← Κύπρος

Logistic Solution International Ltd ν. Poizanter Holdings Ltd κ.α., Αίτηση Αρ. 445/2012, 7/2/2014

Logistic Solution International Ltd ν. Poizanter Holdings Ltd κ.α., Αίτηση Αρ. 445/2012, 7/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 445/2012 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις Και Αναφορικά με την απαίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Άμστερνταμ μεταξύ των

(1)ΟΚΕΑΝ ΒV από Goinchem
(2)Logistic Solution International Ltd από τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους ως Ενάγοντες (Claimants) και των
(1)Olympus Investments
(2001)B.V. από Αμστερνταμ,
(2)Poizanter Holdings Ltd από Κύπρο
(3)Fradomma Investments Ltd από Κύπρο,
(4)Blakur Company Inc από Βρεττανικές Παρθένους Νήσους
(5)Judith Hamburger από Ελβετία
(6)Closed Joint-Stock Company Smart Holding από Κίεβο εναγομένων Μεταξύ: Logistic Solution International Ltd Αιτητές Και
  1. Poizanter Holdings Ltd
  2. Fradomma Investments Ltd Καθ' ων η αίτηση 7 Φεβρουαρίου,
  3. Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Κληρίδης με κα Καμάρη για κ.κ. Χρ. Βασιλειάδη Για τους Ενάγοντες -Καθ' ων η Αίτηση: κα Παρτασίδου για Γ. Τριανταφυλλίδη (για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21/3/2012 η Logistic Solution International Ltd (καθ' ης η αίτηση στην παρούσα) εξασφάλισε με ex parte αίτηση προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που ορίστηκε επιστρεπτέο στις 30/3/
  4. Το διάταγμα επιδόθηκε στους αιτητές στην παρούσα στις 27/3/
  5. Αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στις 30/3/2012 και το Δικαστήριο οριστικοποίησε και κατέστησε απόλυτο το προσωρινό διάταγμα. Σύμφωνα με τη Δ.51 κ. 3: «Every document calling upon a person to appear before the Court, or giving any person notice of any proceeding proposed to be had or taken before the Court, shall, save where it is otherwise provided by these Rules, be served on such person at least four days prior to the day on which he is required to appear, or on which the proceeding whereof notice is given is to be had or taken.» Οι αιτητές επικαλούνται την πάραπανω πρόνοια και ζητούν παραμερισμό της επίδοσης της μονομερούς αίτησης και/ή του προσωρινού διατάγματος και/ή της απόφασης του Δικαστηρίου να το καταστήσει οριστικό και απόλυτο, λέγοντας πως, εφόσον η επίδοση δεν είχε γίνει 4 τουλάχιστον ημέρες πριν από τις 30/3/2012, υπήρξε παράβαση της Δ.51 κ.
  6. Είναι η θέση αιτητών πως η απόφαση που κατέστησε το διάταγμα απόλυτο είναι φανερά αντικανονική και θα πρέπει να παραμερισθεί ex debito justitiae, χωρίς να έχουν υποχρέωση να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο ή να αποκαλύψουν λόγους ένστασης επί της ουσίας. Επιπρόσθετα ζητούν παραμερισμό του προσωρινού διατάγματος για το λόγο ότι παρέμεινε σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση και παροχή δυνατότητας σε όσους επηρεάζονταν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να ενστούν. Ο ισχυρισμός αυτός, κατ' ουσίαν αντιφατικός με την προηγούμενη βασική θέση των αιτητών, δεν προωθήθηκε. Η Logistic Solution απαντά στην ένστασή της, ότι η Δ.51 κ.3 δεν εφαρμόζεται στο επίδικο διάταγμα και/ή στα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έστω και αν υπήρξε μη συμμόρφωση με τη Δ.51 κ. 3 αυτό αποτελεί παρατυπία, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι οι αιτητές χωρίς καμιά αιτιολογία δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο στις 30/3/2012, παρά το ότι είχαν ειδοποιηθεί 3 ημέρες προηγουμένως. Λέγουν ότι οι αιτητές όφειλαν να παρουσιαστούν και να υποβάλουν οποιοδήποτε σχετικό αίτημα επιθυμούσαν, όπως λ.χ. να ζητήσουν παράταση χρόνου για την υποβολή ένστασης. Εισηγείται ακόμα ότι από τη στιγμή που το διάταγμα κατέστη απόλυτο δεν μπορεί να παραμερισθεί εξ ολοκλήρου εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραμερισμού απόφασης Δικαστηρίου, κάτι που δεν επικαλούνται οι αιτητές οι οποίοι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν το ορθό ένδικο μέσο, είτε εκείνο της έφεσης είτε εκείνο του certiorari. Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε στην αγόρευση εκ μέρους της Logistic Solution είναι ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται η Δ.64 κ. 2 η οποία αποτελεί τη δικαιοδοτική πρόνοια για τη θεραπεία που οι αιτητές ζητούν, ήτοι τον παραμερισμό διατάγματος λόγω παρατυπίας. Εισηγήθηκε στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Logistic Solution ότι η παράλειψη αυτή είναι μοιραία, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Όμως, στους λόγους ένστασης δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός και συνεπώς, παρά τη σημασία που δόθηκε και από τις δύο πλευρές, δεν μπορεί να εξεταστεί. Το βασικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω οι πρόνοιες της Δ.1 κ.
  7. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει μονομερή διατάγματα, του παρέχεται από το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 το οποίο έχει ως ακολούθως: «9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο». Ο Νόμος ορίζει ότι το διάταγμα μπορεί να παραμείνει σε ισχύ για περιορισμένο χρόνο, ήτοι για όσο χρόνο είναι αναγκαίος για επίδοση ειδοποίησης και προβολή ένστασης. Προβλέπονται συγκεκριμένα τα εξής: «
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.» Παρατηρούμε ότι ο Νόμος δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ειδικότερα δεν ορίζει ότι το διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ τουλάχιστον για περίοδο 4 ημερών έτσι ώστε να τηρείται η προθεσμία της Δ.51 κ.
  1. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών παρέπεμψε σε δύο αποφάσεις πρωτοδίκων δικαστηρίων. Στην υπόθεση Nikolai Lagun Γενική Αίτηση 228/2010 ημερ. 8/7/2010 το Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει παρόμοιο πρόβλημα. Διαπίστωσε ότι οι μόνες σχετικές πρόνοιες στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.51 κ. 3 και η Δ.48 κ.3 η οποία αφορά την επίδοση αίτησης διά κλήσεως και αναφέρεται επίσης σε χρόνο τουλάχιστον 4 ημερών πριν από την ημέρα που η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη Δ.51 κ.4 η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σύντομη επίδοση και άρα να διατάξει την επίδοση σε χρόνο μικρότερο των 4 ημερών. Εκ των πάραπανω έκρινε ότι, εφόσον δεν συντμήθηκε ο χρόνος, υπήρξε παράβαση της Δ.51 κ.
  2. Έκρινε περαιτέρω ότι η παράβαση αυτή συνιστούσε αντικανονικότητα τέτοιας φύσεως ώστε ο επηρεασθείς διάδικος να δικαιούται στον παραμερισμό της χωρίς την υποχρέωση να δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή του ή να αποκαλύψει λόγους ένστασης επί της ουσίας. Ίδια ήταν η προσέγγιση στην αγωγή 649/2011 του Ε.Δ. Λεμεσού ενδιάμεση απόφαση ημερ. 12/8/
  3. Όπως εξηγεί ο Γεώργιος Μ. Πικής[1], αποφάσεις ισοβάθμιων δικαστηρίων έχουν πειστικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια ακολουθούνται, εκτός αν συντρέχουν έγκυροι λόγοι για παρέκκλιση από αυτές. Η ανάγκη για ομοιόμορφη μεταχείριση των πολιτών επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον και πηγάζει από το ίδιο το Σύνταγμα. (Άρθρο 28.1). Σημαντική αξία έχει και η ασφάλεια του δικαίου. Πέραν τούτων, τίθεται παραδοσιακά και ζήτημα «δικαστικής αβρότητας». Δεν εμποδίζεται όμως, ένας δικαστής να παρεκκλίνει από δικαστικές αποφάσεις που δεν τον δεσμεύουν, ως εκδήλωση της εξίσου σημαντικής αρχής της ανεξαρτησίας κάθε δικαστή να αποφασίζει κατά την κρίση του, εάν βέβαια συντρέχουν έγκυροι λόγοι και πάντοτε με το δέοντα σεβασμό προς τη διαφορετική δικαστική θεώρηση. Τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)όσο και οι πρόνοιες της Δ.51 κ.3 είναι διαδικαστικές. Το ουσιαστικό δίκαιο, το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, καθορίζεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.[2] Το ερώτημα που τίθεται αφορά τη σχέση που έχουν οι δύο αυτές δικονομικής φύσεως πρόνοιες. Μία αναφορά του Δικαστηρίου του Ανωτάτου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1010, την οποία τόνισε η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών, τείνει να υποστηρίξει την άποψη ότι το άρθρο 9
(3)πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με τη Δ.51 κ.3. Είχε αποφασισθεί εκεί ότι ο χρόνος που δόθηκε (3 εβδομάδες) ήταν εκτός πλαισίων, εφόσον υπήρχε δυνατότητα επίδοσης αμέσως. Μετά τη διαπίστωση αυτή προσετέθη η εν λόγω αναφορά σύμφωνα με την οποία, δοθείσης της δυνατότητας για άμεση επίδοση, δεν θα αναμενόταν να προστεθεί χρόνος πέραν των 4 ημερών για να μπορέσει να εμφανιστεί και να ενστεί η άλλη πλευρά. Αυτή όμως η αναφορά δεν αποτελούσε μέρος της αναγκαίας αιτιολογίας της απόφασης (ratio) η οποία συνίστατο στην διατύπωση της αρχής πως το έργο του Δικαστηρίου είναι διαπιστωτικό σε στενά όρια, εφόσον το μόνο κριτήριο είναι το «αναγκαίο» του χρόνου. Τα υπόλοιπα ελέχθησαν εν παρόδω, χωρίς να ήταν αναγκαία για τη διαμόρφωση της δικανικής κρίσης. (obiter dicta). To ratio όμως της απόφασης, ότι μόνο κριτήριο είναι το «αναγκαίο», είναι προς άλλη κατεύθυνση που οδηγεί. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών επικαλέσθηκε την αρχή ότι ένα νομοθέτημα πρέπει να διαβάζεται όπως είναι γραμμένο, χωρίς να προστίθενται λέξεις που δεν υπάρχουν, προς υποστήριξη του επιχειρήματος της ότι εάν ο νομοθέτης ήθελε να δώσει τη δυνατότητα για επίδοση σε χρόνο συντομότερο των 4 ημερών, θα το ανέφερε ρητώς στο άρθρο 9
(3). Εξίσου όμως, ο νόμος δεν περιέχει αριθμητικό προσδιορισμό, όπως η Δ.51 κ.3. Εάν διαβαστούν οι δύο πρόνοιες σε συνδυασμό, όπως εισηγείται η πλευρά των αιτητών, τότε είναι που θα προστεθεί στο άρθρο 9 μία περαιτέρω προϋπόθεση που εκεί δεν αναφέρεται: ότι ο «αναγκαίος» χρόνος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 ημερών. Τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε υποχρέωση σε μια εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση όπου το Δικαστήριο κρίνει πως η επίδοση μπορεί να γίνει αμέσως και ότι ο αναγκαίος χρόνος για να εμφανιστεί η άλλη πλευρά και να ενστεί είναι λ.χ. 2 ημέρες, παρά ταύτα να ορίσει την υπόθεση σε τουλάχιστον 4 ημέρες, όχι γιατί κρίνει το χρόνο αυτό αναγκαίο, κατά τη μόνη προϋπόθεση του άρθρου 9
(3)αλλά επειδή έτσι ορίζει η γενική πρόνοια της Δ.51 κ.3. Το αποτέλεσμα θα ήταν οξύμωρο εφόσον η συμμόρφωση στη Δ.51 κ.3 θα οδηγούσε σε υπέρβαση της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 9
(3)αφού, όπως αποφασίστηκε στην εν λόγω υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Τράπεζας Κύπρου, ο ορισμός σε χρόνο πέραν του αναγκαίου συνιστά υπέρβαση της εξουσίας. Είναι κατά την ταπεινή μου αντίληψη φανερό ότι οι πρόνοιες του άρθρου 9 αφορούν αυτοτελώς και εξειδικευμένα τη διαδικασία αναφορικά με την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση. Όπως ανέφερε ο Στυλιανίδης Δ. (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Λουκά
(1992)1 Α.Α.Δ. 648, το άρθρο 9
(3)«περιορίζει την ισχύ του διατάγματος που εκδίδεται με μονομερή αίτηση και καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ο ειδικός χαρακτήρας των προνοιών του άρθρου 9
(3)εξηγείται στην υπόθεση Εργατίδης ν. G.Giorgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 2015 ως εκ του ότι η μονομερής έκδοση προσωρινού διατάγματος συνιστά εξαιρετικό μέτρο και παρέκκλιση από κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης. Είναι για αυτό το λόγο που η ισχύς μονομερούς διατάγματος δεν μπορεί να παραταθεί για περισσότερο χρόνο από τον απολύτως αναγκαίο για να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο και να μπορέσει αυτός να ακουστεί. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι εάν δεν υπάρξει ο φραγμός που θέτει η Δ.51 κ.3 τότε ανοικτή παραμένει η δυνατότητα στον αιτητή να επιδίδει το προσωρινό διάταγμα μέχρι και την προηγούμενη ημέρα που ορίστηκε επιστρεπτέο. Αυτό, συνέχισε, θα παρεβίαζε το Άρθρο 30 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και την αρχή της ισότητας των όπλων. Παρέπεμψε ειδικότερα στο Άρθρο 30
(3)(β) που κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου και να έχει χρόνο επαρκή για την προπαρασκευή τους. Δεν θεωρώ όμως ότι η εφαρμογή του Άρθρου 9
(3)ως έχει, θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράβαση του Συντάγματος εφόσον η εφαρμογή του θα πρέπει να γίνεται σε συμμόρφωση ακριβώς προς τις συνταγματικές διασφαλίσεις περί δίκαιης δίκης. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αποκλειστική προϋπόθεση του Άρθρου 9
(3)θα πρέπει να λάβει υπόψη τις συγκεκριμένες πραγματικότητες ώστε ο χειρισμός να μην απολήξει σε παρεμπόδιση της άλλης πλευράς να ενστεί. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θα καθορίσει την πορεία της υπόθεσης και θα δώσει τον απαιτούμενο χρόνο για καταχώριση ένστασης αφού ακούσει την άλλη πλευρά και αφού λάβει υπόψη το χρόνο που έγινε η επίδοση. Τα διάφορα τέτοια ζητήματα που δυνατόν να προκύψουν μπορούν να αντιμετωπισθούν στα πλαίσια της ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και της ελαστικότητας που κατ' εξοχήν χαρακτηρίζει την υπό εξέταση εξαιρετικής φύσεως διαδικασία. Δεν παραβλέπω και το επιχείρημα που προβλήθηκε από πλευράς αιτητών ότι δηλαδή το Δικαστήριο έχει από τη Δ.51 κ.4 την ευχέρεια να περιορίσει το χρόνο των τεσσάρων ημερών διατάσσοντας σύντομη επίδοση. Αυτό όμως δεν αναιρεί τα προηγηθέντα, ότι δηλαδή το Άρθρο 9
(3)ως ζήτημα ορθής ερμηνείας πρέπει να διαβάζεται ως έχει και όχι με προσθήκη περαιτέρω προϋποθέσεων και διαδικασιών όπως είναι η Δ.51 κ.3 και η Δ.51 κ.4. Εν κατακλείδι: οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)είναι ειδικές πρόνοιες σε σχέση με τις γενικές πρόνοιες της Δ.51 κ. 3, ρυθμίζουσες την ειδική και εξαιρετική περίπτωση της έκδοσης διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση. Ως ειδικές κατισχύουν των γενικών κατ' εφαρμογή της ερμηνευτικής αρχής lex specialis derogat legi generali. Η εφαρμογή τους δε, θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να τηρούνται, υπό το φως των συγκεκριμένων δεδομένων κάθε υπόθεσης, τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης. Εν προκειμένω οι αιτητές δεν έχουν θέσει κατά τρόπο συγκεκριμένο επηρεασμό του δικαιώματός τους να εμφανιστούν και να έχουν χρόνο να ετοιμάσουν την ένστασή τους ώστε η αίτηση τους να πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 9
(3)σε σχέση με το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Στηρίχθηκαν, ως άνω, αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία των 4 ημερών. Αλλ' έστω ότι ήταν εφαρμοστέες οι πρόνοιες της Δ.51 κ.3. Με το δέοντα σεβασμό δεν συμφωνώ πως η μη συμμόρφωση προς τις πρόνοιες αυτές θα αποτελούσε, χωρίς άλλο, ακυρότητα κατά τρόπο ανάλογο με τις περιπτώσεις που ο παραμερισμός διαδικασίας γίνεται ex debito justitiae, όπως είναι η εισήγηση των αιτητών. Οι περιπτώσεις εκείνες αναφέρονται σε θεμελιακές παραβάσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας και την έκδοση απόφασης εναντίον διαδίκου χωρίς αυτός να έχει ποτέ λάβει γνώση της ύπαρξης της διαδικασίας. Στη θεμελιακή διάσταση της παράλειψης να δοθεί σε κάθε επηρεαζόμενο η ευκαιρία να ακουστεί πριν το Δικαστήριο καταλήξει στην απόφασή του έχει αναφερθεί ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής στην υπόθεση Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.
  1. Εν προκειμένω, δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Οι αιτητές είχαν λάβει, κατόπιν επίδοσης, ειδοποίηση για τον ορισμό της υπόθεσης στις 30/3/2012 από τις 27/3/
  2. Πάρα ταύτα, επέλεξαν, ως φαίνεται, να μην εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30/3/
  3. Όπως υποδείχθηκε από τον Γ. Κ. Νικολάου Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με την Shipon Ltd Αίτηση αρ. 71/2000 ημερ. 15/6/2000 όπου η επίδοση είχε γίνει στις 24 Μαΐου ενώ το διάταγμα ήταν επιστρεπτέο στις 25 Μαΐου οπότε και οι εναγόμενοι δεν είχαν εμφανισθεί, «αν οι εναγόμενοι εμφανίζονταν κατά την ορισθείσα ημερομηνία, θα μπορούσαν να υποδείξουν το πρόβλημα εξαιτίας του οποίου δεν ήταν έτοιμοι για την ακρόαση του ζητήματος οπότε θα επιλύετο το πρόβλημα με αναβολή ώστε να τους παρασχεθεί ο αναγκαίος χρόνος». Σε εκείνη την υπόθεση οι εναγόμενοι πάντως εξήγησαν τις πρακτικές δυσκολίες που είχαν να αναθέσουν την υπόθεση σε δικηγόρο σε τόσο σύντομο διάστημα μεταξύ του απογεύματος της μίας ημέρας και του πρωινού της επομένης. Ακόμα και έτσι ο Νικολάου Δ., υπέδειξε ότι εάν επικοινωνούσαν με τον Πρωτοκολλητή, ώστε αυτός να φέρει το πρόβλημα σε γνώση του Δικαστηρίου, τότε θα αποτρεπόταν η εξέλιξη να καταστεί το διάταγμα οριστικό. Αυτό το ελαστικό και πρακτικό πνεύμα που διέπει την προσέγγιση του Νικολάου Δ., είναι το πνεύμα στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω μέσα από το οποίο μπορεί η διαδικασία να προσαρμοστεί με τέτοιο τρόπο ώστε και οι εξαιρετικές περιστάσεις να αντιμετωπισθούν και η δίκαιη δίκη να διασφαλιστεί. Πέραν τούτου, αυτές οι αναφορές τις οποίες ευσεβάστως υιοθετώ πλήρως τείνουν να υποστηρίξουν την άποψη πως η μη τήρηση της Δ.51
(3)δεν είναι τέτοια που να οδηγεί σε ακυρότητα, αλλά είναι ζήτημα αξιολόγησης των εκάστοτε δεδομένων και της δικονομικής στάσης της κάθε πλευράς. Εν προκειμένω, πάντα επί της διαζευκτικής βάσης ότι θα γινόταν δεκτό πως υπάρχει παράβαση της Δ.51 κ.3, θα έπρεπε περαιτέρω να ληφθεί υπόψη ότι η επίδοση είχε γίνει 3 ημέρες προηγουμένως και ότι οι αιτητές παρέλειψαν να εμφανιστούν χωρίς να αισθάνονται ότι έχουν υποχρέωση να δώσουν κάποιο λόγο στο Δικαστήριο. Αυτό θα οδηγούσε στη διαπίστωση, ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί από το δικαστήριο υπό το φως της προσέγγισης στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη Πολ. Έφεση 63/2010 ημερ. 18/12/2013. Ως εκ της παράλειψης των εναγομένων να καταδείξουν ότι έχουν υποστεί οποιοδήποτε επηρεασμό και να δώσουν εξήγηση για το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκαν να εμφανιστούν, αν μη τι άλλο για να θέσουν το τυχόν πρόβλημα τους στο Δικαστήριο από τη συντομότερη επίδοση, θα εξέδιδα διάταγμα με το οποίο θα συντομευόταν ο χρόνος επίδοσης στο χρόνο που επιδόθηκε το διάταγμα, προς θεραπεία της παρατυπίας. Διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε ενθάρρυνση σε διαδίκους να μην θέτουν το τυχόν πρόβλημα στο Δικαστήριο, να αφήνουν το Δικαστήριο να προχωρά και στη συνέχεια να προστρέχουν προς ακύρωση των όσων μπορούσαν να ανακόψουν. Τέτοια συμπεριφορά αγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Ενόψει των παραπάνω που αφορούν την ουσία, είναι αχρείαστο να εξετάσω τη διαδικαστικής φύσεως εισήγηση των εναγόντων. Η αίτηση απορρίπτεται με κατ' αποκοπή έξοδα €2000 υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] «Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, Οι Κανόνες της Επιείκειας και η εφαρμογή του στην Κύπρο» σελ. 81 [2] Βλ. μεταξύ άλλων, Χάρης Φεσσάς
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη κ.ά. (αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.