T.G. EVERLOGISTICS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΜΗΣ, Αγωγή Αρ. 7767/2009, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A68 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 7767/2009 ΜΕΤΑΞΥ: T.G. EVERLOGISTICS LTD Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΜΗΣ Εναγομένου Για Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2014 Για τον αιτητή/εναγόμενο: κα Γ. Ζαχαρία για κ.κ. Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε Για τους καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες: κα Μ. Μιλτιάδους για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης ημερομηνίας 15/5/2013 ) Με την αίτηση του ημερομηνίας 15/5/2013 ο εναγόμενος/αιτητής αιτείται την τροποποίησης της Υπεράσπισης του ως ακολούθως: «(Α) Διαγραφή της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης του Εναγομένου. (Β) Επαναρίθμηση των παραγράφων 1-8 της Υπεράσπισης του Εναγομένου. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Υπεράσπιση ως ακολούθως: α. Δια την προσθήκη του τίτλου Ανταπαίτηση Εναγομένου και προσθήκη των παραγράφων 8 έως 23: « Ανταπαίτηση Εναγομένου»
- Κατά ή περί την 22/06/2009 ο Εναγόμενος συμφώνησε με τους Ενάγοντες όπως αναλάβουν την μεταφορά μεταξύ άλλων μηχανημάτων και ενός μηχανήματος τύπου CATERPILLAR D8N Dozer αξίας €63.576 έναντι του νόμιμου ανταλλάγματος € 10.679,
- Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος και/ή ουσιώδης όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες θα παραλάμβαναν και/ή θα φόρτωναν και/ή θα μετέφεραν το μηχάνημα τύπου CATERPILLAR D8N Dozer αξίας €63.576 από την Κίνα στην Κύπρο.
- Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος και/ή ουσιώδης όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες, προτού προβούν στην φόρτωση για μεταφορά του συμφωνηθέντος μηχανήματος, θα προέβαιναν σε έλεγχο για να διαπιστώσουν ότι το μεταφερόμενο μηχάνημα ήταν το αναφερόμενο στην σύμβαση πώλησης και/ή ότι ανταποκρίνεται στην περιγραφή και/ή την ταυτότητα του μηχανήματος και/ή ήταν CATERPILLAR D8N Dozer όπως αυτό παρασχέθηκε γραπτώς από τον Εναγόμενο.
- Κατά ή περί την 1/11/2009 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι το μηχάνημα CATERPILLAR D8N Dozer αφίχθηκε στην Κύπρο και τον κάλεσαν να το παραλάβει.
- Κατά ή περί την 3/11/2009 όταν ο Εναγόμενος επισκέφτηκε το λιμάνι της Λεμεσού διαπίστωσε ότι το μηχάνημα που βρισκόταν στην πλατφόρμα δεν ανταποκρίνετο στην περιγραφή και/ή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μηχανήματος του οποίου παρήγγειλε και/ή δεν ήταν CATERPILLAR D8N Dozer.
- Οι Ενάγοντες κατά παράβαση των συμφωνηθέντων παρέλαβαν και/ή φόρτωσαν και/ή μετέφεραν και/ή παρέδωσαν στον Εναγόμενο μηχάνημα το οποίο δεν ανταποκρίνετο με τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά και/ή δεν ήταν CATERPILLAR D8N Dozer.
- Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να παραλάβει το επίδικο μηχάνημα αφού δεν ανταποκρίνετο με τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά και/ή δεν ήταν CATERPILLAR D8N Dozer και απαίτησε από τους Ενάγοντες όπως του παραδώσουν και/ή εκτελωνίσουν μόνο το Κύλινδρο.
- Οι Ενάγοντες Εναγόμενοι ανέφεραν στον Εναγόμενο ότι ο κύλινδρος δεν μπορούσε να διαχωριστεί από το επίδικο μηχάνημα και/ή δεν μπορούσε να εκτελωνιστεί ο κύλινδρος από μόνος του και/ή όφειλε να τους καταβάλει τα μεταφορικά έξοδα και για τα δύο μηχανήματα προκειμένου να εκτελωνιστούν με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να στερείται του δικαιώματος ιδιοκτησίας και χρήσης του κυλίνδρου για σκοπούς της εργασίας του και/ή άλλων εργασιών.
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες ανέφεραν στον Εναγόμενο ότι σε περίπτωση όπου δεν κατέβαλε τα μεταφορικά έξοδα τα μηχανήματα δεν θα εκτελωνίζονταν με αποτέλεσμα να βαρύνεται ο Εναγόμενος να καταβάλει ημερήσιο ενοίκιο και/ή αντίτιμο για την παραμονή τους στην πλατφόρμα.
- Κατά ή περί την 20/11/2009 ο Εναγόμενος, υπό την πίεση επιβάρυνσης της περιουσίας του με επιπρόσθετα τέλη και/ή έξοδα ως ανωτέρω αναφέρεται καθώς επίσης και της άρνησης των Εναγόντων να παραδώσουν τον κύλινδρο του, εξέδωσε και/ή υπέγραψε συναλλαγματική και/ή επιταγή και/ή εν γένει αξιόγραφο προς όφελος των Εναγόντων για την πληρωμή του συνόλου της αμοιβής τους. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος υπέγραψε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 68539649 για το ποσό των € 10.679,20 εις όφελος των Εναγόντων.
- Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αντιπαροχή για την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 68539649 για το ποσό των €10.679,20 έχει αποτύχει και/ή απουσιάζει και/ή η συμφωνία φορτωτικής και/ή μεταφοράς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή δεν είναι δεσμευτική για το πρόσωπο του Εναγόμενου και ο Εναγόμενος ως δικαιούται ανακάλεσε την επιταγή με αριθμό 68539649 για το ποσό των €10.679,
- Κατά ή περί την 12/04/2010 ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε ότι την 20/11/2009 εξέδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 20/11/2009, με αριθμό 68539649, για το ποσό των €10.679,20 στο όνομα της Ενάγουσας και η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε στης Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε και επεστράφη απλήρωτη στην παραπονούμενη με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής stop payment", λόγω του ότι ο Εναγόμενος χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε δια πράξεως του τη μη εξόφληση της εκδοθείσας από αυτόν επιταγής.
- Ο Εναγόμενος αφού βρέθηκε ένοχος στην πιο πάνω κατηγορία πλήρωσε και/ή κατέβαλε το ποσό της επιταγής, ήτοι το ποσό των €10.679,20 στους Ενάγοντες.
- Η συμπεριφορά του Εναγόντων συνιστά παράβαση των συμφωνηθέντων για την οποία παράβαση ο Εναγόμενος υφίσταται ζημία εκ €10.679,20 και/ή οι Ενάγοντας πλουτίζουν άδικα (unjust enrichment) εις βάρος του Εναγομένου.
- Περαιτέρω συνεπεία χης παράβασης των συμφωνηθέντων ως ανωτέρω αναφέρεται ο Εναγόμενος, προς μετριασμό της ζημιάς του με την παραλαβή ενός μηχανήματος το οποίο δεν ανταποκρίνετο στην σύμβαση φόρτωσης και/ή μεταφοράς, επιβαρύνθηκε με αποθηκευτικά έξοδα και/ή έχει καταβάλει μέχρι σήμερα το συνολικό ποσό των €5760 που ισοδυναμεί και/ή αντιστοιχεί σε έξοδα αποθήκευσης και/ή φύλαξης του CATERPILLAR D8N Dozer.
- ΔΙΑ ταύτα, ο Εναγόμενος ανταπαιτεί υπό τους Ενάγοντες: (Α) €10.679,20 ως ειδικές αποζημιώσεις από την παράβαση της σύμβασης (Β) Διαζευκτικά €10.679,20 συνεπεία αδικαιολόγητου πλουτισμού (Γ) €5760,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για την επιβάρυνση των αποθηκευτικών εξόδων (Δ) Μελλοντικά έξοδα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής εκ €160,00 μηνιαίως για την φύλαξη της περιουσίας του. (Ε) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο προσήκουσα (ΣΤ) Νόμιμο Τόκο (Ζ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.1 - 4, 9 ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκο δήλωση του εναγόμενου/αιτητή, ο οποίος αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στο γεγονός ότι στις 3/04/2013 ο ίδιος διόρισε ως δικηγόρους του τους κ.κ. Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. σε αντικατάσταση των κ.κ. ΠΟΛΑΚΗΣ ΣΑΡΡΗΣ & ΣΙΑ, αναφέρει ότι ως τον έχουν συμβουλεύσει οι νέοι του δικηγόροι στα πλαίσια εξέτασης και προώθησης της υπόθεσης του παρατηρήθηκε ότι η αρχική υπεράσπιση που καταχωρήθηκε είναι ελλιπής, αφού απουσιάζουν και συνεπώς δεν δικογραφούνται ουσιώδεις ισχυρισμοί του καθώς επίσης και η ανταπαίτησή του. Ειδικότερα δεν δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι η αντιπαροχή για την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 68539649 για το ποσό των €10.679,20 έχει αποτύχει, και η συμφωνία φορτωτικής και μεταφοράς είναι άκυρη και ακυρώσιμη και δεν είναι δεσμευτική για το πρόσωπο του με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ως αυτή περιγράφεται στην αίτηση τροποποίησης που καταχώρησε. Περαιτέρω ως αναφέρει έχει λάβει νομική συμβουλή ότι δεν δικογραφείται η ζημιά η οποία υπέστη συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας φορτωτικής και μεταφοράς. Είναι η θέση του, την οποία στηρίζει στη νομική συμβουλή που έχει λάβει, ότι με την αιτούμενη προσθήκη συμπληρώνεται το δικόγραφο με ουσιώδη στοιχεία για την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του και ουδόλως επηρεάζονται δυσμενώς και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα των καθ' ών η αίτηση/εναγόντων. Προσθέτει δε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη, ορθή, δίκαιη και αναγκαία ούτως ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση δεν πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις και/ή δεν είναι σε συμμόρφωση με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και την έγερση ανταπαίτησης υποβάλλεται σε προκεχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, με προφανή αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία δεν αιτιολογείται ή εν πάση περιπτώσει η αναφερόμενη αιτιολογία δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αιτιολόγησης της καθυστέρησης.
- Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή η επιδιωκόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να εγκριθεί.
- Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Εναγομένου/Αιτητή.
- Οι επιπτώσεις στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση από την τυχόν χορήγηση της αιτούμενης τροποποίησης θα είναι δυσμενείς και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Ενάγουσας/ Καθ' ης η Αίτηση.
- Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Ο Εναγόμενος/Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του προσπαθεί να εισάξει εντελώς νέα γεγονότα και νέους ισχυρισμούς, που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέα υπεράσπιση, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Η βάση της υπεράσπισης, από την άποψη των γεγονότων που τη συνθέτουν, θα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Τάσου Χρυσοστομίδη ο οποίος σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων /καθ' ων η αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των εναγόντων/καθ΄ ων η αίτηση. Όπως αναφέρει έχει διαβάσει τόσο την αίτηση του εναγομένου/αιτητή, όσο και την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει πλην των αναφορών που αφορούν στο ιστορικό της υπόθεσης. Όπως δε ο ίδιος αναφέρει η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από τις 28.12.2009, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής. Την 9.1.2010, το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο/αιτητή. Ο εναγόμενος/αιτητής καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 15.1.
- Η υπεράσπιση του εναγομένου/αιτητή καταχωρήθηκε στις 4.5.2010 και ακολούθως, την 1.7.2010, καταχωρίστηκε η απάντηση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου/αιτητή. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 4.5.2011, έπειτα στις 30.5.2011, 1.7.2011, 14.10.2011, 7.3.2012, 8.10.2012 και στις 22.2.2013, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε ο προηγούμενος δικηγόρος του εναγόμενου. Ο εναγόμενος διόρισε νέο δικηγόρο, ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 3.4.2013 και εμφανίστηκε στο Δικαστήριο την 4.4.2013 οπόταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και ζήτησε να προβεί σε τροποποίηση της υπεράσπισης. Στις 15.5.2013 (δηλαδή, τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης), ο εναγόμενος/αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης του και την έγερση ανταπαίτησης. Είναι φανερό υποστηρίζει ο ομνύσας, ότι ο εναγόμενος/αιτητής επέδειξε μεγάλη και αδικαιολόγηση καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το δικαίωμα των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας που διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος/αιτητής καμία εξήγηση δεν παρέχει για την καθυστέρηση που παρουσιάστηκε στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Εισηγείται δε ότι η αλλαγή του δικηγόρου του εναγομένου/αιτητή δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμο και/ή έγκυρο λόγο για τροποποίηση δικογράφων. Ο εναγόμενος/αιτητής γνώριζε από την αρχή τα γεγονότα πάνω στα οποία τώρα επιχειρεί να θεμελιώσει την τροποποίηση του και περαιτέρω, είχε την ευκαιρία από νωρίς να διερευνήσει το κάθε τι μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, πράγμα που δεν έπραξε. Περαιτέρω εισηγείται ότι η αίτηση για τροποποίηση και έγερση ανταπαίτησης υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά αφού ο εναγόμενος/αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του προσπαθεί να εισαγάγει εντελώς νέα γεγονότα και νέους ισχυρισμούς, που θα διαφοροποιήσουν και/ή θα δημιουργήσουν εντελώς νέα βάση υπεράσπισης, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Η βάση της υπεράσπισης, όπως υποστηρίζει, από την άποψη των γεγονότων που θα τη συνθέτουν, θα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Πρόσθετα, ως αναφέρει, η απαίτηση των εναγόντων για την επιταγή έχει εξοφληθεί και παραμένουν οφειλόμενοι οι τόκοι και τα έξοδα. Τέλος αναφέρει ότι υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς όφελος του εναγομένου/αιτητή, και για το λόγο αυτό αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του εναγομένου/αιτητή. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25, Θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία προβλέπει τα εξής: "
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές και κριτήρια που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου, σχετική είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 79/09 Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v.
- Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι ημερ. 4/5/2012 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Επίσης σχετική είναι και η απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03 η οποία κατά την άποψη μου συνοψίζει πολύ περιεκτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα της αίτησης τροποποίησης: «Η νομική αρχή είναι ότι σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όμως όσο πιο έγκαιρα γίνεται η αίτηση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του υπέρ της τροποποίησης. Όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα και αν ακόμα υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του αιτητή γι' αυτή του την καθυστέρηση και πάλι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση αν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα ζητήματα για να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και ότι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, άλλη από ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Odger's on Pleading and Practice 20η έκδοση, σελίδα 170, Pleadings Principle's and Practice έκδοση 1990 των Sir Jackob Lain Gold Rein σελ. 189 έως 191 και τις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1971)1 C.L.R. 542, Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Ευριπίδου και άλλος v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Φεραίος Χριστόπουλος και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 79, Νίκος Πουρίκκου v. Μυροφόρας Κ. Σάββα και άλλων
(1990)1 ΑΔΔ 863, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδα Χριστοδούλου και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 704, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A and G. Leventis and Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Πολιτική Έφεση 10214 ημερ. 12/1/99, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19/1/99 και πιο πρόσφτα C & A Pelekanow Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 11103 ημερ. 20.12.01 και Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονίας Γαβριηλίδου & άλλων, Πολιτική Έφεση 11027 ημερ. 8.2.02). Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Ένα άλλο κριτήριο το οποίο συνήθως λαμβάνεται υπόψη υπέρ της τροποποίησης είναι η περίπτωση (κάτι που δεν ισχύει στη δική μας υπόθεση) που η σκοπούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να φέρει τα δικόγραφα στην ίδια γραμμή με μαρτυρία που εισάχθηκε χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων Πουρίκκος v. Fevzi
(1963)2 CLR 24, Σκέπη Λτδ v. Καΐτης
(1983)1 ΑΑΔ 231 και Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης
(1980)1 ΑΑΔ 178). Περαιτέρω τότε μόνο πρέπει να επιτρέπεται μια τροποποίηση, όταν αυτή κρίνεται ότι είναι αναγκαία για επίλυση των πραγματικώς αμφισβητουμένων θεμάτων. (Βλ. Δ.25 κ.1 και Astor Manufacturing and Exporting Co v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd, πιο πάνω, σελ. 733 και Alexandra Rent a Car Ltd v. Demetras Nearchou
(1992)1 ΑΑΔ 111).» Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω τα πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται στο ότι πρώτον η αίτηση και η ένορκη δήλωση δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Νόμου ή και των κανονισμών (λόγος ένστασης 1), δεύτερον η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την οποία δεν δίδεται καμία ή εν πάσει περιπτώσει καμία νόμιμη ή και ικανοποιητική δικαιολογία, (βλ. λόγο ένστασης
(2)), τρίτον αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά αφού με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης η οποία ανατρέπει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των εναγόντων καθ' ων η αίτηση και ειδικότερα στο δικαίωμα για διεξαγωγή δίκης σε εύλογο χρόνο (βλ. λόγους ένστασης
(3)και
(6)), και τέταρτον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή και για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (λόγος ένστασης 4). Για να καταστεί δε σαφές το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την αξίωση τους οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση αιτούνται την καταβολή του ποσού €10,679.20 πλέον τόκους και έξοδα στη βάση επιταγής η οποία σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση εκδόθηκε από τον εναγόμενο έναντι νόμιμης αντιπαροχής για το πιο πάνω ποσό και η οποία δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εναγόμενο που ήταν ο εκδότης της. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ως προκύπτει από τους μέχρι στιγμής δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, το αντάλλαγμα για την έκδοση της επίδικης επιταγής ήταν η παροχή υπηρεσιών από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο, οι οποίες σχετίζονταν με τη μεταφορά στην Κύπρο μηχανημάτων που ο εναγόμενος αγόρασε από την Κίνα και των οποίων επιθυμούσε την αποστολή στην Κύπρο. Ο εναγόμενος μέσω της υφιστάμενης υπεράσπισης του παραδέχεται ότι αγόρασε από την Κίνα τρία μηχανήματα (ήτοι ένα κρεϊτορ, ένα D8 και ένα κύλινδρου) και ισχυρίζεται ότι προτού μεταβεί στην Κίνα έλαβε προσφορά από τους ενάγοντες για $2900 για το κοντέϊνερ των 40 ποδών. Ακολούθως και σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του στην υφιστάμενη υπεράσπιση, αφού μετέβη στην Κίνα και αγόρασε τα πιο πάνω μηχανήματα, προέβη σε συμφωνία με τους ενάγοντες για την μεταφορά στην Κύπρο των εν λόγω μηχανημάτων. Όπως αναφέρει παρά το ότι ο ίδιος απαίτησε φόρτωση των μηχανημάτων το συντομότερο δυνατό, οι ενάγοντες του ανέφεραν ότι θα έπρεπε να περιμένουν λίγο καθ' ότι στις 2 Σεπτεμβρίου του έδωσε καλύτερες τιμές ήτοι $1385 για το κοντέϊνερ των 20 ποδών και $2600 για το κοντέϊνερ των 40 ποδών. Όπως δε αναφέρει τελικά και μετά από αλλεπάλληλες αναβολές τα μηχανήματα έφθασαν χωριστά στην Κύπρο και συγκεκριμένα σε ένα κοντέϊνερ βρισκόταν ο κύλινδρος και το D8 και σε ένα άλλο το κρέϊτορ. Όπως ανέφερε πρώτα αφίχθηκε στην Κύπρο το κρέϊτορ και οι ενάγοντες προέβησαν σε χρέωση πέραν της συμφωνηθείσας και μόλις τούτο διαπιστώθηκε ο εναγόμενος διατύπωσε την επιφύλαξη του, πλην όμως ο εκ των Διευθυντών των εναγόντων κ. Χρυσοστομίδης διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι θα τα διευθετούσαν αμέσως με την άφιξη και των υπολοίπων μηχανημάτων. Όπως ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ο ίδιος επισκεπτόμενος το λιμάνι Λεμεσού διαπίστωσε ότι στην πλατφόρμα δεν ευρίσκετο το μηχάνημα που παρήγγειλε αλλά ευρίσκοντο μηχανήματα άσχετα με αυτό που αγόρασε. Τότε ο ίδιος ενημέρωσε την ενάγουσα ότι δεν θα παραλάμβανε την πλατφόρμα διότι κατήγγειλε το γεγονός της εξαπάτησης του στην πρεσβεία της Κίνας. Είναι τέλος η θέση του ότι ο ίδιος αναγκάστηκε να εκδώσει την επίδικη επιταγή καθ' ότι οι ενάγοντες του ανέφεραν ότι αν δεν κατέβαλλε την πληρωμή που απαιτούσαν, τότε όλα τα μηχανήματα θα έμεναν στις αποθήκες και ο ίδιος θα χρεώνετο με αποθηκευτικά έξοδα καθημερινά. Στη συνέχεια ως αναφέρει και υπό την πίεση των πιο πάνω γεγονότων ο ίδιος εξέδωσε την επίδικη επιταγή της οποίας στη συνέχεια ανακάλεσε την πληρωμή καθ' ότι όπως αναφέρει η χρέωση ήταν κατά παράβαση της συμφωνίας που είχαν συνάψει. Υποστηρίζει δε ότι το οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ποσό είναι το ποσό των €5,225 και ότι οποιαδήποτε άλλη αξίωση είναι αδικαιολόγητη. Με την τροποποίηση επιχειρείται η διαγραφή της παραδοχής από την υπεράσπιση ότι το οφειλόμενο προς την ενάγουσα ποσό είναι αυτό των €5,225 και ότι οποιαδήποτε άλλη αξίωση είναι αδικαιολόγητη, δια της διαγραφής της σχετικής παραγράφου της υπεράσπισης και περαιτέρω επιχειρείται η εισαγωγή ανταπαίτησης στη βάση (όχι των ισχυρισμών της υπεράσπισης οι οποίοι δεν επαναλαμβάνονται ούτε υιοθετούνται για τους σκοπούς της ανταπαίτησης αλλά) του ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση τροποποίησης υπό τον τίτλο «Ανταπαίτηση Εναγομένου» (και οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στην υπεράσπιση), οι διάδικοι προέβησαν σε συμφωνία για την αποστολή μεταξύ άλλων και ενός μηχανήματος CATERPILLAR D8N Dozer έναντι του τιμήματος των €10,679 και ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι οι ενάγοντες θα παραλάμβαναν και/ή θα φόρτωναν και/ή θα μετέφεραν μεταξύ άλλων το μηχάνημα CATERPILLAR D8N Dozer και ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι οι ενάγοντες θα έλεγχαν ότι το μηχάνημα που θα απέστελλαν ήταν το αναφερόμενο στη σύμβαση πώλησης ή και ότι ανταποκρίνετο στην ταυτότητα ή και την περιγραφή του μηχανήματος ή και ήταν CATERPILLAR D8N Dozer πράγμα που απέτυχαν να πράξουν με αποτέλεσμα να αποσταλεί λανθασμένο μηχάνημα. Όπως περαιτέρω αναφέρεται ο εναγόμενος αρνήθηκε να παραλάβει το επίδικο μηχάνημα αφού δεν ανταποκρίνετο με τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά και/ή δεν ήταν CATERPILLAR D8N Dozer και απαίτησε από τους ενάγοντες να του παραδώσουν μόνο τον κύλινδρο. Οι ενάγοντες του ανέφεραν ότι ο κύλινδρος δεν μπορούσε να διαχωριστεί από επίδικο μηχάνημα ή και να εκτελωνιστεί από μόνος του και ότι ο ίδιος θα έπρεπε να καταβάλει το τίμημα μεταφοράς και για τα δύο μηχανήματα προκειμένου να εκτελωνιστούν και πως εάν δεν το έπραττε τα μηχανήματα δεν θα εκτελωνίζονταν με αποτέλεσμα ο ίδιος να επιβαρύνεται με ημερήσιο ενοίκιο για την παραμονή τους στην πλατφόρμα. Υπό αυτές τις περιστάσεις και υπό την πίεση των πιο πάνω γεγονότων ο εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, αναγκάστηκε να καταβάλει ολόκληρο το τίμημα μεταφοράς των €10.679,20 δια της επίδικης επιταγής, αφού οι ενάγοντες αρνούντο να εκτελωνίσουν μόνο τον κύλνιδρο και περαιτέρω εάν δεν καταβάλλετο το πλήρες τίμημα μεταφοράς το εμπόρευμα δεν θα εκτελωνίζετο και σε τέτοια περίπτωση ο ίδιος θα στερείτο του δικαιώματος ιδιοκτησίας και χρήσης του κυλίνδρου για σκοπούς της εργασίας του και περαιτέρω θα επιβαρύνετο με ημερήσιο ενοίκιο για την παραμονή τους στην πλατφόρμα. Είναι δε η θέση του ότι υπό τις περιστάσεις το αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή απέτυχε ή και απουσιάζει με αποτέλεσμα η συμφωνία να είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και μη δεσμευτική για το πρόσωπο του εναγόμενου και ο ίδιος ως δικαιούτο ανακάλεσε την επιταγή. Σε σχέση δε με την επίδικη επιταγή καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση στην οποία, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, αφού κρίθηκε ένοχος κατέβαλε το ποσό της επιταγής, το οποίο αξιοί όπως του επιστραφεί, αφού η συμπεριφορά των εναγόντων συνιστά παράβαση των συμφωνηθέντων. Περαιτέρω δε αξιοί αποζημιώσεις για τα αποθηκευτικά έξοδα (€5760) που υπέστη σε σχέση με το μηχάνημα το οποίο δεν ανταποκρίνετο στη σύμβαση φόρτωσης. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως των λόγων ένστασης και στρεφόμενη πρώτα στο ζήτημα της ισχυριζόμενης παρατυπίας της αίτησης ή/και της ένορκης δήλωσης, σημειώνω ότι ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί, η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 Θ.1 η οποία διέπει το ζήτημα τροποποίησης δικογράφων και περαιτέρω υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία υπογράφεται από τον ίδιο τον εναγόμενο/αιτητή. Συνακόλουθα δεν μπορώ να εντοπίσω ο,τιδήποτε το παράτυπο στην αίτηση ή και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ούτε άλλωστε τέθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εισήγηση επί του προκειμένου. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Το κατά πόσον τώρα με την ένορκη δήλωση αποκαλύπτονται λόγοι ή γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί πιο κάτω τα πλαίσια ανάλυσης των λόγων ένστασης που άπτονται της ουσίας της αίτησης. Ερχόμενη τώρα στον επόμενο λόγο ένστασης που αφορά στο ζήτημα της καθυστέρησης και έχοντας κατά νου πάντα τη σχετική νομολογία ως αυτή πιο πάνω παρατίθεται, σημειώνω τα εξής. Η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, έχει δικαιολογηθεί με την αναφορά του εναγόμενου/αιτητή σε άγνοια ουσιαστικά της αναγκαιότητας για τροποποίηση και σε διαπίστωση τούτης κατόπιν διαβούλευσης με τους νέους του δικηγόρους, οι οποίοι και διαπίστωσαν τις ελλείψεις αυτές. Από την άλλη οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση διατείνονται πως η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης ούτε και αποτελεί λόγο για την έγκριση της. Πράγματι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η αλλαγή δικηγόρου δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την παροχή άδειας για τροποποίηση. (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 606 και Βασίλης Παπαδόπουλος v. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 49/08 ημερ.16/12/2011). Στην προκειμένη περίπτωση δεν προβάλλεται στην ουσία καμία άλλη δικαιολογία ή λόγος για την αιτούμενη τροποποίηση πέραν της αλλαγής δικηγόρου ο οποίος διαπίστωσε τις ανάγκες αυτές. Το γεγονός δε ότι ως φαίνεται σε κάποιο στάδιο μετά την καταχώρηση της αγωγής καταβλήθηκε από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται το ποσό της επιταγής, είναι υπόψη μου αλλά ούτε και αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, αφού στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρεται χρονικά πότε ακριβώς έλαβε χώρα το γεγονός αυτό (της πληρωμής του ποσού της επιταγής στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης) για να μπορεί να προσδιοριστεί συγκεκριμένα το κατά πόσον υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και ποια. Η μοναδική πληροφορία που δίδεται σε σχέση με το γεγονός αυτό, δίδεται μέσω της αίτησης και όχι της ένορκης δήλωσης και αυτή περιορίζεται στο ότι ο εναγόμενος/αιτητής κατηγορήθηκε στις 12/4/2010 για το σχετικό αδίκημα και ότι στη συνέχεια και αφού βρέθηκε ένοχος κατέβαλε το ποσό της επιταγής, χωρίς όμως να αναφέρεται συγκεκριμένα η ημερομηνία καταβολής του ποσού. Εξ άλλου παράλληλα με τα πιο πάνω επιχειρείται να εισαχθεί ανταπαίτηση ύψους €5760, για αποθηκευτικά έξοδα τα οποία δεν σχετίζονται με το γεγονός της καταβολής του ποσού των €10,679.20 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, και σε σχέση με τα οποία δεν δίδεται κάποια εξήγηση ως προς το γιατί η αίτηση τροποποίησης σε σχέση με αυτά δεν καταχωρήθηκε ενωρίτερα. Επομένως και λαμβάνοντας υπόψη ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99, η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν και πως η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν δίδεται καμία απολύτως πληροφορία για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του προκειμένου. Παρά ταύτα δεν θα ήμουν διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση στη βάση και μόνο της καθυστέρησης, αφού το ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο είναι ως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου Πολ. Έφεση 271/08 ημερομηνίας 16/12/2011 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Εξ άλλου από την ίδια την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σαφέστατα προκύπτει η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων και δεν διαπιστώνεται κακοπιστία. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω καθίσταται ουσιώδες να εξεταστούν και να στάθμιστούν οι παράγοντες που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης πράγμα που μας φέρνει και στο επόμενο ζήτημα που εγείρουν οι ενάγοντες/αιτητές και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά και ότι με αυτή προκαλείται βλάβη στα συμφέροντα των εναγόντων μη δυνάμενη να αποζημιωθεί με έξοδα. Σε σχέση με τα ζητήματα αυτά και εν γένει σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσον η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης σημειώνω τα εξής. Στο σύγγραμμα Bullen and League, 12η έκδοση, στη σελίδα 130 γίνεται αναφορά στο πότε μια αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβάλλεται καλόπιστα: "The first and in a way paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For these purposes good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising the real controversy between the parties and is not dishonest or intended to overreach the opposite party or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If therefore the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment it will be refused." Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την εικόνα που θα παρουσιάζει το δικόγραφο του εναγόμενου εάν η τροποποίηση επιτραπεί δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα, αφού για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτή είναι γνήσια ούτε ότι βοηθά στο να τεθεί η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αλλά αντίθετα εάν επιτραπεί, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και την εκδίκαση της υπόθεσης θα προκαλέσει σύγχυση και θα φέρει την πλευρά των εναγόντων σε δύσκολη θέση αφού δεν είναι σαφής η υπόθεση στην οποία θα καλούνται αυτοί να απαντήσουν, προκαλώντας έτσι σίγουρα και βλάβη σε αυτούς μη δυνάμενη να αποζημιωθεί με έξοδα. Η πιο πάνω τοποθέτηση μου απορρέει από το γεγονός ότι στο τελικό δικόγραφο του εναγόμενου ως αυτό θα διαμορφωθεί εάν η τροποποίηση επιτραπεί θα παρουσιάζονται για τα ίδια ζητήματα δύο θέσεις ήτοι μια στην υπεράσπιση και μια στην ανταπαίτηση, οι οποίες μάλιστα δεν τίθενται διαζευκτικά γεγονός που προκαλεί σύγχυση και καθιστά ασαφή τη θέση του εναγόμενου και δημιουργεί σοβαρότατα ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της τροποποίησης. Και εξηγώ. Συγκεκριμένα η θέση του εναγόμενου για το ζήτημα της ανάκλησης της επιταγής στον κορμό της υπεράσπισης μετά την τροποποίηση παραμένει ότι η ανάκληση έγινε λόγω του ότι η χρέωση ήταν κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, θέση η οποία στην απουσία άλλης αναφοράς στον κορμό της υπεράσπισης και συναρτώμενη προς την παράγραφο 3 της υπεράσπισης όπου γίνεται αναφορά σε χρέωση πέραν της συμφωνηθείσας, δεν μπορεί παρά να συσχετίζεται με το ύψος της αμοιβής που απαιτήθηκε, αφού όπως και πιο πάνω αναφέρω δεν γίνεται καμία άλλη αναφορά στον κορμό της υπεράσπισης από τον εναγόμενο σε κάποια άλλη παράβαση από πλευράς των εναγόντων πλην του ύψους της χρέωσης. Από την άλλη με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο μέρος που επιχειρείται να εισαχθεί με την τροποποίηση και καλείται «Ανταπαίτηση Εναγομένου», (οι ισχυρισμοί της οποίας τονίζω ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στην υπεράσπιση για άγνωστους στο Δικαστήριο λόγους και παρ' όλο που αφορούν και σχετίζονται άμεσα με το θέμα της ανάκλησης της επιταγής και εν γένει της απαίτησης των εναγόντων), προωθείται η θέση ότι ο λόγος της ανάκλησης της επιταγής ήταν άλλος και συγκεκριμένα η ολική αποτυχία του ανταλλάγματος στη βάση του ότι σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι οι ενάγοντες θα παραλάμβαναν και/ή θα φόρτωναν και/ή θα μετέφεραν συγκεκριμμένου τύπου μηχάνημα (CATERPILLAR D8N Dozer) και ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι οι ενάγοντες θα έλεγχαν ότι το μηχάνημα που θα απέστελλαν ήταν το αναφερόμενο στη σύμβαση πώλησης ή και ότι ανταποκρίνετο στην ταυτότητα ή και την περιγραφή του μηχανήματος ή και ήταν CATERPILLAR D8N Dozer, πράγμα που απέτυχαν να πράξουν με αποτέλεσμα να αποσταλεί λανθασμένο μηχάνημα και ο εναγόμενος να αναγκαστεί να καταβάλει το τίμημα μεταφοράς των €10,679.20, αφού οι ενάγοντες αρνούντο να εκτελωνίσουν μόνο τον κύλνιδρο και περαιτέρω εάν δεν καταβάλλετο το πλήρες τίμημα μεταφορά το εμπόρευμα δεν θα εκτελωνίζετο και σε τέτοια περίπτωση θα επιβαρύνετο ο ίδιος με ημερήσιο ενοίκιο. Περαιτέρω διάσταση παρατηρείται και σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν τον εναγόμενο στην έκδοση της επίδικης επιταγής, αφού ενώ στην υπεράσπιση ως αυτή θα παρουσιάζεται μετά την τροποποίηση φαίνεται ότι ο λόγος έγκειτο στο ότι «η ενάγουσα του ανέφερε ότι εάν δεν πληρώσει τότε όλα τα μηχανήματα θα έμεναν στις αποθήκες και θα πλήρωναν αποθηκευτικά έξοδα» με την ανταπαίτηση περαν της πιο πάνω θέσης προστίθεται και η θέση ότι ό εναγόμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή και λόγω του ότι οι ενάγοντες αρνούντο να του παραδώσουν τον κύλινδρο με αποτέλεσμα ο ίδιος να στερείται του δικαιώματος ιδιοκτησίας και χρήσης του κυλίνδρου για σκοπούς της εργασίας του και/ή άλλων εργασιών, θέση η οποία δεν προωθείται στην υπεράσπιση. Επίσης ενώ η θέση του εναγόμενου στην υπεράσπιση (ως αυτή θα παρουσιάζεται μετά την τροποποίηση) αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο αρνείτο να παραλάβει το μηχάνημα είναι «διότι κατήγγειλε το γεγονός της εξαπάτησης του στην πρεσβεία της Κίνας», με την ανταπαίτηση που θα εισαχθεί αν η τροποποίηση επιτραπεί, για το ίδιο θέμα η θέση του είναι ότι «αρνήθηκε να παραλάβει το μηχάνημα αφού δεν ανταποκρίνετο με τα συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά και/ή δεν ήταν CATERPILLAR D8N Dozer και απαίτησε από τους ενάγοντες να του παραδώσουν και/ή εκτελωνίσουν μόνο τον κύλινδρο». Με άλλα λόγια ενώ στην υπεράσπιση του ο λόγος της μη παραλαβής αφορά στο γεγονός ότι κατήγγειλε στην Πρεσβεία της Κίνας την εξαπάτηση του (προφανώς από την εταιρεία που του πώλησε το εμπόρευμα στην Κίνα αφού δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα εξαπάτησης του εναγόμενου από τους ενάγοντες ούτε προβάλλεται οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός), με την ανταπαίτηση τίθεται μια εντελώς διαφορετική θέση για το θέμα αυτό που στηρίζεται στην ισχυριζόμενη παράβαση από τους ενάγοντες της συμφωνίας, καθ' όσον αφορά την υποχρέωση τους να ελέγξουν τι θα του απέστελλαν, χωρίς κάν επαναλαμβάνω αυτή να τίθεται διαζευκτικά. Επίσης διάσταση υπάρχει και ως προς τη θέση του εναγόμενου αναφορικά με την τιμή που συμφωνήθηκε, αφού ενώ στην υπεράσπιση (ως αυτή θα παρουσιάζεται μετά την τροποποίηση) αυτό που αφήνεται να νοηθεί είναι ότι η χρέωση θα ήταν τελικώς για $2600 για το κοντέϊνερ των 40 ποδών (βλ. παρ. 2(κ) της υφιστάμενης υπεράσπισης) και πως σε κάθε περίπτωση η χρέωση των 10,679.20 ήταν κατά παράβαση της συμφωνίας που σύναψαν οι διάδικοι (παρ. 6 υφιστάμενης υπεράσπισης), με την ανταπαίτηση που θα εισαχθεί αν η τροποποίηση επιτραπεί δεν τίθεται ζήτημα πλέον υπερβολικής χρέωσης αλλά ο εναγόμενος συμφωνεί ότι το συμφωνηθέν τίμημα για την αποστολή του CATERPILLAR D8N Dozer ήταν πράγματι €10,679.20. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι παρά το γεγονός ότι το ποσό της απαίτησης των εναγόντων έχει καταβληθεί, η απαίτηση των εναγόντων και συνακόλουθα η υπεράσπιση που υποβλήθηκε σε σχέση με αυτή, θα προχωρήσει σε εκδίκαση δεδομένου του ότι δεν έχουν πληρωθεί οι τόκοι και τα έξοδα όπως ο ομνύσας για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση επισημαίνει στη δήλωση του, και επομένως καθίσταται σαφές πως για τα ίδια ζητήματα ο εναγόμενος επιθυμεί να προωθήσει στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας δύο εκδοχές οι οποίες τονίζω ότι με τον τρόπο που τίθενται ήτοι η μία στην υπεράσπιση και η άλλη στην ανταπαίτηση δεν είναι καν διαζευκτικές. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η προώθηση διαζευκτικών βάσεων αγωγής ή και υπεράσπισης, μέχρι να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και το τέλος, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Belvestico Trading Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 838) είναι μεν δικαίωμα που αναγνωρίζεται στο διάδικο από τους Θεσμούς και τη νομολογία, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αυτό που επιχειρείται, αφού με τον τρόπο που επιχειρεί την προώθηση της υπόθεσης του ο εναγόμενος είναι να θέσει μια θέση σε σχέση με τα γεγονότα στα πλαίσια της υπεράσπισης και μια άλλη θέση στα πλαίσια της ανταπαίτησης του, η οποία όμως βασίζεται στην ίδια συμφωνία και στα ίδια γεγονότα. Με αυτή δε τη στάση του εναγόμενου πρέπει να πω ότι δεν έχω πειστεί ούτε στο ελάχιστο για τη γνησιότητα της τροποποίησης, αφού δυσκολεύομαι πάρα πολύ να δεχθώ ότι είναι γνήσια και πραγματική η προώθηση διαφορετικών τοποθετήσεων (χωρίς μάλιστα να είναι διαζευκτικές) επί των ίδιων ζητημάτων, ήτοι μία ως υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων και άλλη ως βάση για την ανταπαίτηση, η οποία ανταπαίτηση όμως στηρίζεται στα ίδια γεγονότα στα οποία απαντά η υπεράσπιση, χωρίς όμως να υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα. Στην ίδια γραμμή και κατ' επέκταση των πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται με σκοπό να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική διαφορά των μερών, αλλά αντίθετα είναι καταχρηστική και τέτοια που αν επιτραπεί θα περιπλέξει τη διαδικασία και τα επίδικα θέματα και θα προκαλέσει σύγχυση και αμηχανία στην πλευρά των εναγόντων οι οποίοι θα κληθούν να απαντήσουν σε αυτήν. Υπό το φως των πιο πάνω είναι σαφές ότι δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη ή καθ' οιονδήποτε τρόπο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ως προς τη θέση τώρα των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση ότι μέσω της ανταπαίτησης εισάγονται νέα γεγονότα και ισχυρισμοί που διαφοροποιούν ή και δημιουργούν νέα βάση υπεράσπισης πράγμα το οποίο θα αντρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων προκαλώντας έτσι δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των εναγόντων, σημειώνω ότι είναι μεν ορθή η τοποθέτηση ότι μέσω της ανταπαίτησης εισάγονται νέα γεγονότα και ισχυρισμοί που δημιουργούν στην ουσία μια νέα βάση υπεράσπισης, όμως τονίζω ότι δεν κρίνω απορριπτέα την αίτηση επειδή με αυτήν εισάγεται μια νέα βάση υπεράσπισης, αφού κάτι τέτοιο ως έχει νομολογηθεί δεν αποτελεί χωρίς άλλο λόγο για απόρριψη μιας αίτησης. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάση αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση αφού και σε αυτήν την περίπτωση είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας πιο πάνω), ιδιαίτερα εκεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι δεν γίνεται κακόπιστα. Στην προκειμένη περίπτωση ο λόγος της απόρριψης της αίτησης έγκειται στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται η εισαγωγή της νέας βάσης υπεράσπισης η οποία όχι μόνο δεν συνάδει σε μεγάλο μέρος με την αρχική, αλλά περαιτέρω και με δεδομένο ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση διατηρείται στο μεγαλύτερο της μερος της, διαπιστώνεται σύγκρουση μεταξύ τους αφού οι δύο δεν ταυτίζονται παρ' ότι αφορούν και αναφέρονται στα ίδια γεγονότα και δεν τίθενται διαζευκτικά, πράγμα που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη γνησιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, ούτε το καλόπιστο τούτης, ενώ οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάληξη ότι εάν επιτραπεί θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα δημιουργήσει σύγχυση και θα θέσει την αντίδικη πλευρά σε δύσκολη θέση, προκαλώντας της αμηχανία. Περαιτέρω σημειώνω ότι στην κατάληξη μου για απόρριψη της αίτησης υπόψη λαμβάνω και το γεγονός ότι με την τροποποίηση, μεταξύ άλλων, αποσύρεται και η παραδοχή του εναγόμενου/αιτητή με βάση την οποία στην υφιστάμενη υπεράσπιση παραδέχεται ότι οφείλόμενο με βάση τη συμφωνία ποσό ήταν αυτό των €5,225, χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση ή και αιτιολογία. Στο σύγγραμμα Bullen and League (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής σχετικά στη σελίδα 131: «Εqually where an amendment seeks to withdraw an admission, the court will inquire into the circumstances in which the admission was made and will grand such leave only where the admission was made inadvertently or where new facts have come to light justifying its admission». Στην προκειμένη περίπτωση δεν δίδεται καμία εξήγηση και καμία απολύτως αιτιολογία για την εν λόγω απόσυρση της πιο πάνω ουσιαστικότατης θα έλεγα παραδοχής για να μπορεί να κριθεί κατά πόσον μπορεί να δοθεί υπό τις περιστάσεις άδεια για απόσυρση της. Ακόμα όμως και εάν θεωρηθεί ότι επιδιώκεται η απόσυρση της λόγω του ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής και της υπεράσπισης καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €10,679.20 στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται πιο πάνω και ότι ως εκ τούτου η παραδοχή ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό των €5,225 εκ των πραγμάτων δεν ισχύει, δεν επεξηγείται γιατί με την ανταπαίτηση ανταπαιτείται ολόκληρο το ποσό της επιταγής και όχι η διαφορά μεταξύ των €10,679.20 και των €5,225 τη στιγμή μάλιστα που ο ισχυρισμός ότι η χρέωση ήταν κατά παράβαση της συμφωνίας διατηρείται στην υπεράσπιση (βλ. παρ. 6 της υπεράσπισης) γεγονός που εκ των πραγμάτων εξυπακούει ότι τουλάχιστον κάποιο ποσό θα έπρεπε να πληρωθεί. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι δεν έχω πειστεί για τη γνησιότητα και το καλόπιστο της τροποποίησης αλλά και του γεγονότος ότι εάν επιτραπεί, από αυτήν θα προκύψει ένα δικόγραφο το οποίο θα περιπλέξει την εκδίκαση της υπόθεσης και θα προκαλέσει σύγχυση και αμηχανία στην πλευρά των εναγόντων κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για έγκριση της αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή/εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο