← Κύπρος

ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΠΕΤΣΑ ΚΟΥΚΚΙΔΟΥ κ.α. ν. ΜΑΡΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 349/08, 31/3/2014

ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΠΕΤΣΑ ΚΟΥΚΚΙΔΟΥ κ.α. ν. ΜΑΡΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 349/08, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 349/08 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΠΕΤΣΑ ΚΟΥΚΚΙΔΟΥ
  2. ΜΑΡΙΑ ΠΕΤΣΑ
  3. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΕΤΣΑ Εφεσείουσες/Αιτήτριες -και-
  4. ΜΑΡΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
  5. ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΟΤΑΜΙΤΗ Εφεσίβλητες/Καθ' ων η αίτηση --------------------- Αίτηση για τροποποίηση της Έφεσης και καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης 31 Μαρτίου 2014 Για τις εφεσείουσες: κος Κρονίδης Για τις εφεσίβλητες: κα Ερωτοκρίτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση επιζητείται η έκδοση δύο διαταγμάτων. Το πρώτο είναι η τροποποίηση της έφεσης και το δεύτερο η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η διαδικασία που προηγήθηκε της επίδικης αίτησης θα αναδείξει ό,τι σχετικό της παρούσας και ως εκ τούτου συνοψίζεται. Την 16.04.2008 ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέδωσε απόφαση σε αίτηση συνοριακής διαφοράς. Η αίτηση που προηγήθηκε καλούσε το διευθυντή να επιλύσει τη διαφορά των τεμαχίων 56 και 1168 στα Λαγουδερά. Η απόφαση του διευθυντή δεν άφησε ευχαριστημένες τις ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 1168 που καταχώρισαν έφεση. Τούτη η έφεση καταχωρίστηκε την 16.05.
  6. Αφότου η έφεση επιδόθηκε στις ιδιοκτήτριες του τεμαχίου 56 και στο διευθυντή του κτηματολογίου, τη 18.11.2008 οι εφεσίβλητες καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Για την ώρα δεν έχει σημασία η όλη πορεία της έφεσης μετά την καταχώριση ένστασης. Σημειώνω μόνο ότι την 08.10.2013 δόθηκε άδεια στον τότε συνήγορο των εφεσειουσών να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση τούτων λόγω διαφωνίας στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Κατά τον ίδιο χρόνο εμφανίστηκε νέος συνήγορος, δηλαδή ο νυν συνήγορος των εφεσειουσών, και ζήτησε αναβολή ώστε να υποβάλει αίτημα για τροποποίηση της έφεσης. Ούτω και έγινε. Την 08.10.2013 οι εφεσείουσες καταχώρισαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται όχι μόνο τροποποίηση της έφεσης αλλά και άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή λοιπόν η αίτηση, ημερομηνίας 08.10.2013, είναι το αντικείμενο της παρούσας. Διευκρινίζω εδώ ότι πιο κάτω όπου αναφέρομαι σε εφεσείουσες εννοώ τις αιτήτριες στην αίτηση 08.10.2013 και εφεσίβλητες τις καθ' ων η αίτηση. Διευκρινίζω ακόμη ότι τα δύο αιτήματα θα τύχουν ξεχωριστής εξέτασης. Πρώτα θα επιληφθώ του αιτήματος τροποποίησης και ακολούθως του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιλέγω αυτή τη σειρά διερεύνησης δια το λόγο ότι οι εφεσείουσες υποστηρίζουν πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση οφείλεται στην τροποποίηση και συνεπώς αν η αιτούμενη τροποποίηση ήθελε επιτύχει είναι εύλογο και δίκαιο να συνεκτιμηθεί σε σχέση με το άλλο αίτημα, δηλαδή την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η τροποποίηση άπτεται προσθήκης δύο άρθρων στη νομική βάση της έφεσης, εν προκειμένω των άρθρων 50 και 58 του Κεφ. 224, καθώς επίσης νέων λόγων έφεσης. Οι νέοι λόγοι που οι αιτήτριες επιθυμούν να προσθέσουν έχουν ως ακολούθως· «
  7. Η επιτόπια εξέταση της διαφιλονικούμενης έκτασης γης έγινε από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου κατά αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό τρόπο.
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση λήφθηκαν λανθασμένα κριτήρια για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς και/ή ακολουθήθηκε λανθασμένη μέθοδος μέτρησης.
  9. Τα ορόσημα έχουν τοποθετηθεί μετά από χωρομετρική εργασία που έχει γίνει με εσφαλμένο και/ή αυθαίρετο τρόπο χωρίς να συνάδουν με τα εν χρήσει αρχικά σχέδια της χωρομετρίας.
  10. Τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί δεν έχουν λάβει υπόψη τις σωστές αποστάσεις του εν χρήσει αρχικού χωρομετρικού και/ή τοπογραφικού σχεδίου.
  11. Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του την επίλυση με φιλική διευθέτηση της ίδιας συνοριακής διαφοράς κατά ή περί το έτος 1958 μεταξύ των προκατόχων των επίδικων τεμαχίων γης που αποτελούν τους προγόνους των διαδίκων αντίστοιχα με τον αρ. Φακέλου Α418/58, όπου κατά τον χρόνο εκείνο το Κτηματολόγιο ενέκρινε και/ή επικύρωσε την επίλυση της ίδιας συνοριακής διαφοράς με σχετικό Σχέδιο το οποίο ήταν συμφώνα με τα εν χρήσει σχέδια τη χωρομετρίας.
  12. Ο διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του ότι η επίλυση της ίδιας συνοριακής διαφοράς με φιλική διευθέτηση όπως επιτεύχθηκε με τον αρ. Φακέλου Α418/58 πιο πάνω, αποτελούσε και/ή αποτελεί απόφαση του Διευθυντή την οποία ο Διευθυντής δεν δύναται να ανακαλέσει ή ακυρώσει.
  13. Ο Διευθυντής παρέλειψε συνεπώς να λάβει υπόψη του ότι οι καθ' ων η αίτηση μπορούσαν να επανέλθουν μόνο με αίτηση για την επανατοποθέτηση οροσήμων και όχι με καταχώρηση στο Κτηματολόγιο νέας αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς όπως έπραξαν με τον Αρ. Φακέλου ΑΧ51/1999, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση του Διευθυντή να καθίσταται παράτυπή και/ή άκυρη εξ' υπαρχής.
  14. Ο Διευθυντής αγνόησε και/ή παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα φυσικά σύνορα του κτήματος και/ή την επιτόπια κατάσταση και/ή την κατάσταση επί του εδάφους όπου νόμιμα είχαν ανεγερθεί υποστατικά και/ή υποστατικά σε έκταση που βρίσκονταν εντός του συνόρου του τεμαχίου 1168 συμφώνως του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας και/ή του εν χρήσει χωρομετρικού σχεδίου.
  15. Ο Διευθυντής παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και εμπεριστατωμένη έρευνα ως προς τον ακριβή καθαρισμό των συνόρων των επίδικων τεμαχίων και/ή κατά τη λήψη της απόφασης του επηρεάστηκε από αλλότριους παράγοντες και/ή δεν έλαβε υπόψη του το επίσημο αρχικό Κτηματικό και/ή Χωρομετρικό Σχέδιο και/ή το Σχέδιο που ετοιμάστηκε και κατατέθηκε με σκοπό την επίλυση της συνοριακής διαφοράς με τον αρ. Φακέλου Α418/58 που ήταν σύμφωνα με τα εν χρήσει σχέδια της χωρομετρίας.» Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτην. Ομνύουσα είναι η 1η εφεσείουσα. Εκτενής παράθεση των ισχυρισμών που εκεί αναφέρονται δεν χρησιμεύει, εφόσον πιο κάτω πραγματεύομαι τούτους σε συσχετισμό με τους λόγους ένστασης. Σύνοψη όμως αποκαλύπτει ότι οι λόγοι που επικαλούνται οι εφεσείουσες είναι δύο. Ο πρώτος είναι ότι εκ παραδρομής και αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκαν τα άρθρα 50 και 58 του Κεφ. 224 στη νομική βάση της έφεσης και ο δεύτερος, ότι η τροποποίηση εκπορεύεται από στοιχεία που ήλθαν στην επιφάνεια μετά από έρευνα που διεξήγαγε στο κτηματολόγιο η ομνύουσα. Τούτη η έρευνα τοποθετείται χρονικά κατά ή περί τον Απρίλιο του
  16. Έντονη είναι η αντίδραση των εφεσίβλητων στο αίτημα. Οι ευάριθμοι λόγοι ένστασης που εγείρουν αποκαλύπτουν ότι αμφισβητούν ό,τι σχετικό. Δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης, σύνοψη τούτων ικανοποιεί την υποχρέωση για πληροφόρηση του αναγνώστη. Σύμφωνα με την ομνύουσα την ένσταση, οι εφεσείουσες προτάσσουν αόριστους, ψευδείς και ασαφείς ισχυρισμούς. Διατείνεται εν προκειμένω ότι η αντιδικία μεταξύ των μερών άρχισε το 2004 όταν οι εφεσίβλητες καταχώρισαν αγωγή για επέμβαση στην ιδιοκτησία τους. Η εν λόγω αγωγή οδήγησε σε απόφαση υπέρ τους (βλ. τεκμήριο Α, ημερομηνίας 27.06.2011). Την απόφαση ακολούθησε αίτηση παρακοής όπου οι εφεσείουσες κρίθηκαν ένοχες (βλ. τεκμήριο Β, ημερομηνίας 27.03.2013). Επιπλέον, η ομνύουσα την ένσταση υποστηρίζει ότι η ενόρκως δηλούσα την αίτηση εργάζεται στο κτηματολόγιο Λευκωσίας και έχει εύκολη πρόσβαση σε φακέλους. Συνεπώς, εφόσον ο φάκελος που επικαλείται είναι του 1958 μπορούσε ή όφειλε να γνώριζε το περιεχόμενό του από της καταχωρίσεως της έφεσης. Σε αυτό το πλαίσιο γεγονότων οι εφεσίβλητες υποστηρίζουν ότι η αιτούμενη τροποποίηση διακρίνεται σε δύο ενότητες· η πρώτη άπτεται ενίσχυσης υφιστάμενων λόγων έφεσης και η άλλη προσθήκης νέων. Σε σχέση με την πρώτη ενότητα διατείνονται ότι η τροποποίηση είναι αχρείαστη, ενώ για τη δεύτερη υποστηρίζουν ότι οι εφεσείουσες δεν αποκαλύπτουν καλούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τούτη την τροποποίηση σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο. Για τις εφεσίβλητες η καθυστέρηση έχει ιδιαίτερη σημασία και ως λόγος ένστασης χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως. Αφενός, συναρτάται με ό,τι έχει ήδη αναφερθεί, ώστε να αναδειχθεί ότι δεν πρόκειται για στοιχεία που τώρα ήλθαν στην επιφάνεια. Αφετέρου, διατείνονται ότι η καθυστέρηση στην έγερση των νέων λόγων έφεσης προσκρούει στην προθεσμία άσκησης έφεσης που εξέπνευσε, όπως και στην παραγραφή των ζητημάτων που σήμερα ζητείται να προστεθούν στα επίδικα. Εν κατακλείδι, οι εφεσίβλητες διατείνονται ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Οι εφεσίβλητες υποστηρίζουν ακόμη ότι οι λόγοι έφεσης που ζητείται να προστεθούν προσκρούουν στην αρχή του δεδικασμένου (res judicata), εφόσον αποφασίστηκαν στην αγωγή 5822/04 (βλ. τεκμήριο Α). Εν κατακλείδι, είναι η θέση τους ότι η έφεση είναι θνησιγενής λόγω μη αναφοράς των άρθρων 50 και 58 του Κεφ. 224 στη νομική βάση τούτης. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν, η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να υποστυλώσει την έφεση που είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Ως ζήτημα λογικής κρίνω ότι η διερεύνηση του Δικαστηρίου πρέπει να αρχίσει από αυτό τον τελευταίο λόγο ένστασης. Είναι αντιληπτό ότι αν αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί, η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διευκρινίζω ότι σε αυτό το στάδιο δεν πραγματεύομαι το δικαιολογημένο ή μη της αιτούμενης τροποποίησης αλλά μόνο το λόγο ένστασης που θέλει την έφεση να είναι θνησιγενής και συνεπώς μη δεκτική τροποποίησης. Δεν είναι πρόθεσή μου να αναλωθώ σε παράθεση όσων κατά κόρον αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε σχέση με άκυρο και αντικανονικό μέσο διεκδίκησης θεραπείας. Το ζήτημα που εδώ εγείρεται απαντάται ευθέως από το λόγο (ratio) της απόφασης Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.

(1990)1 ΑΑΔ 965, 969. Δύο μόνο είναι τα σημεία που επιθυμώ να τονίσω. Το πρώτο είναι πως και εκεί (δηλαδή στη Μαχλουζαρίδης) η κρινόμενη διαδικασία αφορούσε έφεση κατά απόφασης του διευθυντή του κτηματολογίου και το ζήτημα που απασχόλησε το Εφετείο ήταν η μη συμπερίληψη του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 στη νομική βάση της έφεσης. Το δεύτερο είναι ότι εκεί το Δικαστήριο πραγματεύτηκε τις πρόνοιες της Δ.64 ως είχαν πριν την τροποποίηση (η τροποποίηση τέθηκε σε εφαρμογή την 24.02.1995). Αποτέλεσμα της τροποποίησης ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας. Στη Μαχλουζαρίδης λοιπόν, λέχθηκε ότι· «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: ".........." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. Όμως η έφεση από "απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 (βλ. ορισμό "αγωγής"). Η καθιέρωση από τους Κανονισμούς του 1956 όμοιου τύπου για την άσκηση της έφεσης μ' εκείνο που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή αίτησης με κλήση δεν εξομοιώνει την έφεση με ενδιάμεση αίτηση. Το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας "έφεσης" από απόφαση του Διευθυντή είναι εκείνο που προβλέπεται στον κ.13 των Κανονισμών του 1956, που διέπει και την εκδίκαση της έφεσης. Το πλαίσιο είναι εκείνο που καθορίζεται από τις πρόνοιες της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.35 Θ.4 ότι είναι επιτακτικό για την εγκυρότητα της "έφεσης" είναι ο προσδιορισμός της απόφασης, η οποία εφεσιβάλλεται. Στην προκείμενη περίπτωση η απόφαση προσδιορίστηκε και αντίγραφο της κατατέθηκε όπως επιβάλλει ο διαδικαστικός κανονισμός του
  2. Οι λόγοι της "έφεσης" πρέπει να προσδιορίζονται, πράγμα το οποίο επίσης έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Σε αντίθεση με ενδιάμεση αίτηση η εγκυρότητα εναρκτήριας διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου κρίνεται με βάση τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας, διάκριση την οποία πραγματεύονται οι αποφάσεις Lysandrou v. Schiza and Another2, Evagorou v. Christodoulou and Another** N.P. Lanitis v. Panayides***. Το σφάλμα στην εναρκτήρια κλήση επιφέρει την ακυρότητά της μόνο όταν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη ήταν επουσιώδης και άφησε ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Συνεπώς η παράλειψη του εφεσείοντα να αναφερθεί στην αίτησή του και στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η έφεση του εφεσείοντα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου κρίνεται ανεδαφικός.» Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι η έφεση δεν είναι θνησιγενής απλώς και μόνο επειδή δεν αναγράφεται το άρθρο του νόμου που τυγχάνει εφαρμογής. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται και ανοίγει ο δρόμος για ουσιαστική διερεύνηση του επίδικου αιτήματος. Σε αυτή την έκφανση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου η εξουσία για τροποποίηση εκπορεύεται από τον κανονισμό 7 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αν οφείλεται παραλληλισμός με άλλη διαδικασία θα έλεγα ότι ομοιάζει με εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται αιτήματος για τροποποίηση λόγων έφεσης (βλ. σχετικά Μαχλουζαρίδης, πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι· «το πλαίσιο είναι εκείνο που καθορίζεται από τη Δ.35»). Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd ν. Alsako Aluminium Ltd κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 59 όπου στη σελίδα 65 αναφέρθηκε ότι· «Η τροποποίηση των λόγων έφεσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου, η οποία πάντοτε ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης (Βλ. απόφαση Πλήρους Ολομέλειας στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Μια αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης μπορεί να γίνει δεχτή εφόσον υποβάλλεται έγκαιρα και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των αντιδίκων. (Βλ. Φακοντή v. Βρυώνη, ανωτέρω). Από πρακτικής άποψης, η τροποποίηση των λόγων έφεσης είναι πιο εύκολο να εγκριθεί, αν επιζητεί την διεύρυνση της αιτιολογίας και την καλύτερη παρουσίαση των επίδικων θεμάτων. Από την άλλη, καθίσταται πιο δύσκολη η έγκριση της όταν επιδιώκεται η ανάπλαση των λόγων έφεσης χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος. Στις περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν καινούργιοι λόγοι, εντελώς ανεξάρτητοι από τους υφιστάμενους, το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεχτό (Βλ. Κυριακίδης κ.ά. v. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 9).» Θεώρηση λοιπόν της νομολογίας αποκαλύπτει ότι η εισαγωγή νέων λόγων έφεσης δεν είναι εκ προοιμίου και δίχως άλλο ανεπίτρεπτη. Αν αναφέρω τούτο είναι γιατί οι λόγοι ένστασης 6 και 7 (εκπνοή της προθεσμίας και παραγραφή δικαιώματος, αντίστοιχα), αφήνουν να νοηθεί ότι δεν επιτρέπεται προσθήκη νέων λόγων έφεσης και ότι αυτή η πτυχή του αιτήματος είναι απορριπτέα άνευ ουσιαστικής διερεύνησης. Με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Όπως εύστοχα υποδεικνύεται στην υπόθεση Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323, 343 απόρριψη του αιτήματος εκ προοιμίου και άνευ διερεύνησης του συνόλου των περιστατικών θα καθιστούσε την απόφαση είδος κύρωσης. Δεν είναι όμως τούτος ο σκοπός της διαδικασίας. Ο κανονισμός 7 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού δεν θέτει χρονικό περιορισμό. Είναι τουλάχιστον άδικο και απάδει των αρχών ορθής απονομής της δικαιοσύνης να θεωρηθεί, δίχως άλλο, ότι πρακτική και δικαιολογημένη αδυναμία κατά το χρόνο καταχώρισης της έφεσης που είχε ως αποτέλεσμα την καταχώριση ημιτελούς δικογράφου, είναι μοιραία για την τύχη της έφεσης και δεν μπορεί να διορθωθεί. Καταλήγω λοιπόν ότι αίτημα ως το υπό κρίση δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Βεβαίως όπου το αίτημα υποβάλλεται με καθυστέρηση μεγεθύνεται η υποχρέωση του αιτητή για αιτιολόγηση τούτης. Αναφορικά δε με νέους λόγους έφεσης, τη δική τους σημασία διαδραματίζουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Καμένος ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 23. Στη σελίδα 26 αναφέρεται ότι· «Η εισαγωγή νέων λόγων έφεσης μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης, συνεπαγόμενη την ανάπλασή της, δεν είναι κατά κανόνα επιτρεπτή [βλ. G.A.P.. Estates ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 449]. Και στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης για τη μη συμπερίληψη του νέου λόγου στην ειδοποίηση έφεσης και δικαιολόγησης της καθυστέρησης, δε γίνεται δεκτή η εισαγωγή του με την τροποποίηση της έφεσης. Αποδοχή του θα είχε ως αποτέλεσμα την ανάπλαση της έφεσης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την εκπνοή της νενομισμένης προθεσμίας και στην απουσία ικανοποιητικής εξήγησης της καθυστέρησης.» Επί της ουσίας η αίτηση διακρίνεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη άπτεται προσθήκης στη νομική βάση της έφεσης των άρθρων 50 και 58 του Κεφ. 224 και η δεύτερη νέων λόγων έφεσης. Σημειώνω περαιτέρω ότι η δεύτερη ενότητα διακρίνεται σε δύο κατηγορίες. Διαπιστώνω ότι όχι όλοι από τους εννέα λόγους που οι εφεσείουσες επιθυμούν να προσθέσουν έχουν το γνώρισμα νέου λόγου έφεσης. Είμαι της γνώμης ότι οι προτεινόμενοι λόγοι 13, 14 και 15, αντιστοιχούν στους υφιστάμενους λόγους 5, 4 και
  1. Παρατηρώ επίσης ότι οι λόγοι 13, 14 και 15 δεν προσθέτουν κάτι στους υφιστάμενους λόγους. Δεν συνιστούν προσθήκη ή επέκταση υφιστάμενης αιτιολογίας ώστε να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα. Καθ' ένας των τριών εξικνείται σε επανάληψη του ίδιου λόγου με διαφορετικό τρόπο σύνταξης. Ο λόγος δια τον οποίο αναφέρω όλα αυτά είναι για να υποδείξω ότι αυτή η έκταση του αιτήματος είναι όντως αχρείαστη. Επιπλέον, η ομνύουσα την αίτηση δεν δίδει οιανδήποτε επεξηγηση γιατί σε αυτό το στάδιο κρίθηκε αναγκαία η επαναδιατύπωση τούτων των λόγων έφεσης. Συνεπώς, και για τους δύο λόγους που αναφέρθηκαν κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση σε σχέση με τους λόγους έφεσης 13, 14 και
  2. Οι υπόλοιποι λόγοι που οι εφεσείουσες ζητούν να προσθέσουν στην αίτηση, λόγοι έφεσης 16 μέχρι και 21, κρίνω ότι πραγματεύονται ζήτημα που δεν ηγέρθη προηγουμένως, εν προκειμένω ό,τι σχετικό του φακέλου του κτηματολογίου Α418/
  3. Πρόκειται λοιπόν για νέους λόγους έφεσης και αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση, είναι εκείνο που προτάσσουν οι εφεσίβλητες ως λόγο μη έγκρισης του αιτήματος. Επιπλέον, διατείνονται ότι το αίτημα δεν αιτιολογείται. Το ότι η εκδίκαση της έφεσης έχει καθυστερήσει δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτή όμως η καθυστέρηση δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα. Διερεύνηση αυτού του ζητήματος υπό το φως των ισχυρισμών που έκαστος των διαδίκων προτάσσει, φανερώνει ότι οι εφεσείουσες διατείνονται πως πολύ πρόσφατα, συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2013, έλαβαν γνώση των γεγονότων που ζητούν να προσθέσουν. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι εφεσίβλητες αρνούνται τη σχετική θέση των εφεσειουσών. Επί του προκειμένου η ομνύουσα την ένσταση υποστηρίζει ότι οι εφεσείουσες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν και/ή είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τούτα τα γεγονότα. Εις επίρρωση τούτου του ισχυρισμού προσθέτει ότι η ομνύουσα την αίτηση εργάζεται στο κτηματολόγιο Λευκωσίας, έχει εύκολη πρόσβαση και δυνατότητα να διεξάγει έρευνες, πράγμα που πολλές φορές έχει πράξει τα τελευταία δέκα χρόνια. Υποδεικνύεται ότι οι δύο πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ομνυόντων τις ένορκες δηλώσεις και περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Με αυτό το δεδομένο είμαι της γνώμης ότι αντιπαραβολή αμφοτέρων των ισχυρισμών δεν επιτρέπει αποδοχή της θέσης που εγείρουν οι εφεσίβλητες. Δεν παραγνωρίζω ότι αρνούνται τον ισχυρισμό της ομνύουσας την έφεση περί προσφάτως διεξαχθείσας έρευνας. Παρατηρώ όμως ότι τούτη η άρνηση είναι, αφενός διαζευκτική και αφετέρου αόριστη και χωρίς αναφορά σε γεγονός που να τη δικαιολογεί. Ο ισχυρισμός και μόνο ότι η εφεσείουσα εργάζεται στο κτηματολόγιο δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι είναι σε καλύτερη θέση από οιονδήποτε τρίτο στη διεξαγωγή έρευνας. Ας μην λησμονείται ότι ο φάκελος που η εφεσείουσα αναφέρει ότι εντόπισε κατόπιν έρευνας είναι του 1958 και λογικό είναι ότι υφίστανται αντικειμενικές δυσκολίες εντοπισμού παλαιών φακέλων. Από την άλλη οι εφεσίβλητες δεν αιτιολογούν τη θέση τους ότι οι εφεσείουσες γνώριζαν τα γεγονότα πριν την καταχώριση της επίδικης έφεσης, ή έστω πριν την υποβολή του επίδικου αιτήματος. Τα τεκμήρια Α και Β που επισυνάπτονται στην ένσταση, δηλαδή οι δύο αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ουδεμία αναφορά κάνουν σε φάκελο κτηματολογίου με αριθμό Α418/
  4. Στον αντίποδα η ομνύουσα την αίτηση πλαισίωσε τη σχετική θέση με επαρκή γεγονότα, δηλαδή ότι εντόπισε συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήρια (βλ. δέσμη εγγράφων - τεκμήριο Α στην αίτηση). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι οι λόγοι έφεσης που οι εφεσείουσες επιθυμούν να προσθέσουν διαγνώσθηκαν μετά από πρόσφατη έρευνα, δηλαδή την έρευνα που η ομνύουσα την επίδικη αίτηση διεξήγαγε τον Απρίλιο του
  5. Έχοντας υπόψη μου την εν λόγω κατάληξη υποδεικνύω ότι η καθυστέρηση, ως παράμετρος που εξετάζεται, δεν αποτιμάται αυτοτελώς και μακριά από τις λοιπές περιστάσεις που περιβάλλουν την έφεση. Όπως δε υποδεικνύεται στην Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd, πιο πάνω, ούτε και είναι «ορισμένης σημασίας και μάλιστα αποφασιστικής». Όπως προανέφερα το κριτήριο που διέπει το αίτημα είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τούτο συναρτάται βεβαίως, μεταξύ άλλων, και με το τελεσφόρο της διαδικασίας και εδώ είναι που εστιάζεται η ουσιαστική επίπτωση της καθυστέρησης. Εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι τα στοιχεία που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία, υπό την έννοια των εγγράφων και των γεγονότων που συνιστούν την τροποποίηση, μόλις τον Απρίλιο του 2013 ήλθαν στο φως και σε γνώση των εφεσειουσών. Στο ερώτημα κατά πόσο οι εφεσείουσες μπορούσαν να εντοπίσουν τούτα τα έγγραφα πριν την καταχώριση της έφεσης, σημασία ανακτά και ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι οι εφεσείουσες διεξάγουν έρευνες εδώ και δέκα έτη. Εμμέσως λοιπόν οι εφεσίβλητες δέχονται ότι ποτέ οι εφεσείουσες αδράνησαν ή εφησύχασαν. Εν τούτοις δεν εντόπισαν τούτα τα στοιχεία πριν τον Απρίλιο του
  6. Θεώρηση των πραγματικών γεγονότων από αυτή τη σκοπιά αποκαλύπτει ότι η όποια καθυστέρηση, παρ' ότι εκτεταμένη, δεν οφείλεται στις εφεσείουσες αλλά σε πραγματική αδυναμία που είχαν στο να εντοπίσουν τούτα τα στοιχεία. Επί του προκειμένου σχετική είναι και η απόφαση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 53 όπου αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση της καθυστέρησης δεν παραγνωρίζει πως έγκαιρη ενέργεια προϋποθέτει δυνατότητα ανάλογης δράσης. Κατ' επέκταση, το γεγονός και μόνο ότι οι εφεσείουσες δεν εντόπισαν τούτα τα στοιχεία πριν τον Απρίλιο του 2013 δεν εξετάζεται αυτοτελώς αλλά αποτιμάται με τη διαπίστωση ότι δεν έπαυσαν να αναζητούν τούτα τα στοιχεία και μόλις πρόσφατα τα εντόπισαν. Η δε αντίδρασή τους μετά τον εντοπισμό των εν λόγων στοιχείων ήταν άμεση, δηλαδή απευθύνθηκαν στο δικηγόρο τους και ακολούθως καταχώρισαν την επίδικη αίτηση. Ποσώς παραγνωρίζω ότι με βάση τη νομολογία η έγκριση νέων λόγων έφεσης σπανίως επιτρέπεται και η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Εν τούτοις έχω την άποψη ότι οι περιστάσεις της παρούσας είναι ιδιαίτερες. Η συνεχής και αδιάλειπτη έρευνα των εφεσειουσών, η πραγματική αδυναμία εντοπισμού των εν λόγω στοιχείων το συντομότερο δυνατό και η σοβαρότητα των στοιχείων που απασχολούν, είναι στοιχεία που καθιστούν την έγκριση του αιτήματος δικαιολογημένη. Οι ενστάσεις των εφεσίβλητων περί άσχετων και/ή ψευδών ισχυρισμών, όπως επίσης και κωλύματος λόγω δεδικασμένου, δεν διέλαθαν την προσοχή μου. Η βασιμότητα όμως, ή καλύτερα η αλήθεια, των στοιχείων που επιθυμούν να προσθέσουν οι εφεσείουσες, θα κριθεί εν ευθέτω χρόνω. Σε αυτό το στάδιο δεν απασχολεί η ορθότητα των ισχυρισμών αλλά μόνο το επιτρεπτό ή μη της ένταξής τους στο μαρτυρικό υλικό. Το κατά πόσο όλα όσα ισχυρίζονται οι εφεσείουσες ανταποκρίνονται στην αλήθεια, θα απασχολήσει στο πλαίσιο εκδίκασης της έφεσης. Ανάλογα ισχύουν και για το δεδικασμένο. Τέλος, παρ' ότι δεν εγείρεται ρητά κρίνω ορθό να αναφέρω ότι η όλη στάση των εφεσειουσών δεν αποκαλύπτει κακοπιστία. Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή το περιεχόμενο του φακέλου και οι ένορκες δηλώσεις στην επίδικη αίτηση και ένσταση, δεν φανερώνουν στοιχεία που ισοδυναμούν με κακοπιστία ή κατάχρηση διαδικασίας. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι εισαγωγή των λόγων έφεσης 16 μέχρι και 21 εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και συνεπώς εγκρίνεται. Σε σχέση με την αιτούμενη προσθήκη των άρθρων 50 και 58 του Κεφ. 224, παρατηρώ ότι οι εφεσείουσες επικαλούνται παραδρομή και αβλεψία, ισχυρισμό που οι εφεσίβλητες αρνούνται. Είναι γεγονός ότι αυτό το ζήτημα μπορούσε να εγερθεί από τις εφεσείουσες πολύ πιο πριν. Αυτό γιατί είναι ζήτημα αμιγώς δικανικό και η συμπερίληψη των εν λόγω άρθρων στη νομική βάση της έφεσης δεν προϋπέθετε και δεν συναρτάτο με τη διερεύνηση που διεξήχθη τον Απρίλιο του 2013. Εν τούτοις η παρατηρούμενη καθυστέρηση, αποδιδόμενη σε σφάλμα, δεν ισούται με κακοπιστία. Κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποκαλύπτει ότι η επίκληση τούτης της τροποποίησης είναι επιτηδευμένη και σκοπεί σε κωλυσιεργία ή πρόκληση καθυστέρησης. Επιπλέον, απλή και μόνο ανάγνωση τόσο της έφεσης όσο και της σχετικής ένστασης, φανερώνει ότι τα μέρη αντιμετώπισαν τη διαδικασία ως εάν τα εν λόγω άρθρα αναγράφονταν στη νομική βάση της έφεσης. Εν ολίγοις, έγκριση αυτής της πτυχής του αιτήματος δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα των εφεσίβλητων, ενώ η έγκρισή της θα προσδιορίσει τα πραγματικά επίδικα ζητήματα καθιστώντας έτσι ευχερέστερη την απονομή δικαιοσύνης. Εν κατακλείδι, όχι όμως με λιγότερη σημασία, είναι και το απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι. «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Με όλο το σεβασμό στα επιχειρήματα της ευπαίδευτης συνηγόρου των εφεσίβλητων, είμαι της γνώμης πως αυτή η πτυχή του αιτήματος τροποποίησης άπτεται τύπου και όχι ουσίας και ενώ δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα των εφεσίβλητων, η μη έγκρισή της θα έχει καταλυτική επίπτωση στην έφεση. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι και αυτή η πτυχή του αιτήματος είναι δικαιολογημένη και εγκρίνεται. Έχοντας εγκρίνει το μεγαλύτερο μέρος της αιτούμενης τροποποίησης ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το αίτημα των εφεσειουσών για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με δεδομένη την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης καθίσταται αντιληπτό ότι αν το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ήθελε απορριφθεί, η τροποποίηση θα είναι ημιτελής και άνευ αντικειμένου εφόσον οι νέοι λόγοι έφεσης θα παραμείνουν μετέωροι και χωρίς μαρτυρία που να τους υποστηρίζει. Κρίνω πως αυτή και μόνο η διαπίστωση αποκαλύπτει καλό λόγο έγκρισης του αιτήματος. Επιπλέον, σημειώνεται ότι το συμφέρον των εφεσίβλητων δεν πλήττεται εφόσον έχουν την ευχέρεια απάντησης των ισχυρισμών της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λόγω της τροποποίησης που εγκρίθηκε. Κατ' επέκταση, οι εφεσίβλητες θα είναι σε θέση να αναπροσαρμόσουν το δικόγραφό τους, δηλαδή την ένσταση στην έφεση, όπως επίσης και τη μαρτυρία που πλαισιώνει τούτο, με καταχώριση νέας ένστασης που απαντά τους νέους λόγους έφεσης καθώς και τη μαρτυρία που τους υποστηρίζει. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα τροποποίησης εγκρίνεται ως ακολούθως· εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α 1 της επίδικης αίτησης και ως η παράγραφος Α 2 της επίδικης αίτησης. Σε σχέση με την παράγραφο Α 2 διευκρινίζεται ότι η τροποποίηση εγκρίνεται στην έκταση που αφορά μόνο τους λόγους έφεσης 16 μέχρι και
  2. Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Γ της επίδικης αίτησης. Η τροποποιημένη έφεση καθώς και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστούν εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Το διάταγμα να ζητηθεί όχι αργότερα από τρεις εργάσιμες ημέρες. Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην τροποποιημένη έφεση και τυχόν συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να απαντά τους τροποποιημένους λόγους έφεσης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έφεσης. Διαφυγόντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων. Το ήμισυ των εξόδων της επίδικης αίτησης επίσης επιδικάζεται υπέρ των εφεσίβλητων. Ο περιορισμός σε σχέση με τα έξοδα της επίδικης αίτησης οφείλεται στην απόρριψη των λόγων ένστασης, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση είναι εκείνη που οδήγησε στην επίδικη διαδικασία. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.