BNP PARIBAS FORTIS SA/NV από το Βέλγιο ν. AURUM CAPITAL HOLDINGS INC., από τη Δομίνικα, Αγωγή Αρ. 7064/2010, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 7064/2010 ΜΕΤΑΞΥ: FORTIS BANK SA, από το Βέλγιο Ενάγουσας -και- AURUM CAPITAL HOLDINGS INC., από τη Δομίνικα Εναγομένης Και ως ετροποποίηθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 11/3/2013 BNP PARIBAS FORTIS SA/NV από το Βέλγιο Ενάγουσας -και- AURUM CAPITAL HOLDINGS INC., από τη Δομίνικα Εναγομένης _____________________________ Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2014 Για την αιτήτρια- ενάγουσα: κα Μ. Τζουντ για Α. Νεοκλέους και Σια ΔΕΠΕ. Για την καθ' ης η αίτηση/εναγόμενη: κ. Χρ. Κληρίδης για Φ., Χρ. Κληρίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση ημερομηνίας 8/2/2012 (στο εξής «η υπό εξέταση αίτηση») η αιτήτρια/ενάγουσα αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τον Μεσεγγυούχο, ήτοι την τράπεζα FBME Bank να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό που οφείλει προς την Εναγόμενη έναντι του ποσού που η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα δυνάμει απόφασης στην πιο πάνω Αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπε την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως (writ of attachment) εις χείρας τρίτου και διατάττον την κατάσχεση εις χείρας της FBME BANK, Λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου III 90, 1077, Λευκωσία και/ή οποιοδήποτε άλλο Παράρτημα, του ποσού των € 50.000 πλέον νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 11/8/2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα της αγωγής €2.362 πλέον Φ.Π.Α. 308,40, ως αυτά έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ποσό το οποίο βρίσκεται εις χείρας της FBME Bank και οφείλεται στην ανωτέρω Ενάγουσα/Αιτήτρια. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την FBME BANK, όπως μη αποξενώσει τα χρήματα και/ή μη καταβάλει αυτά στην Εναγόμενη και/ή σε οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός μόνο στην Ενάγουσα/Αιτήτρια για να τα χρησιμοποιήσει προς ικανοποίηση της εκδοθείσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή απόφασης ημερομηνίας 07/12/2010 εναντίον της Εναγομένης. Δ. Οιονδήποτε άλλο ή περαιτέρω διάταγμα ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη. Ε. Έξοδα Αίτησης και Φ.Π.Α. (Αρ Μητρώου Φ.Π.Α. CY 10220007Q).» Η αίτηση όπως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρα 14
(1)και 15, Μέρος VII Άρθρα 73-81 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 ΘΘ 1, 2 και 3 και Δ.48 ΘΘ. 1 και
- Συνοδεύεται δε από την ένορκο δήλωση της Ζωής Ανδρέου, στην οποία η ομνύσασα αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, δικηγόρων της ενάγουσας/αιτήτριας και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση αλλά και από αντιπροσώπους της ίδιας της ενάγουσας/αιτήτριας, η οποία την έχει δεόντως εξουσιοδοτήσει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στις 07/12/2010 εκδόθηκε απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προς όφελος της ενάγουσας/αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης, για το ποσό των €50.000, πλέον νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 11/08/2010 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα, την οποία ως αναφέρει επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση. Περαιτέρω ως αναφέρει, εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, πληροφορείται και αληθώς πιστεύει, η εναγόμενη δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι και/ή προς πλήρη ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους της, ενώ η FBME BANK έχει στην κατοχή της τα πιο πάνω αναφερόμενα χρήματα, καθ' ότι αυτά βρίσκονται κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης (αρ. λογαριασμού CY1911501001062721EURCACC001) στην FBME BANK, Λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου III 90, 1077, Λευκωσία, Κύπρος και/ή σε οποιοδήποτε άλλο υποκατάστημα της. Είναι η θέση της ότι, η αναφερόμενη FBME BANK δεν κατέβαλε ακόμα στην εναγομένη τα ως άνω χρήματα τα οποία και ευρίσκονται μέχρι σήμερα στην κατοχή της εν λόγω τράπεζας και η ενάγουσα αιτείται την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση αφού, ως αναφέρει εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, πληροφορείται και αληθώς πιστεύει, είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθεί άδεια προς έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για τα ανωτέρω χρήματα, έτσι ώστε αυτά να δοθούν στην ενάγουσα/αιτήτρια προς εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 07/12/
- Η υπό εξέταση αίτηση επιδόθηκε στην μεσεγγυούχο τράπεζα (FBME) η οποία εμφανίστηκε στις 21/3/2012 και 3/5/2012 δια δικηγόρου και δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση και ότι το ποσό που ευρίσκεται κατατεθειμένο στην μεσεγγυούχο τράπεζα είναι λιγότερο από €50.
- Η υπό εξέταση αίτηση επίσης επιδόθηκε στην εναγόμενη η οποία καταχώρησε ένσταση στις 23/4/
- Σημειώνεται ότι στις 11/3/2013 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αίτησης, ως αποτέλεσμα του οποίου δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένης αίτησης και ένστασης. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση κατά την καταχώρηση της τροποποιημένης ένστασης της στις 10/4/2013, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως οποιαδήποτε σχετική άδεια, προχώρησε αυθαίρετα στην καταχώρηση τροποποιημένης ένστασης η οποία περιλαμβάνει και ένα πρόσθετο λόγο ένστασης ο οποίος εμφανίζεται ως ο πρώτος λόγος ένστασης και ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στην αρχική ένσταση και με τον οποίο εγείρει ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση. Επίσης προχώρησε και πάλιν χωρίς οποιαδήποτε άδεια και τροποποίησε και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ώστε να περιλαμβάνεται σε αυτήν σχετική αναφορά προς υποστήριξη του εν λόγω λόγου ένστασης. Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση είναι σίγουρα απαράδεκτη και θα πρέπει χωρίς άλλο να την κακίσω, παρά ταύτα όμως και έχοντας υπόψη ότι δεν έχει ληφθεί κάποιο δικονομικό μέτρο από την πλευρά της αιτήτριας/ενάγουσας για διαγραφή των σχετικών αυθαίρετων προσθηκών οι οποίες δεν προκύπτουν καθ' οιονδήποτε τρόπο από την τροποποίηση του τίτλου που ήταν και μοναδική τροποποίηση που ζητήθηκε, θα προχωρήσω στην εκδίκαση της αίτησης με βάση τους λόγους ένστασης και ισχυρισμούς ως αυτοί προκύπτουν από την τροποποιημένη ένσταση και ένορκη δήλωση της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση. Σημειώνω ότι με αυτήν (την τροποποιημένη ένσταση) η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
(1)Το σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης της Ενάγουσας εταιρείας δια τους εξής λόγους (α) τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν διαφοράς μεταξύ Τράπεζας από το Βέλγιο και Εναγομένης εταιρείας από την Δομίνικα. Τα δε επίδικα γεγονότα ουδόλως έλαβαν χώρα εις Κύπρο ούτε και η βάση αγωγής ούτε και η ζημιά έλαβαν χώρα ή σχετίζονται με την Κύπρο και/ή (β)το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί του όλου θέματος καθότι δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 24/60 όπως τροποποιήθηκε εφόσον η βάση της αγωγής δεν έχει προκύψει είτε καθ' ολοκληρία είτε εν μέρει εντός της Επαρχίας της Λευκωσίας ούτε και ο Εναγόμενος κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της Επαρχίας της Λευκωσίας. (γ)κανένα Επαρχιακό Δικαστήριο δια τους πιο πάνω λόγους δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αίτηση ως και να επίληφθεί οποιουδήποτε περαιτέρω θέματος.
(2)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(3)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει συμμορφωθεί με τους όρους του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 1/3/2011, βάση της μονομερούς Αίτησης της για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15/2/2011 και/ή λείπει το απαιτούμενο υπόβαθρο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος εντάλματος κατάσχεσης.
(4)Δεν προσκομίζεται οιοδήποτε αποδεικτικό υλικό και/ή οποιαδήποτε τεκμηρίωση στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση , σε σχέση με την ισχυριζόμενη οφειλή και/ή την πραγματική οφειλή της Εναγόμενης/Καθ ης προς την Ενάγουσα/Αιτήτρια και/ή δεν επισυνάπτεται η πρωτόδικη δικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 7/12/2010 ως Τεκμήριο στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση.
(5)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσκομίζει οιοδήποτε αποδεικτικό υλικό και/ή οιανδήποτε τεκμηρίωση δια μέσω της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση της, ότι η Εναγόμενη/Καθ ης διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό στους Μεσεγγυούχους , το είδος του λογαριασμού , και το κατά πόσο ο λογαριασμός αυτός είναι δεκτικός μεσεγγύησης.
(6)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
(7)Η έκδοση διατάγματος, διατάσσον τον Μεσεγγυούχο, ήτοι την Τράπεζα FBME Bank, να πληρώσει στην Ενάγουσα/Αιτήτρια προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων , θα επενεργούσε κατά άδικο τρόπο εις βάρος της Εναγομένης/Καθ ης η Αίτηση προκαλώντας της , ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά (would work inequitably or unfairly or cause prejudice or injustice).
(8)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
(9)Έχει υπάρξει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Ενάγουσας/Αιτήτριας.
(10)Το Δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις δεν πρέπει και/ή δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για έκδοση του διατάγματος.
(11)Η Εναγόμενη/Καθ ης η Αίτηση δεν διατηρεί επαρκείς κεφάλαια εις την Μεσεγγυούχο, για σκοπούς ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων.
(12)Η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει την έδρα της και/ή διεξάγει τις εργασίες της εκτός δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή είναι κάτοικος εξωτερικού.
(13)Έχει υποβληθεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 7/12/2010 από την Εναγόμενη/Καθ ης η Αίτηση μέχρι πλήρης εκδίκασης της Έφεσης με αρ. 457/11 κατά ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30/11/2011 η εκδίκαση της οποίας δέον όπως προηγηθεί της εκδίκασης της παρούσης αίτησης.» Η τροποποιημένη ένσταση όπως αναφέρεται σε αυτήν, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας-Άννας Στυλιανού και στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην ένορκη της δήλωση η πιο πάνω αναφερόμενη ομνύσασα, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Φοίβου, Χρίστου Κληρίδη και Συνεργάτες, ΔΕΠΕ, δικηγόρων της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωση της από πληροφορίες που έλαβε από την εναγόμενη και τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, καθώς και από μελέτη όλων των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων και αλληλογραφίας και είναι όπως υποστηρίζει δεόντως εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση να προβεί εκ μέρους της και για λογαριασμό της στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επί της ουσίας με την ένορκη της δήλωση η ομνύσασα υιοθετεί τους λόγους ένστασης και τους αναλύει ένα προς ένα με αναφορά στα γεγονότα που τους στηρίζουν. Αναφορά στις θέσεις της θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης προς αποφυγή επαναλήψεων. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης ένστασης δόθηκε άδεια στην αιτήτρια/ενάγουσα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς της καθ' ης η αιτηση/εναγόμενης. Με την εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ημερ. 16/4/2013) η ενάγουσα/αιτήτρια δέχεται τον ισχυρισμό της εναγομένης/καθ' ης αίτηση, ότι πράγματι στην αρχική ένορκη δήλωση δεν επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 η απόφαση ημερ. 7/12/2010, άλλη απόφαση και αναφέρει ότι τούτο έγινε εκ παραδρομής και επισυνάπτει την ορθή απόφαση ημερ. 7/12/2010 της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση μέσω της παρούσας διαδικασίας (βλ. Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.16/4/2013). Περαιτέρω απαντά στους ισχυρισμούς της εναγομένης/καθ'ης η αίτηση καθ' όσον αφορά την ισχυριζόμενη παράλειψη που καταλογίζεται στην αιτήτρια/ενάγουσα να δώσει επαρκή στοιχεία για τον λογαριασμό που είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ως και στον ισχυρισμό ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους του εκδοθέντος διατάγματος ημερ.1/3/2011, στη βάση της μονομερούς αίτησης ημερ. 15/2/2011 γεγονός το οποίο σύμφωνα πάντα με την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση αφαιρεί το απαιτούμενο υπόβαθρο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος εντάλματος κατάσχεσης. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις δια των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Η νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση ως και πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, βασίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 73-81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 τα οποία διέπουν τα της εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μέσω της διαδικασίας γνωστής ως κατάσχεσης περιουσίας που ήδη βρίσκεται ή που έχει να λαμβάνει ο εξ αποφάσεως χρεώστης από τρίτο άτομο. Συγκεκριμένα ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει στο ΜΕΡΟΣ VII, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ, άρθρα 73, 74 και 78, τα ακόλουθα: «Ένταλμα κατάσχεσης κινητών ή χρεών στα χέρια τρίτου
- Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω. Επίδοση και συνέπειες του εντάλματος
- Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Διάθεση της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δυναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.» Η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του ΚΕΦ.6, σε συνάρτηση πάντα με τη σχετική νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Αφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Η φύση της διαδικασίας για έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari 27/99, 6.5.1999 Heatron Co. Ltd. v. B.M. Rising Engineering Works Ltd όπου αναφέρθηκαν τα εξής.: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ΄ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc, Πολ. Εφεση 9423 ημερ. 28.1.
- Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Όπως δε προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου 78 και όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Carna Plants Ltd. v. Masalcha and others
(1990)1 Α.Α.Δ. 28 αλλά και πιο πρόσφατα στην Πολ. Έφεση 155/2010, ημερ. 22/3/2013 Κυριάκος και Νικόλας Τρικομίτες Λτδ v. Α. Τουμαζή κ.α., η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία βέβαια θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Για να τίθεται δε θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρώτη εκ των προϋποθέσεων απαιτεί την απόδειξη του ότι ο αιτητής είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και η ότι η σχετική απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει. Η δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί, αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση και ιδιαίτερα σε σχέσει με το τι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεσεγγύησης θα πρέπει να τονιστεί ότι, όπως άλλωστε υποδεικνύεται και στην Carna Plants (ανωτέρω), το άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη, αλλά αντίθετα επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδόσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων όπως αγαθά, χρήματα και εγγυήσεις («securities") για χρηματικά ποσά. Όσον αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης, ο νόμος ορίζει (βλ. άρθρο 73) ότι ο χρεώστης πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου - "beneficially interested". Όπως δε τονίζεται στην απόφαση Carna Plants (ανωτέρω) ο αγγλικός όρος "beneficially interested" είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος». Περαιτέρω αναφέρεται ότι ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 73 του όρου "beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους. Η τρίτη προϋπόθεση ως προκύπτει και από την Carna Plants (ανωτέρω) σχετίζεται με τον τόπο αποπληρωμής του χρέους. Όπως τονίζεται στην πιο πάνω απόφαση: «Η σημασία αυτής της προϋπόθεσης δεν σχετίζεται μόνο με τον προσδιορισμό του δικαίου της χώρας που τυγχάνει εφαρμογής αλλά πολύ σημαντικότερο με την ευχέρεια λήψης μέτρων για εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους. Η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αποτελεί μέσον εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση Pastella v. Marine Iranian Tanker
(1987)1 C.L.R., 583 (απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» ( η υπογράμμιση δική μου) Επισημαίνεται βέβαια ότι ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα της οριστικοποίησης του διατάγματος και αποφασίζει το ζήτημα αυτό αφού λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημειώνεται δε ότι δεν θα προχωρήσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος, στην περίπτωση όπου, μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται κίνδυνος ο μεσεγγυούχος να κληθεί να πληρώσει σε τρίτο αυτό το ποσό το οποίο θα πληρώσει στον εξ αποφάσεως πιστωτή (βλ. Carna Plants (ανωτέρω)). Προτού προχωρήσω στην εξετάση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να εξετάσω τον ισχυρισμό της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση, ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι η ενάγουσα δεν έχει συμμορφωθεί με τους όρους του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 1/3/2011, βάση της μονομερούς αίτησης της για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15/2/2011 και επομένως ελλείπει το απαιτούμενο υπόβαθρο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος εντάλματος κατάσχεσης (βλ. λόγος ένστασης αρ. 3). Ειδικότερα όπως αναφέρεται προς υποστήριξη του σχετικού λόγου ένστασης από την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση την 1/3/2011 το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της ενάγουσας/αιτήτριας ημερομηνίας 15/2/2011, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (β) της εν λόγω αίτησης υπό τον όρο ότι η ενάγουσα/αιτήτρια θα υπέγραφε εγγύηση ύψους €10.000, προσωπικά ή με αξιόχρεο εγγυητή, για τυχόν ζημιές που θα προκληθούν από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση- πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 1/3/2011). Είναι δε η θέση της ότι μέχρι σήμερα η ενάγουσα/αιτήτρια δεν έχει συμμορφωθεί με τον ως άνω όρο και ούτε έχει προσκομίσει οιοδήποτε μαρτυρικό και/ή αποδεικτικό υλικό με την παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, για να αποδείξει τη συμμόρφωση της. Συνεπώς είναι η θέση της ότι εν όψει αυτής της μη συμμόρφωσης ή και παράλειψης, εκ των πραγμάτων δεν υπάρχει σε ισχύ οιοδήποτε ένταλμα κατάσχεσης (order nisi) και ως εκ τούτου το σεβαστό Δικαστήριο αδυνατεί να εκδώσει την αιτούμενη οριστικοποίηση του εντάλματος κατάσχεσης και να διατάξει την πληρωμή της ενάγουσας/αιτήτριας από την Μεσεγγυούχο FBME Bank, βάσει της υπό εξέταση αίτησης. Εν ολίγοις είναι η θέση της ότι ως εκ της ως άνω μη συμμόρφωσης ελλείπει το απαιτούμενο νομικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος . Η ενάγουσα/αιτήτρια απαντά στο ζήτημα αυτό στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση (βλ. παρ. 5 της συμπλ. ένορκης δήλωσης ημερ. 16/4/2013) αναφέροντας ότι την 1/3/2011 έγινε πρακτικό δικαστηρίου με το οποίο εκδόθηκε διάταγμα ως το (β) αιτητικό της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας ημερομηνίας 15/2/2011, υπό τον όρο ότι θα διδόταν εγγύηση ύψους €10.000 αφού τέτοιο διάταγμα θα διδόταν μονομερώς. Όσον αφορά το αιτητικό (α) της εν λόγω Αίτησης, το Δικαστήριο ζήτησε από την Αιτήτρια να προβεί σε επιδόσεις τόσο προς την Μεσεγγυούχο Τράπεζα όσο και προς την Καθ' ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια αποφάσισε να μην καταθέσει την εν λόγω εγγύηση και συνεπώς το εν λόγω διάταγμα δεν έγινε απόλυτο ποτέ και δεν χρησιμοποιήθηκε από την αιτήτρια. Περαιτέρω, όπως η ομνύσασα για την αιτήτρια αναφέρει, η αιτήτρια προέβη στις εν λόγω επιδόσεις σε συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η αίτηση ημερομηνίας 15/2/2011 παρέμενε για οδηγίες. Στη συνέχεια, και αφού παρουσιάστηκε η καθ' ης η αίτηση στις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες εναντίον της, το Δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτα της αίτησης παραμερισμού της καθ' ης η αίτηση και στη συνέχεια επιλήφθηκε των δύο αιτήσεων για πληρωμή εις χείρας τρίτου που εκκρεμούσαν ενώπιον του, ημερομηνίας 15/2/2011 και 8/2/
- Πρώτα ως αναφέρει επιλήφθηκε της αίτησης ημερομηνίας 15/2/
- Το Δικαστήριο ενημερώθηκε σχετικά με το τι είχε γίνει κατά την 1/3/2011 και στην παρουσία και με την έγκριση της καθ' ης η αίτηση εκδόθηκε την 1/3/2012 διάταγμα ως τα αιτητικά (α) και (β) της αίτησης ημερομηνίας 15/2/
- (βλ. Τεκμήριο 2 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Το εν λόγω διάταγμα ως αναφέρει επιδόθηκε στην Μεσεγγυούχο Τράπεζα στις 15/3/
- (βλ.Τεκμήριο 3). Όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του ΚΕΦ.6, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Αφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής. Στις 15/2/2011 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi) με βάση την οποία ζητούντο διατάγματα ταυτόσημα με αυτά των παραγράφων Β και Γ του αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης το οποίο παρατίθεται πιο πάνω. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η παράγραφος (β) της αίτησης ημερ. 15/2/2011 (που είναι ταυτόσημη με την παράγραφο Γ της υπό εξέταση αίτησης) υπό τον όρο ότι η ενάγουσα θα κατέθετε €10,000 ως εγγύηση για τυχόν ζημίες που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Περαιτέρω διέταξε την επίδοση του διατάγματος ημερ. 1/3/2011 και της αίτησης ημερ. 15/2/2011 στην καθ' ης η αίτηση και στην ενδιαφερόμενη τράπεζα μέχρι 15/3/
- Σχετικό είναι το πρακτικό ημερ. 1/3/2011 το οποίο έχει δακτυλογραφηθεί και ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Όπως επίσης προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου το διάταγμα που εκδόθηκε κατά την 1/3/2011 δεν συντάχθηκε ποτέ και κατ' επέκταση δεν επιδόθηκε ποτέ σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Η αιτήτρια/ενάγουσα προχώρησε στην επίδοση της αίτησης ημερ. 15/2/2011 πρώτα στην μεσεγγυούχο η οποία εμφανίστηκε στις 15/3/2011 και δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων ως η παρ. Α και Β της αίτησης και ζήτησε όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπερ της (€150 πλέον Φ.Π.Α.). Το Δικαστήριο επιδίκασε τα έξοδα υπέρ της μεσεγγυούχου (δεδομένης της μη ένστασης της αιτήτριας) και επαναόρισε την υπόθεση για να επιδοθεί η εν λόγω αίτηση και στην εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση. Σχετικό είναι το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 15/3/2011 το οποίο επίσης έχει δακτυλογραφηθεί και ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η αίτηση ημερ. 15/2/2011 πράγματι επεδόθη εν τέλει και στην εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα η τελευταία να εμφανιστεί δια δικηγόρου κατά την 1/3/2012, ο οποίος δήλωσε ότι δεν είχε οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση 15/2/
- Υπό αυτές τις περιστάσεις (όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 1/3/2012) κατά την 1/3/2012 το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) έχοντας υπόψη ότι η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση δεν είχε πρόθεση να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση 15/2/2011 και περαιτέρω έχοντας κατά νου τη θέση της μεσεγγυούχου ότι δεν έφερε ένσταση στην εν λόγω αίτηση όπως αυτή δηλώθηκε στις 15/3/2011, προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος ημερ. 1/3/12 στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 15/2/2011 το οποίο όπως αναφέρεται στο σχετικό διατάγμα θα είχε αναστολή μέχρι την εκδίκαση της αίτησης ημερ.8/2/2012 σε σχέση με τα ζητήματα των μεσεγγυούχων και το οποίο (διάταγμα) ως μαρτυρείται από την συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε από την ενάγουσα/αιτήτρια (αλλά και το φάκελο του Δικαστηρίου) επεδόθη στη συνέχεια στη μεσεγγυούχο στις 15/3/2012 (βλ. Τεκμήριο 3 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εβίτας Ηλιάδου εκ μέρους της αιτήτριας/ενάγουσας ημερ.16/4/2013). Το εν λόγω διάταγμα ημερ. 1/3/2012 δεν έχει εφεσιβληθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο ανατραπεί. Το γεγονός δε ότι το εν λόγω διάταγμα το οποίο αποτελεί στην ουσία το order nisi, δεν εκδόθηκε εν τέλει ως φαίνεται και από τα όσα πιο πάνω αναφέρονται σε μονομερή βάση, δεν θεωρώ ότι αφαιρεί το σχετικό νομικό υπόβαθρο που είναι αναγκαίο για την προώθηση της παρούσας, ως εσφαλμένα κατά την κρίση μου η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση διατείνεται. Επομένως ο ισχυρισμός ότι ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος εντάλματος κατάσχεσης δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί μαζί με τον σχετικό λόγο ένστασης, ο οποίος για τον ίδιο λόγο κρίνω ότι στερείται ερείσματος. Η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση εγείρει επίσης ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αίτησης, ζήτημα το οποίο θεωρώ ότι και αυτό είναι ορθό να εξεταστεί πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Αναφορικά λοιπόν με τον πρώτο λόγο ένστασης που σχετίζεται με το ζήτημα της δικαιοδοσίας η εναγόμενη/αιτήτρια αναφέρει ότι όπως προκύπτει από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό και φάκελο το αγώγιμο δικαίωμα εγέρθη εκτός Κύπρου και η βάση αγωγής δεν έχει προκύψει είτε καθ' ολοκληρία είτε εν μέρει στην Επαρχία Λευκωσίας, ενώ η εναγομένη είναι εταιρεία στη Δομίνικα και η ενάγουσα, τράπεζα στο Βέλγιο. Όπως δε περαιτέρω ισχυρίζεται αν η ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε απάτη δόλο ή ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις ή και εάν διαπράχθηκε εναντίον της οποιαδήποτε παράνομη πράξη, αυτή θεωρείται ότι έλαβε χώρα σε βάρος της στο Βέλγιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση εισηγείται ότι η υπόθεση καμία απολύτως σχέση έχει με την επαρχία Λευκωσίας, εκτός του ότι συμπτωματικά η εναγόμενη προφανώς διατηρεί κάποιο λογαριασμό σε αλλοδαπή τράπεζα στην Κύπρο. Όπως όμως ισχυρίζεται τυχόν απόφαση για περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης στην Κύπρο μπορεί να εκτελεστεί μόνο μέσα από τη διαδικασία εξασφάλισης απόφασης αρμοδίου Δικασητρίου είτε στη Δομίνικα είτε στο Βέλγιο σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή και σύμφωνα με το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Υποδεικνύει δε με αναφορά σε πληθώρα νομολογίας ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ζήτημα δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εξετάζοντας τα πιο διαπιστώνω ότι με την πιο πάνω εισήγηση της η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση εμμέσως πλην σαφώς καλεί το Δικαστήριο να εξέτασει την ορθότητα και/ή νομιμότητα της απόφασης ημερ. 7/12/2010, πράγμα το οποίο στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης σίγουρα δεν είναι εφικτό, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η νομολογία στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση δίδει τέτοια ευχέρεια στο Δικαστήριο, ούτε βέβαια είναι αυτό το νόημα του δικαιώματος ενός διαδίκου να εγείρει και της ευχέρειας που έχει το Δικαστήριο να εξετάσει, ζήτημα δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Και εξηγώ. Η υπό εξέταση αίτηση δεν είναι ενδιάμεση αίτηση αλλά εναρκτήρια αίτηση (βλ. Heatron Co. Ltd. ανωτέρω) για εκτέλεση απόφασης η οποία διέπεται από τις δικές τις προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω. Το ουσιώδες δε με βάση αυτές είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και περαιτέρω ότι ο εναγόμενος έχει συμφέρον στο αντικείμενο της μεσεγγύησης και ότι αυτό αφορά στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επομένως το καθήκον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά περιορίζεται σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που αναφέρθηκε πιο πάνω, στο να διαπιστώσει απλά και μόνο αν υπάρχει σε ισχύ απόφαση Δικαστηρίου προς όφελος του αιτητή η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί και δεν εξετάζει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας την ορθότητα της εν λόγω απόφασης. Το γεγονός ότι ο λόγος για τον οποίο στην προκειμένη περίπτωση ζητείται να εξεταστεί η ορθότητα της εν λόγω απόφασης αφορά ζήτημα δικαιοδοσίας, το οποίο σύμφωνα με το συνήγορο της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, σίγουρα δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να μεταβάλει τα πιο πάνω, ούτε και είναι αυτό το νόημα των αποφάσεων σύμφωνα με τις οποίες δίδεται ευχέρεια στο δικαστήριο να εξετάζει ζήτημα δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Και τούτο διότι αν γίνει αποδεκτή η θέση αυτή είναι ωσάν να αναγνωρίζεται στην πράξη η δυνατότητα σε ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να παραμερίσει εμμέσως απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου στα πλαίσια διαδικασίας εκτέλεσης της, πράγμα ανεπίτρεπτο και καθ' όλα αντινομικό. Επομένως τα όσα ο συνήγορος της εναγομένης/αιτήτριας επιθυμεί να εγείρει και τα οποία ας σημειωθεί ότι δεν εγέρθηκαν στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού η οποία απερρίφθη, ενδεχομένως να μπορούν να εγερθούν πλέον μόνο στα πλαίσια της έφεσης που καταχωρήθηκε κατά της απορριπτικής απόφασης στην αίτηση παραμερισμού, αλλά σίγουρα δεν μπορούν να εγείρονται και να προωθούνται στα πλαίσια της παρούσας όπου δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο επίδικο το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την ουσία της αγωγής. Επομένως, κρίνω ότι ο σχειτκός λόγος ένστασης στερείται ερείσματος και θα πρέπει να απορριφθεί και το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων που εφαρμόζονται σε αιτήσεις της φύσεως που εξετάζεται. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και σε περίπτωση που λανθάνομαι ως προς την κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα που εγείρει ο συνήγορος της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, σημειώνω ότι ακόμη και εάν εξέταζα το επιχείρημα της εναγομένης τα πράγματα δεν θα διαφοροποιούνταν προς όφελος της τελευταίας, σε σχέση πάντα με τον υπό εξέταση λόγο ένστασης. Και τούτο διότι το επιχείρημα της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση είναι παντελώς ανεδαφικό και επί της ουσίας και η θέση της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση ότι το αγώγιμο δικαίωμα εγέρθη εκτός Κύπρου και ότι η βάση αγωγής δεν είχε προκύψει είτε καθ' ολοκληρία είτε εν μέρει στην Επαρχία Λευκωσίας και ότι η υπόθεση καμία απολύτως σχέση έχει με την επαρχία Λευκωσίας, εκτός του ότι συμπτωματικά η εναγόμενη διατηρεί κάποιο λογαριασμό σε τράπεζα στην Κύπρο, είναι για να πω το λιγότερο λανθασμένη, για να μην πω παραπλανητική. Και εξηγώ. Η βάση αγωγής της ενάγουσας ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της (και επιβεβαιώνεται με την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς εξασφάλιση της απόφασης ημερ.7/12/2010), σχετίζεται με τη διεκδίκηση του ποσού των €50.000 που η εναγόμενη, σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας, απέσπασε παράνομα από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείται με την ενάγουσα στο όνομα του πελάτη της τελευταίας Philippe Tollenaire, και συγκεκριμένα στη βάση εντολών οι οποίες δόθηκαν στην ενάγουσα τράπεζα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος και οι οποίες σύμφωνα με την ενάγουσα και τον Philippe Tollenaire δεν δόθηκαν ποτέ από τον ίδιο και ήταν το προϊόν απάτης, αφού η ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία δόθηκαν οι εντολές δεν ανήκει στο εν λόγω πρόσωπο και το εν λόγω πρόσωπο και δεν είχε ποτέ προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία με την εναγόμενη, ούτε έλαβε από αυτήν οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Στη βάση των ανωτέρω η ενάγουσα η οποία αποζημίωσε τον κ. Tollenaire για το ποσό των €50.000 που χρέωσε το λογαριασμό του, απαίτησε το ποσό αυτό από την εναγόμενη μέσω της υπό αναφορά αγωγής, εξασφαλίζοντας την απόφαση ημερ. 7/12/
- Τονίζω στο σημείο αυτό ότι ως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης (αλλά και στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ημερ. 7/12/2010 στη βάση της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 7/12/2010), οι εντολές οι οποίες δόθηκαν στην ενάγουσα τράπεζα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος 19/7/2010 και οι οποίες σύμφωνα με την ενάγουσα και τον Philippe Tollenaire δεν δόθηκαν ποτέ από τον ίδιο και ήταν το προϊόν απάτης, έδιδαν εξουσιοδότηση στην ενάγουσα όπως μεταβιβάσει το ποσό των €50.000 απο το λογαριασμό του Tollenaire σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης στην FBME Bank στη Λευκωσία, Κύπρο, πράγμα που η ενάγουσα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έπραξε (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση ημερ.7/12/2010 στη βάση της οποία εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 7/12/2010). Με βάση τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η βάση αγωγής προέκυψε (με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως και τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν προς εξασφάλιση της απόφασης 7/12/2010), τουλάχιστον εν μέρει εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, αφού το ποσό που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παράνομα αποσπάστηκε, μεταφέρθηκε σύμφωνα με την ενάγουσα σε λογαριασμό της εναγομένης στην FBME στη Λευκωσία, Κύπρο. Με βάση τα πιο πάνω καθίσταται επίσης σαφές ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπόθεση καμία απολύτως σχέση έχει με την επαρχία Λευκωσίας εκτός του ότι συμπτωματικά η εναγόμενη διατηρεί κάποιο λογαριασμό σε τράπεζα στην Κύπρο, είναι τουλάχιστον λανθασμένος αν όχι παραπλανητικός. Το δε επιχείρημα της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας υπό οποιαδήποτε σκοπιά και αν ιδωθεί κρίνεται ανεδαφικό και απορριπτέο. Ερχόμενη τώρα στις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται αναφορά στις οποίες έγινε πιο πάνω και στρεφόμενη συγκεκριμένα στην πρώτη σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη προϋπόθεση κρίνω ότι πληρούται αφού η ενάγουσα/αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 7/12/2010 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για τους αιτητές, ημερ. 16/4/2013 και η οποία αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έχει ικανοποιηθεί. Η θέση της εναγομένης ότι η αμφισβήτηση από την ίδια της ορθότητας και/ή νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και κατ' επέκταση του δικαιώματος της αιτήτριας να εκτελέσει αυτή, δεν επιτρέπει την κατάληξη ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται, είναι παντελώς ανεδαφική. Και τούτο διότι, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη κατεχώρησε αίτηση παραμερισμού της εν λόγω απόφασης αυτή δεν είχε επιτυχή κατάληξη, ενώ η έφεση η οποία καταχωρήθηκε και εκκρεμεί σίγουρα δεν μπορεί να λειτουργήσει επιφέροντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης 7/12/2010, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν είναι καν εφεσιβαλλόμενη αυτή καθ' αυτή στην έφεση που καταχωρήθηκε, αφού εφεσιβαλλόμενη είναι η απόφαση με την οποία απερρίφθη η αίτηση παραμερισμού που καταχώρησε η αιτήτρια. Ακόμα όμως και να ήταν, η Δ.
- Θ.18 προνοεί σαφέστατα ότι μια έφεση δεν θα ενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Η δε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 7/12/2010 που καταχωρήθηκε με σκοπό την εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος, επίσης είχε ανεπιτυχή κατάληξη για την εναγόμενη (βλ. απόφαση ημερ. 5/11/2012 με την οποία απερρίφθη η αίτηση ημερ. 23/4/2012) και δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε ένδειξη ότι αυτή έχει ανατραπεί μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Επομένως οι ενέργειες στις οποίες προέβη η εναγόμενη όχι μόνο δεν μπορούν να την βοηθήσουν στην προώθηση του σχετικού επιχειρήματος της, αλλά επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι σχετική απόφαση βρίσκεται σε ισχύ και είναι εκτελεστή. Το δε ζήτημα που εγείρει η εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο ένστασης ότι δηλαδή δεν επισυνάπτεται η ορθή απόφαση προς απόδειξη του εξ αποφάσεως χρέους, έχει θεραπευθεί, αφού όπως και πιο πάνω αναφέρω η ορθή απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου από την πλευρά της αιτήτριας/ενάγουσας. Επομένως η πρώτη προϋπόθεση πληρούται και ο δεύτερος λόγος ένστασης στο βαθμό που αφορά την μη εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης θα πρέπει να απορριφθεί όπως και ο τέταρτος και ο δέκατος τρίτος λόγος ένστασης. Η επόμενη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί, αφορά στο συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο της μεσεγγύησης είναι τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο η εναγόμενη διατηρεί στην μεσεγγυούχο τράπεζα, ήτοι την FBME. Ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης όπως αυτός εγείρεται με τον πέμπτο λόγο ένστασης με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι η αιτήτρια δεν προσκομίζει οιοδήποτε αποδεικτικό υλικό και/ή οιανδήποτε τεκμηρίωση δια μέσου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι η εναγόμενη/καθ' ης διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό στους Μεσεγγυούχους, το είδος του λογαριασμού, και το κατά πόσο ο λογαριασμός αυτός είναι δεκτικός μεσεγγύησης, σημειώνω πρώτον ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (βλ. παρ. 4) αναφέρεται ο αριθμός λογαριασμού καθώς και το γεγονός ότι ο εν λόγω λογαριασμός ανήκει στην εναγομένη, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε θετικό τρόπο από την εναγομένη, ενώ μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση είναι διάχυτη η παραδοχή ότι ο εν λόγω λογαριασμός υπάρχει και ανήκει στην εναγομένη, αφού η ίδια η ομνύσασα εκ μέρους της εναγόμενης ισχυρίζεται (βλ. παρ. 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση) ότι «σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η καθ' ης η αίτηση ως μια μικρομεσαία επιχείρηση του εξωτερικού θα της προκληθεί ουσιώδης οικονομική δυσχέρεια ...», ισχυρισμός από τον οποίο το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η εναγόμενη θα υποστεί αυτήν την κατ' ισχυρισμό δυσχέρεια αφού ο λογαριασμός του οποίου ζητείται η κατάσχεση είναι δικός της. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η θέση της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση στην ίδια παράγραφο σε άλλο σημείο όπου αναφέρει ότι «Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, διατάσσον τον Μεσεγγυούχον FBME Bank να πληρώσει στην Ενάγουσα/Αιτήτρια προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων του, θα επενεργούσε κατά άδικο τρόπο εις βάρος της Εναγομένης...». Σε κάθε περίπτωση τονίζω ότι η μεσεγγυούχος FBME έχει εμφανιστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης τόσο στις 21/3/2012 όσο και στις 3/5/2012 όπως και πιο πάνω έχω αναφέρει και έχει δηλώσει ότι δεν φέρει ένσταση στην αίτηση πλην όμως δήλωσε ότι το σχετικό ποσό που ευρίσκεται κατατεθειμένο στην Τράπεζα είναι λιγότερο από €50.
- Επομένως και με βάση τα πιο πάνω δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο λογαριασμός ο οποίος αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπάρχει, ανήκει στην εναγόμενη, διατηρείται στην μεσεγγυούχο τράπεζα και σε αυτόν υπάρχει κατατεθημένο ποσό χρημάτων εις πίστην της εναγόμενης πλην όμως λιγότερο από €50,
- Έχοντας δε υπόψη ότι ως και πιο πάνω αναφέρεται το άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει, σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία, την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε σχέση με χρέη αλλά επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδόσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, όπως αγαθά, χρήματα και εγγυήσεις («securities") για χρηματικά ποσά, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει σχετικό διάταγμα σε σχέση με τραπεζικό λογαριασμό. Είναι δε νομολογημένο ότι ένας τρεχούμενος τραπεζικός λογαριασμός είναι δεκτικός κατάσχεσης ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα που υπάρχει για απαίτηση πριν ο πελάτης εναγάγει. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) στη σελ.329 και παρά.530: «
- Attachment of bank accounts. A current account with a bank has always been attachable notwithstanding the necessity for a demand before a customer can sue, as the service of the order nisi is treated as a demand on behalf of the customer." Ως προς το ότι η εναγόμενη είναι ο δικαιούχος του λογαριασμού, προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται συμφώνως του άρθρου 73, τούτο αναφέρεται ρητώς στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο όπως και πιο πάνω αναφέρω. Tουναντίον. Περαιτέρω υπενθυμίζω ότι η μεσεγγυούχος τράπεζα εμφανίστηκε στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης και προέβη στις δηλώσεις που αναφέρονται και πιο πάνω από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι ο εν λόγω λογαριασμός υπάρχει ανήκει στην εναγόμενη και σε αυτόν υπάρχουν ποσά κατατεθειμένα εις πίστην της εναγομένης τα οποία όμως είναι λιγότερα από €50,
- Σημειώνω δε παρενθετικά ότι ως προκύπτει από την πρόσφατη νομολογία, ακόμα και όπου ο λογαριασμός τηρείται από κοινού με τον οφειλέτη και κάποιο άλλο πρόσωπο (πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση), και πάλιν δεν υφίσταται εμπόδιο στην έκδοση ή και οριστικοποίηση τυχόν διατάγματος της φύσης που εξετάζεται, αφού ο οφειλέτης ως ένας εκ των δικαιούχων του κοινού λογαριασμού θεωρείται ότι έχει συμφέρον στο λογαριασμό αυτό για τους σκοπούς του άρθρου 73 (βλ. Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ ανωτέρω). Συνακόλουθα και ο πέμπτος λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Ως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται (βλ. λόγο ένστασης αρ. 10) ότι στον εν λόγω λογαριασμό δεν διατηρούνται χρήματα ικανά για κάλυψη όλου του εξ αποφάσεως χρέους, ειλικρινά αδυνατώ να ακολουθήσω αυτή τη γραμμή συλλογισμού. Και τούτο διότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί μια προσπάθεια εκτέλεσης απόφασης, η οποία όπως και όλα τα λοιπά μέτρα εκτέλεσης που μπορεί να ληφθούν μπορεί να επιφέρουν είτε ολική είτε μερική εκτέλεση της απόφασης, χωρίς όμως να τίθεται ως προϋπόθεση για την επιτυχία ενός μέτρου εκτέλεσης η δυνατότητα πλήρους ικανοποίησης της απόφασης μέσω αυτού. Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ένστασης (λόγος ένστασης 10) απορρίπτεται. Ερχόμενη τώρα και στην τελευταία προϋπόθεση, αυτή, όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω σχετίζεται με τον τόπο αποπληρωμής του χρέους. Όπως τονίζεται στην Carna Plants ανωτέρω με αναφορά στην Pastella v. Marine Iranian Tanker
(1987)1 C.L.R., 583 (απόφαση Ολομέλειας), τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση τα στοιχεία ενεργητικού ευρίσκονται σίγουρα εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού τηρούνται σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης ο οποίος τηρείται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστήρίου και συγκεκριμένα στην τράπεζα FBME στη Λευκωσία, Κύπρο. Επομένως και αυτή η προϋπόθεση πληρούται. Ως προς τον δωδέκατο λόγο ένστασης με τον οποίο η εναγόμενη/αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα/αιτήτρια έχει την έδρα της και/ή διεξάγει τις εργασίες της εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή είναι κάτοικος εξωτερικού και ότι δεν έχει ληφθεί σχετική άδεια κάτω από τον σχετικό νόμο της Δημοκρατίας που να επιτρέπει την αιτούμενη πληρωμή της εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, θεωρώ ότι και αυτός είναι παντελώς ανεδαφικός αφού εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η ενάγουσα επιθυμεί ή και επιδιώκει την αποστολή των χρημάτων αυτών εκτός δικαιοδοσίας, πράγμα σε σχέση με το οποίο δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό μπορεί να ρυθμιστεί με την επιβολή σχετικού όρου στο διάταγμα που θα εκδοθεί. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο 78 το Δικαστήριο δύναται μεταξύ άλλων «... να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο ...». Ως προς τον όγδοο λόγο ένστασης με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ενώ διεκδικεί διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου τα οποία όπως υποστηρίζει εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας, σημειώνω ότι αυτός περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά τον ισχυρισμό της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση ότι η ενάγουσα αιτήτρια έχει προβεί σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τόσο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας όσο και στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 15/2/2011 για έκδοση του μονομερούς διατάγματος (βλ. και λόγο ένστασης 9). Ειδικότερα αναφέρεται ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και τις δύο προαναφερόμενες αιτήσεις δεν γίνεται αναφορά και/ή μνεία στο γεγονός ότι η ενάγουσα/αιτήτρια δεν έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1/03/2011 όπως υπογράψει εγγύηση ύψους € 10,000 προσωπικά ή με αξιόχρεο εγγυητή, για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος (βλ. Τεκμήριο 5). Περαιτέρω είναι η θέση της εναγόμενης/αιτήτριας ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας ημερομηνίας 15/02/2011, στο ότι η απόφαση ημερομηνίας 7/12/2010 που πέτυχε κατά της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση, εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας. Είναι δε η θέση της ότι το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο πιθανόν να είναι γνώστης τόσο της μη συμμόρφωσης της ενάγουσας/αιτήτριας με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1/3/2011 όσο και του γεγονότος ότι η απόφαση ημερομηνίας 7/12/2010 εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, δεν απαλλάσει την ενάγουσα/αιτήτρια από την υποχρέωση της, να αποκαλύψει το γεγονός αυτό στο Δικαστήριο, καθ' ότι είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν αποκτά δικαστική γνώση από προγενέστερες ενώπιον του διαδικασίες. Είναι γεγονός ότι όπως αναφέρεται στην απόφαση Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 181/2007, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2009, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Όπως δε τονίζεται στην ίδια απόφαση η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. ΄Ετσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων. (Attorney-General and another (No.2) v. Savvides [1979] 1 C.L.R. 349). Στην προκειμένη περίπτωση διευκρινίζω ότι όπως έχει διαφανεί και πιο πάνω στα πλαίσια εξέτασης του τρίτου λόγου ένστασης το order nisi δεν εκδόθηκε εν τέλει σε μονομερή βάση. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης δεν θεωρώ ότι απεκρύβη καθ' οιονδήποτε τρόπο από το Δικαστήριο αφού στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 15/2/2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η απόφαση ημερ. 7/12/2010, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει αβίαστα ότι η απόφαση εκδόθηκε λόγω παράλειψης της εναγομένης να εμφανισθεί. Στην υπό εξέταση δε αίτηση, η εν λόγω απόφαση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 με την συμπληρωματική ένορκή δήλωση της αιτήτριας, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην ακρόαση της παρούσας αίτησης. Πέραν των πιο πάνω που οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης/καθ' ης ότι η ενάγουσα/αιτήτρια απέκρυψε το ζήτημα αυτό δεν ευσταθεί, σημειώνω ότι εν πάσει περιπτώσει ακόμα και εάν κάτι τέτοιο δεν αποκαλύπτετο δεν θεωρώ ότι αυτό είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο ουσιώδες, έτσι ώστε να οδηγήσει στην άρνηση χορήγησης της αιτούμενης θεραπείας στην ενάγουσα/αιτήτρια. Και τούτο διότι το κύριο και ουσιαστικό ζήτημα είναι το κατά πόσον υπάρχει σε ισχύ εκτελεστή απόφαση Δικαστηρίου σε σχέση με την οποία θα μπορούσε να προωθείται η συγκεκριμένη διαδικασία εκτέλεσης και όχι το αν η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου ή κατόπιν ακρόασης ή ακόμη και ερήμην της εναγομένης. Στην προκειμένη δε περίπτωση η απόφαση ημερ. 7/12/2010 βρίσκεται σε ισχύ και δεν έχει ικανοποιηθεί ως και πιο πάνω (στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης) έχει αναφερθεί. Ως προς το ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και τις δύο προαναφερόμενες αιτήσεις δεν γίνεται αναφορά και/ή μνεία στο γεγονός ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1/03/2011 (το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 15/2/2011), επαναλαμβάνω τα όσα πιο πάνω εχουν αναφερθεί επί τούτου και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το εν λόγω διάταγμα ημερ. 1/3/2011 δεν συντάχθηκε (drawn up) ούτε και επεδόθη σε οποιοδήποτε, αλλά αντίθετα αφού η αίτηση ημερ. 15/2/2011 επιδόθηκε στην μεσεγγυούχο και την εναγόμενη, εκδόθηκε υπό τις περιστάσεις που αναφέρω πιο πάνω και χωρίς ένσταση από πλευρά της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση και της μεσεγγυούχου το διάταγμα ημερ. 1/3/2012 το οποίο επεδόθη στην μεσεγγυούχο στις 15/3/2012 και το οποίο δεν προσβλήθηκε ή παραμερίστηκε. Επομένως είναι προφανές ότι το διάταγμα ημερ.1/3/2011 δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό ή ουσιώδες υπό τις περιστάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση η παράλειψη αναφοράς σε αυτό σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράλειψη τέτοια, η οποία να δύναται να οδηγήσει σε άρνηση παραχώρησης της αιτούμενης θεραπείας. Ο δεύτερος άξονας στη βάση του οποίου επιχειρείται να καταδειχθεί ότι η ενάγουσα δεν προσέρχεται με καθαρά τα χέρια σχετίζεται με την ίδια τη συμπεριφορά της ενάγουσας/αιτήτριας σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Συγκεκριμένα η θέση της εναγομένης επί του προκειμένου είναι ότι η ενάγουσα/αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθ' ότι η ενάγουσα/αιτήτρια προέβη στην πληρωμή της εναγόμενης/καθ ης η αίτηση, κατόπιν εντολής του ιδίου του πελάτη της (εδώ και χρόνια) Philippe Tollenaire κατόπιν τιμολόγησης του, από την εναγόμενη και προφανώς όπως ισχυρίζεται για λανθασμένους/εσφαλμένους λόγους ικανοποίησης του πελάτη της η ενάγουσα/αιτήτρια επέστρεψε στον πελάτη της ένα ίσο ποσό με αυτό που καταβλήθηκε στην εναγόμενη για την αγορά των αγαθών/υπηρεσιών της τελευταίας. Όπως δε εισηγείται θα πρέπει, η ενάγουσα/αιτήτρια να διεκδικήσει πίσω το ποσό αυτό από τον πελάτη της ( ο οποίος έχει λάβει τα αγαθά/υπηρεσίες της εναγόμενης) και να μην έχει την παράλογη απαίτηση από την εναγομένη να ενεργήσει εις βάρος της και να παραδώσει το προϊόν της πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών της στον Philippe Tollenaire. Επίσης επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο Τεκμήριο 6 και στην δοθείσα εντολή του Philippe Tollenaire αγοραστή εις την ενάγουσα/αιτήτρια με δικαιούχο την εναγομένη, για αγορά των αγαθών/υπηρεσιών της εναγομένης ημερομηνίας 20/07/2010 και σε τιμολόγιο της εναγομένης προς τον Philippe Tollenaire αγοραστή, με τα στοιχεία του αγοραστή (μεταξύ αυτών διεύθυνση και φωτοαντίγραφο ταυτότητας) περιγραφή των αγαθών/υπηρεσιών και την τιμή πώλησης αυτών. Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές ότι η εναγόμενη βασίζει το επιχείρημα της ότι η ενάγουσα/αιτήτρια δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια, στα γεγονότα που αφορούν την μεταξύ των διαδίκων διαφορά σε σχέση με την οποία όμως έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας. Επομένως και κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν δύναται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει ζητήματα τα οποία αφορούν την ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς και τα οποία θα μπορούσαν να εγερθούν και να αποφασιστούν μόνο στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής σε σχέση με την οποία επαναλαμβάνω έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας η οποία παραμένει σε ισχύ. Και για να το θέσω αλλιώς, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτούς τους ισχυρισμούς για να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως η εναγόμενη επιθυμεί και εισηγείται, αφού κάτι τέτοιο στην ουσία θα ανέτρεπε έμμεσα την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 7/12/210, πράγμα καθ' όλα ανεπίτρεπτο. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι τόσο ο λόγος ένστασης 8 όσο και ο λόγος ένστασης 9 είναι ανεδαφικοί και θα πρέπει χωρίς άλλο να απορριφθούν. Ως προς τον έκτο λόγο ένστασης με τον οποίο η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η ένορκος δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.
- 2, σημειώνω ότι η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση βασίζει την εισήγηση της στο ότι όπως ισχυρίζεται, η κα Ανδρέου η οποία προβαίνει στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει την απαιτούμενη προσωπική γνώση για τα όσα έχει αναφέρει ενόρκως και ούτε αποκαλύπτει την πηγή και τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζει την γνώση και πληροφόρηση της παρά μόνο στις πλείστες παραγράφους της ένορκης της δήλωσης αναφέρει την φράση «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και αληθώς πιστεύω». Συνεπώς είναι η εισήγηση της εναγομένης ότι, η ένορκη της δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39, Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η νομολογία και ως εκ τούτου αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και είναι ανεπίτρεπτη. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχή με δεδομένα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Rybolovlev ν Rybolovleva 2010 1Α ΑΑΔ 82, , και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα/αιτήτρια είναι εταιρεία από το Βέλγιο θεωρώ ότι είναι επιτρεπτό για την κα Ανδρέου να προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα στην αρχή της ενόρκου δήλωσης της αναφέρει από που έχει λάβει την πληροφόρηση της, αφού αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση αλλά και από αντιπροσώπους της ίδιας της ενάγουσας/αιτήτριας, η οποία την έχει δεόντως εξουσιοδοτήσει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Το γεγονός δε ότι στην συνέχεια χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία τη φράση «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και αληθώς πιστεύω» δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν συμμορφούται προς τις προϋποθέσεις της Διαταγής 39 Θ.2 ή της νομολογίας, αφού στην ένορκη δήλωση όπως και πιο πάνω αναφέρω, επεξηγείται από που η ομνύσασα έχει λάβει την πληροφόρησης της της. Πέραν τούτου η ενόρκως δηλούσα για την αιτήτρια δεν έχει αντεξετασθεί, ενώ τα ζητήματα σε σχέση με τα οποία χρησιμοποιεί αυτή τη φράση είναι ζητήματα τα οποία στην ουσία δεν αμφισβητούνται. Συγκεκριμένα ως προς το ότι εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 7/12/2010 αυτό είναι παραδεκτό από την εναγόμενη και ούτως ή άλλως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για την αιτήτρια, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ως προς το ότι η εν λόγω απόφαση δεν εξοφλήθηκε, τούτο επίσης δεν αμφισβητείται ενώπιον μου, αντίθετα είναι σαφές ότι η εναγόμενη αρνείται να εξοφλήσει την επίδικη απόφαση ημερ.7/12/2010 με την οποία διαφωνεί και την οποία έχει προσβάλει με αίτηση παραμερισμού. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει πουθενά προβάλει τον ισχυρισμό ότι εξόφλησε, για να τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης των όσων η ενόρκως δηλούσα για την αιτήτρια αναφέρει. Ως προς τα όσα αναφέρει σε σχέση με τον λογαριασμό της εναγομένης στην FBME σημειώνω ότι αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη καθ' οιονδήποτε θετικό τρόπο όπως και πιο πάνω έχω ήδη αναφέρει, ενώ η μεσεγγυούχος στην οποία επεδόθη η αίτηση και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει, δεν προέβαλε οποιαδήποτε ένσταση σε αυτήν. Επομένως δεν βλέπω οτιδήποτε το μεμπτό στην υπό εξέταση ένορκη δήλωση, ούτε και μπορώ να αποδεχθώ το σχετικό λόγο ένστασης (λόγος ένστασης 6) ο οποίος και απορρίπτεται. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί ενώ οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν στα πλαίσια αυτά πράγματι πληρούνται. Με δεδομένο δε ότι δεν τίθεται ζήτημα πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στον μεσεγγυούχο, ο οποίος επαναλαβάνω ότι δεν φέρει ένσταση στην παρούσα, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της αιτήτριας. Ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση ότι η έκδοση διατάγματος θα επενεργήσει κατά άδικο τρόπο σε βάρος της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά, σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού η εναγόμενη βασίζει τη θέση της στο ότι η ίδια έχει ήδη παραδώσει τις υπηρεσίες/ αγαθά στον πελάτη της ενάγουσας έτσι που αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα απωλέσει και το προϊόν της εν λόγω πώλησης και θα υποστεί ουσιώδη οικονομική δυσχέρεια η οποία θα ήταν αδικαιολόγητα και δυσανάλογα επαχθής. Τα όσα η εναγόμενη αναφέρει κατά την κρίση μου δεν ευσταθούν, αφού αφ' ενός υπάρχει σε ισχύ εναντίον της απόφαση Δικαστηρίου, ενώ αφ' ετέρου η ζημιά η οποία θα υποστεί αποτιμάται σε χρήμα, είναι δηλαδή καθαρά χρηματικής φύσεως και ως τέτοια θα μπορεί να αποκασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο (εάν η έφεση κατά την απόφασης με την οποία η αίτηση παραμερισμού απερρίφθη επιτύχει) από την ενάγουσα/ αιτήτρια, σε σχέση με την οποία ας σημειωθεί ότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι είναι αφερέγγυα. Επομένως κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τη μη άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπερ της ενάγουσας/αιτήτριας. Επομένως εκδίδεται εκδίδεται διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αναφορικά με το ποσό που κατέχεται από την FBME και ευρίσκεται κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης στην FBME με αριθμό CY1911501001062721EURCACC001, υπό τον όρο ότι η ενάγουσα/αιτήτρια εντός 30 ημερών από σήμερα θα υποδείξει στην μεσεγγυούχο FBME, τραπεζικό λογαριασμό εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είτε στο όνομα της είτε στο όνομα των δικηγόρων της δια λογαριασμό της ίδιας ως πελάτη τους (Clients Account) για πληρωμή του σχετικού ποσού ή θα παρουσιάσει οιεσδήποτε τυχόν άδειες απαιτούνται για πληρωμή του εν λόγω ποσού, εκτός δικαιοδοσίας σε συγκεκριμένο λογαριασμό της ενάγουσας/αιτήτριας, ο οποίος επίσης θα πρέπει να υποδειχθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Παρά το ότι έχει αναφερθεί ότι το ποσό που ευρίσκεται κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό είναι λιγότερο από €50.000 σημειώνω ότι σε κάθε περίπτωση η κατάσχεση περιορίζεται στην έκταση που αναφέρεται στην απόφαση ημερ.7/12/2010 ήτοι σε €50.000 ευρώ πλέον τόκο 5.5% επί του πιο πάνω ποσού από 11/8/2010 πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή (€2362 πλέον Φ.Π.Α. €
- 40) πλέον τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο