← Κύπρος

G.A.P. Vassilopoulos E-Media Ltd ν. Chr. Andreou Publishing Ltd, Αρ. Αγωγής 3780/2007, 17/2/2014

G.A.P. Vassilopoulos E-Media Ltd ν. Chr. Andreou Publishing Ltd, Αρ. Αγωγής 3780/2007, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3780/2007 Μεταξύ: G.A.P. Vassilopoulos E-Media Ltd Ενάγουσας και Chr. Andreou Publishing Ltd Εναγόμενης Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις Για Ενάγουσα: κ. Χριστοδουλίδης Για Εναγόμενη: κ. Τρίγγας για Ε. Ευσταθίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιοί από την εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.575 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α (€982.45), ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως αυτοί αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της, η ενάγουσα καθ' όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με όλων των ειδών επιχειρήσεις που αφορούν το διαδίκτυο ή και την δημιουργία ιστοσελίδων ή και διαδικτυακών παιγνιδιών ή και αναβάθμιση ιστοσελίδων ή και με τη δημιουργία διαφημιστικών υλικών για δημοσίευση στο διαδίκτυο ή και με την μαζική αποστολή διαφημίσεων στο διαδίκτυο ή και πάσα άλλη συναφή εργασία. Όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, η εναγόμενη επίσης ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, περί το 2005 η ενάγουσα κατόπιν εντολής ή και παράκλησης ή και οδηγιών ή και εξουσιοδότησης της εναγόμενης προσέφερε σε αυτήν διάφορες υπηρεσίες που σχετίζονται με τις εργασίες που αναφέρονται πιο πάνω. Για το λόγο αυτό εξέδωσε στο όνομα της εναγόμενης το τιμολόγιο που φέρει διακριτικό αριθμό 5634 στο οποίο αναγράφετο κάθε υπηρεσία που προσέφερε στην εναγόμενη. Η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής της και κατά ή περί την 16/12/2005 εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των Λ.Κ.

  1. Η ενάγουσα τέλος ισχυρίζεται ότι επανειλημμένα κάλεσε την εναγόμενη να εξοφλήσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό πλην όμως αυτή αρνείται ή και αμελεί ή και αδικαιολόγητα καθυστερεί την εξόφληση του, εξ ου και η ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιοί το εν λόγω ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλην του ότι η ενάγουσα και η εναγόμενη είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ως και του ότι η ενάγουσα επικοινώνησε μαζί της σε κάποιες περιπτώσεις αξιώνοντας το ποσό των Λ.Κ.575 ή το ισόποσο σε ευρώ €982.
  2. Αναφέρει δε ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως. Κατά ή περί το 2005 υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος της ενάγουσας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη και της πρότεινε όπως η ενάγουσα προσφέρει υπηρεσίες προς την εναγομένη, δηλαδή διαφήμιση της εναγομένης μέσω διαδικτίου. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα πρότεινε στην εναγομένη διαφήμιση δια της αποστολής διαφημιστικών μηνυμάτων, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), σε 65,000 λήπτες έναντι του ποσού των £500 και/ή ισόποσο σε ευρώ, ήτοι €854.30, πλέον Φ.Π.Α. Όπως η εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται αν και η ίδια αρνήθηκε την πρόταση της ενάγουσας, η τελευταία συνέχισε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς μαζί της με σκοπό να την πείσει να αποδεκτεί την πρόταση της, χωρίς όμως η εναγομένη να αποδεκτεί και/ή να συμφωνήσει στην πιο πάνω πρόταση της ενάγουσας. Μετέπειτα, και σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, η ενάγουσα πρότεινε στην εναγομένη όπως η πρώτη αποστείλει δοκιμαστικά και χωρίς οποιαδήποτε χρέωση μερικά διαφημιστικά μηνύματα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), τα οποία (η εναγομένη) θα έστελλε εντός του Δεκεμβρίου
  3. Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2005, η ενάγουσα πληροφόρησε την εναγομένη ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο σύστημα και θα καθυστερούσε η αποστολή των δοκιμαστικών μηνυμάτων. Η εναγομένη ανέφερε στην ενάγουσα ότι δεν επιθυμεί καμία συνεργασία και ότι δεν χρειάζεται τις υπηρεσίες της και/ή δεν αποδέχεται οποιαδήποτε πρόταση της. Εντός του έτους 2008, η εναγομένη, όπως ισχυρίζεται, έλαβε το αναφερόμενο στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης τιμολόγιο, δια του οποίου η ενάγουσα αξιούσε από την εναγομένη το ποσό των £575 και/ή ισόποσο σε ευρώ, ήτοι €982.45 για δήθεν προσφερόμενες υπηρεσίες προς την εναγομένη. Η εναγομένη όπως περαιτέρω ισχυρίζεται στη συνέχεια επικοινώνησε με την ενάγουσα ζητώντας να μάθει σε ποιες προσφερόμενες υπηρεσίες αναφερόταν το τιμολόγιο, αλλά η ενάγουσα μέχρι και σήμερα αρνείται και/ή αμελεί να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή να αποδείξει ευλόγως προς την εναγομένη την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας προς όφελος της τελευταίας. Επίσης η εναγόμενη με την υπεράσπιση της αρνείται ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς την εναγόμενη και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα και ουδέποτε η ενάγουσα τις προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες και υποστηρίζει ότι ουδέν ποσό οφείλει σε αυτήν. Επίσης επαναλαμβάνει ότι η ενάγουσα παρά τις εκκλήσεις της εναγόμενης αρνείται ή και αμελεί να παράσχει ικανοποιητικά στοιχεία και/ή πληροφορίες για τις ισχυριζόμενες από μέρους της προσφερόμενες υπηρεσίες και ως εκ των ανωτέρω αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Με την απάντηση στην υπεράσπιση η ενάγουσα αρνείται τους συναφείς ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνει και επιμένει ουσιαστικά στους ισχυρισμούς της ως εις την Έκθεση Απαίτησης αυτοί αναφέρονται. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν οι διευθυντές της ενάγουσας και της εναγόμενης αντίστοιχα, ενώ επίσης κατατέθηκε και το κάτωθι παραδεκτό γεγονός το οποίο αποτελεί συνακόλουθα και εύρημα του Δικαστηρίου: «Προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών τα οποία παράγουν αρχεία δεδομένων (log files) όπως το Τεκμήριο 4 μπορούν να αναπαραχθούν και να παραβιαστούν και/ή να τύχουν επεξεργασίας και/ή αλλοίωσης όπως:
  4. Ονόματα,
  5. Αριθμοί,
  6. Ημερομηνίες,
  7. Γενικά οποιαδήποτε στοιχεία περιλαμβάνονται στο έγγραφο και να εμφανιστεί διαφοροποιημένο σε σχέση με το αρχικό από εξειδικευμένους τεχνικούς ή άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών» Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι, δεδομένου του ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι τα πραγματικά γεγονότα έλαβαν χώρα το 2005 και εκ παραδρομής γινόταν αναφορά στη χρονολογία 2004 τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Υπεράσπιση, με την άδεια του Δικαστηρίου και εκ συμφώνου η ενάγουσα προέβη στην τροποποίηση του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης στην παράγραφο 3 και 4 με την αντικατάσταση της χρονολογίας 2004 με τη χρονολογία 2005 και η εναγόμενη κατά τον ίδιο τρόπο και πάντα εκ συμφώνου προέβη στην τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στις παραγράφους 4(α) και 4(γ) με την αντικατάσταση της χρονολογίας 2004 με τη χρονολογία
  8. Η μαρτυρία Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο κ. Simon Aynedjian (ΜΕ1), διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος όπως ανέφερε είναι το άτομο το οποίο διευθύνει και διαχειρίζεται την ενάγουσα εταιρεία. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση Τεκμήριο 1 στην οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας να καταθέσει εκ μέρους της, ενώ επίσης ως αναφέρει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται του είναι προσωπικά γνωστά λόγω της προσωπικής του ανάμειξης και άμεσης εμπλοκής με το επίδικο θέμα, αφού χειρίστηκε προσωπικά τις δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων υπό την πιο πάνω αναφερόμενη του ιδιότητα. Η ενάγουσα ως ανέφερε είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Νόμου και ασχολείται μεταξύ άλλων με όλων των ειδών επιχειρήσεις που αφορούν το διαδίκτυο, όπως τη δημιουργία ιστοσελίδων και διαδικτυακών παιγνιδιών, αναβάθμιση ιστοσελίδων, τη δημιουργία διαφημιστικών υλικών για δημοσίευση στο διαδίκτυο, τη μαζική αποστολή διαφημίσεων στο διαδίκτυο και πάσα άλλη συναφή εργασία. Περαιτέρω ως ανέφερε και εξ όσων πιο καλά γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, η εναγόμενη ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με εκτυπώσεις, προώθηση και πωλήσεις βιβλίων και άλλων εκδόσεων. Σε σχέση με τα κρίσιμα γεγονότα ανέφερε, ότι περί τον Δεκέμβριο του 2005 επικοινώνησε προσωπικά με το διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας, τον κ. Χρίστο Ανδρέου και του πρότεινε τις υπηρεσίες της ενάγουσας, δηλαδή να διαφημίσει την εταιρεία του και τα προϊόντα της μέσω του διαδικτύου. Συγκεκριμένα ως ανέφερε η πρόταση του αφορούσε την αποστολή διαφημιστικών μηνυμάτων, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), σε 65,000 λήπτες έναντι των £500 πλέον Φ.Π.Α., ποσό που αντιστοιχεί σε €854,30 ευρώ πλέον 15% Φ.Π.Α. Όπως εξήγησε η ενάγουσα έχει στην κατοχή της τα στοιχεία των ηλεκτρονικών διευθύνσεων διαφόρων προσώπων και εταιρειών στους οποίους στέλλει διαφημιστικά μηνύματα των πελατών της και έτσι αντί να γίνεται διαφημιστική εκστρατεία μέσω έντυπου τύπου, η διαφήμιση γίνεται με ηλεκτρονικά μηνύματα. Αναφορικά με την επικοινωνία που είχε με τον κ. Ανδρέου κατέθεσε αντίγραφο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων (βλ. Τεκμήριο 2) τα οποία καταδεικνύουν, όπως υποστήριξε, την μεταξύ τους συμφωνία και συγκεκριμένα την εντολή που του έδωσε ο κύριος Ανδρέου να προχωρήσει με την διαφημιστική εκστρατεία ως αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Περί τις 12/12/2005 ο κ. Ανδρέου του απέστειλε, ως ανέφερε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τις δύο εικόνες που ήθελε να αποσταλούν ως μέρος της διαφημιστικής εκστρατείας, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Στη συνέχεια όπως ανέφερε έδωσε εντολή στον τεχνικό της ενάγουσας όπως προχωρήσει σε άμεση αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο αρχείο των 65,000 ηλεκτρονικών διευθύνσεων που διατηρούσε και/ή διατηρεί μέχρι σήμερα. Προς απόδειξη της αποστολής των εν λόγω μηνυμάτων παρουσίασε στο Δικαστήριο αναφορά από τον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, η οποία καταδεικνύει, όπως υποστήριξε, ότι κατά η περί την 21/12/2005 είχαν αποσταλεί συνολικά 65,744 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία περιείχαν τις εικόνες που αναφέρονται πιο πάνω (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 16/12/2005 εκδόθηκε από την ενάγουσα το τιμολόγιο υπ' αριθμό 5634 για τις προσφερόμενες από την ενάγουσα προς την εναγόμενη υπηρεσίες, για το ποσό των £575,00 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (βλ. Τεκμήριο 5). Ως αποτέλεσμα της αποστολής των επίδικων ηλεκτρονικών μηνυμάτων η κίνηση στην ιστοσελίδα της εναγόμενης αυξήθηκε εντούτοις, ήταν η θέση του ότι όπως φαίνεται και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον κ. Ανδρέου, η διαφημιστική εκστρατεία δεν επέφερε αύξηση στις πωλήσεις της εναγόμενης, με αποτέλεσμα η τελευταία να αρνείται την εξόφληση του τιμολογίου. Τόνισε δε ότι κατά την διάρκεια των τηλεφωνικών του συνομιλιών με τον κ. Ανδρέου (πριν τη διενέργεια της εκστρατείας) του είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του για το πιθανό αποτέλεσμα αυτής διαφημιστικής εκστρατείας, λόγω του ότι οι εικόνες που του είχε στείλει για να τις προωθήσει στους λήπτες των μηνυμάτων δεν ήταν καλές, υπό την έννοια ότι δεν ήταν τέτοιες ώστε να προσελκύουν το ενδιαφέρον των παραληπτών. Όπως υποστήριξε η εκτεταμένη και πολυετής του πείρα σε θέματα προώθησης προϊόντων στο διαδίκτυο τον έχει διδάξει ότι η παρουσίαση του προϊόντος είναι εξίσου, αν όχι και πιο σημαντική, από το ίδιο το προϊόν και στην προκειμένη περίπτωση οι εικόνες που θα στέλνονταν στο κοινό δεν πληρούσαν αυτή την προϋπόθεση. Εν πάσει περιπτώσει, όπως ανέφερε είχε εκτεταμένες συζητήσεις με τον κ. Ανδρέου επί του θέματος καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2005 έως και τον Γενάρη του 2006 όπου και οι μεταξύ τους συζητήσεις τερματίστηκαν χωρίς αποτέλεσμα. Η εναγόμενη, μέσω του κ. Ανδρέου, αρνήθηκε την εξόφληση του τιμολογίου με τον ισχυρισμό ότι η εκστρατεία δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την εναγόμενη όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό πλην όμως αυτή αρνείτο με την δικαιολογία ότι αγνοεί την μεταξύ τους συμφωνία και ότι οι εν λόγω υπηρεσίες δεν προσφέρθηκαν, βασιζόμενη στην αποτυχία της εκστρατείας να αποφέρει αύξηση στις πωλήσεις. Ο ίδιος υποστήριξε, σύμφωνα πάντα με τη δική του εκτίμηση και γνώμη ότι, η αποτυχία της διαφημιστικής εκστρατείας οφειλόταν στον κακό σχεδιασμό των εικόνων που αποτελούσαν τη διαφήμιση ως επίσης και στο ίδιο το αντικείμενο προς πώληση (βιβλίο) το οποίο δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ίδιος επέμεινε πάντως και δήλωσε στο Δικαστήριο ότι όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα στάλησαν κανονικά, όπως οι ίδιοι άλλωστε πράττουν σε πολλές άλλες περιπτώσεις για άλλους πελάτες. Η παρούσα δε ως ανέφερε είναι και η μόνη φορά που κατηγορήθηκαν ότι δεν έγινε η αποστολή των μηνυμάτων. Με την προφορική του μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση κλήθηκε μεταξύ άλλων να αναφέρει κατά πόσον ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος προέβη στην αλλοίωση του Τεκμηρίου
  10. Απαντώντας ανέφερε ότι το Τεκμήριο 4 είναι αυτόματη αναφορά (report) η οποία βγαίνει από το σύστημα και είναι τεχνικής φύσεως και ο οποιοσδήποτε μπορεί να αξιολογήσει το πως έχει δημιουργηθεί. Ερωτηθείς κατά πόσον στην εταιρεία τους μπορεί έστω και ένας υπάλληλος να μπει στο αρχείο και να προβεί σε αλλοιώσεις, απάντησε αρνητικά. Επίσης ανέφερε ότι η ενάγουσα ανήκει στο μεγαλύτερο μέρος της στην εταιρεία GAP Vasilopoullos Plc Ltd (εφεξής «GAP») η οποία είναι εισηγμένη στο ΧΑΚ και όπως ανέφερε το εν λόγω αρχείο ήταν ο λόγος που η πιο πάνω αναφερόμενη δημόσια εταιρεία έκανε πρόταση το 2002 για αγορά αυτού του αρχείου και συμπερίληψη του στον όμιλο εταιρειών της «GAP», διότι όπως υποστήριξε το εν λόγω αρχείο και τότε και τώρα, είναι το μεγαλύτερο αρχείο που υπάρχει στην Κύπρο και η συμφωνία που έγινε με την πιο πάνω δημόσια εταιρεία βασίστηκε πάνω στο μέγεθος του αρχείου αυτού και στο οικονομικό όφελος που θα μπορούσε να έχει η αναφερθείσα δημόσια εταιρεία, ως επίσης και οι πελάτες της οι οποίοι θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω αρχείο για προώθηση των υπηρεσιών και προϊόντων τους. Όπως ανέφερε έχουν κάνει 350 εκστρατείες (campaigns) και τα αποτελέσματα ήταν πάντοτε πάρα πολύ καλά και δεν είχαν οποιοδήποτε πρόβλημα με κάποιο πελάτη που αποτάθηκε σε αυτούς με σκοπό να προωθήσει τα προϊόντα και υπηρεσίες του ή να αυξήσει την κίνηση (traffic) στην ιστοσελίδα του. Αντεξετασθείς και ερωτηθείς να αναφέρει τι περιελάμβανε η συμφωνία του με τον κ. Ανδρέου ανέφερε ότι περιλάβανε την αποστολή του μηνύματος ως η πρώτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 3 σε 65.000 λήπτες και πρόσθεσε ότι οι ίδιοι απέστειλαν και τη δεύτερη φωτογραφία του Τεκμηρίου 3 δωρεάν σε ένδειξη καλής θέλησης. Ερωτηθείς πότε έγινε η συμφωνία ανέφερε ότι έγινε περί τον Δεκέμβριο του
  11. Ερωτηθείς πότε θα έπρεπε να σταλούν τα μηνύματα με βάση τη συμφωνία, υπέδειξε τα μέσα του Γενάρη χωρίς να είναι βέβαιος και αναφέροντας ότι πιθανόν να ήταν και κατά την περίοδο των εορτών. Σε υποβολή ότι δεν απέστειλε τα ηλεκτρονικά μηνύματα για το λόγο ότι του υπεβλήθη πρόστιμο από την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων η οποία και απαγόρευσε στην ενάγουσα να στέλνει τέτοια μηνύματα, ανέφερε ότι το πρόστιμο που υπεβλήθη στην ενάγουσα δεν ήταν για τα ηλεκτρονικά μηνύματα αλλά για μηνύματα μέσω τηλεφώνου (SMS). Ερωτηθείς πότε απέστειλε το τιμολόγιο ανέφερε ότι δεν θυμόταν, διότι όπως ανέφερε αυτό είναι κάτι που κάνει το λογιστήριο. Σε υποβολή ότι το τιμολόγιο απεστάλη το 2008, ήτοι ένα χρόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής, ανέφερε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Κληθείς να προσδιορίσει πότε στάλθηκε το τιμολόγιο Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι μάλλον θα στάλθηκε το 2006 και απέρριψε την πιθανότητα να στάλθηκε το 2007 ή 2008 διότι όπως υποστήριξε υπάρχει διαδικασία στο λογιστήριο και επέμεινε ότι το απέστειλε με ηλεκτρονική μορφή. Υποστήριξε δε ότι μπορεί το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα να ευρίσκεται καταχωρημένο στον server διότι όπως ανέφερε ο ίδιος δεν διαγράφει ηλεκτρονικά μηνύματα. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια και πως το τιμολόγιο το έστειλε το 2008, ανέφερε ότι δεν είναι αλήθεια διότι όπως υποστήριξε κάθε μήνα στέλνονται σε όλους τους πελάτες τα τιμολόγια και δεν εξαιρείται κανένας. Ερωτηθείς γιατί είναι ανυπόγραφο ανέφερε ότι στάλθηκε ηλεκτρονικώς και πρόσθεσε ότι στο χώρο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων είναι δύσκολο να υπογράφεις και να «σκανάρεις», γι'αυτό και οι ίδιοι εκδίδουν τα τιμολόγια βάσει της συμφωνίας και τα στέλνουν ηλεκτρονικώς και δεν χρησιμοποιούν τηλεομοιότυπο. Ερωτηθείς κατά πόσον ο κ. Ανδρέου τον επισκέφθηκε μαζί με τον τεχνικό του για να αποδείξει ο ίδιος στον κ.Ανδρέου και τον τεχνικό του ότι είχαν σταλεί τα μηνύματα απάντησε καταφατικά, ενώ κληθείς να επεξηγήσει γιατί δεν του παρουσίασε την απόδειξη ότι απεστάλησαν, ανέφερε ότι πράγματι δεν του παρουσίασε απόδειξη τότε, αλλά υποστήριξε πως το γεγονός ότι δεν του τα παρουσίασε τη δεδομένη στιγμή δεν σημαίνει ότι δεν είχαν σταλεί τα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα. Σε υπόδειξη του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στα πλαίσια διευθέτησης είχε δηλωθεί ότι ο κ. Ανδρέου θα επισκεπτόταν μαζί με τον τεχνικό του τα υποστατικά της ενάγουσας με σκοπό να του αποδειχθεί ότι όντως στάλθηκαν τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα και αν πράγματι του αποδεικνύετο κάτι τέτοιο, τότε θα αποδεχόταν την πληρωμή του ζητούμενου ποσού, απάντησε αναφέροντας ότι πράγματι δέχθηκε την επίσκεψη και ότι του τα έδειξε. Ερωτηθείς τι του έδειξε, ανέφερε ότι του έδειξε όλη τη βάση δεδομένων (database) και ο κ. Ανδρέου τον ρώτησε πως μπορούσε να ξέρει ότι στάλθηκαν τα συγκεκριμένα μηνύματα, και ως εκ τούτου ο ίδιος τηλεφώνησε στον τεχνικό της ενάγουσας και του ανέφερε ότι ο κ. Ανδρέου ήθελε επιπλέον αποδείξεις και του ζήτησε να μπει στο server και να βρει την αναφορά (report) και να του την στείλει πράγμα που ο εν λόγω τεχνικός έπραξε, αποστέλλοντας του το Τεκμήριο
  12. Ερωτηθείς κατά πόσον το Τεκμήριο 4 (αναφορά - report) σχετίζεται με στοιχεία που αφορούν ηλεκτρονικό υπολογιστή απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται. Ερωτηθείς αν μια τέτοια αναφορά (report) μπορεί να δημιουργηθεί οποιαδήποτε στιγμή, ανέφερε ότι πρόκειται για μια αναφορά (report) που αποστέλλεται όταν διενεργείται η αποστολή. Ανέφερε επίσης ότι όλες οι αναφορές (reports) είναι πανομοιότυπες και οι ίδιοι όταν στέλνουν στους πελάτες τους τέτοια report, στέλνουν αυτό που έχει και τους συνδέσμους (links) της ιστοσελίδας που σχετίζεται. Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανέφερε το θέμα ήταν «Greetings from Chr. Andreou Publishing» συμπληρώνοντας ότι δεν ήταν καν μήνυμα για πώληση, αλλά χριστουγεννιάτικο μήνυμα. Σε υποβολή ότι οι δύο σελίδες που παρουσίασαν δεν έχουν σχέση η πρώτη με τη δεύτερη ανέφερε προτού απαντήσει ότι τεχνικά θέματα δεν κατέχει και ότι σε σχέση με το ζήτημα αυτό μπορεί να κάνει λάθος. Στη συνέχεια προχώρησε να αναφέρει ό,τι αντιλαμβανόταν από το Τεκμήριο 4, για να καταλήξει ότι το Τεκμήριο 4 αποδεικνύει ότι όλα τα μηνύματα στάλθηκαν στις 21/12/
  13. Ερωτηθείς αν το Τεκμήριο 4 βγήκε από τον server της δικής του εταιρείας, ανέφερε ότι δεν υπάρχει τεκμήριο που να πιστοποιεί ότι είναι από το δικό του server ή κάποιου άλλου, αλλά όπως υποστήριξε τούτο δεν σημαίνει ότι δεν βγήκε από το δικό τους server. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 δεν έχει εκδοθεί από το δικό τους server επέμεινε στη θέση του ότι εκδόθηκε από τον server της ενάγουσας. Σε υποβολή ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που λέει ότι στάλθηκαν εν πάση περιπτώσει στάθληκαν σε λάθος περίοδο, ενώ ήταν ουσιώδες να σταλούν την περίοδο των εορτών ανέφερε ότι η διαφημιστική εκστρατεία (campaign) στάλθηκε την περίοδο των εορτών και το πρόβλημα δεν ήταν η περίοδος, αλλά το περιεχόμενο της διαφήμισης και ήταν αυτό που οδήγησε στην αποτυχία της εκστρατείας αυτής. Σε υποβολή ότι τον Δεκέμβριο είχαν πληροφορήσει τον κ. Ανδρέου ότι υπήρχε πρόβλημα στο σύστημα και ότι αυτός τους είπε να μην στείλουν τα ηλεκτρονικά μηνύματα, απάντησε ότι πράγματι υπήρχε πρόβλημα στον server αλλά ο κ. Ανδρέου τους είχε πει να τα αποστείλουν όσο το δυνατό πιο σύντομα. Σε υποβολή ότι οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν μετά το πέρας των εορτών, ανέφερε ότι αυτό πρώτη φορά το ακούει και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόσθεσε ότι ο αδελφότεχνος του κ. Ανδρέου τον επισκεπτόταν συχνά και μαζί με αυτόν προγραμμάτισαν την αποστολή των μηνυμάτων. Σε υποβολή ότι η ενάγουσα δεν προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία στην εναγομένη, αρνήθηκε την υποβολή αναφέροντας ότι προσέφερε τη συγκεκριμένη διαφημιστική εκστρατεία, στα πλαίσια της οποίας έστειλε και τη δεύτερη φωτογραφία του Τεκμηρίου 3 χωρίς χρέωση. Ανέφερε επίσης ότι θλίβεται που ευρίσκεται σε αυτή τη δίκη και πρόσθεσε πως εάν ο ίδιος ήταν 100% ιδιοκτήτης της ενάγουσας, δεν θα ασχολείτο με αυτό το θέμα. Σε περαιτέρω υποβολή ότι το Τεκμήριο 5 δεν στάλθηκε στις 16/12, ανέφερε ότι μπορεί να στάλθηκε και πιο μετά στις 31/12 με ηλεκτρονική μορφή και υποστήριξε ότι δεν αποστέλλεται από κάποιο άτομο αλλά μέσω server. Ερωτηθείς να υποδείξει από πού φαίνεται κάτι τέτοιο ανέφερε ότι δεν είχε μαζί του κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά ως ανέφερε θα μπορούσε να βρει το ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε μέσω του server και επέμεινε ότι είχε αποσταλεί, εκατόν τοις εκατόν όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Σε υποβολή ότι τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 4 μπορούν να αποτυπωθούν οποτεδήποτε και ότι το Τεκμήριο 4 δεν αποδεικνύει ότι στάλθηκε ο αριθμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ο ίδιος υποστήριξε ότι στάλθηκε, απάντησε ότι τα όσα του υποβλήθηκαν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και υποστήριξε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 στις 21/12/05 έγινε η αποστολή των μηνυμάτων. Για την εναγόμενη κατέθεσε ο διευθυντής της κ. Χρίστος Ανδρέου (ΜΥ1) ο οποίος ανέφερε ότι είναι και ιδιοκτήτης της ως επίσης και εκδότης και συγγραφέας και πρόεδρος του συνδέσμου ΕΛ.Α.ΖΩ. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης ανέφερε ότι το 2005 τον παρακάλεσε η σύζυγος του ΜΕ1 κα Alice, την οποία γνώριζε μέσω περιστάσεων που δεν ενδιαφέρουν για τους σκοπούς της παρούσης, να βοηθήσουν μια καμπάνια του συζύγου της. Ο τελευταίος στη συνέχεια του απέστειλε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο έλεγε ότι είχε στην κατοχή του 65,000 διευθύνσεις στο διαδίκτυο και ότι θα μπορούσε να στείλει διαφήμιση σε 65,000 άτομα. Ερωτηθείς ποια είναι επακριβώς η συμφωνία που έκανε με τον ΜΕ1 ανέφερε ότι «ήταν προφορική η συμφωνία και έλεγε ότι έχει 65000 διευθύνσεις και θα έστελλε ένα διαφημιστικό που θα φτιάχναμε εμείς για να μπορέσει να το στείλει πριν τα Χριστούγεννα». Ο ίδιος όπως ανέφερε ετοίμασε το διαφημιστικό Τεκμήριο
  14. Ήταν δε η θέση του ότι το Τεκμήριο 3 παραδόθηκε για να ξεκινήσει η εκστρατεία πριν τα Χριστούγεννα του 2005, αλλά όπως ανέφερε τούτο δεν κατέστη δυνατό διότι χάλασε το μηχάνημα της ενάγουσας και όπως τους αναφέρθηκε θα προσπαθούσαν να στείλουν τα ηλεκτρονικά μηνύματα το συντομότερο δυνατόν. Ερωτηθείς να αναφέρει πότε προέκυψε αυτό το τεχνικό πρόβλημα, ανέφερε ότι όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν έφευγαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα πριν τα Χριστούγεννα, πήρε ο ίδιος τηλέφωνο τον ΜΕ1 και αυτός του ανέφερε ότι προσπαθεί και ότι στάλθηκαν μόνο μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα μετά τα Χριστούγεννα και συγκεκριμένα στις 28/12/
  15. Αυτό όπως ανέφερε φαίνεται και από την μοναδική πώληση που έγινε στις 29/12/2005 σε κάποιον Αχιλλέα Μάρκου από το Στρόβολο. Ερωτηθείς να εξηγήσει πως ο ίδιος αντελήφθη ότι δεν έφευγαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα ανέφερε ότι είχαν μετρητή στη δική τους ιστοσελίδα για να βλέπουν πόσα hits γίνονται, δηλαδή πόσοι άνθρωποι μετέβαιναν στην ιστοσελίδα τους για να δουν το διαφημιστικό. Όπως υποστήριξε σύμφωνα με τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε, μόνο 2000 ηλεκτρονικά μηνύματα αποστάληκαν τα οποία έγιναν 125 hits. Δηλαδή στάλθηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα σε 2000 άτομα, αλλά άνοιξαν το ηλεκτρονικό μήνυμα για να δουν τη διαφήμιση μόνο 125 άτομα εκ των οποίων ο ένας αγόρασε το ένα βιβλίο. Όπως υποστήριξε παρά τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις για να τους δώσει (ο ΜΕ1) ακριβή αριθμό αποστολής δεν τους τον έδιδε. Κατέθεσε σχετική αλληλογραφία με τον ΜΕ1 και ανέφερε ότι επικοινώνησε πολλές φορές μαζί του και ζήτησε από αυτόν να του δείξει ότι είναι υπαρκτό το file των 65,000 διευθύνσεων. Επίσης του ζήτησε να μεταβεί εκεί ο ίδιος μαζί με τον τεχνικό του για να δουν απλά αν ήταν υπαρκτό, αν έχει διπλογραφές για να μπορέσουν έτσι να αποδεχθούν ότι υπάρχει ένα τέτοιο file. Ο ίδιος αρνείτο να τους το δείξει διότι όπως τους ανέφερε ήταν εμπιστευτικό. Του υπέδειξαν ότι οι ίδιοι δεν ήθελαν να πάρουν το ίδιο το file, αλλά απλά ήθελαν να ελέγξουν αν είναι υπαρκτά αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα, αλλά ο ίδιος επέμενε να μην τους το δείχνει. Επίσης ανέφερε ότι ζήτησε από το Δικαστήριο να μεταβεί για να του υποδείξει ο ΜΕ1 το υπαρκτό file, αλλά δυστυχώς ουδέποτε του το έδειξε με τον ισχυρισμό ότι το κατέστρεψε, πράγμα το οποίο όπως υποστήριξε παραδέχεται και ο ίδιος ο ΜΕ1 στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που περιέχεται στο Τεκμήριο 6, διότι είχε καταδικαστεί από το Δικαστήριο σε ποινή Λ.Κ.1500 για την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ερωτηθείς πότε πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι όφειλε αυτό το ποσό ανέφερε ότι προφορικά του ζήτησε την πληρωμή λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2006, όμως τιμολόγιο πήρε στα χέρια του για πρώτη φορά από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Ερωτηθείς πότε είδε για πρώτη φορά το τιμολόγιο Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι το είδε το 2008 όταν έγινε η αγωγή και στάλθηκαν τα τεκμήρια στο δικηγόρο του. Προηγουμένως, όπως υποστήριξε δεν του στάλθηκε ούτε μέσω ταχυδρομείου ούτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οτιδήποτε, αλλά μόνο προφορικά του ζητείτο να πληρώσει. Επίσης όπως ανέφερε του στάλθηκε και μια αναφορά (report) μέσω του δικηγόρου της ενάγουσας, ήτοι το Τεκμήριο
  16. Ευθύς όπως ανέφερε αντιλήφθηκε ότι αυτό το έγγραφο έγινε εκ των υστέρων και μάλιστα στην ηλεκτρονική ορολογία «ανορθόγραφα», δηλαδή δεν έγινε με το σωστό τρόπο. Ερωτηθείς να αναφέρει πως μπορεί να τα αναφέρει αυτά ανέφερε ότι το εξακρίβωσε μέσω τεχνικού. Ερωτηθείς εκ νέου να αναφέρει ποια ήταν η συμφωνία τους ανέφερε ότι ο ΜΕ1 είχε μια λίστα από 65000 άτομα ή ηλεκτρονικές διευθύνσεις στα οποία θα μπορούσε να στείλει το διαφημιστικό πριν τα Χριστούγεννα. Όπως όμως τους πληροφόρησε μετά από διαμαρτυρία τους ότι δεν έφευγαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα Χριστούγεννα ο server τους ήταν χαλασμένος. Όπως περαιτέρω ανέφερε όταν μετά από εντολή του Δικαστηρίου το 2012 μετέβη στο γραφείο του ΜΕ1 αυτός τους έδειξε μόνο την αναφορά (report) και στην απαίτηση του να δει και τα ονόματα και όλο το file, ο ΜΕ1 τους έδειξε τελικά ένα άλλο file το οποίο μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τον τεχνικό της εναγομένης με την άδεια της ενάγουσας, διαπιστώθηκε ότι είχε δημιουργηθεί το
  17. Όπως ανέφερε όσοι γνωρίζουν από υπολογιστές αντιλαμβάνονται ότι σε κάθε file υπάρχει η ημερομηνία που αυτό δημιουργήθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που τους έδειξε είχε δημιουργηθεί το 2007 και μάλιστα αφορούσε 250,000 διευθύνσεις και όχι 65,
  18. Ερωτηθείς να αναφέρει τι θεωρεί τη συμφωνία του με την ενάγουσα ανέφερε ότι δεν έστειλε τα συμφωνηθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα πλην ίσως 2000 αντί 65,000 που τους είχαν αναφέρει και τα οποία στάλθηκαν μετά τις 27-28 Δεκεμβρίου του 2005, πράγμα το οποίο ως ανέφερε συμπεραίνει από τη μοναδική πώληση των Λ.Κ.
  19. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς να αναφέρει αν μπορεί να αποδείξει με μαρτυρία ότι δεν στάλθηκαν τα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα, ανέφερε ότι εφόσον το file είναι ανύπαρκτο και δεν του το έδειξαν, δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να αποδείξει ο,τιδήποτε για κάτι ανύπαρκτο. Ήταν η θέση του πως αν η ενάγουσα ήταν ειλικρινής θα έπρεπε να του το δείξει πράγμα που δεν το έπραξε. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι εφόσον η ενάγουσα αρνείται να του δείξει ότι είναι υπαρκτό, δεν μπορεί και ο ίδιος να επιβεβαιώσει κάτι ανύπαρκτο. Όσον δε αφορά στην αναφορά Tεκμήριο 4, ανέφερε ότι αυτό εύκολα μπορεί ένας πρωτοετής φοιτητής να το κατασκευάσει σε μερικά λεπτά. Σε υποβολή ότι ο ΜΕ1 είχε αναφέρει ότι έστειλε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα μαζί στις 21/12/2005, απάντησε ότι ο ΜΕ1 μπορεί να λέει όσα ψέματα θέλει, αλλά επέμεινε ότι ουδέποτε απέδειξε ότι έχει file με 65, 000 διευθύνσεις και παρ' όλες τις αλλεπάληλες εκκλήσεις του ίδιου ουδέποτε του έδειξε το file και πρόσθεσε ότι δεν δέχεται τον προφορικό λόγο του ΜΕ1 του οποίου κινδύνευσε η δουλειά λόγων των λαθών που έκανε και ο οποίος τον παρακάλεσε να δεχθεί να πληρώσει την απαίτηση για να μην χάσει τη δουλειά του (ο ΜΕ1). Σε υποβολή ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ίδιου και ότι ποτέ δεν τέθηκε τέτοια θέση στον ΜΕ1, ανέφερε ότι δεν πρόκειται για σκέψη δική του αλλά την πραγματικότητα. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο ΜΕ1 πήρε και τηλέφωνο τον προγραμματιστή της εναγομένης κ. Ν. Ανδρέου και τον παρακάλεσε να δεχθεί τα στοιχεία του και να πείσει και τον ίδιο το ΜΥ1 να τα δεχθεί, σε μια απόπειρα να επηρεάσει, όπως υποστήριξε, το μάρτυρα. Σε υποβολή ότι ψεύδεται και ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο ανέφερε ότι λυπάται διότι είναι γνωστός σε όλους για την ειλικρίνεια του. Ερωτηθείς ποια είναι η σχέση του με τον Ν. Ανδρέου ανέφερε ότι είναι γιος του αδελφού του και εδώ και πολλά χρόνια αποφοίτησε από τον κλάδο των ηλεκτρονικών υπολογιστών και έχει όλα τα προγράμματα της εναγομένης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολούθησω με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, την ειλικρίνεια τους, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την μνήμη και τους και εν γένει την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος κατά την αξιολόγηση σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αρχίζοντας με τον ΜΕ1 πρέπει να πω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου πειστική αφού περιείχε ουσιαστικές αντιφάσεις σε αρκετά σημεία, ενώ σε άλλα ήταν ασαφής και σε κάποια άλλα παρουσίαζε κενά αφού ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των ζητημάτων για οποία κατέθετε, παρ' όλο ότι στην αρχή της μαρτυρίας του ανέφερε ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται του είναι προσωπικά γνωστά από την προσωπική του ανάμειξη και άμεση εμπλοκή με το θέμα. Και εξηγώ. Κατ' αρχήν η μαρτυρία του σε σχέση με το ζήτημα της αποστολής του τιμολογίου Τεκμήριο 5 σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει από την προσωπική του ανάμειξη και εμπλοκή και καθε άλλο παρά θετική μπορεί να χαρακτηριστεί. Και τούτο διότι ενώ αρχικά ερωτηθείς πότε απέστειλε το τιμολόγιο ανέφερε ότι δεν θυμόταν, διότι όπως ανέφερε αυτό είναι κάτι που κάνει το λογιστήριο, στη συνέχεια και σε υποβολή ότι το τιμολόγιο απεστάλη το 2008, ανέφερε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Εύλογα βέβαια δημιουργείται το ερώτημα πως ενώ δεν θυμόταν πότε στάλθηκε, αφού όπως ανέφερε αυτό είναι κάτι που κάνει το λογιστήριο, στη συνέχεια ήταν σε θέση να απορρίψει ως αναληθή την υποβολή ότι στάλθηκε το
  1. Κληθείς δε στη συνέχεια να προσδιορίσει συγκεκριμένα πότε στάλθηκε το τιμολόγιο Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι μάλλον θα στάλθηκε το 2006 και απέρριψε την πιθανότητα να στάληκε το 2007 ή 2008, χωρίς όμως και πάλι να δίδει κάποια θετική αιτιολογία ή εξήγηση ως προς το που βάσιζε τη θέση του. Αντίθετα υποστήριξε την πιο πάνω θέση του βασιζόμενος στο ότι, ως υποστήριξε, υπάρχει διαδικασία στο λογιστήριο με βάση την οποία κάθε μήνα στέλνονται σε όλους τους πελάτες τα τιμολόγια και δεν εξαιρείται κανένας, χωρίς όμως να μπορεί να απαντήσει συγκεκριμένα για τη δεδομένη περίπτωση. Παρ' όλο δε που υποστήριξε ότι το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο στάλθηκε το τιμολόγιο μπορεί να ευρίσκεται καταχωρημένο στον server διότι όπως ανέφερε ο ίδιος δεν διαγράφει ηλεκτρονικά μηνύματα, τίποτε σχετικό προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και προσήλθε οποιοδήποτε άτομο από το λογιστήριο της ενάγουσας για να καταθέσει σχετικά. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας ερωτήθηκε συγκεκριμένα να υποδείξει από πού προκύπτει η θέση του αυτή ως προς την αποστολή του τιμολογίου προγενέστερα από το 2008 που ήταν η θέση της υπεράσπισης και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανέφερε ότι θα μπορούσε να βρει το ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε μέσω του server. Παρά ταύτα ως και πιο πάνω αναφέρω, τίποτε δεν προσκόμισε και απλά επέμεινε στη θέση του ότι το Τεκμήριο 5 είχε αποσταλεί, «εκατόν τοις εκατόν» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Άλλο ζήτημα που προβληματίζει είναι το γεγονός ότι η θέση του ότι η αποστολή τιμολογίων είναι κάτι που κάνει το λογιστήριο, θέση η οποία άφηνε ξεκάθαρα να νοηθεί ότι κάποιο πρόσωπο από το λογιστήριο προβαίνει στην αποστολή των τιμολογίων, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που επίσης πρόβαλε στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή το τιμολόγιο δεν αποστέλλεται από κάποιο άτομο αλλά μέσω του server. Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης στο εξής σημείο. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η ενάγουσα κατόπιν εντολής ή και παράκλησης ή και οδηγιών ή και εξουσιοδότησης της εναγόμενης προσέφερε σε αυτήν διάφορες υπηρεσίες που σχετίζονται με τις εργασίες που η ίδια η ενάγουσα παρέχει και για το λόγο αυτό εξέδωσε στο όνομα της εναγόμενης το τιμολόγιο που φέρει διακριτικό αριθμό 5634 στο οποίο αναγράφετο κάθε υπηρεσία που προσέφερε στην εναγόμενη. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής της και κατά ή περί την 16/12/2005 εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των Λ.Κ.
  2. Παρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς, ο ίδιος ο ΜΕ1 με τη μαρτυρία του δεν έκανε αναφορά σε πληρωμές που έγιναν έναντι του τιμολογίου 5634 ως αποτέλεσμα των οποίων παρέμεινε να οφείλεται το ποσό των Λ.Κ. 575, αλλά σε μια και μοναδική συναλλαγή με την εναγόμενη, ήτοι την επίδικη, που αφορούσε το ποσό των ΛΚ575 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. σε σχέση με την οποία εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο Τεκμήριο 5 το οποίο δεν εξοφλήθηκε. Έρχομαι τώρα και στο ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας του που αφορούσε τα περί εκπλήρωσης της συμφωνίας την οποία ισχυρίστηκε ότι σύναψε με την εναγόμενη. Προτού όμως αναλύσω το θέμα αυτό , θεωρώ ορθό να επισημάνω το εξής σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας. Η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης επί του προκειμένου ήταν ότι η ίδια απέρριψε την πρόταση της ενάγουσας για αποστολή έναντι αμοιβής διαφημιστικών μηνυμάτων και ότι στη συνέχεια η ενάγουσα πρότεινε στην εναγομένη όπως η πρώτη αποστείλει δοκιμαστικά και χωρίς οποιαδήποτε χρέωση μερικά διαφημιστικά μηνύματα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), τα οποία η εναγόμενη θα έστελλε εντός του Δεκεμβρίου
  3. Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2005, όπως η εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της, η ενάγουσα πληροφόρησε την εναγομένη ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο σύστημα και θα καθυστερούσε η αποστολή των δοκιμαστικών μηνυμάτων και η εναγομένη ανέφερε στην ενάγουσα ότι δεν επιθυμεί καμία συνεργασία και ότι δεν χρειάζεται τις υπηρεσίες της και/ή δεν αποδέχεται οποιαδήποτε πρόταση της. Στη συνέχεια και εντός του έτους 2008, η εναγομένη σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έλαβε το αναφερόμενο στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης τιμολόγιο, δια ισχυριζόμενες προσφερόμενες υπηρεσίες προς την εναγομένη. Παρά όμως τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην υπεράσπιση ότι η συμφωνία που έγινε ήταν για δοκιμαστική και χωρίς χρέωση αποστολή μηνυμάτων, αφού η εναγόμενη ουδέποτε απεδέχθη την έναντι αμοιβής αποστολή μηνυμάτων, τέτοια θέση δεν υπεβλήθη στο ΜΕ1, και επομένως η ύπαρξη συμφωνίας για αποστολή 65,000 μηνυμάτων με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 έναντι της αμοιβής που ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, θεωρώ ότι δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία, αφού δεν τέθηκε καμία σχετική προς τούτο ερώτηση ή υποβολή προς τον ΜΕ
  4. Ούτε άλλωστε ο ΜΥ1 ανέφερε κάτι τέτοιο με τη μαρτυρία του. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν η συνέχιση ισχύος της συμφωνίας αυτής (και σίγουρα η εκπλήρωση της), αφού η θέση που προωθήθηκε με την αντεξέταση ήταν ότι λόγω της ενημέρωσης της εναγόμενης περί ύπαρξης βλάβης στο server της ενάγουσας κατά την περίοδο των εορτών, η εναγόμενη δεν επιθυμούσε τη συνεργασία με την ενάγουσα και ενημέρωσε προς τούτο την ενάγουσα. Όμως τέτοια θέση δεν προώθησε ο ΜΥ1 με τη μαρτυρία του αφού παρά το ότι έκανε αναφορά στο ότι ενημερώθηκε ότι ο server της ενάγουσας είχε χαλάσει, δεν ανέφερε πουθενά ότι ζήτησε να εγκαταλειφθεί η συμφωνία λόγω του γεγονότος αυτού και επομένως ούτε και αυτή η θέση θεωρώ ότι ευσταθεί. Σημειώνω δε ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την μεταξύ των μερών αλληλογραφία και συγκεκριμένα το ηλεκτρονικό μήνυμα που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 ημερομηνίας 4/1/2006 το οποίο απεστάλη από τον ΜΥ1 προς τον ΜΕ1, στο οποίο δεν παρατηρείται οποιαδήποτε αντίδραση του ΜΥ1 στη βάση των όσων πιο πάνω αναφέρονται, κάτι το οποίο θα αναμένετο να αναφερθεί από τον ΜΥ1 αν η θέση του περί εγκατάλειψης της συμφωνίας ήταν πραγματική. Αντίθετα ό,τι προκύπτει είναι αμφισβήτηση μόνο του ότι πράγματι στάλθηκε το μήνυμα σε 65,000 παραλήπτες. Παρά τα πιο πάνω τα οποία οδηγούν στην αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως προς την ύπαρξη συμφωνίας για αποστολή 65,000 ηλεκτρονικών μηνυμάτων έναντι της αμοιβής που ανέφερε, σημειώνω ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε θα έπρεπε να αποσταλούν τα μηνύματα με βάση τη συμφωνία αφού ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση του, υπέδειξε τα μέσα του Γενάρη αναφέροντας όμως ότι μπορεί να ήταν και την περίοδο των εορτών χωρίς σε κάθε περίπτωση να είναι βέβαιος ως προς το τι συμφωνήθηκε. Επομένως σε σχέση με αυτό το ζήτημα, θεωρώ ότι η μαρτυρία του είχε κενό, το οποίο όμως με δεδομένη τη θέση του ότι η συμφωνία εν πάση περιπτώσει εκπληρώθηκε στις 21/12/2005 (ήτοι πριν τα Χριστούγεννα του 2005 που ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι θα έπρεπε να αποσταλούν τα μηνύματα), δεν έχει και τόση σημασία. Τώρα σε σχέση με το ζήτημα της εκπλήρωσης της συμφωνίας με την αποστολή των 65,000 μηνυμάτων από την ενάγουσα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το συγκεκριμένο μήνυμα που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 3 απεστάλη στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που περιέχονται στο αρχείο της ενάγουσας, αλλά χωρίς να έχει προσωπική γνώση περί του θέματος, αφού δεν είχε ο ίδιος προβεί στην αποστολή των μηνυμάτων, όπως ήταν σαφές από τη μαρτυρία του. Υπενθυμίζεται ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε σχετικά ότι ο ίδιος έδωσε εντολή στον τεχνικό της ενάγουσας να αποστείλει τα μηνύματα. Ο ίδιος έδωσε πολλή έμφαση στο ότι το σχετικό αρχείο το οποίο περιείχε τις 65,000 ηλεκτρονικές διευθύνσεις είναι υπαρκτό και μεγάλης αξίας, γεγονός το οποίο βέβαια ακόμα και εάν ευσταθεί, δεν είναι σχετικό με το ζητούμενο που είναι η αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος στους λήπτες που περιέχονται στο αρχείο. Με άλλα λόγια ακόμα και αν υπήρχε ή υπάρχει το εν λόγω αρχείο, τούτο δεν αποδεικνύει ούτε και εξυπακούει ότι πράγματι απεστάλη και το σχετικό μήνυμα που αφορούσε την εναγομένη σε όλους αυτούς τους λήπτες που ισχυρίστηκε η ενάγουσα, στην απουσία σχετικής προς τούτο μαρτυρίας. Έρχομαι τώρα και στην αναφορά Τεκμήριο 4, την οποία ο ΜΕ1 παρουσίασε ως απόδειξη αποστολής του εν λόγω μηνύματος στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που περιέχονται στο αρχείο της ενάγουσας. Κατ' αρχήν θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 4 δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη δεν είναι ορθή και δεν υποστηρίζεται από τα πρακτικά, αφού πέραν του ότι έγινε συγκεκριμένη υποβολή στον ΜΕ1 περί μη παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα στην εναγόμενη, έγινε και συγκεκριμένη υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 δεν εκτυπώθηκε από τον server της ενάγουσας και περαιτέρω ότι τούτο δεν αποδεικνύει ότι απεστάλησαν τα μηνύματα που ισχυρίζεται η ενάγουσα. Με δεδομένη λοιπόν την αμφισβήτηση του Τεκμηρίου 4 ως απόδειξη της αποστολής των σχετικών μηνυμάτων, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει ποια βαρύτητα μπορεί να του αποδώσει. Το Τεκμήριο 4 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία περιέχεται σε έγγραφο. Η κατάθεση τέτοιας μαρτυρίας δεν αποκλείεται με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9 (βλ. άρθρο 24 του Νόμου ως ετροποποιήθη με τον Ν. 32(Ι)/2004), εξ ου και επετράπη στο μάρτυρα να καταθέσει το εν λόγω τεκμήριο, πλην όμως η βαρύτητα που θα δοθεί σε τέτοια μαρτυρία επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο για να καταλήξει λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων και των όσων αναφέρονται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9 ως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 4 του Ν. 32(Ι)/
  5. Στην προκειμένη περίπτωση το Τεκμήριο 4 δεν ετοιμάστηκε ούτε εκτυπώθηκε από τον ΜΕ1 ο οποίος το κατέθεσε, αφού η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι το εν λόγω έγγραφο δημιουργείται στο σύστημα κατά τον χρόνο αποστολής των μηνυμάτων και ο ίδιος το έλαβε από τον τεχνικό της ενάγουσας, ο οποίος το είχε, σύμφωνα πάντα με τη θέση του ΜΕ1, εκτυπώσει από αυτό. Σημειώνω ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 που κατέθεσε το εν λόγω έγγραφο δεν μπορούσε να το αναγνώσει ούτε και να αντιληφθεί τι ακριβώς αναγράφετο σε αυτό. Πρόκειται δε για ένα έγγραφο το οποίο στο μεγαλύτερο του μέρος δεν μπορεί να διαβαστεί από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν την απαιτούμενη κατάρτιση στη συγκεκριμένη γλώσσα προγραμματισμού που χρησιμοποιείται. Με άλλα λόγια το έγγραφο αυτό δεν είναι αναγνώσιμο, αφού δεν έχει στο μεγαλύτερο του μέρος λεκτικό περιεχόμενο αλλά ενδείξεις και σημεία που προφανώς έχουν κάποια σημασία, σε κάποια όμως γλώσσα προγραμματισμού την οποία το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται όπως άλλωστε ούτε και ο μάρτυρας που την κατέθεσε, ο οποίος μάλιστα σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ανέφερε ρητά ότι δεν αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, και περαιτέρω ότι αυτό αφορά σε τεχνικά θέματα τα οποία δεν κατέχει και προειδοποίησε το Δικαστήριο ότι τα όσα σχετικά με το Τεκμήριο 4 αναφέρει μπορεί να είναι και λανθασμένα. Σε κάθε περίπτωση ήταν πέρα από προφανές ότι τα όσα ο ΜΕ1 επιχείρησε να αναφέρει σε σχέση με το Τεκμήριο 4 προέρχονταν από υποθέσεις και εικασίες στις οποίες προέβαινε ο μάρτυρας με βάση τα όσα ελάχιστα μπορούσαν να αναγνωσθούν από το έγγραφο και δεν απέρρεαν από τη συνολική και πραγματική αντίληψη του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου. Το δε πρόσωπο το οποίο είχε σύμφωνα με τη θέση του ΜΕ1 προβεί στην αποστολή του μηνύματος στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που ισχυρίζεται η ενάγουσα και είχε εκτυπώσει το Τεκμήριο 4 και θα ήταν σε θέση ενδεχομένως να εξηγήσει τον τρόπο που δημιουργήθηκε αλλά και ποιο είναι το περιεχόμενο του, για λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο δεν προσήλθε να καταθέσει, παρ' όλο ότι δόθηκαν προς τούτο σχετικές αναβολές και χρόνος στην ενάγουσα. Υπό τις περιστάσεις δε της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι ήταν και εύλογο και αναμενόμενο, ιδιαίτερα υπό το φως της αμφισβήτησης της παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα, ως και του ίδιου του Τεκμηρίου 4, να κληθεί ο αρμόδιος μάρτυρας που προέβη στην ισχυριζόμενη αποστολή των μηνυμάτων και εκτύπωσε το Τεκμήριο 4 και το αντιλαμβάνεται, για να καταθέσει, πράγμα το οποίο δεν έγινε, χωρίς όμως να αναφερθεί ο,τιδήποτε το οποίο να καθιστούσε ανέφικτη την κλήτευση του εν λόγω προσώπου (βλ. άρθρο 27
(2)(α) του Κεφ. 9). Πέραν τούτου οι περιστάσεις μέσω των οποίων εισάγεται η εξ ακοής μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση ήτοι μέσω ενός εγγράφου που δεν μπορεί να διαβαστεί από το Δικαστήριο ούτε και από το μάρτυρα ο οποίος το κατέθεσε, θεωρώ ότι δεν διευκολύνει την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας που μπορεί να δοθεί στο εν λόγω έγγραφο, αντίθετα την παρεμποδίζει (βλ. άρθρο 27
(2)(η) του Κεφ.9) δημιουργώντας έτσι και πρόσθετες αμφιβολίες για τη γνησιότητα της εκδοχής της ενάγουσας επί του προκειμένου. Εν τέλει αποτελεί κρίση μου ότι η ενάγουσα ενώ είχε την ευχέρεια, απέτυχε να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία σε σχέση με ένα πολύ ουσιαστικό για την υπόθεση ζήτημα, χωρίς να δοθεί προς τούτο καμία εξήγηση ή δικαιολογία (βλ. άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9). Πέραν των πιο πάνω τα οποία θεωρώ ότι αποτελούν επαρκείς λόγους για να μην αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 4, θέλω να σημειώσω ότι περαιτέρω λόγο για την μη απόδηση οποιασδήποτε βαρύτητας στο εν λόγω έγγραφο, συνιστά και η εξής σοβαρότατη αντίφαση που παρατηρείται στη μαρτυρία του ΜΕ1 και η οποία σχετίζεται άμεσα με το έγγραφο αυτό. Συγεκριμένα ενώ ο ίδιος ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί απόδειξη ότι όλα τα μηνύματα απεστάλησαν στις 21/12/2005 και ενώ και ο ίδιος προώθησε αυτή τη θέση με τη μαρτυρία του, στο Τεκμήριο 2, που αποτελεί την ηλεκτρονική αλληλογραφία του ΜΕ1 με τον ΜΥ1 (μεταξύ άλλων) και την οποία ο ίδιος ο ΜΕ1 κατέθεσε, γίνεται αναφορά σε παρτίδα (batch) 2000 ηλεκτρονικών μηνυμάτων που στάληκαν τελευταία και επέφεραν 125 hits στην ιστοσελίδα της εναγομένης και στο ότι τότε (δηλαδή όταν απεστάλησαν αυτά τα τελευταία 2000 ηλεκτρονικά μηνύματα) ήταν που τοποθετήθηκε μετρητής στην ιστοσελίδα της εναγομένης και τέλος πως αν ο μετρητής τοποθετείτο από την αρχή της διαφημιστικής εκστρατείας ο αριθμός επισκεπτών στην ιστοσελίδα της εναγομένης θα ήταν μεγαλύτερος. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 2, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 4/1/2006 που απευθύνεται στον ΜΥ1 από τον ΜΕ1 αναφέρονται τα εξής μεταξύ άλλων: « Dear Christos, Happy New Year. I would like to make a few points clear for the record. *The last 2,000 emails generated 125 hits on your website. *If youρ website had a counter for the complete campaign the number of visitors to your site would be over 5,
  1. .» (η έμφαση δική μου) Σε άλλο δε σημείο του Τεκμηρίου 2 (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα 9/2/2006 από τον ΜΕ1 προς τον ΜΥ1) αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Dear Chris, The last batch of 2,000 emails generated a further 200 visits to your website. That is when we had put the counter on . If we had the counter when the campaign began, we would have had around 6,000 visitors to your site. .» (η έμφαση δική μου) Οι αναφορές αυτές κατά την κρίση μου πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ΜΕ1 και δημιουργούν σοβαρότατες αμφιβολίες για την ορθότητα των όσων ο ιδιος ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι αναφέρονται στο Τεκμήριο 4, και συγκεκριμένα του ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί απόδειξη ότι όλα τα μηνύματα στάλθηκαν μαζί στις 21/12/
  2. Και τούτο διότι η πιο πάνω αλληλογραφία που προέρχεται από τον ίδιο τον ΜΕ1 αφήνει ξεκάθαρα να νοηθεί ότι η εκστρατεία δεν ολοκληρώθηκε με την αποστολή όλων των ηλεκτρονικών μηνυμάτων με μιας και συγκεκριμένα στις 21/12/2005, αλλά τουλάχιστον μια παρτίδα 2000 ηλεκτρονικών μηνυμάτων στάλθηκε ξεχωριστά. Επομένως εάν όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην πιο πάνω αλληλογραφία, τουλάχιστον 2000 ηλεκτρονικά μηνύματα στάλθηκαν ξεχωριστά, εύλογα δημιουργείται το ερώτημα πως ο μάρτυρας παρουσίασε αναφορά η οποία σύμφωνα πάντα με τον ίδιο αποδείκνυε ότι όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα στάλθηκαν στις 21/12/2005 και πως ο ίδιος με τη μαρτυρία του προώθησε αυτή τη θέση, προσπαθώντας να πείσει και το Δικαστήριο για την ορθότητα της. Παράλληλα και με βάση τα όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρονται, εύλογα ερωτηματικά δημιουργούνται ως προς την αλήθεια της απάντησης του ΜΕ1 στην ερώτηση του συνηγόρου της ενάγουσας κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με το κατά πόσον στην εταιρεία τους μπορεί έστω και ένας υπάλληλος να μπει στο αρχείο και να προβεί σε αλλοιώσεις, ερώτηση στην οποία η απάντηση του ήταν αρνητική. Συνακόλουθα και για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν είμαι διατεθειμένη να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο
  3. Η δε θέση του ΜΕ1 ότι το εν λόγω μήνυμα απεστάλη σε όλες τις διευθύνσεις που περιέχονται στο αρχείο και ότι η ενάγουσα εκπλήρωσε τη συμφωνία, με δεδομένες τις πολλές και ουσιαστικές αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε ο μάρτυρας αλλά και το ότι ο ίδιος δεν ήταν το πρόσωπο που προέβη στην ισχυριζόμενη αποστολή των μηνυμάτων και δεν κλήθηκε το πρόσωπο που προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε αιτιολογία και με δεδομένη επίσης την μη απόδωση οποιασδήποτε βαρύτητας στο Τεκμήριο 4 για τους λόγους που εξήγησα, κρίνω ότι θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία και χωρίς κανένα ενδοιασμό. Στην πιο πάνω κατάληξη μου για τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ1, πέραν από τις αντιφάσεις και κενά και ασάφειες της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, υπόψη έλαβα και το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας είχε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, αφού ο ίδιος είναι ο διευθυντής και το πρόσωπο που διαχειρίζεται την ενάγουσα εταιρεία και παρ' όλο που δεν είναι εκατόν τοις εκατόν ιδιοκτήτης ως ανέφερε, φαίνεται ότι έχει κάποιο ιδιοκτησιακό συμφέρον σε αυτή. Το γεγονός δε ότι όπως ο ίδιος υποστήριξε η ενάγουσα έκανε πολλές εκστρατείες και δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με κάποιο πελάτη που αποτάθηκε σε αυτήν, σίγουρα δεν μπορεί να μεταβάλει τα πιο πάνω αφού ακόμα και αν ευσταθεί, πράγμα που το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αφού ο ΜΕ1 κρίθηκε αναξιόπιστος, δεν αποκλείει την πιθανότητα στην προκειμένη περίπτωση για τον οποιοδήποτε λόγο η αποστολή να μην διενεργήθηκε. Ερχόμενη στον ΜΥ1 πρέπει να πω ότι ούτε αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ' αρχήν πολλές εκ των θέσεων του δεν τέθηκαν στο ΜΕ1 ενόσω αυτός κατέθετε χωρίς για αυτό να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση και ως εκ τούτου δεν προτίθεμαι να τις λάβω υπόψη αφού θεωρώ ότι είναι μονόπλευρες (βλ. Νεοπτόλεμος Γεωργίου v. Ρ. Γεωργίου Εφ. 16/2006 ημερομηνίας 11/2/2010), ενώ περαιτέρω θεωρώ ότι δημιουργούν και εύλογες αμφιβολίες για την αξιοπιστία του μάρτυρα και της εκδοχής του. Τέτοια ήταν μεταξύ άλλων η θέση του ότι κινδύνευσε η δουλειά του ΜΕ1 λόγω λαθών που έκανε και πως ο ΜΕ1 παρακάλεσε τον ίδιο να αποδεχθεί τη χρέωση και να πληρώσει για να μην χάσει τη δουλειά του. Άλλη τέτοια θέση του ήταν ότι ο ΜΕ1 πήρε και τηλέφωνο τον προγραμματιστή της εναγομένης κ. Ν. Ανδρέου και τον παρακάλεσε να δεχθεί τα στοιχεία του και να πείσει και τον ίδιο τον ΜΥ1 να τα δεχθεί σε μια απόπειρα να επηρεάσει το μάρτυρα. Άλλη τέτοια θέση ήταν ότι όταν μετέβησαν στα υποστατικά της ενάγουσας για να τους υποδειχθεί το αρχείο της ενάγουσας τους υπεδείχθη κάποιο άλλο άσχετο αρχείο το οποίο είχε δημιουργηθεί το 2007 και το οποίο μάλιστα αφορούσε 250,000 διευθύνσεις. Από την άλλη δεν μου διαφεύγει ότι ο ίδιος με τη μαρτυρία του προώθησε θέση η οποία δεν δικογραφείται και συγκεκριμένα ότι τα επίδικα μηνύματα δεν απεστάλησαν για το λόγο ότι υπεβλήθη πρόστιμο στην ενάγουσα από την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων η οποία και απαγόρευσε στην ενάγουσα να στέλνει τέτοια μηνύματα, η οποία επίσης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και προσθέτει στην αρνητική εντύπωση που εν γένει άφησε ο μάρτυρας. Η δε θέση του ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι μόνο 2000 ηλεκτρονικά μηνύματα αποστάληκαν τα οποία έγιναν 125 hits είναι και παραπλανητική και λανθασμένη, αφού δεν προκύπτει κάτι τέτοιο ούτε από τα πρακτικά της διαδικασίας ούτε και από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Το τι ο μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με το θέμα αυτό έχει αναλυθεί πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ
  4. Πέραν τούτου η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής σε ουσιώδη σημεία, αφού παρά το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση του ερωτήθηκε πέραν της μιας φοράς για να αναφέρει ποια ήταν η συμφωνία του με την ενάγουσα οι απαντήσεις του δεν ήταν ξεκάθαρες. Παρά δε το γεγονός ότι από τις απαντήσεις του συνάγεται ότι δεν αμφισβήτησε ότι έγινε συμφωνία με την ενάγουσα και ότι η συμφωνία αυτή αφορούσε την αποστολή του Τεκμηρίου 3 σε 65, 000 διευθύνσεις πριν τα Χριστούγεννα του 2005, δεν έκανε αναφορά στο εάν θα κατέβαλλε κάποια αμοιβή και ποια ή εάν η αποστολή θα γινόταν δοκιμαστικά και χωρίς χρέωση ως στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφέρεται, γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες για την αξιοπιστία της εκδοχής του μάρτυρα. Σημειώνω δε ότι ο ίδιος δεν προώθησε ούτε τη θέση που δικογραφείται, ότι δηλαδή όταν ενημερώθηκε για την ισχυριζόμενη βλάβη στο σύστημα της ενάγουσας ζήτησε να τερματιστεί η συμφωνία ή να εγκαταλειφθεί, γεγονός που πλήττει ακόμη πιο πολύ την αξιοπιστία του και δημιουργεί αμφιβολίες για την εκδοχή που πρόβαλε. Όμως αφ' ης στιγμής ο ίδιος αμφισβήτησε την παραχώρηση οποιωνδήποτε υπηρεσιών από την ενάγουσα στην εναγόμενη, η τελευταία όφειλε να το αποδείξει και όχι να ζητά από τον ίδιο το ΜΥ1 να αποδείξει ότι δεν στάλθηκαν τα υπό συζήτηση ηλεκτρονικά μηνύματα, πράγμα το οποίο είναι τουλάχιστον αντινομικό. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι σε ουσιαστικά σημεία δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως και το γεγονός ότι αρκετές από τις θέσεις που πρόβαλε δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και έχοντας κατά νου και το γεγονός ότι και ο μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο διευθυντής της εναγόμενης με προφανές συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις θέσεις του επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ευρήματα Το Δικαστήριο τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπόθεση Κορέλλη ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 12, αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Στην προκειμένη περίπτωση με την απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 με εξαίρεση τα ζητήματα που δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και συγκεκριμένα το γεγονός ότι και οι δύο διάδικοι είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ότι συνομολογήθηκε μεταξύ τους συμφωνία για αποστολή από την ενάγουσα του μηνύματος Τεκμήριο 3 σε 65,000 ηλεκτρονικές διευθύνσεις έναντι της αμοιβής που ο ΜΕ1 ανέφερε, ελλείπει αυτό το γεγονός της αξιόπιστης μαρτυρίας και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξαγάγει ευρήματα και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με τα αμφισβητούμενα ζητήματα εκ των οποίων το κυριότερο ήταν η εκπλήρωση της εν λόγω συμφωνίας από την ενάγουσα. Σχετική με το θέμα της της αξιόπιστης μαρτυρίας είναι η Kades v. Nicolaou and Another,
(1986), 1 CLR 212, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of his credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter" Περαιτέρω στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα ν. Χ¨Νέστορος
(1990)1 ΑΑΔ 41, 45 λέχθηκαν τα εξής: "Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή Αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφ΄ όσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχής ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου" Στη δοσμένη περίπτωση με δεδομένη τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην εναγόμενη, η οποία προκύπτει σαφώς τόσο από το δικόγραφο της υπεράσπισης όσο και από την υποβολή προς τον ΜΕ1 ότι δεν παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην εναγόμενη από την ενάγουσα, αλλά και από την αμφισβήτηση του Τεκμηρίου 4 ως απόδειξη της αποστολής των σχετικών μηνυμάτων, θα αναμένετο από την ενάγουσα προσκομίσει σχετική και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει την εκπλήρωση της συμφωνίας από πλευράς της, πράγμα που με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι απέτυχε να πράξει και το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αγωγής. Το γεγονός τώρα ότι ούτε η μαρτυρία του εναγόμενου κρίθηκε αξιόπιστη δεν μεταβάλλει τα πράγματα αφού όπως λέχθηκε στην Μ.Α. GOODVALVE SUPPLIERS LTD κ.α. ν. Θάλειας Χαραλάμπους,
(2003)1 ΑΑΔ 127, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, 741, η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. (βλ. και Παπανδρέου ν. Τύλληρου,
(1992)1 ΑΑΔ 157, Κωνσταντινίδης ν. Κάτζιη,
(1993)1 ΑΑΔ 492 ). Πρέπει να πω ότι με προβλημάτισε το κατά πόσον θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας στη βάση του ότι ο ΜΥ1 φαίνεται ότι αποδέχετο την αποστολή τουλάχιστον 2000 ηλεκτρονικών μηνυμάτων γεγονός που ενδεχομένως να δικαιολογούσε την έκδοση απόφασης για ποσό προσαρμοσμένο κατ' αναλογία στον αριθμό μηνυμάτων που έγινε αποδεκτό ότι στάλθηκαν. Όμως ούτε αυτό είναι δυνατό, αφού ο ΜΥ1 αμφισβήτησε ότι τα εν λόγω 2000 μηνύματα στάλθηκαν εντός του χρονικού πλαισίου που συμφωνήθηκε και ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε είχε συμφωνηθεί να αποσταλούν τα μηνύματα, ζήτημα σε σχέση με το οποίο όπως και πιο πάνω ανέφερα η μαρτυρία του περιείχε κενό. Περαιτέρω δεν τέθηκε ενώπιον μου ούτε μαρτυρία ως προς την ακριβή ημερομηνία που στάλθηκαν αυτά τα 2000 μηνύματα, αφού η θέση που προώθησε ο ΜΕ1 και δεν έγινε αποδεκτή ήταν ότι όλα τα μηνύματα στάλθηκαν στις 21/12/2005, έτσι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αν πράγματι η αποστολή αυτών των μηνυμάτων ήταν εντός των συμφωνηθέντων για να δικαιολογείται η παροχή αμοιβής στην ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της και συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Ως εκ τούτου επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.