ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΥΛΑΚΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4466/08, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4466/08 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ενάγοντος -και- ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ Εναγομένη --------------------- 11 Μαρτίου 2014 Για τον ενάγοντα: κα Α. Κοζάκου και κα Ιωαννίδου Για την εναγομένη: κος Κ. Ευσταθίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της αγωγής είναι η αξία της επιταγής με αριθμό 22209858 (στη συνέχεια η επιταγή). Το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων που αφορά η επιταγή δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Επίδικο εν προκειμένω είναι η υπαγωγή αυτών των γεγονότων στο νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Προτού όμως παραθέσω τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα σημειώνω ότι έκαστη πλευρά κάλεσε ένα μάρτυρα. Συγκεκριμένα κλήθηκαν ο ενάγων και η εναγομένη. Το ένα και μόνο τεκμήριο που κατατέθηκε είναι η επιταγή. Περί τις αρχές Απριλίου 2007 η εναγομένη υπέγραψε την επίδικη επιταγή και την παρέδωσε στο σύζυγό της. Σήμερα πλέον οι δυο τους, σύζυγος και εναγομένη, είναι διαζευγμένοι. Για λόγους ευκολίας όμως θα αναφέρομαι σε αυτό το τρίτο πρόσωπο ως ο σύζυγος. Όταν η εναγομένη παρέδωσε την επιταγή στο σύζυγό της πλείστα τόσα στοιχεία της επιταγής δεν ήταν συμπληρωμένα. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε από την εναγομένη ήταν η υπογραφή της. Τα υπόλοιπα· όνομα δικαιούχου, αξία επιταγής (ολογράφως και αριθμητικώς) και ημερομηνία εξαργύρωσης, αφέθηκαν κενά. Κατά τον ίδιο χρόνο, αρχές Απριλίου 2007, ο ενάγων προσεγγίστηκε από κάποιο φιλικό του πρόσωπο, ονόματι Καμμάς (στη συνέχεια ο Καμμάς), και ερωτήθηκε κατά πόσο μπορούσε να δανείσει κάποιο φίλο του το ποσό των £5.
- Αυτός ο φίλος, δηλαδή το τρίτο πρόσωπο που ο Καμμάς ανέφερε ότι θα λάμβανε το δάνειο των £5.000, ήταν ο σύζυγος της εναγομένης. Ο Καμμάς ανέφερε στον ενάγοντα ότι προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου θα ελάμβανε επιταγή της συζύγου του δανειολήπτη. Εφόσον ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση, ούτω και έγινε. Αρχές Απριλίου 2007 ο Καμμάς επισκέφθηκε τον ενάγοντα και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Όταν ο ενάγων παρέλαβε την επιταγή σε αυτή αναγράφετο το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, δηλαδή £5.
- Συνεπώς, πέραν της υπογραφής της εναγομένης, στοιχείο που έθεσε η ίδια όταν παρέδωσε την επιταγή στο σύζυγό της, όταν ο ενάγων παρέλαβε την επιταγή σε αυτήν αναγράφετο και το ποσό. Παρεμβάλλω εδώ ότι άγνωστη είναι η ταυτότητα του προσώπου που συμπλήρωσε το ποσό. Το μόνο βέβαιο είναι πως το πρόσωπο που ανέγραψε τούτο το ποσό, δεν είναι η εναγομένη αλλά ούτε και ο ενάγων. Εκείνο που ο ενάγων συμπλήρωσε στην επιταγή ήταν το όνομά του στη θέση του δικαιούχου και την ημερομηνία εξαργύρωσης. Η συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και Καμμά ήταν ότι ο σύζυγος της εναγομένης θα εξοφλούσε το δάνειο ένα μήνα μετά που θα ελάμβανε τα χρήματα. Αυτός λοιπόν ήταν και ο λόγος που ο ενάγων ανέγραψε στην επιταγή την ημερομηνία 10.05.2007, εφόσον η δοσοληψία που προηγήθηκε τοποθετείται χρονικά στα μέσα Απριλίου
- Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων ουδέποτε ήλθε σε επαφή είτε με την εναγομένη είτε με το σύζυγό της. Το σύνολο των ενεργειών του για την επίδικη δοσοληψία εξικνείται στην επικοινωνία που είχε με τον Καμμά. Εν ολίγοις, ο Καμμάς είναι εκείνος που του ζήτησε να δανείσει το σύζυγο της εναγομένης, από τον Καμμά παρέλαβε την επιταγή και στον Καμμά έδωσε τα χρήματα. Όταν στη συνέχεια έφτασε ο χρόνος εξαργύρωσης της επιταγής, ο Καμμάς επικοινώνησε με τον ενάγοντα και του ζήτησε να μην την καταθέσει εφόσον, όπως του ανέφερε, εντός ολίγων ημερών ο σύζυγος της εναγομένης θα του κατέβαλλε το αντίτιμο. Ο ενάγων συμφώνησε και έτσι δεν κατέθεσε την επιταγή την 10.05.
- Όταν όμως στη συνέχεια δεν εμφανίστηκε ο σύζυγος της εναγομένης ο ενάγων επιχείρησε, μέσω του Καμμά, να εντοπίσει τούτον, χωρίς όμως επιτυχία. Ως εκ τούτου, την 18.09.2007 κατέθεσε την επιταγή χωρίς όμως αποτέλεσμα, εφόσον επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη μη επαρκή υπόλοιπα. Η επιταγή κατατέθηκε άλλες τρεις φορές με αποτέλεσμα να επιστραφεί με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη της επιταγής, ακάλυπτη επιταγή». Πέραν των σφραγίδων που η τράπεζα τοποθέτησε επί της επιταγής, σφραγίδες οι οποίες ομιλούν αφ' εαυτών, αναμφισβήτητο είναι ότι όταν η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν τιμήθηκε εφόσον ο λογαριασμός της εναγομένης δεν διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεχτά γεγονότα και λογικοφανή μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Με τη μαρτυρία του ο ενάγων δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στα παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα. Επανέλαβε απλώς ότι δεν γνωρίζει την εναγομένη και ότι ουδέποτε είχε οιανδήποτε δοσοληψία με αυτήν. Δέχθηκε δε ότι ούτε το σύζυγο της εναγομένης γνωρίζει και ανέφερε πως τα χρήματα, δηλαδή τις £5.000, τα έδωσε στον Καμμά όταν ο τελευταίος του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Δέχθηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει ποιος συμπλήρωσε το ποσό της επιταγής. Από την άλλη η εναγομένη επανέλαβε ότι έδωσε την επιταγή στο σύζυγό της χωρίς να αναγράψει ποσό. Όπως ισχυρίστηκε, είναι κατόπιν πιέσεων που έδωσε την επιταγή στο σύζυγό της. Ανέφερε δε ότι ο σύζυγός της την ενημέρωσε ότι θα χρησιμοποιούσε την επιταγή για εξασφάλιση χρηματοδότησης, χωρίς όμως να της αναφέρει το ύψος τούτης. Πιστή στη θέση της επέμεινε ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα, δεν είχε δοσοληψίες μαζί του και ότι εκείνη είναι το θύμα της υπόθεσης, εφόσον ο σύζυγός της, πρώην πλέον, την έμπλεξε σε αυτή την υπόθεση χωρίς η ίδια να ευθύνεται. Πριν την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού οφείλω να συνοψίσω τη δικογραφημένη εκδοχή της εναγομένης, όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, διεργασία η οποία θα προσδιορίσει τα επίδικα θέματα. Στο εν λόγω δικόγραφο η εναγομένη υποστηρίζει πως μόνο την υπογραφή της έθεσε στην επιταγή· ότι δεν εξέδωσε την επιταγή για το ποσό των £5.000 αλλά για πολύ μικρότερο· και ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα και δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του. Αν έχω αντιληφθεί καλά η εναγομένη προσβάλλει, έστω εμμέσως, την εγκυρότητα συμπλήρωσης της επιταγής, αφήνοντας να νοηθεί ότι η συνεννόηση που είχε με το σύζυγό της ήταν για πολύ μικρότερο ποσό και κατ' επέκταση η συμπλήρωση από τον ενάγοντα του ονόματός του ως δικαιούχου για £5.000, εκφεύγει της εξουσιοδότησης που εμμέσως χορήγησε με την υπογραφή της επιταγής. Παρεμβάλλω εδώ ότι η εναγομένη δεν επικαλείται δόλο ή παρανομία. Δεν υποστηρίζει ότι οι ενέργειες του ενάγοντα ή έστω οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε την επιταγή, φανερώνουν δόλο ή παρανομία (βλ. άρθρο 30
(2)Κεφ. 262 και παραγράφους 379 έως 381 συγγράμματος Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4
(1), όπου αναφέρεται ότι· «The adequacy of the consideration is not in general the subject of inquiry in relation to a bill, but if upon the evidence given there is a patent and gross inadequacy of consideration, the transaction is open to the presumption of fraud.»). Αν τούτη ήταν η θέση της όφειλε να την παραθέσει με ευκρίνεια και να την πλαισιώσει με λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν δόλο ή παρανομία, ως άλλωστε προβλέπεται από τον κανονισμό 5 της Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνδυασμένη ανάγνωση της δικογραφημένης υπεράσπισης και της αντεξέτασης του ενάγοντα, αποκαλύπτει ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν την παράδοση της επιταγής στον ενάγοντα και το ποσό που ο τελευταίος κατέβαλε δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Καταλήγω συνεπώς ότι αυτή η πτυχή της υπεράσπισης περιορίζεται απλώς στην εξουσία του ενάγοντα να συμπληρώσει την επιταγή στην οποία αναγράφετο ήδη το ποσό των £5.000. Επί του προκειμένου σχετική είναι η παράγραφος 330 του συγγράμματος Halsbury' s, πιο πάνω, όπου αναφέρεται ότι· «Where the payee' s name is not filled in, it is open to any holder for value to write his own name in and sue on the instrument; but if his right to do so is contested, he must be prepared to prove that he was not acting outside the scope of his authority.». Πέραν των πιο πάνω, ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι η εναγομένη δεν γνωρίζει τον ενάγοντα και δεν είχε επικοινωνία μαζί του, καθώς ότι η επιταγή εκδόθηκε για πολύ μικρότερο ποσό, εμμέσως πλήττει την αντιπαροχή της επιταγή, δηλαδή μια από τις υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν σε σχέση με επιταγή (βλ. Heatron Co Ltd v. Σωκράτους, Πολ. Έφ. 344/08, ημερομηνίας 23.05.2012). Αυτές εν προκειμένω είναι όλες οι υπερασπίσεις που προωθεί η εναγομένη με την υπεράσπισή της. Έχοντας όμως προσδιορίσει τη δικογραφημένη εκδοχή της εναγομένης δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι η θέση που εξέφρασε ενόσω μαρτυρούσε, δηλαδή ότι ο σύζυγός της εξασφάλισε την επιταγή κατόπιν πιέσεων, δεν είναι δικογραφημένη και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1Α ΑΑΔ 24, 28). Όσο διασταλτικά και αν ερμηνεύσει κανείς τη δικογραφημένη εκδοχή της εναγομένης, δεν μπορεί να εντοπίσει ανάλογο ισχυρισμό. Πουθενά στην υπεράσπιση γίνεται ισχυρισμός για πίεση και συνεπώς αυτή η θέση που πρωτοεμφανίστηκε κατά την ακρόαση δεν μπορεί να τύχει εξέτασης και απορρίπτεται. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ενάγων άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Δεν απέκρυψε οτιδήποτε και με σταθερότητα, σαφήνεια και χωρίς περιστροφές επεξήγησε κάθε πτυχή της ιδιόμορφης τούτης συναλλαγής και δη ότι η επιταγή δόθηκε ως εγγύηση για χρήματα που δάνεισε στο σύζυγο της εναγομένης μέσω τρίτου προσώπου, δηλαδή του Καμμά. Εν ολίγοις, όσο περίεργη και ύποπτη και αν ακούγεται η ιστορία του ενάγοντα, ο τελευταίος δεν αλλοίωσε το περιεχόμενο της και ούτε διάνθησε τούτη με παράλογες και επίπλαστες θέσεις. Παρέμεινε πιστός στη θέση του αδιαφορώντας αν τούτο θα είχε κόστος για την υπόθεσή του. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι ο ενάγων δεν αντεξετάστηκε επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας του, όπως είναι ο ισχυρισμός ότι όταν παρέλαβε την επιταγή το ποσό, £5.000, ήταν συμπληρωμένο πλήρως· ότι έδωσε τις £5.000 στον Καμμά· και ότι ο λόγος δια τον οποίο τον προσέγγισε ο Καμμάς ήταν για να δανειοδοτήσει τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα το σύζυγο της εναγομένης. Το πραγματικό υπόβαθρο πίσω από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν διερευνήθηκε και εφόσον δεν διαπιστώνεται εγγενής αναξιοπιστία, οι σχετικές απαντήσεις δεν μπορεί παρά να υιοθετηθούν και να αποτελέσουν μέρος των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου. Από την άλλη έντονη ήταν η εντύπωση που άφησε η εναγομένη ότι την έπνιγε η αδικία. Επί του προκειμένου δεν έχω αμφιβολία ότι δικαίως η εναγομένη αισθάνεται ότι έπεσε θύμα του πρώην συζύγου της. Αυτή η θέση βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα και εκφράζει με ακρίβεια τα ενδόμυχα συναισθήματα της εναγομένης. Εν τούτοις δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η μαρτυρία της εναγομένης χαρακτηρίζεται από ανακρίβεια και παλινδρόμηση θέσεων. Έχω ήδη υποδείξει ότι ο ισχυρισμός που τη θέλει να παραδίδει την επιταγή κατόπιν πιέσεων, δεν είναι δικογραφημένος και έτσι δεν θα διερευνηθεί. Πέραν τούτου, ενώ αρχικά η εναγομένη ανέφερε ότι της λέχθηκε από το σύζυγό της πως η επιταγή θα χρησιμοποιείτο για εξασφάλιση χρηματοδότησης (βλ. τεκμήριο Β, 2η παράγραφο), στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε δίδοντας πολλές και αντικρουόμενες εκδοχές. Σε μια περίπτωση ανέφερε ότι δεν γνώριζε για ποιον σκοπό ήθελε την επιταγή. Σε άλλη απάντησε ότι την ήθελε επειδή είχε κάποια πράγματα να πληρώσει. Στη συνέχεια επανέλαβε ότι δεν γνώριζε το σκοπό που ήθελε την επιταγή και ότι δεν φανταζόταν πως το ποσό που θα ανέγραφε θα ήταν £5.
- Στο τέλος αναίρεσε και αυτή ακόμη τη θέση της παράδοσης της επιταγής, λέγοντας ότι· «Την πήρε, μπορεί και να μην του την έδωσα». Από τα πιο πάνω αντιλαμβάνεται κανείς τη σύγχυση που προκαλούν οι αντικρουόμενοι και αντίθετοι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν. Δοθέντος μάλιστα ότι η εναγομένη δέχθηκε πως υπέγραψε την επιταγή και ότι ήταν εις γνώση της πως τη δεδομένη στιγμή ο λογαριασμός της δεν είχε χρήματα, λογαριασμός ο οποίος χρησιμοποιείτο για μικροέξοδα της τάξης των £50 και £100, η θέση ότι δεν γνώριζε το σκοπό που θα χρησιμοποιείτο η επιταγή δεν κάνει νόημα και στερείται λογικής. Προς αποφυγή παρανόησης νιώθω την υποχρέωση να επαναλάβω, διευκρινίζοντας ίσως, ότι δέχομαι πως η εναγομένη έπεσε θύμα επιτήδειων ενεργειών του συζύγου της. Είναι αντιληπτό ότι η επιταγή της ζητήθηκε από το σύζυγο και η ίδια ανταποκρίθηκε, συναισθανόμενη προφανώς ότι ήταν υποχρέωσή της να λειτουργήσει τοιουτοτρόπως. Από τα λεγόμενα της όμως προκύπτει ότι γνώριζε ποιος ήταν ο σκοπός που θα χρησιμοποιείτο η επιταγή. Αυτό άλλωστε ανέφερε και η ίδια στην κυρίως εξέτασή της. Παρακολούθησα την εναγομένη με μεγάλη προσοχή ενόσω μαρτυρούσε. Πρόκειται για ώριμη γυναίκα, μητέρα, με ικανότητα στην αντίληψη και μου είναι δύσκολο να δεχτώ την αντιφατική και αλλοπρόσαλλη θέση ότι δεν γνώριζε για ποιο σκοπό θα χρησιμοποιείτο η επιταγή της και ποιο ήταν το ύψος του ποσού που θα αναγράφετο σε αυτήν. Αν η ίδια δεν είχε χρήματα για να δώσει στο σύζυγό της και γνώριζε πως η επιταγή θα χρησιμοποιείτο για χρηματοδότηση, το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι πως αυτή η χρηματοδότηση θα υπερέβαινε το ποσό του λογαριασμού της τη δεδομένη στιγμή. Σε διαφορετική περίπτωση ο σύζυγος δεν θα κατέφευγε σε τρίτο για χρηματοδότηση, θα δανειζόταν από την εναγομένη. Και όμως η εναγομένη συγκατένευσε σε αυτά τα γεγονότα και έδωσε την επιταγή χωρίς ποσό. Εν ολίγοις, δέχθηκε ανεπιφύλαχτα κάθε ποσό που θα αναγράφετο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που θεωρώ ότι η εναγομένη απέκρυψε την αλήθεια και αναίρεσε την αρχική της θέση που την ήθελε να γνωρίζει πως η επιταγή θα χρησιμοποιείτο για εξασφάλιση χρηματοδότησης, θέση η οποία υποστηρίζεται εμμέσως και από τη μαρτυρία του ενάγοντα, δηλαδή ότι το ποσό των £5.000 δόθηκε υπό μορφή δανείου - χρηματοδότησης - στο σύζυγο της εναγομένης. Καταλήγω συνεπώς ότι η εναγομένη γνώριζε πως η επιταγή θα χρησιμοποιείτο για να λάβει δάνειο ο σύζυγός της, καθώς ότι το ποσό που θα αναγράφετο σε αυτήν δεν θα μπορούσε να πληρωθεί από το λογαριασμό της. Έχει όμως σημασία κατά πόσο η εναγομένη γνώριζε το σκοπό δια τον οποίο θα χρησιμοποιείτο η επιταγή και το ύψος του ποσού που θα αναγράφετο σε αυτήν; Το ερώτημα δεν τίθεται βεβαίως κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο εφόσον η υπόθεση διαγράφεται εντός συγκεκριμένου πλαισίου γεγονότων και οι διαπιστώσεις περιορίζονται στα ζητήματα που εδώ ανάγονται σε επίδικα και όχι επί παντός επιστητού. Όπως έχει διαπιστωθεί ο ενάγων είναι εκείνος που ανέγραψε το όνομά του στο χώρο του δικαιούχου (payee). Η εξουσία συμπλήρωσης ημιτελούς εγγράφου διασφαλίζεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
- Σχετική είναι και η απόφαση Τσιακλίδης ν. Σιανού
(2008)1Α ΑΑΔ 296, 299, καθώς και οι παράγραφοι 330 και 349-351 στο σύγγραμμα Halsbury' s, πιο πάνω. Στη δοσμένη περίπτωση αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι όταν ο ενάγων παρέλαβε την επιταγή σε αυτήν αναγράφετο το ποσό των £5.000, καθώς ότι αυτό είναι το ποσό που ο ενάγων κατέβαλε στον Καμμά ώστε να του δώσει την επιταγή. Επαναλαμβάνω ότι δεν δικογραφήθηκε ζήτημα δόλου και επιπλέον, ο ενάγων δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις του. Κατ' επέκταση τούτα τα θέματα δεν προβληματίζουν και δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες ως προς το κατά πόσο υπήρχε οιονδήποτε ελάττωμα στην επιταγή, ουσιώδες ή μη, και αν ο ενάγων γνώριζε τούτο. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις συνάγεται όμως ότι με την καταβολή των £5.000 από τον ενάγοντα στον Καμμά και την ταυτόχρονη παράδοση της επιταγής, ο ενάγων κατέστη κάτοχος για αξία (holder for value). Η δε αξία δεν είναι άλλη από το ποσό των £5.000 που κατέβαλε. Συνακόλουθα, η ιδιότητα του κατόχου για αξία παρείχε στον ενάγοντα εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή για τις £5.
- Η σχετική εξουσία παρέχεται από το γεγονός ότι ο κάτοχος της επιταγής είναι κάτοχος για αξία. Η αξία που έδωσε για την επιταγή είναι εκείνο που τον εξοπλίζει με δικαίωμα συμπλήρωσης τούτης, ώστε στη συνέχεια να δύναται να διεκδικήσει το λαβείν του. Συνακόλουθα, υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ότι ο ενάγων κατέστη κάτοχος για αξία, είχε κάθε δικαίωμα να συμπληρώσει την επιταγή. Η υπεράσπιση υποστηρίζει πως ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι ο ενάγων είχε εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής, η αγωγή και πάλιν πρέπει να απορριφθεί εφόσον «δεν υπήρχε καμία απολύτως σχέση, δεν υπήρχε αντάλλαγμα το οποίο να συνδέει την εναγόμενη με τον ενάγοντα». Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι στην προκείμενη περίπτωση η σχέση των διαδίκων δεν είναι άμεση (immediate). Φαινομενική είναι η αμεσότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι η εναγομένη είναι η εκδότρια (drawer) της επιταγής και ο ενάγων ο δικαιούχος (payee). Στην περίπτωση εκδότη και δικαιούχου είθισται η σχέση να είναι άμεση και η αντιπαροχή της επιταγής συνίσταται στο αντάλλαγμα που έλαβε ο εκδότης ώστε να εκδώσει την επιταγή προς όφελος του δικαιούχου. Κατ' επέκταση, στην περίπτωση που η σχέση των εμπλεκομένων χαρακτηρίζεται από αμεσότητα είναι και οι δυο σε καλή θέση να γνωρίζουν ποια είναι η αντιπαροχή και αν στο τέλος της ημέρας δόθηκε τέτοια. Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση όπου η σχέση του ενάγοντα με την εναγομένη δεν διέπεται από αμεσότητα. Η επιταγή κατέληξε στον ενάγοντα μέσω τρίτου προσώπου, εν προκειμένω του Καμμά. Και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι ο ενάγων δεν γνώριζε την εναγομένη και πως η τελευταία δεν είχε οιανδήποτε δοσοληψία με τον ενάγοντα. Αυτό όμως από μόνο του δεν σημαίνει οτιδήποτε. Το άρθρο 30 του Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο κάτοχος της επιταγής κατέστη μέρος για αξία. Ως εκ τούτου εναπόκειται στον εκδότη της επιταγής να αποδείξει ότι δεν δόθηκε τέτοια αξία. Στη δοσμένη περίπτωση η θέση της υπεράσπισης περιορίζεται στο ότι οι δυο τους, ενάγων και εναγομένη, δεν είχαν καμία σχέση. Έχω την άποψη ότι αυτό δεν επαρκεί για να καταρρίψει το ισχυρό τεκμήριο αξίας που τεκμαίρεται δυνάμει νόμου. Εν πάση όμως περιπτώσει, στη δοσμένη περίπτωση η αξία που έδωσε ο ενάγων συνίσταται στις £5.000 που έδωσε στον Καμμά, ώστε να του παραδώσει την επιταγή. Εν ολίγοις ο ενάγων αγόρασε την επιταγή για £5.
- Αυτό το γεγονός, δηλαδή ότι ο ενάγων έδωσε τις £5.000, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Τούτη είναι η αξία που έδωσε ο ενάγων και καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αντικρούει τη σχετική διαπίστωση. Αυτή λοιπόν είναι και η αντιπαροχή του ενάγοντα ή καλύτερα η αξία που έδωσε για την επιταγή. Πέραν των πιο πάνω αξίζει να λεχθούν και τα ακόλουθα. Όπως προανέφερα τα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν τον ενάγοντα κάτοχο για αξία (holder for value). Έχοντας όμως διαπιστώσει ότι η σχέση ενάγοντα και εναγομένης δεν διέπεται από αμεσότητα, εφαρμογής τυγχάνουν και τα λεχθέντα στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 28η έκδοση, σελίδα 227, τα οποία υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Damalona Limited v. Αχιλλέα Φεραίου Εισαγωγές - Εξαγωγές Λτδ, Πολ. Έφ. 342/08, 17/06/
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Byles· «However, between remote parties - e.g. between payee and acceptor, between indorsee and acceptor, between indorsee and remote indorser - two distinct considerations, at least, must come into question; first, that which the defendant received for his liability; and, secondly, that which the claimant gave for his title. An action between remote parties will not fail unless there is absence or failure of both these considerations:..» Παρ' ότι τα πιο πάνω λέχθηκαν σε σχέση με κάτοχο επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course), χαρακτηρισμός ο οποίος δεν αποδίδεται στον ενάγοντα εφόσον όταν παρέλαβε την επιταγή τούτη δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένη, εν τούτοις η σημασία και ο συσχετισμός των πιο πάνω με την παρούσα υπόθεση οφείλεται στο ότι και εδώ τα μέρη - ενάγων και εναγομένη - είναι απομακρυσμένα. Συνακόλουθα, η υπεράσπιση όφειλε να αποδείξει τόσο ότι δεν έλαβε αξία για την επιταγή, όσο και ότι ο κάτοχος τούτης δεν έδωσε αξία. Στη δοσμένη περίπτωση η υπεράσπιση περιορίστηκε σε ό,τι αφορά την εναγομένη και δεν αμφισβήτησε τη θέση του ενάγοντα ότι έδωσε τις £5.000 στον Καμμά. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η υπεράσπιση απέτυχε να καταρρίψει το τεκμήριο αξίας που δημιουργεί το άρθρο 30 του Κεφ.
- Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο ενάγων απέδειξε ότι όφειλε να αποδείξει και έτσι υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης εκδίδω απόφαση για το ποσό των £5.000 (το ισόποσο σε €8.543,01). Επιπλέον, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο