ΣΤΕΑΜΟ ΛΤΔ ν. Ρένου Γιάγκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2437/13, 12/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2437/13 Μεταξύ: ΣΤΕΑΜΟ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- Ρένου Γιάγκου
- Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 12.3.2014 Αίτηση ημερομηνίας 16.4.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Στ. Χριστοφόρου Για την Εναγομένη 3: κα Χρ. Αχιλλέως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες κατεχώρησαν αγωγή εναντίον των εναγομένων με την οποίαν αξιώνουν τα πιο κάτω: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε και/ή δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις του έναντι των εναγόντων ως αυτές καθορίζονται εις τη μεταξύ των Συμφωνία ημερομηνίας 28.4.10, και ή Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 1 και/ή 3 εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται όπως απαιτούν εκτέλεση των υποχρεώσεων των εναγόντων βάσει της Συμφωνίας Πώλησης ημερομηνίας 28.4.10 άνευ της ταυτόχρονης τήρησης των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 έναντι των εναγόντων βάσει της ρηθείσης Συμφωνίας. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ως αποτέλεσμα των εις τας παραγράφους (Α) και (Β) ανωτέρω αναφερομένων ο εναγόμενος 1 υποχρεούται όπως αποσύρει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την κατάθεση της Συμφωνίας ημερομηνίας 28.4.10, και/ή Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εγγυητική Επιστολή με αριθμό 22/2010 των εναγομένων 2 η οποία εκδόθηκε προς όφελος των εναγόμενων 3 σε σχέση με τας υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς τους εναγομένους 3 ουδέποτε έχει λάβει νομική ισχύ και/ή κατ΄επέκταση ουδεμία ενέργεια δύναται να λάβει χώρα βάσει ταύτης και/ή βάσει οιασδήποτε ισχυριζόμενης ανανέωσης και/ή ουδεμία πληρωμή και/ή εκταμίευση των χρημάτων των εναγόντων δύναται να λάβει χώρα βάσει αυτής, και/ή Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται νόμιμη Εγγυητική Επιστολή με αριθμό 22/2010 των εναγομένων 2 προς όφελος των εναγόμενων 3 σε σχέση με τας υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς τους εναγομένους 2». Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές ζητούσαν «διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύων την πληρωμή και/ή εκταμίευση των χρημάτων των εναγόντων και/ή οιανδήποτε ενέργεια με βάση την εγγυητική επιστολή των εναγομένων 2 με αριθμό 22/2010 ημερομηνίας 23.4.10 η οποία δόθηκε εκ μέρους των εναγόντων προς όφελος των εναγομένων 3 μέχρι και την πλήρη εκδίκαση της υπό τον άνωθεν αριθμό και τίτλο αγωγής». Την 17.4.2013 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο έγινε σε κάποιο στάδιο αργότερα απόλυτο, σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2, με τη συγκατάθεση των ιδίων. Η αίτηση παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με την εναγομένη
- Η εναγομένη 3 κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία εγείρει σωρείαν λόγων για απόρριψη της. Με βάση τις ενόρκους δηλώσεις που έχουν τεθεί ενώπιον μου και οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση προκύπτει ότι τα πλείστα γεγονότα είναι παραδεκτά. Τα συνοψίζω. Η εναγομένη 1 παραχώρησε στην εναγομένη 3 εγγυητική επιστολή για το ποσό των €100.000, πλέον τόκους σε αντάλλαγμα της συμφωνίας της εναγομένης 3 να παρέχει δάνειο στο Ρένο Γιάγκου, εναγόμενο 2 έτσι ώστε ο τελευταίος να δυνηθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 20.1.2010, μεταξύ του εναγομένου 2 και των εναγόντων, για αγορά της οικίας υπ΄ αρ. 2, που ανεγέρθηκε στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10/171 και 1/265 Φ/Σχ 30/24Ε2, τεμάχιο 259 στο Γέρι. Η εναγομένη 3 εγγυήθηκε ότι οι ενάγοντες θα ενέγραφαν, μέχρι την 23.3.2011, το πιο πάνω ακίνητο, ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση, στο όνομα του εναγομένου
- Την 17.4.2013 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο έγινε, σε κάποιο στάδιο αργότερα απόλυτο σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2 με τη συγκατάθεση των ιδίων. Η αίτηση παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με την εναγομένη
- Η εγγυητική καθίστατο εκ των πραγμάτων άκυρη και χωρίς ισχύ εάν κατά οποιοδήποτε χρόνο της ισχύς της, ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου μεταβιβαζόταν από τον πωλητή στον αγοραστή και ο αγοραστής το υποθήκευε προς όφελος του εναγομένου
- Σε τέτοια περίπτωση η υποθήκη θα ήταν η εξασφάλιση, στη θέση της εγγυητικής αυτής. Η ημερομηνία έναρξης της εγγυητικής ήταν η 23.4.2010 και λήξης η 23.4.
- Την 28.4.2010, πέντε περίπου μέρες μετά την έναρξη της ισχύς της εγγυητικής υπογράφηκε πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 2 και της Yana Ruchka. Το πωλητήριο έγγραφο αφορά το επίδικο ακίνητο. Η ισχύς της εγγυητικής επιστολής παρατάθηκε μέχρι την 23.4.2013, σχετικά είναι τα τεκμήρια 3 και 4 που επισυνάπτονται στην αίτηση. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος συγκροτήματος κατοικιών. Για να καταστεί δυνατή η έκδοση τίτλων είναι αναγκαίον όπως όλοι οι ενυπόθηκοι δανειστές, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 3 υπογράψουν το έντυπο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, Δ.Ε. 26Α. Όλοι οι ενυπόθηκοι δανειστές υπέγραψαν το πιο πάνω έντυπο πλην της εναγομένης
- Το ως άνω έγγραφο είχε σταλεί στην εναγομένη 3 την 11.4.
- Το έγγραφο υπεγράφη από την εναγομένη 3 εκ των υστέρων, μετά την καταχώρηση της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται σε τρεις άξονες. Πρώτον ότι υπάρχει αβεβαιότητα σε σχέση με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εγγυητική επιστολή καθ΄ ότι το πωλητήριο έγγραφο, τεκμήριο 1, φέρει ημερομηνία 28.4.2010 ενώ η συμφωνία, στην οποία γίνεται αναφορά στην εν λόγω επιστολή, φέρει ημερομηνία 20.1.
- Η ημερομηνία δε έκδοσης της εγγυητικής είναι προγενέστερη της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου, τεκμήριο
- Δεύτερον, ο εναγόμενος 1 δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και συνεχίζει να οφείλει προς την τράπεζα μέρος του τιμήματος. Τέλος, η εναγομένη 3, λόγω της παράλειψης της να υπογράψει το έντυπο του κτηματολογίου, δεν έχει τιμήσει την υποχρέωση της προς έκδοση τίτλου και εμποδίζεται να ζητά την εκποίηση της εγγυητικής λόγω μη έκδοσης του τίτλου. Η εναγομένη 3 κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά με σκοπό να αποποιηθούν οι ενάγοντες των ευθυνών και υποχρεώσεων τους και να προκαλέσουν καθυστέρηση στην εκποίηση της εγγυητικής επιστολής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, η εγγυητική επιστολή εξεδόθη από την εναγομένη 2 ως εξασφάλιση προς την εναγομένη 3, για να δυνηθεί η τελευταία να παρέχει δάνειο στον εναγόμενο 1 και να μπορέσει αυτός να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Το ακίνητο δεν είχε κατά το χρόνο παροχής του δανείου μεταβιβαστεί στον εναγόμενο 1 έτσι ώστε η εναγομένη 3 να δυνηθεί να το υποθηκεύσει ως εξασφάλιση της παροχής δανείου στον εναγόμενο
- Εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή λόγω αδυναμίας υποθήκευσης του ακινήτου. Ο εναγόμενος 1, ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ένορκη δήλωση, «.δεν ήταν μέρος της εγγυητικής επιστολής», η εγγυητική επιστολή και το αγοραπωλητήριο έγγραφο αποτελούν δύο ξεχωριστές, ανεξάρτητες συμφωνίες. Η αναγραφή λανθασμένης ημερομηνίας σύναψης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, σύμφωνα πάντα με την εναγομένη 3, δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και την ισχύ της επίδικης εγγυητικής επιστολής, εφόσον η εγγυητική επιστολή αναφέρεται ρητά στο πωλητήριο έγγραφο που είχε συναφθεί μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 για την αγορά του επιδίκου ακινήτου. Σε σχέση με την έκδοση του τίτλου αναφέρει ότι έλαβαν το έγγραφο την 11.4.
- Η ομνύουσα, Στέλλα Παπαλο̈́ιζου, επικοινώνησε προσωπικά με τη διευθύντρια των εναγόντων, Άννα Αργυρού και την ενημέρωσε ότι «.προτίθεται να προωθήσει το εν λόγω έντυπο στο αρμόδιο τμήμα και κατόπιν εγκρίσεως θα προχωρούσε στην υπογραφή του». Πέντε μέρες μετά την αποστολή του εν λόγω εγγράφου οι ενάγοντες κατεχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Το εν λόγω έντυπο, ως αναφέρω και ανωτέρω, υπογράφηκε σε κάποιο στάδιο αργότερα. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι πολύ γνωστές και ως εκ τούτου δεν προτίθεμαι να ενδιατρίψω στη νομολογία, περιορίζομαι να υπενθυμίσω ότι πρέπει να πληρούνται οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: α. Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δηλαδή να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις έγγραφες προτάσεις. β. Την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας. γ. Την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά, κατά πόσο δηλαδή, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι η επίδικη εγγύηση ήταν συμφωνία ανεξάρτητη από την πρώτη συμφωνία που αφορούσε την αγοραπωλησία του ακινήτου, επρόκειτο για δύο αυτόνομες συμφωνίες. Η εκπλήρωση αυτής δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Banking Litigation, παρ. 7-068[1]: «A demand guarantee (of the nature issued by banks) is an autonomous transaction which is independent of the contract between the buyer and seller. The principle of autonomy is exactly the same as with documentary credits[2]». Η μόνη εξαίρεση στην γενική αρχή είναι στην περίπτωση δόλου για την οποία η τράπεζα που έχει εκδώσει την εγγυητική λαμβάνει ενημέρωση[3]. Σύμφωνα με το δικαστή Hirst L.J στην υπόθεση Turkiye 15 Bankasi v Bank of China[4]: «The bank must pay according to its guarantee on demand if so stipulated without proof or condition. The only exception is where there is clear fraud of which the bank has notice. (Edward Owen Engineering Ltd v Barclays Bank International Ltd [1978] 1 Lloyd's Rep. 166; [1978] 1 QB 159)». Με βάση τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι η αναφορά στην επίδικη εγγυητική σε ημερομηνία σύναψης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου άλλης από αυτή που αναγράφει το ίδιο το πωλητήριο έγγραφο, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της εγγυητικής. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση του αιτητή ότι ο εναγόμενος 1, δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο είναι ανεξάρτητο από την εγγυητική και η εκπλήρωση της δεύτερης δεν εξαρτάται από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών στην πρώτη συμφωνία. Σε σχέση δε με την αναφορά του αιτητή στην ένορκη δήλωση σε άρνηση της καθ΄ ης η αίτηση 3 να υπογράψει το έγγραφο του κτηματολογίου αναγκαίον για την έκδοση του τίτλου, με βάση την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην ένσταση, διαφαίνεται ότι αυτή ουδέποτε αρνήθηκε να το υπογράψει. Το έντυπο παραδόθηκε στην καθ΄ ης η αίτηση στις 11.4.2013 και η αρμόδια υπάλληλος της τράπεζας δήλωσε στη διευθύντρια των εναγόντων ότι θα το προωθούσε για υπογραφή. Η πιο πάνω μαρτυρία παρέμεινε αναμφισβήτητη. Ως αναφέρω και ανωτέρω η μόνη περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να επέμβει είναι όπου διαπιστώνει δόλο εκ μέρους του δικαιούχου της εγγύησης, την ύπαρξη του οποίου εγνώριζε ο εγγυητής[5] κάτι το οποίο δεν προκύπτει όμως από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε αυτή η θέση μπορεί να γίνει δεκτή. Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το γεγονός ότι η επίδικη εγγυητική έχει εκπνεύσει. Θα εξετάσω το θέμα αυτό καθότι με προβλημάτισε κατά πόσο η μη ανανέωση της εγγυητικής καθιστά την παρούσα διαδικασία άνευ αντικειμένου. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η εγγυητική έχει εκπνεύσει προ πολλού καιρού και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του
- Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων-αιητητών ότι εφόσον η εγγυητική κατά το χρόνο της ακρόασης είχε λήξει, τότε δεν θα μπορούσε να πληρωθεί. Η υπεράσπιση υποστήριξε διαφορετική θέση. Ήταν η θέση της ότι αφ΄ ης στιγμής η απαίτηση για πληρωμή έγινε πριν τη λήξιν της εγγυητικής, τότε η καθ΄ ης η αίτηση 3, ως δικαιούχος της εγγυητικής, διατηρεί όλα τα δικαιώματα της σε σχέση με την εν λόγω εγγυητική. Θα συμφωνήσω με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι εκείνο που είναι καθοριστικής σημασίας είναι κατά πόσο η απαίτηση για πληρωμή έγινε ενώ η εγγυητική βρισκόταν σε ισχύ. Στο σύγγραμμα Banking Litigation[6], κάτω από τον τίτλο «Particular Kinds of Default Undertakings», παρ. 7-065, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Α "demand guarantee" is usually a short and simple instrument under which the obligation to pay arises merely upon the making of demand in the prescribed form within the period of validity of the guarantee». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί. Η αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] 3η έκδοση. [2] Βλέπετε σχετικά Edward Owen Engineering Ltd v Barclays Bank International Ltd [1978] 1 QB 159 και Themehelp v West [1996] 1 QB
- [3] United City Merchants (Investment) Ltd v Royal Bank of Canada [1982] 2 All ER 720
- [4] [1998] 1 Lloyd's Rep. 250,
- [5] Βλέπετε σχετικά Themehelp Ltd v West and Others, [1995] 4 All ER 215, που αφορούσε έκδοση προσωρινού διατάγματος. [6] 3η έκδοση, σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο