← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία VESTER HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 535/13, 12/3/2014

Αναφορικά με την Εταιρεία VESTER HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 535/13, 12/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 535/13 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Εταιρεία VESTER HOLDINGS LIMITED ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.03.2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Μ. Αγαθοκλέους (για να ακούσει απόφαση κα Ν. Πογιατζή) Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση που καταχωρήθηκε στις 17/7/13 σκοπείται, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 211(ε) και 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η εκκαθάριση της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας επειδή αυτή «είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της». Πιο συγκεκριμένα οι Αιτητές στις 13/5/13 επέδωσαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 26/4/13 (σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113) η οποία έχει ως εξής: «KPMG Limited ("KPMG") has a contract - No. C-MSKL - 11-00739, dated 11 October 2011 - ("the Contract") with Vester Holdings Limited ("the Client"). Under the Contract, KPMG provides the Client with: (
  2. i)assistance in negotiations on the sale of up to 100% of the shares, other securities or assets of some or all of the companies constituting an Object of Sale (as defined by the Contract) (
  3. ii)assistance in process management and structuring the Transaction (as defined by the Contract) (iii) assistance in developing a negotiating strategy (
  4. iv)coordination of the work of third parties involved in the Transaction In providing services under the Contract, KPMG has attracted OOO Lenta/TPG Capital L.P., among others, as potential buyer. As a result of KPMG services, Lenta sent the Client an indicative proposal on acquiring Objects of Sale, as confirmed by you, including in your letter to KPMG of 16 February 2012. According to information in the media (the newspaper Kommersant on 19 October 2012), Lenta has acquired four Objects of Sale (two in Yaroslavl and one each in Voronezh and Orenburg) from the Client for USD 76,500,000. Section 5 of the Contract, "Remuneration", states that on Completion of the Transaction (as defined by the Contract) the Client shall to pay KPMG a Success Fee in the amount of 3% of the Transaction Value (as defined by the Contract). Accordingly, Success fee payable to KPMG by the Client is USD 2,295,000 plus VAT 18% in total USD 2,708,100. In the light of the foregoing, we ask that you: · Pay KPMG the Success Fee in the amount of 3 % of the Transaction Value in the amount of USD 2,295,000 plus VAT 18% in the total USD 2,708,100 within three

(3)weeks upon receipt of this letter and the invoice attached to this letter as stipulated by section 5 of the Contract. If the Success Fee is not paid, within the specified time limit of three
(3)weeks, KPMG reserves the right to take legal actions, including submission of winding-up petition before the competent Courts of Cyprus». Μετά παρέλευση τριών εβδομάδων και αφού οι Καθ΄ ων η Αίτηση παρέλειψαν να ικανοποιήσουν το προς τους Αιτητές οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την πιο πάνω απαίτησή τους ή να προτείνουν οποιοδήποτε τρόπο αποπληρωμής ή να προτείνουν άλλο λογικό τρόπο εξασφάλισης του, οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκουν έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας ως αναξιόχρεας και ανίκανης να πληρώσει τα χρέη της. Με ένστασή τους που καταχωρήθηκε στις 13/11/13 οι Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλούνται προς απόρριψη της αίτησης, τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(α) Η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Αιτητές. (β) Η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της και/ή είναι φερέγγυα. (γ) Η ισχυριζόμενη προς τους Αιτητές οφειλή δεν αποδεικνύεται και/ή δεν δικαιολογείται και/ή σε κάθε περίπτωση αμφισβητείται στην ολότητα της και/ή δικαιολογημένα και/ή με καλή πίστη από την Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία. (δ) Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι Αιτητές δεν έχουν παραθέσει στην ένορκη τους δήλωση οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να στηρίζουν την αίτηση και/ή να προσδιορίζουν την απαίτηση. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και/ή δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία αφού η ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και/ή δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της αίτησης και/ή τη βάση της απαίτησης. (ε) Σε κάθε περίπτωση, η ισχυριζόμενη οφειλή και/ή η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και δεν εκπληρώνει της προϋποθέσεις των άρθρων 211 και
  1. Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν θεμελιώνουν νομικά την έννοια του όρου "Πιστωτής" ως αναφέρεται στον περί Εταιρειών Νόμο. (στ) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή καταπιεστική και/ή αποτελεί προσπάθεια εξαναγκασμού της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας για να καταβάλει τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων. (ζ) Η Αιτήτρια ενεργεί με κακή πίστη εφόσον προέβηκε σε καταχώρηση της παρούσας αίτησης ενώ γνωρίζει, όχι μόνο ότι η ισχυριζόμενη οφειλή αμφισβητείται στην ολότητα της από την Καθ'ης η Αίτηση εταιρεία, αλλά ακόμα ότι η Καθ'ης η Αίτηση εταιρεία διεκδικεί αποζημιώσεις από την ίδια την Αιτήτρια λόγω παράβασης των υποχρεώσεων της τελευταίας με βάση την υπό αναφορά συμφωνία παροχής υπηρεσιών. (η) Η Αιτήτρια απέφυγε και/ή αρνήθηκε να διεκδικήσει οποιαδήποτε ποσά τα οποία ισχυρίζεται ότι οφείλονται σε αυτήν από την Καθ'ης η Αίτηση και/ή να παραπέμψει τη διαφορά με βάση τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας και αντί αυτού προέβηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης ενεργώντας με κακή πίστη και/ή καταπιεστικά προς την Καθ'ης η Αίτηση. (θ) Το αντικείμενο και η αξίωση που εγείρεται και/ή ισχυριζόμενη οφειλή επί της οποίας βασίζεται ή θεμελιώνεται η Αίτηση Διάλυσης τελεί υπό αμφισβήτηση και/ή είναι αντικείμενο άλλης διαδικασίας και/ή δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. (ι) Οι Αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη στοιχεία και/ή δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα και/ή ουσιώδη γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την ισχυριζόμενη οφειλή. (κ) Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος για εκκαθάριση και/ή διάλυση της Καθ' ης η Αίτηση διότι οι απαιτήσεις των Αιτητών για δήθεν οφειλόμενα και πληρωτέα σ' αυτούς ποσά είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση δικαιολογημένα αμφισβητούνται από της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί υπό τις περιστάσεις. (μ) Άνευ βλάβης των πιο πάνω, το Ε.Δ. Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση αφού αυτή βασίζεται επί της ισχυριζόμενης παραβίασης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας των συμβατικών της υποχρεώσεων βάσει της συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ των μερών, πλην όμως η ρηθείσα συμφωνία αναφέρει ότι διέπεται από το ρώσικο δίκαιο και αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με αυτή έχουν τα αρμόδια διαιτητικά δικαστήρια της Ομοσπονδίας της Ρωσίας. (ν) Σε κάθε περίπτωση, εκκρεμεί στα αρμόδια δικαστήρια της Ομοσπονδίας της Ρωσίας αγωγή και/ή διαδικασία αναφορικά με την επίδικη συμφωνία στα πλαίσια της οποίας η Καθ'ης η Αίτηση αιτείται και/ή αξιώνει εναντίον της Αιτήτριας, αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Αιτήτριας με βάση την επίδικη συμφωνία παροχής υπηρεσιών». Η νομολογία υιοθετεί σε τέτοιου είδους αιτήσεις ότι σε περίπτωση εύλογης αμφισβήτησης αξιούμενου ποσού και/ή σε περίπτωση φερέγγυας εταιρείας, δεν δικαιολογείται η προώθηση αίτησης διάλυσης. Η Αγγλική νομολογία είναι διευκρινιστική και χρήσιμη, αφού οι σχετικές διατάξεις του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου (Companies Act 1948) ταυτίζονται μ' αυτές του Κεφ.
  2. Το άρθρο 211 εδάφια (ε) και (στ) του Κεφ. 113 αποτελούν πιστή μετάφραση του άρθρου 222(e) και (f) του αγγλικού Companies Act του
  3. ΚΑΛΗ ΤΗ ΠΙΣΤΕΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Βλ. In re Loukos Manufacturers Ltd,
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 2226 και Re Bryant Investment Co Ltd,
(1974)1 WLR 826. Περαιτέρω, εταιρεία δικαιούται προστασίας υπό τις κατάλληλες συνθήκες εφ' όσον καταδείξει, εκ πρώτης όψεως, πως αμφισβητεί το χρέος με καλή πίστη και γνήσιες προθέσεις και κατά τρόπο ουσιαστικό. Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, 2004, reissue, Volume 7
(3), para. 452: «452. Who may not petition. .... A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition must be dismissed or stayed....». Για το υπό εξέταση ζήτημα χρήσιμη είναι η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η Έκδοση, στις σελ. 1366-1367, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 ΑΑΔ 991: «We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. "Substantial" here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and just be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding. In considering the matter the court will take into account the following factors: (i) the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based; and
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained by fraud. However, none of these factors is conclusive». Η υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), έχει αναφερθεί με επιδοκιμασία στην αγγλική υπόθεση New Travelers' Chambers Ltd v. Cheese and Green,
(1894)70 LT 271, και υπογράμμισε ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους και όχι, απλώς, του ύψους του τότε δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση αρνούνται κατηγορηματικά το διεκδικούμενο από τους Αιτητές χρέος και ισχυρίζονται ότι ο ισχυρισμός για δήθεν οφειλόμενα ποσά είναι παντελώς ανυπόστατος, αόριστος και αδικαιολόγητος. Ως λεπτομερώς αναλύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να διεκδικήσουν προμήθεια επί των κερδών που θα πραγματοποιούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση μόνο σε περίπτωση που η πώληση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση ήταν αποτέλεσμα των συμφωνηθεισών υπηρεσιών. Από την αλληλογραφία που έχει επισυναφθεί προς τεκμηρίωση της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση υπέδειξαν στους Αιτητές την παράλειψη τους να παρέχουν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες πολύ προτού υπάρξει καν υπόνοια για δικαστική διαμάχη μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου και ένεκα της αποτυχίας των Αιτητών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει, οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν σε μονομερή τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 10.11.11 (η "Συμφωνία") και αναγκάστηκαν να διορίσουν άλλο ανεξάρτητο σύμβουλο με τη βοήθεια του οποίου κατάφεραν τελικά να προβούν σε πώληση ορισμένων περιουσιακών τους στοιχείων. Κατά συνέπεια υπάρχει, από τα στοιχεία που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, καλή τη πίστει αμφισβήτηση του χρέους. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), αν το Δικαστήριο εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει, απλώς, να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε, ασφαλώς, δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Τέτοια καλή τη πίστει ουσιαστική υπεράσπιση πρέπει να αποδεικνύεται με την προσαγωγή εκ πρώτης όψεως απόδειξης των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Υπεράσπιση. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για εκκαθάριση δεν πρέπει και ούτε αναμένεται να υπεισέλθει στην ουσία της Υπεράσπισης που προβάλλεται από μέρους της εταιρείας. Είναι αρκετό να διαπιστώσει ότι υφίσταται καλή τη πίστει ουσιαστική Υπεράσπιση. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Re Davis Investments (East Ham) Ltd, [1961] 3 All ER 926, σε αιτήσεις τέτοιας φύσης εναπόκειται στους Αιτητές να αποδείξουν την απαίτηση τους και την συνδρομή των προϋποθέσεων για το αιτούμενο διάταγμα εναντίον της εταιρείας. Οι Αιτητές σε καμία περίπτωση δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης του οφειλόμενου προς αυτούς κατ' ισχυρισμόν ποσού. ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση και δεν έχει προσαχθεί εκ μέρους τους οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει την αφερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση. Η μη ανταπόκριση τους στην ειδοποίηση απαίτησης δεν οδηγεί υπό τις συνθήκες της υπόθεσης στο συμπέρασμα ότι είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα χρέη τους ούτε και απαλλάσσει τους Αιτητές από το βάρος που έχουν στην παρούσα αίτηση καθώς η παράλειψη μίας εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 δεν συνιστά "αμέλεια" εντός της έννοιας της εν λόγω παραγράφου εάν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη, όπως δηλαδή η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Σχετική με την πιο πάνω θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι η απόφαση στην υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation, LR 19 Eq. 444, (21/11/1874), όπου το Δικαστήριο με αναφορά στο άρθρο 80 του Companies Act 1862, ανέφερε ότι όταν η οφειλή καλόπιστα αμφισβητείται από τον οφειλέτη τότε η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία δεν θεωρείται ότι «αμέλησε» να πληρώσει και δεν εμπίπτει αυτή η περίπτωση στην περίπτωση που προνοεί το άρθρο 80. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής από τον Sir George Jessel MR στις σελίδες 445-446: «The first question to be considered in this case is, What is the law on the subject? It has been asserted on the part of the petitioner that there is a statutory right to a winding up order given by section 80 of the Companies Act 1862, to any creditor who has given the statutory notice if non-payment occurred by the company for a space of three weeks. Now, first of all, what does the statute say? It says that whenever a creditor to whom a company is indebted in a sum exceeding £50 has served on the Company in a certain way a demand under his hand requiring the company to pay the sum so due, and the company has for the space of three weeks succeeding the service of the demand, neglected to pay such sum or to secure or compound for the same to the reasonable satisfaction of the creditor, then the company shall be deemed to be unable to pay its debts. It is obvious, on reading that enactment, that the word "neglected" is not necessarily equivalent to the word "omitted". Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bona fide disputed by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he, the debtor, is willing to pay such sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute». Περαιτέρω, στην υπόθεση Mann v. Goldstein, [1968] 1 WLR 1091, στη σελίδα 1096, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «When the debt is disputed by the company on some substantial ground (and not just on some ground which is frivolous or without sybstance and which the court should, therefore, ignore) and the company is solvent, the court will restrain the prosecution of a petition to wind up the company». Επίσης, στην υπόθεση Cadiz Waterworks Co. v. Barnett,
(1874)LR 19 Eq. 182, 194, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «It is not a remedy intended by the legislature, or that ought ever to be applied, to enforce payment of a debt where these circumstances exist - solvency and a disputed debt». Ελλείψει μαρτυρίας για την αφερεγγυότητα των Καθ΄ ων η Αίτηση από τους Αιτητές η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΟΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΠΙΣΤΩΤΕΣ/ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212 του ΚΕΦ.113 η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία θα πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Παρομοίως στο Άρθρο 213
(1)του ιδίου Νόμου το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας προβλέπεται ότι τέτοια αίτηση υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, από οποιονδήποτε πιστωτή. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή στην υπόθεση Σπανού ν. GIP Construction Ltd,
(1999)1(Α) ΑΑΔ 315, εξετάζοντας το θέμα της διακρίβωσης του ποιος μπορεί να είναι πιστωτής μέσα στην έννοια του άρθρου 213(ι) του Νόμου ανέφερε τα πιο κάτω: «Το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Goldstein, [1968] 1 WLR 1091, Re Lympne Investments, [1972] 1 WLR 523, Palmers (ανωτέρω), σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Volume 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Pen-y-van Colliery Co, [1877] 6 Ch. D. 477)". Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του Αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travelers' Chambers Ltd v. Cheese and Green, [1894] 70 LT 271, επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company, [1992] 2 All ER 797)». Στην υπόθεση Σπανού (ανωτέρω), τονίστηκε περαιτέρω από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ακόμη και αν ένα μέρος της απαίτησης του Αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός στερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Στην αγγλική υπόθεση Mann (ανωτέρω), στο πλαίσιο εξέτασης και ερμηνείας του όρου «πιστωτής» με βάση το σχετικό Άρθρο της αγγλικής νομοθεσίας επισημάνθηκε ότι σ' αυτό τον όρο δεν εμπίπτει πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και εκεί όπου η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση από τις σελ. 774-775: «It might be suggested that this court should, where the company is insolvent, intervene on the ground that it would be to the detriment of future possible creditors to countenance the continuation of a company unable to pay its debts as they fall due. The companies court, however, in accordance with the practice which I have mentioned, does dismiss a petition founded on a substantially disputed debt whose validity it cannot conveniently decide even though the company be insolvent ...... For my part, I would prefer to rest the jurisdiction directly on the comparatively simple propositions that a creditor's petition can only be presented by a creditor, that the winding-up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt (that is, disputed on substantial and not insubstantial grounds) since, until a creditor is established as a creditor he is not entitled to present the petition and has no locus standi in the companies court; and that, therefore, to invoke the winding-up jurisdiction when the debt is disputed (that is, on substantial grounds) or after it has become clear that it is so disputed is an abuse of the process of the court». Στην περίπτωση των Αιτητών δεν βρισκόμαστε μπροστά σε "ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή", δηλαδή πιστωτή έναντι του οποίου η υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση υφίσταται μεν αλλά τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή αναβλητική προθεσμία. Βρισκόμαστε μπροστά σε πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Επομένως οι Αιτητές δεν είναι ούτε υφιστάμενοι ούτε ενδεχόμενοι ή μελλοντικοί πιστωτές, υπό την έννοια των άρθρων 213
(1)και 243
(1)του Νόμου, και, κατά συνέπεια, δεν έχουν το απαραίτητο locus standi για να ζητήσουν διάταγμα εκκαθάρισης των Καθ' ων η Αίτηση καθ' ην στιγμή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση η απαίτηση τους. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), τονίσθηκε, επίσης, ότι δεν είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να οδηγείται σε εκκαθάριση μία εταιρεία η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Επομένως όταν υφίσταται αμφισβητούμενη οφειλή, τότε αίτηση για εκκαθάριση στη βάση τέτοιων προνοιών δεν συνιστά ενδεδειγμένο μέτρο και ούτε, βεβαίως, θα πρέπει μια τέτοια αίτηση να καταχωρείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε μία εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκεί δηλαδή όπου προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση ως καταχρηστική και τίθεται θέμα καταχώρησης και εξέτασης νέας αίτησης μόνο μετά από επιτυχή έκβαση της σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, όπου στη σελ. 679 αναφέρονται τα εξής: «.. if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits ..». Ομοίως στο Σύγγραμμα Company Law, JH Farrar
(1985)στη σελ. 561 τονίζονται τα εξής σχετικά: «If the company satisfies the court that there is a dispute whether it is liable to pay the debt or whether it is then due, the court will not accept that the debt is then due and the creditor will be compelled to obtain a judgment against the company». Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένο χρέος είτε βάσει δικαστικής απόφασης είτε άλλως πως, ενόσω η νομιμοποίηση των Αιτητών ως πιστωτών πρέπει να συναχθεί από τη Συμφωνία η οποία διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο και προφανώς τίθεται θέμα ερμηνείας της και καθορισμού των υποχρεώσεων των μερών που πηγάζουν από τη Συμφωνία. Εν όψει της καλή τη πίστει αμφισβήτησης του επίδικου ποσού από τους Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές δεν εμπίπτουν εντός του όρου «πιστωτής» και καταχρηστικώς χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία ως μέθοδος άσκησης πίεσης στους Καθ' ων η Αίτηση προς εξυπηρέτηση άλλων σκοπών. ΕΛΛΕΙΨΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ/ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω θέση μου, καταλυτική για την τύχη της αίτησης, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση καθώς η Συμφωνία στην οποία στηρίζουν οι Αιτητές την απαίτησή τους διέπεται από το ρώσικο δίκαιο και αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με αυτή έχουν τα αρμόδια διαιτητικά δικαστήρια της Ομοσπονδίας της Ρωσίας. Κατ' επέκταση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκδικάζοντας την παρούσα Αίτηση, με βάση τους ισχυρισμούς που εγείρονται εις αυτήν, στην ουσία θα εφαρμόζει τον Κυπριακό Νόμο επί των ρηθέντων συμφωνιών και θα αναλάβει δικαιοδοσία. Περαιτέρω, δεν έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνώμονα επί του δικαίου της Ομοσπονδίας της Ρωσίας από την οποία να αποδεικνύεται η νομιμοποίηση των Αιτητών ως πιστωτών των Καθ' ων η Αίτηση ενόψει της συμφωνίας που επικαλούνται (βλ. Bank of Scotland v. Geodrill Ltd κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 753). Το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους εκείνου που επικαλείται την εφαρμογή του Αλλοδαπού Δικαίου, το οποίο ως πραγματικό γεγονός, θα πρέπει να αποδειχτεί με μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Επιπρόσθετα, σημειώνεται, επίσης, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, είναι πρόδηλο ότι η ενόρκως δηλούσα αντλεί την γνώση της από δεδομένα και στοιχεία που δεν καταχώρισε η ίδια σε σχέση πάντα με την επίδικη οφειλή, μη ούσα και αξιωματούχος των Αιτητών και δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα αναφορικά με την ύπαρξη και το ύψος της οποιασδήποτε οφειλής της εταιρείας, υπό τις περιστάσεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και επομένως η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την Thanos Hotels v. Ιωάννου,
(1991)1 CLR 1036: «Θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση έγινε από τον συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να έχει ήδη εκλείψει». Η αίτηση για τους λόγους που εξέθεσα απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.