλλαγμα που έδωσε στο Χατζημάρκου για την εκχώρηση των μετοχών της εταιρείας ήταν ότι ο τελευταίος απαλλάχθηκε από προσωπικές εγγυήσεις που είχε παραχωρήσει σε σχέση με δάνεια της εταιρείας. Όταν πλέον οι μετοχές εκχωρήθηκαν στον ενάγοντα τούτος εγγυήθηκε τα δάνεια της εταιρείας. Είναι η θέση του ότι κατά ή περί την 21.06.2013, μετά τις αποκαλύψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας για παράνομες μεταβιβάσεις μετοχών εταιρειών, θορυβήθηκε και γι' αυτό το λόγο μετέβη στον Έφορο Εταιρειών με σκοπό να διενεργήσει έρευνα στο φάκελο της εταιρείας. Πράττοντας τούτο διαπίστωσε ότι οι μετοχές που κατείχε μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 2, καθώς ότι η τελευταία τον αντικατέστησε από τη θέση του διευθυντή. Αμέσως επικοινώνησε με τους συνηγόρους του που την 26.06.2013 προέβησαν σε επίσημη έρευνα (τεκμήριο 2 στην 1η ένορκη δήλωση του ενάγοντα) και διαπίστωσαν τις προαναφερόμενες αλλαγές. Τέλος, είναι η θέση του ενάγοντα ότι ουδέποτε ενέκρινε ή συγκατατέθηκε για τις επίδικες αλλαγές, καθώς ότι δεν ειδοποιήθηκε για αυτές. Μάλιστα διατείνεται ότι ουδέποτε υπέγραψε οιονδήποτε έντυπο μεταβίβασης. Ισχυρίζεται δε πως παρ' ότι επικοινώνησε με τους εναγόμενους 2 και 3 οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Στον αντίποδα η θέση της Χριστοφή είναι ότι μετά τη λύση του γάμου της με το Χατζημάρκου, δηλαδή την 20.12.2010 (βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή), οι δυο τους συμφώνησαν όπως η ιδιοκτησία και ο έλεγχος της εταιρείας περιέλθει στη Χριστοφή. Για δικούς της λόγους τη δεδομένη στιγμή δεν επιθυμούσε εγγραφή των μετοχών επ' ονόματί της. Ως εκ τούτου, ζήτησε από τον ενάγοντα, με τον οποίο ήταν συνάδελφοι, να εγγράψει τις μετοχές επ' ονόματί του. Ο ενάγων συμφώνησε και γι' αυτό της υπέγραψε έγγραφο καταπιστεύματος, ημερομηνίας 13.05.2011 (βλ. τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή). Επιπλέον, την προμήθευσε και με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών με ανοικτή ημερομηνία (βλ. τεκμήριο 3 στην ίδια ένορκη δήλωση). Τα εν λόγω έγγραφα υπεγράφησαν παρουσία δύο μαρτύρων, δηλαδή του Μάριου Κωνσταντούρα και της Μύριας Νεοκλέους, επίσης συνάδελφοι της Χριστοφή και του ενάγοντα. Σύμφωνα με τη Χριστοφή, τα δύο αυτά έγγραφα (τεκμήρια 2 και 3) υπεγράφησαν την 13.05.
- Τη συνομολόγηση των τεκμηρίων 2 και 3 υποστηρίζουν ενόρκως και οι Μάριος Κωνσταντούρας και Μύρια Νεοκλέους. Αναφέρουν εν προκειμένω ότι τα εν λόγω έγγραφα υπογράφηκαν στην παρουσία τους την 13.05.2011 και ότι τότε όλοι οι υπογράφοντες τα έγγραφα ήταν συνάδελφοι. Σήμερα κανείς εκ των δύο, Κωνσταντούρα και Νεοκλέους, εργάζεται στην ίδια εταιρεία. Ο Κωνσταντούρας επικαλείται περαιτέρω, αφήνοντας να νοηθεί ότι έχει προσωπική γνώση, και τη συμφωνία της Χριστοφή με το Χατζημάρκου ότι η ιδιοκτησία της εταιρείας θα περιέρχετο στην πρώτη. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο ενάγων αρνήθηκε τον ισχυρισμό πως κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης υπογραφής της συμφωνίας οι φερόμενοι ως υπογράψαντες τα έγγραφα ήταν συνάδελφοι. Όπως υποστήριξε, διετέλεσε υπάλληλος της εταιρείας Advantage Capital Holdings plc, από το Μάρτιο του 2008 μέχρι και το Νοέμβριο του
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού προσκόμισε και τη δέσμη τεκμηρίων Α και Β, δηλαδή τις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα εν λόγω τεκμήρια, ιδιαίτερα το τεκμήριο Β, αποκαλύπτεται ότι την 13.05.2011, δηλαδή την ημερομηνία που η Χριστοφή διατείνεται ότι υπεγράφησαν τα δύο έγγραφα, ήταν άνεργος. Περαιτέρω, είναι η θέση του ενάγοντα ότι ενόσω εργαζόταν στην Advantage Capital Holdings plc κατείχε τη θέση του οδηγού ενώ η Χριστοφή, ο Κωνσταντούρας και η Νεοκλέους, ήταν σε γραφεία. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι ουδέποτε είχε ιδιαίτερη επαφή με τα εν λόγω πρόσωπα. Ο δικηγόρος αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εναγομένης
- Υποστηρίζει δε ότι τη 13.05.2011 του ζητήθηκε από τους πελάτες του L. Christofi Holdings Ltd να ετοιμάσει τα αναφερόμενα έγγραφα καταπιστεύματος και μεταβίβασης μετοχών, πράγμα που έπραξε. Ακολούθως, το Μάρτιο του 2013 η Χριστοφή τον προμήθευσε με το επίδικο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών, συνοδευόμενο από το έγγραφο καταπιστεύματος. Όλα τα έγγραφα ήταν υπογραμμένα. Επιπλέον, τον χορήγησε με αντίγραφα της ταυτότητας των εμπλεκομένων, δηλαδή των Χριστοφή και ενάγοντα (βλ. παράρτημα 3 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου) και του ζήτησε να προχωρήσει στις επίδικες αλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω προχώρησε σε ετοιμασία και κατάθεση των εντύπων ΗΕ4 και ΗΕ57 στον Έφορο Εταιρειών. Τα δύο αυτά έντυπα φέρουν ημερομηνία 14.03.2013 και αποτελούν το παράρτημα 4 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου. Τόσο η Χριστοφή όσο και ο δικηγόρος διατείνονται ότι ο ενάγων δεν επικοινώνησε μαζί τους και αυτό παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του τελευταίου. Όπως προανέφερα τα δύο έγγραφα, έγγραφο καταπιστεύματος και έγγραφο μεταβίβασης μετοχών, έτυχαν εξέτασης από δύο γραφολόγους. Ο γραφολόγος που κάλεσε ο ενάγων, ονόματι Μάριος Μαρκίδης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα δεν χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό δυσκολίας, γεγονός που δημιουργεί ισχυρή υποψία ότι δεν είναι γνήσιες. Στην αντίθετη πλευρά η Ευδοξία Ζ. Φασούλα, η γραφολόγος που κλήθηκε από τους εναγόμενους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στα δύο έγγραφα είναι γνήσια και ότι φέρει χαρακτηριστικά φυσικής και ελεύθερης χάραξης και ταυτίζεται γραφολογικά με το δείγμα που παραχώρησε ο ενάγων. Από όλα τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι η ουσία της διαφοράς επικεντρώνεται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων μετοχών. Το ερώτημα που τίθεται είναι· ποιος είναι ο κύριος των μετοχών, ο ενάγων ή η Χριστοφή. Η απάντηση του ερωτήματος εξαρτάται βεβαίως από τη σημασία που θα αποδοθεί στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και δη το έγγραφο καταπιστεύματος και το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών. Επί του προκειμένου δεν λησμονείται ούτε η διαμετρικά αντίθετη άποψη των δύο γραφολόγων, οι αιτιάσεις του δικηγόρου και των Κωνσταντούρα και Νεοκλέους, αλλά και οι σχετικές θέσεις του ενάγοντα με προεξάρχουσα την αδιαμφισβήτητη εγγύηση που παρείχε για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που έλαβε η εταιρεία. Εν τούτοις, όλα τα πιο πάνω δεν είναι ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Θα συνιστούσε σφάλμα αν σε αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο προέβαινε σε διαπίστωση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, εφόσον κάτι τέτοιο θα επίλυε την αγωγή προτού ακόμη η μαρτυρία ακουστεί και αξιολογηθεί δεόντως. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο να επαναλάβω ότι σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία δεν αξιολογείται και η διερεύνηση του Δικαστηρίου περιορίζεται στα συστατικά στοιχεία έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Εφόσον η ένσταση των εναγομένων επικαλείται απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η λογική επιτάσσει όπως τούτο το ζήτημα εξεταστεί πρώτο. Εν τούτοις, όπως έχω ήδη υποδείξει η ισχυριζόμενη απόκρυψη εξικνείται στο έγγραφο καταπιστεύματος και το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών. Σε σχέση όμως με αυτά τα έγγραφα οι αιτιάσεις των πλευρών είναι διαμετρικά αντίθετες. Κατ' επέκταση, ιεράρχηση των υποχρεώσεων του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι πριν οτιδήποτε άλλο πρέπει να αποφασιστεί ό,τι σχετικό των δύο αυτών εγγράφων. Συνεπώς με αυτό τον τρόπο θα προσεγγιστεί η μαρτυρία. Είμαι της γνώμης ότι το κατεπείγον του θέματος έχει αποδειχθεί. Ο ενάγων ανέφερε ότι οι αλλαγές στην εταιρεία περιήλθαν στην αντίληψή του μόλις την 21.06.2013, μετά από έρευνα που έκανε στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών. Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι δεν ολιγώρησε εφόσον πάραυτα επικοινώνησε με το συνήγορό του, ο οποίος και διενήργησε νέα έρευνα - 26.06.2013 - και αμέσως με τη διαπίστωση των αλλαγών προέβη σε καταχώριση της αγωγής και της επίδικης αίτησης - 27.06.
- Από την άλλη, παρ' ότι οι αλλαγές στο μητρώο μελών και αξιωματούχων της εταιρείας διενεργήθηκαν την 07.02.2013, δηλαδή τέσσερις και πλέον μήνες πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης, και οι εναγόμενοι απορρίπτουν τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους, εν τούτοις καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποκαλύπτει οτιδήποτε διαφορετικό από εκείνο που δήλωσε ο ενάγων, δηλαδή ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε για τις επίδικες αλλαγές ήταν η 21η Ιουνίου
- Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το κατεπείγον του ζητήματος έχει αποδειχθεί. Συνδυασμένη ανάγνωση του κλητηρίου εντάλματος (Δ.2, κ.1) με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αποκαλύπτει ότι η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης (άρθρο 39, Κεφ. 148). Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν διέλαθε την προσοχή μου πως την 22.11.2013, δηλαδή μετά την καταχώριση της ένστασης των εναγόμενων και της συμπληρωματικής μαρτυρίας που πρόσφερε η πλευρά του ενάγοντα, καταχωρίστηκε και η έκθεση απαιτήσεως. Παρόλον τούτο, κρίνω ορθό η διερεύνηση να μην επεκταθεί στο περιεχόμενο αυτού του δικογράφου (έκθεση απαιτήσεως) εφόσον δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εκδόθηκε το διάταγμα. Περιορίζοντας λοιπόν την εξέταση στο κλητήριο ένταλμα και τις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα, παρατηρώ ότι η αξίωση εδράζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης. Το εν λόγω αδίκημα διαγράφεται στο άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και σχετική είναι η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 714. Στη σελίδα 726 λέχθηκε ότι· «Η ιδιοποίηση ως αστικό αδίκημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην άνευ εξουσίας και δικαιώματος ανάληψη της κατοχής αγαθού και όπως εξηγείται στο σύγγραμμα του F.H. Lawson "Remedies of English law" σελ. 155-156, η ιδιοποίηση είναι: «the intentional taking of a chattel with a view to appropriating it, destroying it, selling it for one's own benefit, ....».» Επιπλέον, στο σύγγραμμα Bullen & Lake & Jacob' s Precedents of Pleadings, 16η έκδοση 1ος τόμος, στην παράγραφο 26-02 αναφέρεται· «The nature of conversion. Any act which is an interference with the dominion of the true owner of goods is a conversion of those goods (Hollins v. Fowler
(1875)L.R. 7 H.L. 757 at 766, per Blackburn J. referred to in Baker v. Barclays Bank [1955] 1 W.L.R. 822: see also Kuwait Airways v. Iraq Airways Co. [2002] 2 A.C. 883). In some senses, conversion is a tort of absolute liability. Any person who deals with chattels does so at their peril. Although it is normally necessary to show some conscious act on the part of the defendant, it is not necessary to show that the defendant knew of the claimant' s interest in the goods or of any other interest in the goods. Neither negligence nor intention to harm are ingredients of the tort: fault is similarly irrelevant (OBG Ltd v. Allan & ors [2007] UKHL 21, para. 308). Where a man deals with goods as his own "you need not enquire as to his intention" (Caxton Publishing Co. v. Sutherland Publishing Co. [1939] A.C. 178 at 189). A person therefore is guilty of conversion if he dials with goods in a manner inconsistent with the rights of the true owner intending to negative the rights of the true owner or to assert a right inconsistent with that right (Lancashire & Yorkshire Railway v. MacNicoll
(1919)88 L.J.K.B. 601).» Στην υπό κρίση περίπτωση είναι κοινά αποδεχτό ότι από την 13.05.2011 ο ενάγων παρουσιαζόταν στο μητρώο μελών της εταιρείας ως αποκλειστικός μέτοχος και διευθυντής τούτης. Αυτές τις δύο ιδιότητες ο ενάγων τις κατείχε μέχρι και την 14.02.2013, ημερομηνία που παρανόμως αντικαταστάθηκε από τη Χριστοφή, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Λαμβάνοντας υπόψη όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν για το αδίκημα της ιδιοποίησης, καταλήγω ότι γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας η κατοχή των μετοχών από τον ενάγοντα, η οποία επιβεβαιώνεται από τα επίσημα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και η μεταβίβαση των μετοχών σε άλλο πρόσωπο, εν προκειμένω τη Χριστοφή, συνυφασμένη με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι δεν εξουσιοδότησε την αλλαγή και δεν συγκατατέθηκε γι' αυτή, δεν αποκλείει πιθανότητα έγερσης ζητήματος ιδιοποίησης. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε διερεύνηση των αντίθετων ισχυρισμών που ηγέρθησαν. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η Χριστοφή υποστηρίζει πως νομίμως προέβη στη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματί της εφόσον η ίδια είναι ο πραγματικός κύριος των μετοχών και πως η κατοχή τούτων από τον ενάγοντα ήταν δυνάμει συμφωνίας καταπιστεύματος. Παρατηρώ όμως ότι θετικά και αρνητικά στοιχεία εντοπίζονται σε αμφότερες τις θέσεις. Δεν είναι βεβαίως του παρόντος να ενδιατρίψω σε αυτό το ζήτημα. Για σκοπούς όμως της παρούσας σημειώνω ότι ο ενάγων αρνήθηκε τον ισχυρισμό των Χριστοφή, Κωνσταντούρα και Νεοκλέους, ότι την 13.05.2011 ήταν συνάδελφοι και υποστήριξε ότι κατ' εκείνο το χρόνο ήταν άνεργος (βλ. τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07.11.2013). Επιπλέον αμφισβήτησε και τον ισχυρισμό ότι υπέγραψε τα δύο έγγραφα, δηλαδή το έγγραφο καταπιστεύματος και το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών. Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση των δύο γραφολόγων δεν προσφέρει καμία ουσιαστική βοήθεια. Αυτό γιατί η άποψή τους διαφέρει και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε αυτό το στάδιο. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το αποτέλεσμα οιασδήποτε των δύο εκθέσεων. Επιπλέον, παρατηρώ ότι αδιαμφισβήτητο είναι πως ο ενάγων πρόσφερε προσωπική εγγύηση ύψους πέραν των €2.500.000, ως εξασφάλιση για δάνεια που έλαβε η εταιρεία. Αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός ενδυναμώνει, γι' αυτό πάντα το πλαίσιο της διαδικασίας, τη θέση του ενάγοντα ότι η κατοχή των μετοχών από τον ίδιο δεν ήταν τυπική. Εν ολίγοις, αν κατείχε τις μετοχές ως καταπιστευματοδόχος, ισχυρισμός που αναμένεται να διερευνηθεί στην κυρίως δίκη, γιατί να χορηγήσει εγγύηση και μάλιστα τέτοιου ύψους. Δοθέντος όλων των πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι τα δύο έγγραφα, καταπιστεύματος και μεταβίβασης μετοχών, υποστηρίζουν ότι υπεγράφησαν από τον ενάγοντα, καταλήγω ότι ο ενάγων απέδειξε τόσο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσο και πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση η κατάληξη μου συνηγορεί και πάλιν υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Είναι πλέον αντιληπτό ότι η έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσων διαταγμάτων δεν περιορίζεται σε υλική ζημία. Ενίοτε το διάταγμα επιζητείται για προστασία άυλου δικαιώματος όπως είναι η προστασία της ιδιωτικής ζωής (βλ. Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317, 324), ή η εμπορική εύνοια (βλ. M. & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1791, 1799). Στη δοσμένη περίπτωση το διάταγμα δεν περιορίζεται απλώς σε διατήρηση των μετοχών και της αξίας τους. Αυτή είναι η μία διάσταση του θέματος. Άλλη παράμετρος είναι η περιουσία της εταιρείας όπως ο ενάγων την προσδιόρισε στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27.06.
- Σύμφωνα με τον ενάγοντα η εταιρεία έχει πολύ μεγάλο αριθμό τίτλων. Κατ' επέκταση, αν το διάταγμα δεν οριστικοποιηθεί η εταιρεία ενδέχεται να τύχει τέτοιας διαχείρισης που θα οδηγήσει σε εκμηδενισμό της αξίας της μετοχής της και τυχόν αποξένωση περιουσιακών της στοιχείων, όπως είναι οι τίτλοι μετοχών που κατέχει. Υπό αυτή την έννοια ό,τι διασφαλίζεται με την έκδοση και οριστικοποίηση του διατάγματος είναι η φύλαξη των μετοχών της εταιρείας ώστε να μην μεταβιβαστούν σε τρίτο, η αξία τούτων και τέλος, η κατάσταση πραγμάτων στην εταιρεία. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οιανδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι εις θέση να αποζημιώσουν τη ζημία που ενδέχεται να υποστεί ο ενάγων. Υπό αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων η ζημία είναι συγκεκριμένη και συνίσταται στις προσωπικές εγγυήσεις που χορήγησε ο ενάγων και οι οποίες υπερβαίνουν τα €2.500.
- Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι αν το διάταγμα δεν οριστικοποιηθεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να πραγματευτώ τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι όπου διαπιστώνεται ουσιώδης απόκρυψη το Δικαστήριο οφείλει να απορρίψει την αίτηση εφόσον διατάγματα αυτού του είδους είναι υψίστης πίστης (uberrimae fidei) και πρωταρχική υποχρέωση του αιτητή είναι να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/10, ημερομηνίας 14.07.2011). Εν τούτοις είμαι της γνώμης πως στη δοσμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται ουσιώδης απόκρυψη. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σχετικές αιτιάσεις των εναγομένων εδράζονται επί τω ότι ο ενάγων δεν απεκάλυψε την υπογραφή της συμφωνίας καταπιστεύματος και του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών. Τούτο όμως το επιχείρημα λαμβάνει ως δεδομένο ότι έτσι έχουν τα πράγματα, δηλαδή ότι υπογράφτηκαν τα σχετικά έγγραφα. Εν τούτοις, αντίθετη είναι η θέση του ενάγοντα που διατείνεται ότι δεν υπέγραψε τούτα τα έγγραφα, ότι είναι πλαστά και ότι έλαβε γνώση τούτων όταν τα επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι και πάραυτα προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για πλαστογραφία. Εφόσον σε αυτό το στάδιο οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται, δεν τίθεται θέμα διαπίστωσης ποια από τις δύο θέσεις είναι ορθή. Είναι όμως η θέση μου ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο υπό αμφισβήτηση ισχυρισμός των εναγόμενων ώστε να συναχθεί συμπέρασμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Εν ολίγοις, δεν επιτρέπεται να επωμισθεί ο ενάγων το βάρος να αποκαλύψει έγγραφο που διατείνεται ότι δεν υπέγραψε και συνακόλουθα δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Κάτι τέτοιο συνιστά αντινομία εφόσον μεταθέτει στο άλλο μέρος δυσβάστακτο φορτίο καθ' ότι ουδείς μπορεί να αποκαλύψει εκείνο που δεν γνωρίζει ότι υφίσταται. Ούτε βεβαίως ο ισχυρισμός της Χριστοφή ότι καταβάλλονται προσπάθειες απαλλαγής του ενάγοντα από τις εγγυήσεις που παραχώρησε συνιστά απόκρυψη. Αυτό γιατί καμία μαρτυρία θέλει τον ενάγοντα να γνώριζε το γεγονός που αποκαλύπτει το παράρτημα 4 στην ένορκη δήλωση της Χριστοφή (επιστολή USB Bank προς Χριστοφή). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι τίποτα από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό φανερώνει ότι ο ενάγων προέβη σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Επανερχόμενος στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επί του προκειμένου κρίνω ότι χαρακτηριστική είναι η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Films Rover International Ltd, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 B Α.Α.Δ. 788,
- Λέχθηκε εκεί ότι. «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στη δοσμένη περίπτωση το διάταγμα θα διαφυλάξει τις μετοχές αλλά και την ίδια την εταιρεία. Με το διάταγμα οι μετοχές και ο έλεγχος της εταιρείας παραμένουν στη Χριστοφή, εκείνο όμως που απαγορεύεται σε οιωνδήποτε των εναγομένων είναι να προβεί στις αναφερόμενες στο διάταγμα ενέργειες, εφόσον τούτες θεωρείται ότι επηρεάζουν και αλλοιώνουν τη δομή της εταιρείας και τις μετοχές τούτης. Είμαι πεπεισμένος ότι στη δοσμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης του διατάγματος. Αν το Δικαστήριο ήθελε ακυρώσει σήμερα το διάταγμα είναι πιθανόν η αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου. Επιπλέον ο ενάγων δυνατόν να παραμείνει δέσμιος των εγγυήσεων που έδωσε. Από την άλλη, η διατήρηση του διατάγματος διατηρεί τις μετοχές, την αξία τους και την περιουσία της εταιρείας. Δεν παραγνωρίζω ότι το διάταγμα δυνατό να εξελιχθεί σε τροχοπέδη για κάποιες των καθημερινών δραστηριοτήτων της εταιρείας. Εν τούτοις, καμία πλευρά ανέδειξε τούτο το ζήτημα προσδιορίζοντας σχετικό κώλυμα. Αναμένω όμως ότι μόλις διαπιστωθεί κάτι ανάλογο το ενδιαφερόμενο μέρος θα αποταθεί στο Δικαστήριο ώστε να επιζητήσει διέξοδο των συγκεκριμένων πλέον ζητημάτων. Σε αυτό όμως το στάδιο είμαι της γνώμης ότι το δίκαιο γέρνει υπέρ της διατήρησης του διατάγματος, ιδιαίτερα εφόσον με αυτό τον τρόπο διαφυλάσσονται τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Έχω την αίσθηση πως η έκταση της διερεύνησης που προηγήθηκε αποκαλύπτει ότι παρέλκει περαιτέρω εξέταση σε σχέση με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
- Εν τούτοις αν πρέπει να λεχθεί κάτι είναι πως όσα υπεδείχθησαν αποκαλύπτουν καλή αιτία αγωγής και πιθανότητα επιτυχίας. Επιπλέον, η διατήρηση του διατάγματος δικαιολογείται και δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 του Κεφ.
- Τόσο για το άρθρο 4 όσο και για το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σχετική είναι η υπόθεση Κυταλά κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253, 258. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση ενδείκνυται θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ώστε το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων. Χρόνος καταβολής τούτων των εξόδων προσδιορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο