C. ATALIOTIS NICHE ADVERTISING LTD ν. ΓΙΑΝΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αγωγή Αρ. 7545/2010, 20/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A57 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7545/2010 ΜΕΤΑΞΥ: C. ATALIOTIS NICHE ADVERTISING LTD Εναγόντων v. ΓΙΑΝΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2014 Για τον αιτητή/εναγόμενο: κ. Κλεόπας Στυλιανού Για τους καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες: κα Μαυρονικόλα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης ημερομηνίας 9/12/2013 ) Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα για τους ενάγοντες, κ. Κωνσταντίνου Αταλιώτη. Αφού η κυρίως εξέταση ολοκληρώθηκε η υπόθεση αναβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία για την αντεξέταση. Κατά την επόμενη δικάσιμο που ορίστηκε, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από πλευράς εναγόμενου με σκοπό την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης στο οποίο η πλευρά των εναγόντων δεν ενέστη. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση ημερομηνιας 9/12/2013 με την οποία ο εναγόμενος/αιτητής αιτείται: «
- Άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της υπεράσπισης ως ακολούθως: Α. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου μεταξύ των υφιστάμενων παραγράφων 4 και 5, ως νέας παραγράφου 5 της Υπεράσπισης: «
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών, ο Εναγόμενος δηλώνει ότι ουδέποτε έχει λάβει δάνειο από τους Ενάγοντες πλην όμως ο ίδιος έχει λάβει το ποσό των €10.000 από κάποιο Κώστα Αταλιώτη ο οποίος ήταν κατά πάντα σχετικό με την ως άνω αγωγή χρόνο, εκ των διευθυντών και/ή εκ των μετόχων και/ή εκ των ιδιοκτητών των Εναγόντων, με σκοπό την καταβολή του ως προκαταβολή έναντι της αγοράς του οχήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Το εν λόγω ποσό είχε δοθεί από τον εν λόγω κύριο προσωπικά έναντι των διαφόρων υπηρεσιών που ο Εναγόμενος είχε προσφέρει σε διάφορες ημερομηνίες και περιπτώσεις, ως γραφίστας και/ή άλλως πως προς τον ίδιο τον κύριο Κώστα Αταλιώτη και ουδέποτε του είχε τεθεί ή του είχε δηλωθεί ότι ήταν δάνειο όπως επίσης και ουδέποτε είχε δηλωθεί στους υπόλοιπους συνεταίρους και/ή μετόχους και/ή διευθυντές των Εναγόντων ότι δόθηκε από τους Ενάγοντες το επίδικο ποσό, ως δάνειο, στον Εναγόμενο με τους κατ' ισχυρισμό και/ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους.» Β. Την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου μεταξύ των υφιστάμενων παραγράφων 6 και 7, ως νέας παραγράφου 8 της Υπεράσπισης: «Ο Εναγόμενος περαιτέρω δηλώνει ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν και/ή δεν δύναντο και/ή εμποδίζοντο από τη σχετική νομοθεσία και/ή σχετικούς κανονισμούς και/ή το Ιδρυτικό έγγραφο τους και/ή το Καταστατικό τους να παρέχουν οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση και/ή δάνειο σε τρίτα πρόσωπα και/ή σε μη πελάτες τους και/ή άλλως πως. Επίσης ο Εναγόμενος δηλώνει ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει καταχωρηθεί μετά από τη δέουσα και/ή νόμιμη εσωτερική διαδικασία ενημέρωσης και/ή έγκρισης της εταιρείας και ότι αποτελεί εκδικητικό μέτρο προς τον ίδιο τον Εναγόμενο αλλά και τους τότε και νυν εργοδότες του οι οποίοι έχουν αποχωρήσει πλέον από τους Ενάγοντες και/ή ότι οι ισχυρισμοί του περί συμφωνίας δανείου, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και/ή δικαιολογίες για να καταχωρηθεί εκδικητικά και/ή με αλλότρια κίνητρα η αγωγή.» Γ. Αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 5, 6, και 7 σε παραγράφους 6, 7 και 9 αντίστοιχα.
- Οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
- Έξοδα.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και οδηγήθηκε εν τέλει σε ακρόαση. Η αίτηση και η ένσταση Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ1,2, Δ.48 Θ 1, 2
(1), 2
(2)και
(9), στη σχετική επί του θέματος νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κλεόπα Στυλιανού στην οποία ο ομνύσας αναφέρει ότι είναι ο δικηγόρος του εναγόμενου/αιτητή και γνωρίζει τα σχετικά με την παρούσα αίτηση γεγονότα προσωπικά και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του αιτητή. Όπως ο ομνύσας αναφέρει η ακρόαση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής είχε αρχίσει στις 30.10.2013 με την κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα από πλευράς εναγόντων, κ. Κώστα Αταλιώτη. Όπως αναφέρει μετά το πέρας της εν λόγω κυρίως εξέτασης και τα όσα ελέχθησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο, αλλά και μετά από συζήτηση που είχε με τον εναγόμενο, διαφάνηκε, ότι η υπεράσπιση δεν καταδείκνυε ξεκάθαρα όλα τα επίδικα θέματα. Ως εκ των ανωτέρω προέκυψε, όπως υποστηρίζει, η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας αίτησης τροποποίησης, στο παρόν στάδιο, ώστε οι δύο πλευρές να μην επηρεαστούν ή εμποδιστούν στο χειρισμό της υπόθεσης στο Δικαστήριο και στην παρουσίαση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και υποθέσεων τους. Είναι η θέση του ότι παρά το ότι η ακρόαση της υπόθεσης έχει ήδη αρχίσει, η έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των εναγόντων είτε στη διεξαγωγή της ακρόασης, είτε στην υπόθεση τους εν γένει και οποιαδήποτε τυχόν απώλεια τους, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή των σχετικών εξόδων. Όπως προσθέτει οι ενάγοντες δεν έχουν κλείσει την υπόθεση τους και δεν θα χρειαστεί η επανεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα σε σχέση με τα θέματα που καλύπτουν την αιτούμενη τροποποίηση. Από την άλλη όπως υποστηρίζει αν δεν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση, ο εναγόμενος θα εμποδιστεί από του να θέσει την πλήρη υπεράσπιση του. Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση ήταν γνωστά στον Εναγόμενο και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον Εναγόμενο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης ή εν πάση περιπτώσει πολύ νωρίτερα από την ημερομηνία υποβολής της Αίτησης. (β) Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης σε βαθμό που αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. (γ) Ο Αιτητής απέτυχε να εξηγήσει επαρκώς και/ή καθόλου την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που υπήρχε στην υποβολή της Αίτησης του. (δ) Η αιτούμενη τροποποίηση σκοπεί στην εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης και/ή νέων θεμάτων. Οι ισχυρισμοί είναι ασαφείς και αόριστοι και θα χρήζουν περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. (ε) Η αίτηση καταχωρήθηκε με κακή πίστη για να προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση καθότι ο Εναγόμενος γνώριζε εξ' αρχής τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί να εισάξει. (στ) Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που να δύνανται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία. (ζ) Ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι είναι δίκαιο και ορθό για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αλεξίας Μιραχή, η οποία σε αυτήν αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Δημητρίου & Μαυρονικόλα ΔΕΠΕ, δικηγόρων των εναγόντων/καθ' ων η σίτηση. Όπως αναφέρει γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες/καθ' ων η αιτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Όπως δε αναφέρει εκεί όπου στερείται προσωπικής γνώσης των όσων αναφέρει, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της. Όπως η ομνύσασα αναφέρει, έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης και δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Όπως υποστηρίζει, ο αιτητής με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρεί να προσθέσει ισχυρισμούς τους οποίους γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει κατά την προετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Είναι η θέση της ότι ο αιτητής όφειλε να αναφέρει εξ αρχής στην Έκθεση Υπεράσπισης του τους ισχυρισμούς τους οποίους επιχειρεί να εισαγάγει με την υπό εξέταση αίτηση, καθ' ότι γνώριζε πριν την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης. Παρ' όλα αυτά στην υπεράσπιση γίνεται μία γενική και/ή αόριστη άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και ουδεμία αναφορά σε δάνειο και/ή παραδοχή ότι ο εναγόμενος έλαβε αυτά τα χρήματα από τον κ. Αταλιώτη και όχι από τους ενάγοντες ως ο ισχυρισμός που προσπαθεί να εισαγάγει τόσο καθυστερημένα και αφού η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει. Περαιτέρω ως αναφέρει, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τους λόγους καθυστέρησης υποβολής της. Όπως η ομνύσασα υποστηρίζει ο εναγόμενος/αιτητής όφειλε να δώσει ικανοποιητική εξήγηση έχοντας υπόψη το στάδιο υποβολής της αίτησης, ήτοι μετά την έναρξη της δίκης. Είναι φανερό συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, ότι ο εναγόμενος/αιτητής εσκεμμένα προέβη σε γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, αρνούμενος δηλαδή ότι έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, με σκοπό να αποφύγει την αποπληρωμή του χρέους και εσκεμμένα δεν προέβαλε τον ισχυρισμό που σήμερα προσπαθεί να εισαγάγει στην Έκθεση Υπεράσπισης του ότι δηλαδή έλαβε το ισχυριζόμενο ποσό αλλά από τον κ. Κώστα Αταλιώτη και όχι από τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι μοναδικός σκοπός του εναγόμενου/αιτητή είναι να προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση, ενώ οι ισχυρισμοί που ο εναγόμενος/αιτητής προσπαθεί να εισαγάγει στην Έκθεση Υπεράσπισης του δεν έχουν προκύψει στην πορεία και έπρεπε να είχαν προβληθεί από την αρχή. Ουδεμία δικαιολογία έχει δοθεί, σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα γιατί οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έχουν συμπεριληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης. Περαιτέρω, ως αναφέρει η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 10.2.11 και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 30.10.13, ήτοι για περίοδο πέραν των δύο χρόνων ουδένα διάβημα έγινε για τροποποίηση εκ μέρους του αιτητή. Ως εκ τούτου καταλήγει η ενόρκως δηλούσα, είναι φανερό ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε καθυστερημένα χωρίς όμως να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία που να ευσταθεί αναφορικά με την καθυστέρηση και/ή την ανάγκη για την τροποποίηση αυτή και ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος/αιτητής κωλύεται να προωθήσει την εν λόγω αίτηση. Η δε τόση μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αποτελεί, όπως υποστηρίζει κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και ως εκ των ανωτέρω αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του αιτητή/εναγόμενου. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25, θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών η οποία προβλέπει τα εξής: "1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές και κριτήρια που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου, σχετική είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 79/09 Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι ημερ. 4/5/2012 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Επίσης σχετική είναι και η απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03 η οποία κατά την άποψη μου συνοψίζει πολύ περιεκτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα της αίτησης τροποποίησης: «Η νομική αρχή είναι ότι σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όμως όσο πιο έγκαιρα γίνεται η αίτηση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του υπέρ της τροποποίησης. Όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα και αν ακόμα υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του αιτητή γι' αυτή του την καθυστέρηση και πάλι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση αν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα ζητήματα για να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και ότι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, άλλη από ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Odger's on Pleading and Practice 20η έκδοση, σελίδα 170, Pleadings Principle's and Practice έκδοση 1990 των Sir Jackob Lain Gold Rein σελ. 189 έως 191 και τις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1971)1 C.L.R. 542, Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Ευριπίδου και άλλος v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Φεραίος Χριστόπουλος και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 79, Νίκος Πουρίκκου v. Μυροφόρας Κ. Σάββα και άλλων
(1990)1 ΑΔΔ 863, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδα Χριστοδούλου και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 704, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A and G. Leventis and Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Πολιτική Έφεση 10214 ημερ. 12/1/99, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19/1/99 και πιο πρόσφτα C & A Pelekanow Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 11103 ημερ. 20.12.01 και Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονίας Γαβριηλίδου & άλλων, Πολιτική Έφεση 11027 ημερ. 8.2.02). Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Ένα άλλο κριτήριο το οποίο συνήθως λαμβάνεται υπόψη υπέρ της τροποποίησης είναι η περίπτωση (κάτι που δεν ισχύει στη δική μας υπόθεση) που η σκοπούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να φέρει τα δικόγραφα στην ίδια γραμμή με μαρτυρία που εισάχθηκε χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων Πουρίκκος v. Fevzi
(1963)2 CLR 24, Σκέπη Λτδ v. Καΐτης
(1983)1 ΑΑΔ 231 και Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης
(1980)1 ΑΑΔ 178). Περαιτέρω τότε μόνο πρέπει να επιτρέπεται μια τροποποίηση, όταν αυτή κρίνεται ότι είναι αναγκαία για επίλυση των πραγματικώς αμφισβητουμένων θεμάτων. (Βλ. Δ.25 κ.1 και Astor Manufacturing and Exporting Co v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd, πιο πάνω, σελ. 733 και Alexandra Rent a Car Ltd v. Demetras Nearchou
(1992)1 ΑΑΔ 111).» Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω τα πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται στο ότι πρώτον με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης (λόγος ένστασης (δ)), δεύτερον η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφορά ζητήματα που ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον εναγόμενο/αιτητή ή και το συνήγορο του πριν την καταχώρηση της αγωγής και δεν δίδεται καμία ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή, η έκταση της οποίας καθιστά την αίτηση καταχρηστική, ούτε και αποκαλύπτονται επαρκή γεγονότα που να δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης, (βλ. λόγους ένστασης (α) (β) (γ) και (στ)), και τρίτον ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα αφού όπως υποστηρίζουν ο αιτητής/εναγόμενος γνώριζε εξ αρχής τα γεγονότα τα οποία επιχειρεί τώρα να εισαγάγει και εσκεμμένα προέβη σε γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και δεν προέβαλε τη θέση που προβάλλει τώρα, με σκοπό να αποφύγει την αποπληρωμή του χρέους και να προκαλέσει καθυστέρηση (βλ. λόγο ένστασης (ε)). Από τη μελέτη δε της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι η αιτουμένη τροποποίηση περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες. Ο πρώτος αφορά την προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμού ότι ο ίδιος ο εναγόμενος είχε λάβει το ποσό των €10,000 με σκοπό την καταβολή του ως προκαταβολή για την αγορά του οχήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά από κάποιο Κώστα Αταλιώτη και όχι τους από ενάγοντες και ότι το εν λόγω ποσό είχε δοθεί από το εν λόγω πρόσωπο προσωπικά προς τον εναγόμενο έναντι διαφόρων υπηρεσιών που ο ίδιος ο εναγόμενος είχε προσφέρει προς το πρόσωπο αυτό (κ. Αταλιώτη) και ότι ουδέποτε του είχε λεχθεί ότι επρόκειτο περί δανείου. Ο δεύτερος άξονας αφορά την προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που αφορούν το ότι σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο οι ενάγοντες δεν μπορούσαν ή και εμποδίζοντο από τη σχετική νομοθεσία ή και κανονισμούς ή και το Ιδρυτικό ή και Καταστατικό τους έγγραφο να παρέχουν δάνειο ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρίτα πρόσωπα ή και μη πελάτες τους και ότι δεν τηρήθηκε η δέουσα εσωτερική διαδικασία έγκρισης ή ενημέρωσης της ενάγουσας εταιρείας. Ο τρίτος άξονας αφορά την προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμού ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με αλλότρια κίνητρα ή και αποτελεί εκδικητικό μέτρο προς τον ίδιο τον εναγόμενο αλλά και τους τότε και νυν εργοδότες του οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από τους ενάγοντες. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως των λόγων ένστασης που εγείρονται και στρεφόμενη πρώτα τον ισχυρισμό περί νέας βάσης υπεράσπισης σημειώνω ότι στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάση αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις κατά την κρίση μου δεν αλλοιώνουν την υφιστάμενη βάση υπεράσπισης ούτε προσθέτουν κάποια ολοσδιόλου νέα υπεράσπιση. Και εξηγώ. Εξετάζοντας τον πρώτο άξονα που ανέφερα πιο πάνω παρατηρώ ότι ο εναγόμενος εξ αρχής και ξεκάθαρα αρνείτο την ύπαρξη συμφωνίας με τους ενάγοντες για παροχή οικονομικής βοήθειας προς αυτόν (βλ. παράγραφο 3 και 6 της υφιστάμενης υπεράσπισης) και επομένως με αυτό που τώρα επιθυμεί να προσθέσει, ήτοι τους ισχυρισμούς του ότι έλαβε κάποιο ποσό της τάξεως των €10,000, αλλά από κάποιο άλλο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες, δεν θεωρώ ότι αλλοιώνει την αρχική βάση υπεράσπισης. Αντίθετα κρίνω ότι με δεδομένο το ότι ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έλαβε ποσό ίσο με αυτό που αξιούν οι ενάγοντες για την αγορά του αναφερόμενου στην έκθεση απαίτησης οχήματος, πλην όμως από άλλο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες, αυτό που επιχειρεί με την τροποποίηση είναι να δώσει πλήρη εικόνα της θέσης του και όχι να διαφοροποιήσει τη βάση υπεράσπισης του. Το ίδιο θεωρώ ότι ισχύει και με το δεύτερο άξονα που ανέφερα πιο πάνω, δεδομένων των ισχυρισμών που περιέχονται στην παράγραφο 6 της υφιστάμενης υπεράσπισης με την οποία ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα αφού η κατ' ισχυρισμό συμφωνία δεν έγινε έναντι νόμιμης αντιπαροχής είτε αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συμφωνία παροχής χρημάτων ή δανείου. Με άλλα λόγια ο ίδιος είχε εξ αρχής θέσει θέμα νομιμότητας της συμφωνίας πλην όμως με κάποιο όχι και τόσο σαφή τρόπο, ενώ τώρα με την αιτούμενη τροποποίηση θεωρώ ότι επιχειρεί να θέσει ξεκάθαρα τη θέση του και το υπόβαθρο για να προωθήσει μια νομική ως επί το πλείστον θέση. Αναφορικά δε με τα όσα περιέχονται στον τρίτο άξονα που ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι αυτά επίσης αφήνουν την αγωγή στα ίδια πλαίσια και δεν δημιουργούν ριζική αλλοίωση των θέσεων του εναγομένου σε βαθμό που να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ολωσδιόλου νέα βάση υπερασπισης, εντελώς ξεχωριστής από την υφιστάμενη. Περαιτέρω και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων κρίνω ότι τα όσα με την τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθούν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και ουσιαστικά τόσο για τον προσδιορισμό τους όσο και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων του εναγομένου και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για τους λόγους δε που πιο κάτω επεξηγώ με λεπτομέρεια δεν θεωρώ ότι με την έγκριση της αίτησης προκαλείται βλάβη στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, ούτε όμως και διαπιστώνω κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου. Ως εκ τούτου ο υπό εξέταση λόγος ένστασης θεωρώ ότι είναι ανεδαφικός και απορρίπτεται Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης. Αναφορικά με τη θέση ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τέτοια που την καθιστά καταχρηστική αφού τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν ήταν ή θα έπρεπε λογικά να ήταν γνωστά στον εναγόμενο ή και το δικηγόρο του τουλάχιστον από το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και ότι επομένως δεν μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση στο στάδιο αυτό και μετά από τόσα χρόνια καθυστέρησης και αφότου η ακροαματική διαδικασία άρχισε, σημειώνω τα εξής. Πράγματι παρατηρώ ότι τα όσα επιζητείται να εισαχθούν με την τροποποίηση θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον εναγόμενο και κατ' επέκταση στο συνήγορο του από αρκετό καιρό προηγουμένως, αφού αφορούν γεγονότα που προφανώς είχαν ήδη λάβει χώρα πριν την έγερση της αγωγής και σίγουρα πριν από το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και υπό αυτές τις περιστάσεις αδιαμφισβήτητα θα ήταν ορθότερο και επιθυμητό να είχε υποβληθεί ενωρίτερα η αίτηση. Το λάθος ή παράλειψη αυτή όμως δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος το οποίο κρίνεται αναγκαίο για να τεθούν ως και πιο πάνω ανέφερα, ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και το οποίο υποβάλλεται ως θα διαφανεί και πιο κάτω καλόπιστα και δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99 σελ. 4-5 όπου ο κ. Νικολάου Δ. αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, ανάφερε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το ίδιο σκεπτικό αναδύεται και από την υπόθεση Ναυτοδικείου Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551 όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Charapede & Co. v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 262: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but if the amendment will put them into such a position that they must be injured, it ought not to be made. And at page 263, in the same judgment per Bowen, L.J. Sometimes to correct the error will lead to injustice which cannot be cured, as when a witness who could give evidence cannot be got at, or the solvency of one party is doubtful». Επίσης στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Εξ άλλου στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Επίσης και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη (Πολ. Εφ.50/10 ημερ.11.5.2011) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών το Ανώτατου Δικαστηρίου». Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το οποίο να καταδεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά των εναγόντων ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ούτε και μπορώ να εντοπίσω κάτι τέτοιο υπό τις περιστάσεις της παρούσας. Και τούτο διότι πέραν του ότι θα δοθεί η ευχέρεια στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν μέσω του δικογράφου της απάντησης στους ισχυρισμούς του εναγόμενου, σημειώνω ότι δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση του μάρτυρα που καταθέτει εκ μέρους των εναγόντων και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να δοθεί άδεια στο μάρτυρα αυτό να προσθέσει οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο υπό το φως της τροποποίησης πριν την έναρξη της αντεξέτασης. Επαναλαμβάνω επίσης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός των εναγόντων με την έννοια της αλλοίωσης της βάσης υπεράσπισης και εκτροχιασμού της δίκης, εφόσον ως και πιο πάνω ανέφερα, τα όσα η πλευρά του εναγόμενου επιθυμεί να προσθέσει συγκεκριμενοποιούν ως επί το πλείστον υφιστάμενες θέσεις του τελευταίου εν σχέση με τη διαφορά και δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θεωρήσω ότι με τα όσα επιχειρεί να εισαγάγει ο εναγόμενος εισάγει νέα βάση υπεράσπισης ή ότι αυτά θα οδηγήσουν στον εκτροχιασμό της δίκης. Σε κάθε περίπτωση και όπως και πιο πάνω ανέφερα διαπιστώνω ότι οι τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων του εναγομένου και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, για να μπορέσει έτσι να απονέμει δικαιοσύνη. Ως ο ενόρκως δηλών εκ μέρους του αιτητή/εναγόμενου αναφέρει, και παρά την θέση των καθ' ων η αίτηση περί παράληψης αποκάλυψης λόγου για τροποποίηση, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μην επηρεαστεί ή εμποδιστεί ο εναγόμενος στο χειρισμό της υπόθεσης και ειδικότερα όπως αναφέρει για να μην εμποδιστεί ο τελευταίος στο να παρουσιάσει την πλήρη υπεράσπιση του. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και την νομολογία που πιο πάνω παρέθεσα, κρίνω ότι ο ισχυρισμός ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν είναι αιτιολογημένη ή και λόγω της πολύ μεγάλης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υποβολή της ως και ο ισχυρισμός ότι η έκταση της καθυστέρησης από μόνη της καθιστά την αίτηση καταχρηστική, είναι υπό τις περιστάσεις αβάσιμοι και απορρίπονται. Το γεγονός βέβαια ότι η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει δεν μου διαφεύγει, αλλά δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει, χωρίς άλλο, λόγο για απόρριψη μιας κατά τα άλλα βάσιμης αίτησης τροποποίησης, ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε πρόκληση ζημιάς ανεπανόρθωτης ή οποιαδήποτε επίπτωση στα δικαιώματα των εναγόντων η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, ούτε έγινε άλλωστε κάποια συγκεκριμένη εισήγηση επί του τούτου από τους ενάγοντες -καθ' ων η αίτηση. Χαρακτηριστικά αναφέρω την υπόθεση Δόμνα Νικολάου Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλων, (πιο πάνω), στην οποία το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R., το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". ( βλ. επίσης και Περικτιόνη Χρίστου v. Αντρέα Στυλιανού Αζά, πιο πάνω). Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, ισχυρισμό τον οποίο βασίζουν ουσιαστικά στο ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή εναγόμενο από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και αυτός εσκεμμένα προέβη σε γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και εσκεμμένα δεν περιέλαβε τον ισχυρισμό που στο παρόν στάδιο επιχειρεί να εισγάγει, (ότι δηλαδή έλαβε το ποσό των €10,000 αλλά από άλλο πρόσωπο και όχι τους ενάγοντες), με σκοπό να προκαλέσει καθυστέρηση ή και να αποφύγει την αποπληρωμή του χρέους, σημειώνω τα εξής. Το βάρος για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η εισήγηση αυτή των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα πλην της θέσης περί εσκεμμένης απόκρυψης την οποία θεωρώ γενική και αόριστη, ως και των θέσεων τους για προηγούμενη γνώση των παραλείψεων που επιχειρεί ο εναγόμενος να τώρα να προσθέσει, θέσεις οι οποίες απαντήθηκαν στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της καθυστέρησης πιο πάνω. Πέραν τούτου το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε διαπίστωση για κακοπιστία ούτε και οποιαδήποτε προσπάθεια για εσκεμμένη πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση και συναφώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση περί ύπαρξης κακοπιστίας από πλευράς αιτητή/εναγόμενου. Αντίθετα κρίνω ότι τα όσα αναφέρονται από πλευράς αιτητή/εναγόμενου συνιστούν γνήσια παραδοχή κάποιων παραλείψεων και συναφώς δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η απόφαση στην Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου (βλ. Πολ. Εφ. 79/09 ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση διαφοροποιείται από την παρούσα αφού εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απερρίφθη αίτηση τροποποίησης η οποία εκδικάστηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, υπό περιστάσεις όπου μεταξύ άλλων η καθυστέρηση στην υποβολή της μετρούσε 7 χρόνια, υπάρχαν γενικότερες ενδείξεις στο φάκελο της υπόθεσης περί πρόκλησης καθυστέρησης από την πλευρά που αιτείτο την τροποποίηση, και περαιτέρω διαπιστώθηκε κατάχρηση διαδικασίας, ζητήματα τα οποία δεν διαπιστώνονται στην παρούσα. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η βάση υπεράσπισης ούτε εκτροχιάζεται η διαδικασία και δεν καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ή και οποιαδήποτε άλλη ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα και μπορεί να δοθεί άδεια σε αυτόν να προσθέσει οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο πριν την έναρξη της αντεξέτασης, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις του εναγόμενου και εν γένει να καταστούν ξεκάθαρα όλα τα επίδικα θέματα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον εναγόμενο η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπεράσπιση του ορθά και ολοκληρωμένα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α, Β και Γ της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα, και τροποποιημένη απάντηση εντός 15 ημερών μετά την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης στους δικηγόρους των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον του αιτητή - εναγόμενου. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο