Βάσος Βλασίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8060/12, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8060/12 Μεταξύ:- Βάσος Βλασίου Ενάγοντα - και - 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2. Marfin CLR (Financial Services) Ltd 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου 4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου 5. Ανδρέας Βγενόπουλος 6. Νεοκλής Λυσάνδρου 7. Βασίλειος Θεοχαράκης 8. Ευθύμιος Μπουλούτας 9. Χρίστος Στυλιανίδης 10. Παναγιώτης Κουννής 11. Ελευθέριος Χιλιαδάκης 12. Πλάτων Ε. Λανίτης 13. Στέλιος Στυλιανού 14. Joseph Kamal Eskander 15. PricewaterhouseCoopers Ltd 16. Grant Thornton 17. Soud Ba' alawy 18. Sayanta Basu 19. Κωνσταντίνος Μυλωνάς 20. Μάρκος Φόρος 21. Nicholas Wrigley Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 4/6/2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/03/2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11: κος Παναγίδης για κ.κ. Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ και για κα Μ. Χριστοδούλου Για Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κα Νικολάου για κ.κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο Ενάγοντας, απευθύνθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε άδεια για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11, στους οποίους επιδόθηκαν ειδοποιήσεις του Κλητηρίου Εντάλματος, με courier, αιτούνται, με την παρούσα αίτηση, παραμερισμό της επίδοσης και του διατάγματος ημερομηνίας 30/01/2013 για υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Με την αίτησή τους ημερομηνίας 04/06/2013 οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 επιδιώκουν: α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας Κύπρου στους Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2013, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11. γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η δια υπηρεσίας ταχυμεταφοράς επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11 για το λόγο ότι η κατά τα ανωτέρω επίδοση ήταν παράτυπη και/ή ως αντικανονική και/ή έγινε κατά παράβαση της ενδεδειγμένης διαδικασία επίδοσης. Οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11, στην αίτησή τους για παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, επιχειρηματολογούν ως ακολούθως: (
- i)Η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 17/01/2013 είναι ανεπαρκής αφού δεν επικαλείται τους ΕΚ 44/2001 και ΕΚ 1393/2007 πράγμα που οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα. (
- ii)Η αίτηση ημερομηνίας 17/01/2013 στηρίχθηκε σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας που συνεπεία του ΕΚ 1393/2007 έχουν καταστεί ανενεργοί αναφορικά με επιδόσεις σε κατοίκους ευρωπαϊκής ένωσης. (iii) Εσφαλμένα δεν έχει επιδοθεί στους Αιτητές το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο (writ of summons or an equivalent document) και εσφαλμένα επιδόθηκε αντί τούτου ειδοποίηση περί του κλητηρίου. (
- iv)Δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν επιδόθηκαν στους Αιτητές η μονομερής αίτηση του Καθ΄ ου η Αίτηση ημερομηνίας 17/01/2013 μαζί με την επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση. (
- v)Το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2013 σε σχέση με την υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων εξεδώθη κατά παράβαση και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007. (
- vi)Το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2013 σε σχέση με την υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων εκδόθηκε κατά παράβαση και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου 55/84. (vii) Ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν επέδωσε το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2013 στους Αιτητές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και/ή του Νόμου 55/84 καθότι αυτή δεν έγινε μέσω των αρμόδιων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας. (viii) Η ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 17/01/2013 που υποστηρίζει τη μονομερή του αίτηση της ίδιας ημερομηνίας είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του Καθ΄ ου η Αίτηση και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης του Καθ΄ ου η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών του. Θα διαφωνήσω με τη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 δεν νομιμοποιούνται να υποβάλλουν αίτηση παραμερισμού του διατάγματος παραχώρησης άδειας για σφράγιση έκδοσης Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας γιατί δεν έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η Δ.16 Κ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών νομιμοποιεί αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση επίδοσης κλητηρίου προτού ο Εναγόμενος εμφανιστεί «before appearing». Κατά συνέπεια οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 είναι ελεύθεροι, προτού καταχωρήσουν εμφάνιση, να καταχωρήσουν αίτηση για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Αρχικά πρέπει να αναφερθεί ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Myerson v. Martin,
(1979)3 All ER 667, ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας μπορεί διαζευκτικά: (α) Να καταχωρήσει την αγωγή και να περιμένει την άφιξη των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 για να καταστεί δυνατή η προσωπική επίδοση, ή (β) Να ζητήσει άδεια για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην παρούσα υπόθεση ζητήθηκε, με μονομερή αίτηση, άδεια για υποκατάστατη επίδοση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός. Αρχικά ως προς τον ισχυρισμό των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 ότι δεν επιδόθηκε η μονομερής αίτηση με την οποία εξεδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα ότι την μονομερή αίτηση με ένορκη δήλωση και συνημμένα ημερομηνίας 17/01/2013 παρέλαβαν δια χειρός οι δικηγόροι των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 από τα γραφεία των δικηγόρων του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα στις 29/05/2013 και 07/06/2013 κατόπιν δικού τους αιτήματος άνευ οποιασδήποτε επιφυλάξεως. Το ως άνω γεγονός, εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται όπως φαίνεται και στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης της αίτησης παραμερισμού. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας επικαλείται ότι, δυνάμει της Δ.64 θ.1 και 2, με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου η παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί. Η μη επίδοση πράγματι της μονομερούς αίτησης είναι παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με επίκληση της Δ.64 θ.
- Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, που πραγματεύεται παρόμοιο θέμα, Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε23/13, E24/13, E25/13, E26/13, E27/13, E28/13 ημερομηνίας 13/9/13, αποφασίστηκε ότι παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.
- Κ.13 (η οποία έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις που η επίδοση της αγωγής γίνεται δυνάμει του Κανονισμού 1393/07 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είναι θεραπεύσιμη. «Με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 θ.13 θα πρέπει να αναζητηθούν οι συνέπειες. Ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το Διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 θ.12). Όμως η παράβασή της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του ΕΚ 1393/
- Με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο Διάταγμα, το κενό θα μπορούσε εύκολα να θεραπευθεί, εάν δεν διαπιστώνονταν άλλα σημαντικά κωλύματα, με την εκ των υστέρων επίδοση του εγγράφου που δεν επιδόθηκε. Διαφορετική προσέγγιση δεν θα ήταν σε αρμονία με τον ΕΚ 1393/2007 ο οποίος θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2),
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc,
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη». Η εφαρμογή των προνοιών της νέας Διαταγής 64 εξετάστηκε στην υπόθεση Χλ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου,
(1993)1 ΑΑΔ 195, όπου τονίστηκε από το Δικαστή Πική ότι: «Η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφ΄ εαυτής άκυρη τη διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή αντικανονικότητας». Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δυνάμει της Διαταγής 64 έχει εξουσία θεραπείας της παρατυπίας εκδίδοντας διάταγμα προς τούτο και εφόσον είναι βέβαιο ότι δεν προκαλείται αδικία στους Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11, ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι η παρατυπία έχει αυτοθεραπευτεί με την μεταγενέστερη παραλαβή της μονομερούς αίτησης από τους δικηγόρους των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11. Περαιτέρω από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 έλαβαν πλήρη γνώση της διαδικασίας και συνεπώς η αίτηση τους είναι αχρείαστη και/ή καταχρηστική και/ή τείνει στην καθυστέρηση της όλης διαδικασίας. Στην υπόθεση Karim v. Κονιδάρη,
(1994)1 ΑΑΔ 36, αναφορικά με το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης υποδείχθηκε ότι: «Το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (Βλ. The Annual Practice, 1960, Vol. 1, p. 133-134)». Στην παρούσα περίπτωση, αναμφίβολα, το κλητήριο ένταλμα ήρθε εις γνώση των Αιτητών-Εναγομένων 8 και
- Περαιτέρω, μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice, 1960, σελ. 102). Περαιτέρω, είναι η θέση των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αφού δεν υπήρξε αναφορά στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/01 και 1393/
- Ως προς αυτή τη θέση των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11, ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας αναφέρει ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται από το να προωθούν τον εν λόγω λόγο ως λόγο για παραμερισμό της επίδοσης καθότι δεν αναφέρεται στην αίτησή τους, αλλά γίνεται μια απλή αναφορά τους στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν συνεπάγεται ακύρωση της νομικής βάσης της μονομερούς αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην Marfin Popular Bank v. Telec Logistic Company Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 266/07, ημερομηνίας 22/05/2012, αποφασίστηκε: «Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας έχουν τεθεί με σκοπό τη διευκόλυνση της διαδικασίας και τη λύση των διαφορών επί της ουσίας. Αυτό είναι προφανές και από την ύπαρξη της Δ.64 η οποία τείνει να διορθώσει οποιαδήποτε παρατυπία. .... Όπως είπαμε και πιο πάνω σκοπός της επίδοσης είναι η διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος διάδικος έχει ειδοποιηθεί για τη διαδικασία η οποία τον αφορά». Είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα ότι δεν είναι απαραίτητο πλέον σε χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιδίδεται η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, μπορεί να επιδίδεται είτε Ειδοποίηση είτε το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα της Δ.6 θ.6 δεν είναι ανάγκη να επιδίδεται το Κλητήριο Ένταλμα αλλά μπορεί να επιδίδεται είτε η Ειδοποίηση είτε το Κλητήριο Ένταλμα. Το Δικαστήριο με το σχετικό διάταγμα του επέτρεψε την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος και συνεπώς ουδεμία παρατυπία υφίσταται. Στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 δεν είναι Κύπριοι υπήκοοι, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση παραμερισμού, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα, ορθώς επιδόθηκε Ειδοποίηση περί του Κλητηρίου ως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν (Δ.6 θ.6), οι οποίοι συγκεκριμένα αναφέρουν ότι «όταν ο Εναγόμενος δεν είναι Κύπριος υπήκοος θα πρέπει να επιδοθεί Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και όχι το Κλητήριο Ένταλμα καθ' εαυτό. Τέτοια Ειδοποίηση θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τον Τύπο 6». Η θέση των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 είναι ότι η παράλειψη αναφοράς στους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τις περιστάσεις κρίνεται ως καταλυτικής σημασίας αφού είναι πλέον αυτοί οι Κανονισμοί που ενεργοποιούν τη διαδικασία επί του θέματος της υποκατάστατης επίδοσης και όχι η Δ.6 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών ή τα άρθρα 3 και 9 του Κεφ.
- Οι εν λόγω Κανονισμοί αποτελούν, από της κυρώσεώς τους στις 25/7/03 με τον περί της Συνθήκης Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κυρωτικό Νόμο 35(ιιι)/03, μέρος του ημεδαπού δικαίου με αυξημένη ισχύ έναντι των Νόμων και Κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Τέλος, εισηγούνται ότι καμιά Δευτερογενής Νομοθεσία (όπως είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεις και Θεσμοί), δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται ερήμην ή αντίθετα προς ρητές πρόνοιες υπερκείμενου ουσιαστικά δικαίου ως είναι οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί, πολλώ δε μάλλον όταν οι πρόνοιες των πρώτων δεν φαίνεται να εναρμονίζονται πλήρως με τις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 προς επίρρωση της θέσης τους επικαλούνται το γεγονός ότι σε απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην Αγωγή Αρ. 3706/09, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (Γ. Ν. Γιασεμής, ΠΕΔ), Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Falah Hassan Al Jaizani κ.ά., ημερομηνίας 04/03/2010, αποφασίστηκε: «...ότι ο Κανονισμός 6 της Διαταγής 6 έχει ουσιαστικά καταργηθεί πρόσθετα και με το γεγονός ότι δεν εξυπηρετεί πλέον το σκοπό για τον οποίο είχε αρχικά θεσπιστεί, όπως έχει εξηγηθεί προηγουμένως. Επομένως, κρίνω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα που είναι το έγγραφο με το οποίο αρχίζει μία αστική δικαστική διαδικασία, με βάση το κυπριακό δίκαιο, και όχι ειδοποίησή του». Οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11 ουσιαστικά θεωρούν ότι το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να διαφοροποιηθεί από τη φιλελεύθερη προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Alpha Bank Cyprus Ltd (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε ουσιαστικά ότι η υποκατάστατη επίδοση θεσπίστηκε με σκοπό να λάβει γνώση το πρόσωπο που ευρίσκεται στο εξωτερικό για την εναντίον του εγερθείσα διαδικασία, οποιαδήποτε δε παρατυπία στην αίτηση για υποκατάστατο επίδοση ή και στην ίδια την επίδοση μπορεί να θεραπευθεί με επίκληση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα διαφωνήσω με την προσέγγιση αυτή των Αιτητών-Εναγομένων 8 και
- Ανεξάρτητα με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, τις Διακρατικές Συμφωνίες τα θέματα υποκατάστατης επίδοσης μπορούν να ρυθμίζονται από το ημεδαπό δίκαιο το οποίο επικαλέστηκε στην παρούσα περίπτωση ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντας. Σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 είναι όπως διαλαμβάνεται στο προοίμιο (Άρθρο 7), η ταχύτατη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων σε χώρες της Ευρώπης και αυτό «δικαιολογεί τη χρήση κάθε ενδεδειγμένου μέσου» προς επίτευξη του σκοπού αυτού. Το κύριο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί απαγορεύουν και υποκαθιστούν την άσκηση δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να διατάσσει υποκατάσταση επίδοση δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δημιουργούν οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί υποχρέωση (προστακτικού χαρακτήρα) στο Δικαστήριο να εγκρίνει επίδοση μόνο μέσω των αρμοδίων αρχών ή είναι για το Δικαστήριο δυνητικού χαρακτήρα και δεν αποκλείει το Δικαστήριο να εφαρμόζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας κατά την κρίση του; Στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς δεν αναφέρεται ότι είναι αποκλειστικής μορφής και ούτε αποκλείεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως προς την επίδοση δικαστικού εγγράφου στο εξωτερικό με άλλη μέθοδο. Δεν υπάρχει στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς τέτοια πρόνοια, ότι δηλαδή η επίδοση δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο και σύμφωνα με το Εθνικό Δίκαιο. Περαιτέρω, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007, στον οποίο αναφέρονται οι Αιτητές-Εναγόμενοι 8 και 11, δεν αναφέρει πουθενά ότι εφαρμόζεται κατ' αποκλειστικότητα και εξαντλητικά και αποκλείει καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου κατ' εφαρμογή των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας και σύμφωνα με αυτούς. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 δεσμεύει τα Κράτη (Συμβαλλόμενα Μέρη) για την ακολουθητέα διαδικασία επίδοσης εγγράφων αλλά εάν ήταν πρόθεση η Δικαστική Εξουσία να δεσμεύεται να ακολουθήσει κατ' αποκλειστικότητα τις πρόνοιες αυτού του Κανονισμού τότε η Δικαστική Εξουσία (Ανώτατο Δικαστήριο), θα προέβαινε στην αναγκαία προσαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε να συνάδουν πλήρως με τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, κάτι, όμως, το οποίο ουδέποτε έγινε. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στο Προοίμιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού: «
(3)Το Συμβούλιο με την πράξη της 26ης Μαΐου 1997 κατάρτισε μια σύμβαση για την επίδοση και την κοινοποίηση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και συνέστησε την έγκριση της από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους οικείους συνταγματικούς κανόνες...» Και «
(7)Η ταχύτητα της διαβίβασης δικαιολογεί τη χρήση κάθε ενδεδειγμένου μέσου, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων όσον αφορά το ευανάγνωστο και το αξιόπιστο της διαβιβαζομένης πράξης.» Επομένως, είναι αβίαστο το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται, ότι δηλαδή το κάθε συμβαλλόμενο κράτος διατηρεί το εν ισχύ εσωτερικό του δίκαιο σε σχέση με τη μέθοδο διαβίβασης των εγγράφων συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των δικαστικών εγγράφων για επίδοση στο εξωτερικό. Είναι επιθυμητό να ακολουθούνται οι πρόνοιες των Συμβάσεων και/ή των Ευρωπαϊκών Κανονισμών αλλά όχι άκαμπτος κανόνας. Στην Κύπρο το Σύνταγμα δεν επιτρέπει τη θέσπιση δικονομικών κανόνων από τη Βουλή και/ή ρύθμιση δικονομικών θεμάτων μέσα από Διεθνείς Συμβάσεις. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι νομότυπη επίδοση θεωρείται και είναι η επίδοση η οποία γίνεται σύμφωνα με τους όρους του εκάστοτε εκδοθέντος διατάγματος. Αυτό ισχύει και για τις περιπτώσεις όπου η επίδοση γίνεται μέσω υποκατάστατης μεθόδου. Στην προκειμένη περίπτωση, το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης προέβλεπε να επιδοθούν τα έγγραφα τα οποία ενέκρινε με την παράδοση έναντι υπογραφής στη διεύθυνση στην οποία αναφέρετο το διάταγμα. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 ότι υπάρχει παρατυπία και αντικανονικότητα στην ένορκη δήλωση είναι γενικός, αόριστος, ατεκμηρίωτος, δεν εξειδικεύεται καθόλου και επομένως παραμένει μετέωρος. Ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του αφού για όλα τα γεγονότα έχει προσωπική γνώση, πλην κάποιων σημείων όπου έχει συμβουλευθεί τους δικηγόρους του, γεγονός το οποίο αναφέρει. Κατά συνέπεια ο ενόρκως δηλών μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα που συμπεριλαμβάνονται στην ένορκη δήλωσή του και ευρίσκονται εντός της γνώσης του. Επειδή δε τα θέματα αφορούν σχετικά αμιγώς νομικά θέματα λαμβάνει νομική συμβουλή και από τους δικηγόρους του. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ουσιαστικά δεν καταδεικνύεται καλός λόγος από τους Αιτητές-Εναγόμενους 8 και 11 γιατί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης πρέπει να παραμεριστεί, αφού κύριο κριτήριο είναι να λάβουν γνώση της εναντίον τους εγερθείσας διαδικασίας, πράγμα το οποίο είναι φανερό ότι επετεύχθη αφού αμφισβητούν την προς αυτούς γενόμενη επίδοση. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών-Εναγομένων 8 και 11 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο