Oscar Estates Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 26/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/08 Μεταξύ: Oscar Estates Ltd Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ----------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 19 Απριλίου 2013 για τροποποίηση της Υπεράσπισης 26 Φεβρουαρίου,
- Για τον Αιτητή-εναγόμενο: κ. Α. Αριστείδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κ. Κ. Καντούνας ΕΝΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής, επικαλούμενος τις δικονομικές διατάξεις τροποποίησης των δικογράφων (Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της Υπεράσπισής του ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση της παραγράφου 1 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος εγείρει τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: (α) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως όφειλαν, προς τη διοίκηση για να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης τους. (β) Η παρούσα είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για το λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξετασθεί ακόμη από την Διοίκηση. (γ) Η Δημοκρατία δεν ευθύνεται και/ή δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις και/ή παραλείψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται να εναχθεί σε σχέση με αξιώσεις που προκύπτουν από διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες και Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Ως εκ των ανωτέρω η παρούσα θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τις ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις από τις οποίες, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων , ο Εναγόμενος προβαίνει στην πιο κάτω υπεράσπιση».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως αναφέρονται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην προδικαστική ένσταση ανωτέρω (παράγ. 1) υπό σημείο (γ).»
- Η τροποποίηση της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς δεν παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 3 , 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης, πλην του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες των ακινήτων/τεμαχίων που αναφέρονται στην παράγραφο 6».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : « Με βάση τις αλλαγές που έγιναν στα Κτηματολογικά και/ή Πολεοδομικά Μητρώα και/ή Σχέδια οι αριθμοί των αναφερόμενων στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης τεμαχίων έχουν τροποποιηθεί ως εξής: Παλαιός αριθμός τεμαχίου Νέος αριθμός τεμαχίου 1078 449 1079 450 1080 395 1081 394 1083 390 1084 453 1085 454 1086 455 1087 456 1088 493 1082 451
- Η τροποποίηση της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Σε σχέση με τις παραγράφους 7 , 8, 9 10, 11, 12 και 13 ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι Ενάγοντες υπέβαλαν στο Δήμο Παραλιμνίου αιτήσεις για άδειες οικοδομής για τα προαναφερθέντα στην παράγραφο 6 τεμάχια καθώς και για το τεμάχιο 1122 (νυν τεμάχιο 512). Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Δήμος Παραλιμνίου και/ή τα αρμόδια τμήματα του Δήμου ενήργησαν νόμιμα και στα πλαίσια των οικείων νομοθεσιών που τύγχαναν εφαρμογής κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο εναγόμενος καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 8 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Ειδικότερα σε σχέση με τη παράγραφο 7 ο Εναγόμενος αναφέρει ότι ο Δήμος Παραλιμνίου πράγματι παραχώρησε την αιτούμενη άδεια οικοδομής, περί τον Απρίλιο του 2003, αποκλειστικά για το τεμάχιο 1122 υπό τον όρο ότι για το συγκεκριμένο τεμάχιο οι Ενάγοντες θα παραχωρούσαν και/ή θα κατασκεύαζαν δημόσιο δρόμο , ο οποίος θα ενωνόταν με την παρακείμενη οδό Διονυσίου».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Οι υπόλοιπες αιτήσεις που αφορούσαν τα τεμάχια της παραγράφου 6 αφού εξετάστηκαν με βάση την οικεία νομοθεσία, απορρίφθηκαν καθώς δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις λόγω τις απόστασης που είχαν από την παρακείμενη οδό».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 10 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Ο προαναφερθείς όρος περί δημιουργίας και παραχώρησης δημόσιου δρόμου από τους Ενάγοντες αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την άδεια για το τεμάχιο 1122 και ουδέποτε δηλώθηκε εκ μέρους του Δήμου ή όποιας άλλης αρχής, είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα, ότι αποτελούσε και όρο για την έγκριση των άλλων αιτήσεων που αφορούσαν τα υπόλοιπα 11 τεμάχια».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 11 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος παραδέχεται την παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 12 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Αναφορικά με την παράγραφο 15, ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές και απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφέροντας ότι καμία ολιγωρία δεν επιδείχθηκε εκ μέρους του Υπουργού στα πλαίσια εξέτασης των ιεραρχικών προσφυγών».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος παραδέχεται τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 16, 17 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης. Ωστόσο, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ουσία της υπόθεσης ούτε με τα υπό κρίση γεγονότα ούτε με την ορθότητα των λόγων για τους οποίους δεν εγκρίθηκαν οι σχετικές άδειες οικοδομής αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση της απουσίας επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης για απόρριψη των ιεραρχικών προσφυγών».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 14 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει ανωτέρω στις προδικάστηκες ενστάσεις υπό σημεία (α) και (β) και εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση στο παρόν στάδιο».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 15 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως: «Ανεξάρτητα με τις εισηγήσεις του Εναγομένου ως αναφέρονται στην παράγραφο 14 ανωτέρω περί αβάσιμης και /ή πρόωρης αγωγής, ο Εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως αναφέρονται στις παραγράφους 19 - 29 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημία είτε υπό μορφή πραγματικών εξόδων είτε ως διαφυγόντα κέρδη ή άλλως πως και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 16 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Περαιτέρω ο Εναγόμενος αναφέρει ότι το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων έχει μεταβληθεί σε Παραθεριστική Ζώνη Π.Κ. με την οποία παρέχεται ευνοϊκότερη εκμετάλλευση των τεμαχίων σε σχέση με τους όρους που προνοούσε η ζώνη Γ , η οποία υφίστατο κατά την καταχώρηση των υπό κρίση αιτήσεων για άδεια οικοδομής. Συγκεκριμένα η Γεωργική Ζώνη Γ που υφίστατο κατά το χρόνο καταχώρησης των αιτήσεων το 2002 προνοούσε ποσοστό κάλυψης 0,15:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1 ενώ η νέα Πολεοδομική Ζώνη προνοεί μεταξύ άλλων ποσοστό κάλυψης 0,20:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:
- Ως εκ των ανωτέρω ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα επίδικα τεμάχια δεν είναι εκμεταλλεύσιμα και/ή η αξία τους εκμηδενίστηκε και/ή δεν έχουν εμπορευσιμότητα λόγω της αλλαγής της πολεοδομικής ζώνης δεν ευσταθεί».
- Η τροποποίηση της παραγράφου 17 της Υπεράσπισης δια της διαγραφής και αντικατάστασης της ως ακολούθως : «Πλην των όσων ρητά παραδέχεται πιο πάνω, ο εναγόμενος αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα αρνείται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τις θεραπείες και/ή τα ποσά που αξιώνουν και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων».
- Oι παράγραφοι 18 έως 30 τροποποιούνται διά της διαγραφής τους και της μη αντικατάστασης τους. Πέραν της Δ.25, θ.1 η Αίτηση στηρίζεται και στη Δ.48, θθ. 1, 2, 8 και 9 και Δ.68 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μενέλαου Βασιλείου ημερ. 19.4.
- Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της:
- Είμαι Λειτουργός στο Υπουργείο Εσωτερικών και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημίωση που κατά τους ισχυρισμούς τους προέκυψε από την άρνηση των αρμοδίων αρχών να χορηγήσουν άδειες οικοδομής και ανάπτυξης στα κτήματα τους.
- Για την έκδοση των σχετικών αδειών απαιτείται εμπλοκή και εκπόνηση μελετών από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και τον Δήμο Παραλιμνίου.
- Η καθυστέρηση στην ετοιμασία και σύνταξη Έκθεσης Γεγονότων από το Υπουργείο Εσωτερικών και η συνακόλουθη αδυναμία της Νομικής Υπηρεσίας να προετοιμάσει και να συντάξει ορθά την Υπεράσπιση του Εναγομένου, οφείλεται στην εμπλοκή πολλών διαφορετικών Υπηρεσιών, ως ανέφερα ανωτέρω, και της καθυστέρησης που επέδειξαν στον συντονισμό με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής ο συντονισμός για συλλογή των στοιχείων και απόψεων που απαιτούντο.
- Κατά τον Οκτώβριο του 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να μελετηθεί το περιεχόμενό τους. Άμεσα ετοιμάστηκε έκθεση με τα επίδικα γεγονότα και απεστάλη στην Νομική Υπηρεσία. Εξ όσων πιστεύω ο καθ' ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση. Από το περιεχόμενο των σχετικών οι Λειτουργοί των αρμοδίων Τμημάτων, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τα ποσά που αξιώνουν. Εν όψει των πιο πάνω ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό , δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να θέσει πλήρως και με τον ορθό τρόπο όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ώστε να μην επηρεαστεί το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του με ολοκληρωμένο τρόπο κατά την δικαστική διαδικασία. Θα ήθελα περαιτέρω να αναφέρω ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και στα πλαίσια της διακρίβωσης της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία βλάβη ή ζημιά από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμα αρχίσει, ενώ, εάν το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί, οι ως άνω αναφερόμενοι θα έχουν την ευχέρεια να καταχωρήσουν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση θα μπορούν να αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αντίθετα ο εναγόμενος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού εάν δεν δικογραφηθούν όλα τα σχετικά γεγονότα τότε δεν θα του επιτραπεί να τα προβάλει κατά την ακρόαση της υπόθεσης με τις ολέθριες συνέπειες που αυτό προφανώς θα έχει στην υπεράσπιση του. Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι ότι είναι ορθά και αληθινά εξ όσων γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι.
- Ενόψει των όσων έχω αναφέρει ευσεβάστως εισηγούμαι πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η έκδοση του δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των καθ' ου η Αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και την πρόκληση περαιτέρω αδικαιολόγητης καθυστέρησης εις βάρος των Εναγόντων και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.
- Η αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης με την έννοια ότι πειράται να εισαγάγει μαρτυρία μάλλον παρά απαραίτητα για τα δικόγραφα στοιχεία.
- Με την αίτηση οι αιτητές εκτροχιάζουν την αγωγή από την αρχική της βάση.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών δια τον λόγω ότι αυτή είναι η 2η αίτηση ιδίου τύπου η οποία καταχωρείται στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας, είχε προηγηθεί η αίτηση ημ. 31/10/12.» Η ένσταση βασίζεται στη Δ.25, θ.1 και 5, Δ.47, Δ.48, θ.4, Δ.64, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη σχετική νομολογία και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση της Στέλλας Δαμιανού ημερ. 27.6.2013 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates
(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). «Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tranways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει η Αιτήτρια για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 Αll E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 Αll E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Η υπόθεση Sait Electronic v. "Dominique" κ.α. (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 Αll E.R., 38 : "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω]. Στην Π. Χ"Χρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd,
(2007)1(A) A.A.Δ 650, στις σελ. 656-657, ο Κωνσταντινίδης Δ. είπε τα εξής σε σχέση με το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης: «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους.» Σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο [Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Τα δικόγραφα αποτελούν την περίμετρο και το πλαίσιο της δίκης γιατί περικλείουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. Τα πλαίσια αυτά δεν είναι αμετακίνητα ούτε άκαμπτα. Ο διάδικος που κρίνει ότι απαιτείται τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό [Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ 1005, 1007-1008, συνοψίζονται οι αρχές καθοδήγησης του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης [Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)] Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή, επανέρχομαι στα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης για να εξετάσω τους λόγους ένστασης, υπό το φως των θέσεων και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Η καθυστέρηση, σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η Αίτηση, δεν έχει αιτιολογηθεί, ενώ η τυχόν έγκριση της αίτησης, αναπόφευκτα θα επιφέρει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση. Προσθέτουν δε, σαν άλλο λόγο Ένστασης, συνδεόμενο με την καθυστέρηση, ότι η υποβολή της αίτησης αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει, εκτροχιάσει ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία. Ισχυρίζονται επίσης ότι η Αίτηση δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και ότι αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης, με την έννοια ότι γίνεται απόπειρα να εισάγει μαρτυρία. Τέλος, εισηγούνται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική για το λόγο ότι είναι η δεύτερη αίτηση για τροποποίηση του ιδίου τύπου. Έχει προηγουμένως καταχωρηθεί η αίτηση ημερ. 31.10.2012 η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο. Όπως έχει λεχθεί και από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), παρά την επίγνωση της ανάγκης για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, από μόνη της η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν επενεργεί απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο χρόνος καθυστέρησης θα πρέπει να προσμετρά από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή μπορούσε να διαπιστωθεί από τον αιτούντα, η ανάγκη για τροποποίηση. Εάν δηλαδή προηγουμένως δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων πραγμάτων και δεν αναμενόταν να γνώριζε, αυτός ο χρόνος δεν προσμετρά εναντίον του σαν καθυστέρηση, αφού δεν μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με κάτι που δεν γνώριζε. Κατά παρόμοιο τρόπο, και εδώ ο Αιτητής ισχυρίζεται και δεν έχει αμφισβητηθεί με αντεξέταση, ότι η μη συμπερίληψη των νέων στοιχείων που επιχειρεί τώρα να εισαγάγει, οφείλεται στην εμπλοκή πολλών Υπηρεσιών στην όλη υπόθεση και στην καθυστέρηση που επέδειξαν στο συντονισμό, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής ο συντονισμός για συλλογή των στοιχείων και απόψεων που απαιτούντο. Κατά τον Οκτώβριο, 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να μελετηθεί το περιεχόμενό τους. Άμεσα ετοιμάστηκε έκθεση με τα επίδικα γεγονότα και απεστάλη στη Νομική Υπηρεσία. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, και ως παραδέχονται οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ο Αιτητής προχώρησε, αμέσως μετά τη σχετική ενημέρωση που έτυχε από τις αρμόδιες υπηρεσίες, σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης στις 31.10.
- Στις 21.12.2012 η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.2.2013 και ώρα 8:30 π.μ. Στις 25.2.2013 και περί ώρα 8:55 π.μ. ο δικηγόρος του Αιτητή δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση ζήτησε όπως η αίτηση απορριφθεί. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω έλλειψης προώθησης. Εφόσον η εν λόγω αίτηση δεν εξετάστηκε στην ουσία της και απορρίφθηκε, θεωρώ ότι η απόρριψη δεν αποτελεί δεδικασμένο. Μετά την απόρριψη, στις 25.2.2013, της προηγούμενης αίτησης για τροποποίηση ημερ. 31.10.2012, ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 19.4.
- Θεωρώ ότι, ενόψει των πιο πάνω, ο Αιτητής ενήργησε έγκαιρα. Με αυτή την έννοια, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι παρατηρείται εδώ υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μετά τη διάγνωση στοιχείων και μετά τη διαπίστωση της αναγκαιότητας για τροποποίηση, ούτε και στοιχειοθετείται η ύπαρξη κακής πίστης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική γιατί πλήττει τα δικαιώματα τους για αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώ παραβλέπουν ότι, πλήττονται τα δικαιώματα του Αιτητή για να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο σύνολό της ενώπιον Δικαστηρίου. Κατάχρηση της διαδικασίας θα υπήρχε αν ο Αιτητής δεν προχωρούσε τώρα, πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και ενώ γνώριζε ότι το δικόγραφό του έχρηζε τροποποίησης, και το ζητούσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και για την ισχυριζόμενη κακοπιστία η οποία κρίνω ότι δεν υπάρχει. Το γεγονός και μόνο της καθυστέρησης δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα και κακοπιστία. Τόσο το περιεχόμενο της Αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καταδεικνύει ότι η Αίτηση έχει ουσία και βάση και γίνεται με μόνο σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία και γεγονότα για να μπορέσει να επιλύσει την πραγματική διαφορά των μερών έχοντας πλήρη εικόνα των εκατέρωθεν θέσεων. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει και επομένως οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς αφού θα μπορούν να καταχωρήσουν απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και να προετοιμαστούν ως κρίνουν σκόπιμο για την ακρόαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία ακόμη και στην περίπτωση που εισάγεται νέα υπεράσπιση, είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική υπεράσπιση ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία κρίνω ότι από την μια η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα και από την άλλη τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν είναι αναγκαία για την επίλυση της πραγματικής διαφοράς των μερών ενώ οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνάδουν πλήρως με την υφιστάμενη Υπεράσπιση, αφού με αυτές επεξηγείται με σαφή τρόπο η αρχική άρνηση του Αιτητή να αποδεχθεί την απαίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Δεν έχουμε δηλαδή την περίπτωση παραδοχής της απαίτησης των Καθ΄ ων η Αίτηση στην υφιστάμενη υπεράσπιση και προσπάθεια μη παραδοχής με την αιτούμενη τροποποίηση. Ο Αιτητής ουδέποτε απεδέχθη την απαίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση και στο παρόν στάδιο, για σκοπούς δίκαιης δίκης αλλά και εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και με γνώμονα την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας, επιχειρεί την εισαγωγή κάποιων γεγονότων που διευκρινίζουν που ακριβώς εδράζεται αυτή η άρνησή του. Επομένως, στην ουσία οι Καθ΄ ων η Αίτηση ουδόλως επηρεάζονται καθ' ότι, αφ' ης στιγμής υπήρχε άρνηση της απαίτησης τους, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αποδείξουν όλα τα στοιχεία της απαίτησης τους για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ τους. Το ίδιο οφείλουν να κάνουν και τώρα. Το Δικαστήριο, σε πλήρη ταύτιση με τις θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, συμφωνεί ότι εάν δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης η Δημοκρατία θα στερηθεί του δικαιώματός της να προβάλει δεόντως και ολοκληρωμένα την υπεράσπισή της, και ειδικότερα σε μια υπόθεση όπου αξιώνεται αποζημίωση ύψους επτά και πλέον εκατομμυρίων ευρώ. Στην Αγγλική υπόθεση Les Laboratoires Servier & Anr v. Apotex Inc & Ors
(2010)EWCA Civ. 279, το αγγλικό Εφετείο, ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εναγομένων για τροποποίηση της υπεράσπισης, ανέφερε ότι, παρόλο που στην εκκαλούμενη απόφαση λήφθηκαν υπόψη οι αρχές της νομολογίας, εντούτοις ο πρωτόδικος Δικαστής παρέλειψε να δώσει τη δέουσα βαρύτητα στον ευρύτερο αντίκτυπο που είχε η άρνηση της τροποποίησης ενόψει και του ύψους της αιτούμενης αποζημίωσης. Παραθέτω τη σχετική περικοπή από την απόφαση:μ "For English proceedings to give a party £17.5 million which might well be wholly unjustified is a very serious matter. I think the judge's failure to weigh that affects his exercise of discretion, wide enough though it is, in such a way that one can say that it is flawed". Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης, με την έννοια ότι με αυτή γίνεται προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας, με βρίσκει αποκλίνοντα. Θεωρώ ότι η Αίτηση είναι σύμφωνη με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και σκοπός της είναι να διασαφηνιστούν και να αποκρυσταλλωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα που έχουν δημιουργηθεί, έτσι που να δίδεται στα μέρη η δυνατότητα να ετοιμαστούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για τη σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να δυνηθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους [Perestrello (ανωτέρω) και Domsalla (ανωτέρω)]. Η αίτηση έχει σαν κύριο νομικό υπόβαθρο τη Δ.25 η οποία είναι η ορθή δικονομική διάταξη σε ό,τι αφορά τροποποιήσεις δικογράφων. Επομένως, ο λόγος ένστασης περί μη στήριξης της Αίτησης στο ορθό νομικό υπόβαθρο κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά του Αιτητή κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στους Ενάγοντες πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση επιτυγχάνει. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους του Αιτητή. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Ενόψει των πιο πάνω, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητήων και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο