← Κύπρος

Μιχάλη Βλασή κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8062/12, 20/2/2014

Μιχάλη Βλασή κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8062/12, 20/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8062/12

  1. Μιχάλη Βλασή
  2. Βάσου Βλασίου
  3. Εύας Χριστοφή Βλασή Εναγόντων -και-
  4. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  5. Marfin CLR (Financial Services) Ltd (και ως ο επισυνημμένος Πίνακας) Εναγομένων Ημερομηνία: 20.2.2014 Αίτηση ημερ. 4.6.13 από τους Ευθύμιο Μπουλούτα εναγομένου 8 και Ελευθέριου Χιλιαδάκη εναγομένου 11 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Ν. Νικολάου για Φ. Χρ. Κληρίδη ΔΕΠΕ Για τους Εναγομένους: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαρά και Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα ακύρωσης του διατάγματος, ημερομηνίας 7.3.2013, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην ενάγουσα έκδοσης και επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στους αιτητές εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος δια υπηρεσίας ταχυμεταφοράς. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 3-9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ1 και 4, Δ.16 Θ.9, Δ.39, Δ.48, Θ.1-4, 8

(4), 9, 13, Δ.51, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 άρθρα 5, 6, 24, 59 και 60, στον Νόμο 35(ΙΙΙ) του 2003 άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 άρθρα 2-15, στο νόμο 55/84 άρθρα 3,4,5,6 και 7, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο φάκελο δικογραφίας, στην νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ιωάννας Αντωνίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρων των αιτητών. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Οι αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και διαμένουν στην Ελλάδα. Την 29.4.2013 παρέλαβαν μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών πιστόν αντίγραφο ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, διάταγμα Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7.3.2013, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης, ημερομηνίας 17.1.2013 και επιστολή των Φοίβος Χρίστος Κληρίδης και συνεργάτες ΔΕΠΕ, ημερομηνίας 2.4.
  1. Οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στα επιδοθέντα έγγραφα την αίτηση, ημερομηνίας 17.1.
  2. Αντίγραφο της αίτησης αυτής εξασφαλίστηκε μετά από σχετικό αίτημα των αιτητών προς τους δικηγόρους της ενάγουσας. Είναι η θέση τους ότι η νομική βάση της αίτησης, ημερομηνίας 17.1.2013, είναι ανεπαρκής εφόσον σε αυτή δεν γίνεται επίκληση της ΕΚ44/2001 και της ΕΚ1393/2007, παράλειψη που από μόνη της οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι εσφαλμένα δεν τους έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο και επιδόθηκε αντί τούτου ειδοποίηση περί του κλητηρίου. Η επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων αντίκειται στις πρόνοιες του ΕΚ1393/07 και του Ν.55/
  3. Τέλος ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 17.1.2013 είναι αντικανονική και παράτυπη καθότι σε αυτή, για κάποια ουσιώδη γεγονότα, δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης της ομνύουσας. Οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Είναι η θέση τους ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να υποβάλουν την υπό κρίση αίτηση καθότι δεν έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν επιφέρει ακύρωση της αίτησης. Σε χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι απαραίτητο πλέον να επιδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Είναι δυνατό να γίνει επίδοση της ειδοποίησης ή του κλητηρίου εντάλματος. Σε σχέση με το αντίγραφο της μονομερούς αίτησης αναφέρουν ότι αυτό επιδόθηκε εκ των υστέρων στους δύο αιτητές, συγκεκριμένα η επίδοση έγινε τη 17.1.2013 και 11.2.2013 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί. Οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ και ο ΕΚ1393/2007 δεν αντικαθιστά «.τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά το Κυπριακό Σύνταγμα Ν.14/60και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας». Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η εισήγηση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση ότι οι εναγομένοι-αιτητές είχαν υποχρέωση, προτού καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Το θέμα ρυθμίζεται από τη Δ.16 θ.9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διάταξη προβλέπει τα πιο κάτω: «
  4. A defendant before appearing shall be at liberty without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ of notice or of notice of the writ or to dischange the order authorizing such service». Ως είναι διατυπωμένη η πιο πάνω διάταξη και συγκεκριμένα η φράση, «.shall be at liberty without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance», προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση όπως καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης προτού καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Δήμος Γεωργιάδης και Σωκράτη Χάσικου κ.α[1], όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι ένας εναγόμενος πριν καταχωρήσει εμφάνιση είναι ελεύθερος χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως οποιοδήποτε διάταγμα να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Εφόσον έκρινα ότι οι αιτητές είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση θα προχωρήσω και θα εξετάσω το επόμενο θέμα που εγείρεται κατά πόσο η επίδοση θα έπρεπε να είχε γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες της ΕΚ1393/07, που θα αναφέρεται μετά ο «Κανονισμός» που ρυθμίζει τις επιδόσεις και τις κοινοποιήσεις στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Η επίδοση σύμφωνα με τον κανονισμό γίνεται από την «υπηρεσία διαβίβασης», που είναι αρμόδια για τη διαβίβαση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων προς επίδοση ή κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος και από την υπηρεσία παραλαβής, αρμόδια για την παραλαβή δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων άλλου κράτους μέλους. Σύμφωνα με το προοίμιο του πιο πάνω Κανονισμού, αυτός θεσπίσθηκε για να διευκολύνει και να επισπεύσει τη διαβίβαση, επίδοση και κοινοποίηση πράξεων μεταξύ κρατών μελών. Το άρθρο 17 του προοιμίου που αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του Κανονισμού ρητά προβλέπει για το δικαίωμα επίδοσης πράξεων σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους, απευθείας μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο και το άρθρο 18 που αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του Κανονισμού, για το δικαίωμα επίδοσης των πράξεων απευθείας, «.μέσω δικαστικών επιμελητών ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, αν αυτό επιτρέπεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, δεν εμποδίζει όμως τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων, εφόσον αυτές συνάδουν με τις διατάξεις του. Σχετικό είναι το άρθρο 23 του προοιμίου και το άρθρο 20
(2)του Κανονισμού. Εξετάζοντας τον Κανονισμό στο σύνολο του και ιδιαίτερα τις πρόνοιες που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι ο σκοπός του Κανονισμού δεν ήταν να ρυθμίσει με τρόπο αποκλειστικό και απόλυτο το θέμα των επιδόσεων δικαστικών εγγράφων, αλλά να προσφέρει στα κράτη μέλη επιπρόσθετες διαδικαστικές μεθόδους για επίσπευση της διαβίβασης και κοινοποίησης των πράξεων. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει έναντι του εθνικού δικαίου. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκό Δίκαιο[2]: «.Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο απορρέει από αυτόνομη πηγή δεν είναι δυνατόν, λόγω του πρωτοτύπου χαρακτήρα του, να του αντιταχθεί οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς να χάνει το κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται η νομική βάση της ίδιας της κοινότητας. Συνεπώς, καμία διάταξη του εσωτερικού δικαίου, οποιασδήποτε μορφής ή βαθμίδας, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, δεν μπορεί να αντιταχθεί στο κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι σε θέση να το τροποποιήσει, να το καταργήσει ή να το παραμερίσει.». Το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει στις περιπτώσεις όπου αντίκειται με το εθνικό δίκαιο. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο τρόπος που διενεργήθηκε η επίδοση στην υπό κρίση υπόθεση δεν αντίκειται με τις πρόνοιες του Κανονισμού αντίθετα, η μέθοδος που υιοθετήθηκε προβλέπεται από τον ίδιο τον Κανονισμό. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι ες θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Ο σκοπός στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει επιτευχθεί. Καταλήγω ότι η πιο πάνω εισήγηση των αιτητών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η παράλειψη των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση να επιδώσουν στους αιτητές αντίγραφο της αίτησης ημερομηνίας 17.1.2013, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Η νομική βάση για επίδοση της μονομερούς αίτησης, στη βάση της οποίας εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός Κύπρου, είναι η Δ.48 θ.13 η οποία προβλέπει ότι: «
  1. Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτησης μαζί με την ένορκη δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε .». Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αντίγραφα της αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστήριζαν παρέλαβαν οι δικηγόροι των δύο εναγομένων, εκ των υστέρων πριν την καταχώρηση της όμως της υπό κρίση αίτησης, την 29.5.2013 και την 7.6.
  2. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε πολύ πρόσφατα από το Εφετείο στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus v Si Senh Dau κ.α[3]. Κρίθηκε ότι η παρατυπία αυτή ήταν θεραπεύσιμη εφόσον η μονομερής αίτηση είχε πλέον περιέλθει στη γνώση των εφεσιβλήτων και στη πράξη είχε «αυτοθεραπευθεί». Στην ίδια υπόθεση επικρίνονται οι τυπολατρικές προσεγγίσεις και τονίζεται ότι εκείνο που υπερέχει είναι τα έγγραφα να περιέλθουν στη γνώση των εναγομένων. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι η παράλειψη των εναγόντων είχε θεραπευθεί πριν την καταχώρηση της αίτησης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει βάσιμο λόγο για έγκριση της αίτησης. Οι αιτητές εισηγούνται επίσης ότι εσφαλμένα δεν τους έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα και επιδόθηκε αντί τούτου ειδοποίηση περί του κλητηρίου. Το διάταγμα που εκδόθηκε, ημερομηνίας 7.3.2013, διέταττε την υποκατάστατη επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ή του Κλητηρίου Εντάλματος, ενός εκ των δύο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες επέδωσαν Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και ως εκ τούτου θεωρώ ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος. Η εισήγηση των αιτητών ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνόδευσε την αίτηση ημερ. 17.1.13 ήταν αντικανονική, ανυπόστατη και αστήρικτη, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Εκλογική Αίτηση
(1991)1 ΑΑΔ
  1. [2] Ευγενία Σαχπεκίδου, Β΄ έκδοση παρ. 20.
  2. Βλέπετε επίσης σχετικά COSTA/ENEL, ΔΕΚ 15.7.
  3. [3] Π.Ε. 23/2013, ημερομηνίας 13.9.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.