ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΧΑΤΖΗΑΡΑΠΗ, Αρ. Αγωγής: 2764/2009, 18/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2764/2009 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και- ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΧΑΤΖΗΑΡΑΠΗ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20.09.2013 για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας 18 Φεβρουαρίου 2014 Για τους αιτητές: κα Καουτζιάνη Για την καθ' ης η αίτηση: κος Παπαλοΐζου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτητές στην επίδικη αίτηση είναι οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι τραπεζικός οργανισμός. Όπως αποκαλύπτεται από το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα το δάνειο παραχωρήθηκε στην εναγομένη και στο σύζυγό της. Η αγωγή όμως στρέφεται μόνο εναντίον της εναγομένης και αυτό γιατί ο σύζυγος της είναι πτωχεύσας. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου οι δανειολήπτες υποθήκευσαν προς όφελος της τράπεζας το ακίνητο που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως. Όταν στη συνέχεια δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις του δανείου, η τράπεζα καταχώρισε την επίδικη αγωγή με την οποία αξιώνει απόφαση για το εναπομείναν ποσό του δανείου και εκποίηση της υποθήκης για ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων. Το αντικείμενο της επίδικης αίτησης δεν άπτεται της αξίωσης καθ' εαυτής, αλλά των μέτρων που έλαβε η εναγομένη για είσπραξη εξόδων που της επιδικάστηκαν εκκρεμούσης της αγωγής. Ως εκ τούτου, σε αυτό το πλέγμα της διαδικασίας οι αιτητές έχουν και άλλη ιδιότητα. Πέραν από ενάγοντες είναι και εξ αποφάσεως χρεώστες. Και εξηγώ· Η αγωγή καταχωρίστηκε την 08.05.
- Επιδόθηκε την 04.08.2009 και η εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης την 10.09.
- Ακολούθως, την 04.11.2009, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η εναγομένη αντιτάχθηκε σε τούτη την αίτηση και έτσι η διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε την 26.01.
- Για σκοπούς της παρούσας εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για συνοπτική απόφαση και έδωσε οδηγίες για καταχώριση υπεράσπισης. Επιπλέον, επιδίκασε τα έξοδα της διαδικασίας υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων. Όπως διαπιστώνεται από το τεκμήριο 1 στην επίδικη αίτηση, τα εγκριθέντα έξοδα ανέρχονται σε €1.444 πλέον τόκο 5,5% από 18.03.2010, πλέον €42 έξοδα διατάγματος και ΦΠΑ. Εφόσον το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε το χρόνο καταβολής των εξόδων και οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν από μόνοι τους, την 18.07.2013 η εναγομένη αιτήθηκε τη σφράγιση εντάλματος για εκποίηση της κινητής περιουσίας των εναγόντων, δηλαδή της τράπεζας. Την αίτηση για σφράγιση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας ακολούθησε η έκδοση του εντύπου Δ.71 το οποίο τιτλοφορείται ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας (στη συνέχεια το ένταλμα). Στο πρόσωπο του εντάλματος αναγράφεται και ο αριθμός που έλαβε, ως η προβλεπόμενη διαδικασία. Το επίδικο ένταλμα είναι το υπ' αριθμό 2753/13 (το έντυπο Δ.71 αποτελεί μέρος των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην αίτηση). Αυτό λοιπόν το ένταλμα είναι το μέτρο εκτέλεσης που προώθησε η εναγομένη για είσπραξη των εξόδων που της επιδικάστηκαν. Με την έκδοση του εντάλματος είθισται ο εξ αποφάσεως χρεώστης να εξοφλά το οφειλόμενο ποσό. Σε διαφορετική περίπτωση ο δικαστικός επιδότης εντεταλμένος με την εκτέλεση του εντάλματος ακολουθά τη διαδικασία που προβλέπουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Τα πιο πάνω υπό την προϋπόθεση ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει κινητή περιουσία που είναι διαθέσιμη και εκποιήσιμη. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ακολουθήθηκε η συνήθης διαδικασία. Μάλλον ιδιόμορφη ήταν η προσέγγιση που επιλέχθηκε, η οποία μάλιστα δεν άφησε ικανοποιημένα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη που εκτιμούν διαφορετικά τις επενέργειες της διαδικασίας που προωθήθηκε. Συγκεκριμένα, την 09.08.2013 η τράπεζα εξέδωσε επ' ονόματι της εναγομένης την επιταγή υπ' αριθμό
- Η εν λόγω επιταγή είναι το τεκμήριο 2Α στην επίδικη αίτηση. Αντί η τράπεζα να παραδώσει την επιταγή στην εναγομένη ή στο συνήγορό της, ή έστω στο δικαστικό επιδότη που είχε οδηγίες εκτέλεσης του εντάλματος, προχώρησε σε κατάθεση τούτης στο λογαριασμό
- Τα τεκμήρια 2Β και 2Γ στην επίδικη αίτηση επιμαρτυρούν την έκδοση και κατάθεση της αναφερόμενης επιταγής στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Ας λεχθεί από τώρα ότι σύμφωνα με την τράπεζα ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή ανήκει στην εναγομένη και τηρείται σε κατάστημα των εναγόντων. Από την άλλη η εναγομένη δεν αποδέχεται ότι ο εν λόγω λογαριασμός της ανήκει και αμφισβητεί οτιδήποτε σχετικό τούτου. Με αυτή την πτυχή των εκατέρωθεν ισχυρισμών ασχολούμαι πιο κάτω. Για την ώρα εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τα πιο πάνω είναι οι λόγοι που η τράπεζα προβάλλει επικαλούμενη ότι εξόφλησε το ένταλμα. Αν και συνήθως η κατάθεση επιταγής στο λογαριασμό του εξ αποφάσεως πιστωτή θα θεωρείτο εξόφληση που ικανοποιεί την εκτέλεση του εντάλματος, στην προκείμενη περίπτωση δεν αντιμετωπίστηκε τοιουτοτρόπως. Δυστυχώς οι ισχυρισμοί που προωθούνται από αμφότερες τις ένορκες δηλώσεις, δεν χαίρουν της απαιτούμενης σαφήνειας. Εμμέσως όμως προκύπτει ότι ο λόγος δυσαρέσκειας της εναγομένης, πέραν του ότι δεν αναγνωρίζει το λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή, οφείλεται και στο ότι ο εν λόγω λογαριασμός είναι δεσμευμένος και έτσι το ποσό της επιταγής ουδέποτε έφθασε στα χέρια της. Αν και ό,τι αναφέρθηκε στο στάδιο αγορεύσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθ' ότι δεν αποτελεί μαρτυρία, υποδεικνύεται ότι οι δύο πλευρές ανέφεραν πως ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή δεν είναι ο λογαριασμός που αφορά η αγωγή. Πρόκειται για τρίτο λογαριασμό ο οποίος τη δεδομένη στιγμή ήταν χρεωστικός. Συνεπώς, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, το ποσό του εντάλματος συμψηφίστηκε με το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Σε σχέση με τις επεξηγήσεις των δύο συνηγόρων κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από διάσπαρτες πληροφορίες στη μαρτυρία και τα τεκμήρια. Υποδεικνύεται εν προκειμένω πως στα τεκμήρια 2Β και 2Γ αναγράφεται ότι η επιταγή που κατατέθηκε αφορά τις αγωγές 2764/09 και 2763/
- Αναδεικνύεται τοιουτοτρόπως και αγωγή άλλη από την επίδικη, δηλαδή η 2763/
- Επιπλέον, στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως των εναγόντων αναφέρεται ότι η τράπεζα έχει γενικό δικαίωμα επίσχεσης (general preferential lien). Υποστηρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας που υπέγραψαν τα μέρη η τράπεζα έχει δικαίωμα επίσχεσης όλων των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης που βρίσκονται στην κατοχή της πρώτης, δηλαδή της τράπεζας. Η αναφερόμενη συμφωνία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 4 στην επίδικη αίτηση. Τα πιο πάνω αφήνουν να νοηθεί πως το ποσό που η τράπεζα πίστωσε στον αναφερόμενο λογαριασμό, ακολούθως κατασχέθηκε, ή καλύτερα συμψηφίστηκε, δυνάμει της μεταξύ των μερών ισχυριζόμενης συμφωνίας. Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτή η θέση δεν αναφέρεται ρητά σε κάποια από τις ένορκες δηλώσεις. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο παρατίθεται εδώ είναι για διευκόλυνση του αναγνώστη ώστε να δύναται να αντιληφθεί τις εκατέρωθεν θέσεις. Ούτως ή άλλως η εναγομένη δεν δέχεται ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή της ανήκει. Ως εκ των πιο πάνω η τράπεζα υποστηρίζει ότι το σχετικό ένταλμα, αντικείμενο της επίδικης αίτησης, έχει εξοφληθεί. Εν τούτοις, αντίθετη είναι η θέση της εναγομένης η οποία διατείνεται ότι ουδέποτε έλαβε τούτα τα χρήματα, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα συμψηφισμού, ιδιαίτερα εφόσον η ίδια δεν αναγνωρίζει το λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα και αμφισβητεί τη συμφωνία τεκμήριο 4 που κάνει αναφορά σε δικαίωμα επίσχεσης. Εν κατακλείδι, υποστηρίζει ότι το ένταλμα που εκδόθηκε δεν έχει εκτελεστεί και κανένας λόγος δικαιολογεί αναστολή ή ακύρωση της εκτέλεσής του. Αυτή η διαφορετική αντίληψη των διαδίκων σε σχέση με τις επενέργειες της αδιαμφισβήτητης έκδοσης και κατάθεσης της επιταγής τεκμήριο 2Α, είναι ό,τι οδήγησε τους ενάγοντες σε προώθηση της επίδικης αίτησης. Με την αίτηση οι ενάγοντες ζητούν· «Α: Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή και/ή ακύρωση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας υπ αριθμόν 2753/13 το οποίο καταχωρήθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή από την Εναγόμενη εναντίον των Εναγόντων, ως εξοφληθέν και πλήρως διευθετηθέν. Β: Αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό 2753/13 που εκδόθηκε εις την ως άνω Αγωγή από την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών για Δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων σε Αίτηση ημερ.4/11/09 για ποσό ύψους €1,444- έξοδα της Αίτησης με νόμιμο τόκο 5.5% το χρόνο από 18/3/10 μέχρι εξοφλήσεως πλέον το ποσό των €42- έξοδα του Διατάγματος, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €90,00-έξοδα του εντάλματος κινητών πλέον 18% Φ.Π.Α. μέχρις νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Ας σημειωθεί ότι οι αιτήσεις που προωθήθηκαν ήταν δύο. Πέραν της επίδικης καταχωρίστηκε και μονομερής αίτηση με ανάλογο αιτητικό, προσωρινού όμως χαρακτήρα. Στο πλαίσιο της μονομερούς αιτήσεως την 30.09.2013 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος. Ακολούθως, την 10.10.2013 οι συνήγοροι των μερών συμφώνησαν όπως το διάταγμα ημερομηνίας 30.09.2013 οριστικοποιηθεί μέχρι εκδικάσεως της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου μοναδικό, πλέον, αντικείμενο, είναι η επίδικη αίτηση και όχι οτιδήποτε που αφορά το προσωρινό διάταγμα. Συνεπώς δεν θα ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης που άπτονται του προσωρινού διατάγματος. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση εδράζονται σε αριθμό διατάξεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Κρίνω ότι δεν επιβάλλεται επανάληψη όλων όσων εκεί αναφέρονται. Υποδεικνύω μόνο ότι και οι δύο πλευρές παραπέμπουν στη Δ.40 κκ.7 και 11, στη Δ.41, στη Δ.44 και στη Δ.
- Επίσης, επικαλούνται τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, και τις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιπλέον, αίτηση και ένσταση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Σε σχέση με την αίτηση τούτη τη δήλωση ορκίζεται υπάλληλος των εναγόντων. Από την άλλη, η δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αποδίδεται σε δικηγορικό υπάλληλο του γραφείου που εκπροσωπεί την εναγομένη, η οποία δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την εναγομένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τους πολυάριθμους και πολυδιάστατους λόγους ένστασης. Όπως προανέφερα η θέση της εναγομένης άπτεται τόσο ουσίας όσο και τύπου. Εν ολίγοις, διατείνεται ότι το αίτημα αφ εαυτό είναι ανυπόστατο και δεν αποδείχθηκε βάσιμος λόγος έγκρισής του και ότι οι ενέργειες των εναγόντων δεν υποστηρίζονται από το νομικό και δικονομικό καθεστώς. Έχω παραθέσει ήδη τα γεγονότα που πλαισιώνουν το αίτημα και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Εκείνο όμως που χρήζει διευκρίνισης είναι κατά πόσο ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή που εκδόθηκε επ' ονόματι της εναγομένης, ανήκει στην τελευταία. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός των εναγόντων δεν έχει αποδειχθεί. Αυτό γιατί η πλευρά της εναγομένης ρητά αμφισβήτησε το σχετικό ισχυρισμό, προβάλλοντας μάλιστα ότι δεν αναγνωρίζει τον εν λόγω λογαριασμό και ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την τράπεζα. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε η πλευρά της εναγομένης δεν έτυχαν ειδικής μεταχείρισης, δηλαδή δεν αμφισβητήθηκαν και δεν απαντήθηκαν. Επιπλέον, διαπιστώνω ότι δεν βρίσκονται σε διάσταση με τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Ως εκ των πιο πάνω, ουδείς λόγος υφίσταται γιατί να μην αποδεχθώ τη θέση της υπεράσπισης. Τούτου δοθέντος δεν επιτρέπεται συμπέρασμα άλλο από το ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή δεν ανήκει στην εναγομένη. Πώς αυτή η διαπίστωση συμπλέκεται με το αίτημα και ποιες οι τυχόν επιπτώσεις που επιφέρει, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια. Για την ώρα σημειώνεται ότι οι κανονισμοί 7 και 11 της Δ.40 παρέχουν στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης, επί τη αποδείξει ειδικών και καλών λόγων που δικαιολογούν τέτοια διαταγή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Νίκου Νικολάου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1422, 1426 και Αναφορικά με την Αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου Κκάρα Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1868, 1871). Εν τούτοις στη δοσμένη περίπτωση ζητούμενο δεν είναι η αναστολή του εντάλματος, αλλά η ακύρωσή του. Αυτό γιατί οι ενάγοντες διατείνονται ότι έχουν καταβάλει το ποσό του εντάλματος. Επιπλέον, κανένα λόγο προβάλλουν που να δικαιολογεί αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Με το αίτημα οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ουδείς λόγος υφίσταται να διατηρηθεί στη ζωή, έστω σε αναστολή, το ένταλμα που έχει εξοφληθεί. Μάλιστα η κα Καουτζάνη ευθαρσώς δήλωσε ότι εκείνο που επιδιώκουν οι ενάγοντες είναι την ακύρωση του εντάλματος. Συνακόλουθα, ό,τι πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας, πέραν από αναστολή, και ακύρωσης του εντάλματος. Επί του προκειμένου είμαι της γνώμης ότι πέραν της εξουσίας που ρητά αναφέρεται στους θεσμούς, το Δικαστήριο κέκτηται και πρόσθετης εξουσίας να ακυρώσει μέτρο εκτέλεσης. Τούτο βεβαίως είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Δικαιολογείται μόνο όπου διαπιστώνεται ότι ο διάδικος προωθεί το μέτρο εκτέλεσης κατά τρόπο αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό (βλ. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Αβίβου Βασιλαρά κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 830, 836). Στη δοσμένη περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι η επιμονή του εξ αποφάσεως πιστωτή για κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη, και αυτό παρ' ότι ο τελευταίος έχει ήδη καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, μπορεί, δυνητικά, να κριθεί καταπιεστική. Επί του προκειμένου, ενδιαφέρουσα και σχετική είναι και η ανάλυση παραπλήσιου ζητήματος στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 457, με πλαγιότιτλο Wrongful execution. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το αναφερόμενο στο ένταλμα ποσό, τότε η επιμονή για εκτέλεσή του μπορεί να κριθεί καταπιεστική και καταχρηστική και το Δικαστήριο οφείλει να παρέμβει καταστέλλοντας τούτην και επαναφέροντας τα πράγματα σε τάξη. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να εξεταστούν οι τυχόν επενέργειες της διαπίστωσης ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επίδικη επιταγή δεν ανήκει στην εναγομένη. Έχω την άποψη ότι αυτή και μόνο η διαπίστωση καθιστά ανυπόστατο το αίτημα των εναγόντων. Είναι αντιληπτό ότι για να εξοφληθεί το ποσό του εντάλματος οι ενάγοντες όφειλαν να καταβάλουν τούτο στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η κατάθεση της επιταγής σε άγνωστο λογαριασμό, δεν συνιστά εξόφληση. Χαρακτηρίζω το λογαριασμό άγνωστο εφόσον οι ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι ανήκει ή συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την εναγομένη. Εκ των ως άνω, μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το ποσό της επιταγής δεν κατέληξε στα χέρια της εναγομένης, είτε κυριολεκτικά είτε λογιστικά, δηλαδή με κατάθεση της επιταγής σε προσωπικό λογαριασμό της τελευταίας. Ενόψει αυτής της κατάληξης το αίτημα κρίνεται μετέωρο εφόσον δεν διαπιστώνονται πραγματικά γεγονότα που να το δικαιολογούν και συνεπώς απορρίπτεται. Εν τούτοις, εφόσον πάντα υπάρχει η πιθανότητα η σχετική διαπίστωση να κριθεί εσφαλμένη, νιώθω ότι υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει και την αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή ανήκει στην εναγομένη. Σε αυτή τη διάσταση το ερώτημα κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν εξοφλήσει το ένταλμα, παραπέμπει σε έλεγχο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Επί του προκειμένου σχετική και καθοριστική είναι η Δ.44 εφόσον αυτή είναι που προβλέπει ό,τι σχετικό της εκτέλεσης εντάλματος. Με δεδομένο πλέον ότι οι ενάγοντες εξέδωσαν την επιταγή επ' ονόματι της εναγομένης και στη συνέχεια την κατέθεσαν στο λογαριασμό της, επιβάλλεται να διαπιστωθεί κατά πόσο τέτοια ενέργεια συνάδει με τα προβλεπόμενα στη Δ.44. Ποια είναι όμως η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.44; Όπως εκεί (Δ.44) αναφέρεται, αφ' ης στιγμής εκδοθεί ένταλμα για εκποίηση κινητών δύο είναι οι επιλογές που ικανοποιούν την εκτέλεση τούτου. Ειρήσθω εν παρόδω σημειώνω ότι περιορίζομαι σε ό,τι αφορά ικανοποίηση του εντάλματος και όχι επιστροφή του λόγω μη εκτέλεσης, εφόσον στην πρώτη περίπτωση είναι που εδράζεται το αίτημα και εφόσον μόνο εξόφληση του εντάλματος δικαιολογεί σήμερα την ακύρωσή του στη βάση των λόγων που έχουν ήδη επεξηγηθεί. Τούτες, λοιπόν, οι επιλογές είναι οι ακόλουθες· (α) πώληση των αντικειμένων που κατασχέθηκαν και καταβολή του ποσού που εισπράχθηκε είτε στο Γενικό Λογιστήριο είτε στον εξ αποφάσεως πιστωτή (βλ. κ.5 Δ.44), ή (β) άδεια για απόσυρση του εντάλματος, εν προκειμένω γραπτή, που λαμβάνεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ή το δικηγόρο του (βλ. κ.11 Δ.44). Στην περίπτωση της εκποίησης ο δικαστικός επιδότης οπισθογραφεί το ένταλμα με λεπτομέρειες που καταδεικνύουν το ποσό που εισπράχθηκε και το καθαρό ποσό που κατατέθηκε (βλ. κ.6 Δ.44). Στην άλλη περίπτωση, δηλαδή της γραπτής απόσυρσης, πρέπει, όπως επεξηγείται στον κ.11 της Δ.44, να συγκεκριμενοποιείται ο λόγος και οι λεπτομέρειες της απόσυρσης, φερειπείν τυχόν ποσό που παρελήφθη, νοείται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ή εκ μέρους του, ή σε διαφορετική περίπτωση η διευθέτηση στην οποία κατέληξαν τα μέρη. Είναι άξιο αναφοράς ότι στους θεσμούς ουδείς άλλος τρόπος προβλέπεται, ή έστω αφήνεται να νοηθεί, ότι ικανοποιεί εκτέλεση του εντάλματος. Τούτο δεν είναι τυχαίο. Οφείλεται στα καθήκοντα και τις ευθύνες του δικαστικού επιδότη που εντέλλεται να εκτελέσει το ένταλμα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, πιο πάνω, στην παράγραφο 429· «The Sheriff' s duties under the writ are threefold:
(1)to the judgment creditor, to obey the writ and any lawful instructions that have been given him;
(2)to the judgment debtor, not to do any act not authorised by the writ; and
(3)to the court, to make a return to the writ, if required so to do.» Εις επίμετρον, τη δική του σημασία έχει και το γεγονός ότι τόσο ο εξ αποφάσεως πιστωτής όσο και ο δικαστικός επιδότης, είναι υπόλογοι στον εξ αποφάσεως οφειλέτη για τυχόν πλημμελή ή παράτυπη εκτέλεση του εντάλματος (βλ. παρ. 431 Liability of the judgment creditor and his solicitor και παρ. 429, πιο πάνω, Halsbury' s Laws of England, πιο πάνω). Συνακόλουθα, αν η πορεία του εντάλματος δεν ανακοπεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, η αντιμετώπιση και δη η αποπληρωμή τούτου, δεν μπορεί να αφεθεί στις επιθυμίες του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Είτε το ένταλμα θα πληρωθεί κατά τον τρόπο που προανέφερα, είτε θα εκτελεστεί με πώληση των κατασχεθέντων αντικειμένων. Ο δε ρόλος του δικαστικού επιδότη είναι ουσιαστικός και όχι τυπικός. Οι οδηγίες που λαμβάνει προέρχονται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, σε πρώτο στάδιο και διέπονται από το Δικαστήριο που ελέγχει τη διαδικασία εκτέλεσης. Κατ' επέκταση, αφ' ης στιγμής εκδοθεί το ένταλμα η εκτέλεση δεν μπορεί να αλλοιωθεί παρά μόνο εάν ο εξ αποφάσεως πιστωτής αποσύρει τούτο ή το Δικαστήριο διατάξει άλλως πως ασκώντας την εξουσία του δικαστικά. Επιπλέον αξίζει να υποδειχθεί ότι όπως αναφέρεται στον κ.5 της Δ.44, η καταβολή του εισπραχθέντος ποσού διενεργείται συμφώνως των οδηγιών που δόθηκαν και περιορίζεται μεταξύ Γενικού Λογιστηρίου και εξ αποφάσεως πιστωτή. Οι δε οδηγίες, δηλαδή σε ποιον να καταβληθεί το εισπραχθέν ποσό, δίδονται μέσω του εντύπου Δ.71, δηλαδή του εντάλματος και λαμβάνουν γραπτή μορφή. Αναγράφεται εκεί ότι· «Το παρόν επίσης σας καλεί όπως καταβάλετε τα πιο πάνω εισπραχθέντα από εσάς χρήματα (πλην των εξόδων σας για την εκτέλεση, που δικαιούστε να αφαιρέσετε από τα πιο πάνω ποσά) (**) ». Οι αστερίσκοι παραπέμπουν στο κάτω μέρος του εντάλματος όπου αναφέρεται «(**) στο παρόν Δικαστήριο ή στο ρηθέν». Ως εκ τούτου ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να επιλέξει ένα εκ των δύο τρόπων καταβολής του ποσού, ως αναφέρεται στο έντυπο Δ.71. Ο δε εξ αποφάσεως οφειλέτης με αυτές τις οδηγίες είναι που οφείλει να συμμορφωθεί εάν δεν επιθυμεί εκποίηση της κινητής περιουσίας του. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι κανένα ένταλμα δεν θεωρείται ότι έχει αποπληρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, αν δεν έτυχε της προβλεπόμενης στη Δ.44 διαδικασίας. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν μπορεί να αποφασίσει, κατά το δοκούν και μονομερώς, τον τρόπο εξόφλησης ή μερικής ικανοποίησης του εντάλματος. Υποχρέωση του είναι να ακολουθήσει όσα προβλέπονται στους θεσμούς εφόσον μόνο με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο μπορεί να επιβλέψει και να ελέγξει τη διαδικασία εκτέλεσης. Επιπλέον, ακολουθώντας την προβλεπόμενη από τους θεσμούς διαδικασία ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες παρανόησης και αμφισβήτησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση που η εναγομένη δεν αναγνωρίζει το λογαριασμό στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή. Καταλήγω λοιπόν ότι στην προκείμενη περίπτωση οι ενέργειες των εναγόντων απάδουν της νενομισμένης διαδικασίας. Υποδεικνύω δε ότι στην υπό κρίση υπόθεση το ένταλμα (έντυπο Δ.71), καλούσε το δικαστικό επιδότη να καταβάλει οιονδήποτε ποσό χρημάτων στο συνήγορο της εναγομένης. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Προτού όμως αποφανθώ κατά πόσο η διάσταση από τα προβλεπόμενα στη Δ.44 και τις οδηγίες που δόθηκαν με το ένταλμα έχει καταλυτική σημασία για το αίτημα, κρίνω ότι επιβάλλεται να ασχοληθώ και με ό,τι ανέφεραν οι ενάγοντες για να αιτιολογήσουν τις ενέργειες τους. Διατείνονται εν προκειμένω ότι ο λόγος δια τον οποίο κατέθεσαν τα χρήματα σε τρίτο λογαριασμό είναι γιατί έχουν δικαίωμα γενικής επίσχεσης επί παντός περιουσίας της εναγομένης. Υποδεικνύεται εδώ ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού, το οποίο όμως περιορίζεται σε αμοιβαίες και συνδεδεμένες υποχρεώσεις. Σχετικό εν προκειμένω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 720, 725, όπου λέχθηκε ότι· «Ανεξάρτητα όμως με τη διαπίστωση αυτή, κρίνουμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε, μια και το θέμα εγέρθηκε ενώπιον μας, πως το δικαίωμα της Τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς του αυτού πελάτη της, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Αυτό το δικαίωμα όμως, που αποκαλείται και τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης (banker's lien), δεν έχει ομοιότητα με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επίσχεσης (lien). Επίσης θα πρέπει να διευκρινισθεί πως το τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού, που απορρέει από τη σχέση Τράπεζας και του αυτού πελάτη, διαφοροποιείται και δεν δημιουργεί θέμα συμψηφισμού (set-off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Είναι αυτός ο συμψηφισμός που δεν ισχύει στην Κύπρο (βλ. Δ.19, Καν. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), που δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωσης και που προέρχεται από ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Το θέμα της τραπεζιτικής επίσχεσης και συμψηφισμού από την Τράπεζα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, αποτελεί μια λογιστική πράξη, με την οποία διαπιστώνεται η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και βοηθά την τράπεζα να καλύψει χρεωστικά υπόλοιπα όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του πελάτη είναι πιστωτικοί. Μια τέτοια πράξη δεν δημιουργεί ανεξάρτητη αιτία αγωγής ή ανταξίωσης.» Επιπλέον, όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3(Ι), παράγραφος 170· το δικαίωμα επίσχεσης επεκτείνεται και σε χρηματικά ποσά που τηρούνται στο λογαριασμό του πελάτη. Σε τέτοια όμως περίπτωση συνήθως το δικαίωμα ανακύπτει υπό μορφή συμψηφισμού· «
- Banker's lien. The general lien of bankers is part of the law merchant as judicially recognised; it connotes the right of a banker to retain the subject matter of the lien until an indebtedness of the customer is paid or discharged. It attaches to all securities deposited with a banker as a banker by a customer, or by a third party on a customer' s account, to instruments paid in for collection, and to money held to the account of a customer, unless there is an express or implied contract between the banker and the customer which is inconsistent with the lien. In the case of money, the banker' s right is often a right of set-off; it arises only in relation to the customer' s money and does not apply to money paid in under a mistake of fact.» Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι στο κυπριακό δίκαιο το δικαίωμα της τράπεζας για επίσχεση δεν επεκτείνεται σε ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Ο ίδιος περιορισμός υφίσταται και όταν ασκείται επί ποσού χρημάτων, δηλαδή όταν προσλαμβάνει τη μορφή συμψηφισμού και διενεργείται ως λογιστική πράξη. Κάτι τελευταίο που δεν μπορεί να μην αναφερθεί είναι ότι οι ασφάλειες ή τα ποσά χρημάτων που υπόκεινται σε κατάσχεση από την τράπεζα, είναι όσα καταλήγουν στα χέρια της τράπεζας υπό την ιδιότητά της ως τραπεζίτης (βλ. παρ. 172, Halsbury' s Laws of England, πιο πάνω, και υπόθεση Brandao v. Barnett (1843-60) All E.R. Rep. 719). Στην επίδικη περίπτωση είναι αντιληπτό ότι η τράπεζα δεν κατείχε το επίδικο ποσό υπό την ιδιότητά της ως τραπεζίτης. Τη δεδομένη στιγμή κατείχε το εν λόγω ποσό ως εξ αποφάσεως οφειλέτης της εναγομένης. Υπό αυτή την έννοια δεν είχε κανένα δικαίωμα, και ούτε έλαβε οδηγίες, να το καταθέσει σε οιονδήποτε λογαριασμό και/ή να το συμψηφίσει, υπό μορφή λογιστικής πράξης, με οιονδήποτε άλλο υπόλοιπο. Εν πάση όμως περιπτώσει, τέτοιο άλλο υπόλοιπο δεν έχει αποδειχθεί, εφόσον αναπόδεικτο παρέμεινε ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε το εν λόγω ποσό ήταν χρεωστικός και πολύ περισσότερο ότι ανήκε στην εναγομένη. Εν τούτοις, ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε η επίδικη επιταγή ανήκε στην εναγομένη, είναι σαφές ότι εμπίπτει στην εξαίρεση του δικαιώματος συμψηφισμού εφόσον απορρέει από άλλη ξεχωριστή αιτία αγωγής και συγκεκριμένα την αγωγή 2763/
- Επιπλέον, η αντινομία διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι ενώ η ουσία της επίδικης αγωγής δεν έχει ακόμη αποφασιστεί και η εναγομένη απορρίπτει ό,τι σχετικό της συμφωνίας τεκμήριο 4, δηλαδή της συμφωνίας που κάνει αναφορά σε δικαίωμα επίσχεσης, η τράπεζα χρησιμοποίησε τις πρόνοιες του αμφισβητούμενου τούτου εγγράφου ώστε να κατάσχει χρήματα της εναγομένης. Αν αναφέρω τούτο δεν είναι για να υπεισέλθω στα επίδικα ζητήματα της αγωγής, αλλά για να υπερτονίσω ότι στην προκείμενη περίπτωση ο συμψηφισμός που έχει διενεργηθεί δεν είναι μια απλή λογιστική πράξη. Συναρτάται με δύο διαφορετικές αγωγές και τα επίδικα τούτων ζητήματα. Αυτό αποκαλύπτει πως στην υπό κρίση περίπτωση δεν ετίθετο θέμα συμψηφισμού. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ πως αμφίβολο είναι το δικαίωμα συμψηφισμού που επικαλείται η τράπεζα, όταν η αγωγή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Έχω αναφέρει ήδη ότι η εκτέλεση δεν αφήνεται στις επιθυμίες των διαδίκων. Σε αυτό το πλαίσιο υποδεικνύεται ότι η Δ.44 ρητά προνοεί για την περίπτωση που τρίτο πρόσωπο διεκδικεί την περιουσία που κατασχέθηκε. Ο σχετικός κανονισμός (κ.12) παραπέμπει και στο άρθρο 20, σήμερα άρθρο 21, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σχετική μπορεί να θεωρηθεί και η Δ.41 κ.
- Περιττό βεβαίως να αναφέρω και τη Δ.
- Πέραν των πιο πάνω διαδικασιών που οι ενάγοντες δεν ενεργοποίησαν, τη δική του σημασία έχει και ο κ.15 της Δ.40 βάσει του οποίου πρόσωπο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο από την εκτέλεση, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας οδηγίες αναφορικά με αυτήν, δηλαδή την εκτέλεση και το αντικείμενό της. Όλα τα πιο πάνω εναργώς αποκαλύπτουν ότι οι ενάγοντες μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να ενεργοποιήσουν διαδικασία με την οποία να διεκδικήσουν το λαβείν τους από την εναγομένη, είτε ως πρόσωπο που επηρεάζεται και έχει δικαίωμα συμψηφισμού, είτε ως εξ αποφάσεως πιστωτής στην άλλη αγωγή, αγωγή 2763/
- Εν τούτοις δεν έπραξαν κάτι τέτοιο και λειτούργησαν μονομερώς και άνευ εξουσιοδοτήσεως. Μοναδικός λόγος δια τον οποίο υποδεικνύω όλα τα πιο πάνω είναι για να καταστήσω σαφές ότι η μονομερής κατάθεση της επιταγής σε κάποιο λογαριασμό, είτε αυτός ανήκει στην εναγομένη είτε όχι, είναι παντελώς αυθαίρετη και απάδει της διαδικασίας εκτέλεσης του εντάλματος. Κατ' επέκταση εκφεύγει και του ελέγχου του Δικαστηρίου και τούτο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Συνακόλουθα, για καθ' ένα από τους πιο πάνω λόγους αλλά και για όλους μαζί, η αίτηση των εναγόντων δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων. Ως χρόνος καταβολής των εξόδων προσδιορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο