ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 6726/2008, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A115 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6726/2008 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ενάγοντα -και- ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένου --------------------- Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης 26 Μαρτίου 2014 Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κα Παπαευσταθίου Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Γεωργιάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι το αίτημα του εναγομένου για τροποποίηση της υπεράσπισης. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 κ.1 και Δ.48 κ.2, στη σχετική νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται λειτουργός της Δημοτικής Υπηρεσίας, δηλαδή υπάλληλος του εναγομένου. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης πραγματεύομαι πιο κάτω. Ο ενάγων δεν συναίνεσε στο αίτημα και προέβη σε καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Η νομική βάση της ένστασης επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.25 κκ1-6, Δ.48 κκ1-4 και 9 και Δ.64, τις γενικές εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Και η ένσταση τυγχάνει υποστήριξης από ένορκη δήλωση. Ομνύων είναι ο ίδιος ο ενάγων. Κρίνω ότι δεν χρησιμεύει αυτούσια παράθεση των λόγων ένστασης. Έχω αναγνώσει τούτους με ιδιαίτερη προσοχή και διαπιστώνω ότι διακρίνονται σε τέσσερις βασικές κατηγορίες. Σύνοψη τούτων έχει ως ακολούθως∙ η αιτούμενη τροποποίηση εισάγει νέες υπερασπίσεις (6ος λόγος ένστασης)∙ το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και μάλιστα χωρίς αιτιολόγηση της καθυστέρησης που πλήττει το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου (2ος, 3ος και 8ος λόγος ένστασης)∙ το αίτημα διέπεται από κακοπιστία (4ος, 5ος και 9ος λόγος ένστασης) και τέλος, η τροποποίηση θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στην υπόθεση του ενάγοντα και θα επιβραβεύσει την αμέλεια του εναγομένου (7ος και 10ος λόγος ένστασης). Εν κατακλείδι, ο ενάγων υποστηρίζει ότι το αίτημα είναι πραγματικά αβάσιμο και αστήρικτο (1ος λόγος ένστασης). Πριν οτιδήποτε άλλο είναι πρόσφορο να πραγματευτώ τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το αίτημα, διεργασία που θα προσδιορίσει και το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η διερεύνηση του Δικαστηρίου. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25. Η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης αιτήματος τέτοιας φύσης αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . ............... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Επιλέγω να αρχίσω τη διερεύνηση μου από τον 6ο λόγο ένστασης, δηλαδή ότι η προτιθέμενη τροποποίηση εισάγει νέες υπερασπίσεις. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο ενάγων υποστηρίζει πως με την τροποποίηση επαναπροσδιορίζονται πλήρως τα επίδικα θέματα και αλλάζει παντελώς η βάση της αγωγής, γεγονός που επηρεάζει την πορεία της διαδικασίας. Διατείνεται ότι εάν η τροποποίηση επιτύχει θα υποχρεωθεί να προβεί σε νέες έρευνες, ενδεχομένως με τη βοήθεια τρίτων προσώπων, ώστε να διερευνήσει τους νέους ισχυρισμούς του εναγομένου. Αν τούτο γίνει κατορθωτό η έκθεση απαιτήσεως θα χρειαστεί να τροποποιηθεί. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η αγωγή αφορά δυστύχημα που επισυνέβη στη λεωφόρο Στασίνου. Θέση του ενάγοντα είναι ότι το δυστύχημα οφείλεται στην κακή κατάσταση που βρισκόταν ο δρόμος κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι ο δρόμος ήταν ολισθηρός και/ή ακάθαρτος και αυτός είναι ο λόγος που προκλήθηκε το δυστύχημα. Αποτέλεσμα του δυστυχήματος ήταν οι σωματικές βλάβες που υπέστη, εξ ου και αξιώνει γενικές αποζημιώσεις, και ζημία που προκλήθηκε στη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε. Αποτελεί γεγονός ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι εκτεταμένη και προσθέτει νέες υπερασπίσεις. Αυτό γιατί το περιεχόμενο της υφιστάμενης υπεράσπισης είναι απέριττο. Όχι τόσο επειδή αποτελείται από τρεις μόνο παραγράφους, αλλά γιατί φείδεται ισχυρισμών περί τα πραγματικά γεγονότα όπως και αντικρουστικών ισχυρισμών σε σχέση με όσα αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Για του λόγου το ασφαλές παρεμβάλλω ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση απορρίπτει συλλήβδην τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεως (βλ. 1η παράγραφο υπεράσπισης). Από την άλλη, ένας μόνο είναι ο ισχυρισμός που εγείρεται στην υπεράσπιση. Τούτος είναι ότι η συντήρηση της λεωφόρου Στασίνου, δηλαδή της οδού που επισυνέβη το ισχυριζόμενο δυστύχημα, αποτελεί ευθύνη του Τμήματος Δημοσίων Έργων και όχι του εναγομένου. Η προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκει εισαγωγή νέων παραγράφων που συνιστούν εξειδικευμένη και συγκεκριμένη αντίκρουση καθ' ενός των ισχυρισμών της έκθεσης απαιτήσεως, όπως και εισαγωγή νέων ισχυρισμών που άπτονται τόσο της οδηγητικής συμπεριφοράς του ενάγοντα όσο και της καταλληλότητας της οδού που επισυνέβη το δυστύχημα. Πέραν των λοιπών αιτιάσεων του ενάγοντα για καθυστέρηση, κακοπιστία κλπ, αιτιάσεις που διερευνούνται πιο κάτω, παρεμβάλλω εδώ ότι δεν χωρεί αμφιβολία πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι καθ' όλα αναγκαία εν τη εννοία του κ.1 της Δ.25 (βλ. Χρίστου v Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Η εν λόγω αναγκαιότητα προκύπτει ως απόρροια της λογικής εφόσον σε σχέση με αριθμό επίδικων ζητημάτων η υφιστάμενη υπεράσπιση είναι ανύπαρκτη, αυτό γιατί τηρεί σιγήν ιχθύος, ενώ η προτεινόμενη τροποποίηση συναντά αυτά τα επίδικα ζητήματα και τα πραγματεύεται. Σε αυτόν όμως τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων είναι που στέκεται και ο ενάγων όταν διατείνεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση εισάγει νέες υπερασπίσεις. Είμαι της γνώμης ότι οι αιτιάσεις του ενάγοντα στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσης διέπονται από υπερβολή και αοριστία και εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκουν έρεισμα στην υφιστάμενη νομολογία. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι ένα πράγμα είναι η αναγκαιότητα τροποποίησης μιας υπεράσπισης λόγω του ότι καταρτίστηκε πλημμελώς, εσφαλμένα ή άλλως πως και άλλο η εκ βάθρων τροποποίηση που επιφέρει αναγκαιότητα νέων ερευνών και τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Ομολογώ ότι στη δοσμένη περίπτωση δεν κατανοώ γιατί τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επιφέρει όλες αυτές τις επιπτώσεις στο δικόγραφο της άλλης πλευράς, δηλαδή του ενάγοντα. Είναι αντιληπτό ότι όταν ο ενάγων κατάρτισε το δικόγραφο του συμπεριέλαβε το σύνολο των ισχυρισμών που ήταν σε γνώση του, ώστε να είναι σε θέση να αποδείξει την αξίωσή του, εν προκειμένω στηριζόμενος επί τω ότι ο εναγόμενος ήταν αμελής. Η δόμηση του δικού του δικογράφου, δηλαδή του μέσου που επιτρέπει προσκόμιση σχετικής εν αντιθέσει άσχετης μαρτυρίας, δεν είναι λογικό να εξέλαβε ως δεδομένο ότι θα είχε να αντιμετωπίσει μια ημιτελή υπεράσπιση. Είναι αντιληπτό και κατανοητό ότι ο ενάγων έκτισε την υπόθεση του κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό, μοναδικό λογικό συμπέρασμα, αναδεικνύει και την υπερβολή στις απροσδιόριστες και γενικές αιτιάσεις του ενάγοντα στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσης, δηλαδή ότι αν η τροποποίηση ήθελε εγκριθεί θα χρειαστεί να προβεί σε νέες έρευνες καθώς και σε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Εν πάση περιπτώσει, σχετικό είναι και εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.2012 και το οποίο ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707).» Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η έκταση της προτεινόμενης τροποποίησης και το γεγονός ότι επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα δεν κωλύει έγκριση τούτης. Επιπλέον, παρεμβάλλω εδώ ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα την πλευρά του ενάγοντα και εν πάση περιπτώσει η ζημιά που ήθελε προκληθεί μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Δεν συμμερίζομαι τις αιτιάσεις του ενάγοντα περί αναγκαιότητας νέων ερευνών. Θεωρώ ότι τέτοιες έρευνες διεξήχθησαν πριν την καταχώριση της αγωγής και προφανώς ο ενάγων πιστεύει ότι το αποτέλεσμα τον ευνοεί, συμπέρασμα που συνάγεται από την προώθηση και μόνο της αγωγής. Η δε επικαλούμενη αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως κατ' ουδένα λόγο μπορεί να συναρτηθεί με το επίδικο αίτημα. Ας μην λησμονείται ότι αν το αίτημα ήθελε εγκριθεί ο ενάγων θα έχει την ευχέρεια να καταχωρήσει νέα απάντηση, δηλαδή δικόγραφο που θα απαντά τους νεοεγειρόμενους ισχυρισμούς στην τροποποιημένη υπεράσπιση του εναγομένου. Εν ολίγοις, καταλήγω ότι τυχόν έγκριση του επίδικου αιτήματος μπορεί να αποτιμηθεί και να αποζημιωθεί με τα έξοδα που ήθελε επιδικασθούν και η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις που θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός σε βαθμό που να μην μπορεί να ταυτιστεί με εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι η προτεινόμενη τροποποίηση υποβάλλεται όχι απλώς καθυστερημένα αλλά και παντελώς αναιτιολόγητα. Υποστηρίζει δε ότι η εν λόγω καθυστέρηση πλήττει τη συνταγματική επιταγή για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 17.11.
- Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης την 16.12.
- Η έκθεση απαιτήσεως καταχωρίστηκε την 07.09.2009 και η υπεράσπιση την 11.9.
- Σημειώνεται περαιτέρω ότι μετά από αίτηση ορισμού η αγωγή ορίστηκε την 15.10.2009 για οδηγίες. Ακολούθησαν άλλες τρεις ημερομηνίες οδηγιών και εν τέλει η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 07.06.
- Ακολούθησε αριθμός αναβολών, συνολικά έξι, με αποτέλεσμα την τελευταία, 16.09.2013, ο εναγόμενος να ζητήσει χρόνο για καταχώριση αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 04.10.
- Για σκοπούς πληρότητας και μόνο αναφέρω ότι δύο εκ των αναβολών εξυπηρετούσαν τον ενάγοντα, 02.12.2010 και 14.04.2011, ενώ οι υπόλοιπες, πλην της 16.09.2013, δόθηκαν από το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η επίδικη αίτηση, η οποία προωθήθηκε τέσσερα χρόνια μετά την καταχώριση της υπεράσπισης που επιζητεί να τροποποιήσει, υποβάλλεται με καθυστέρηση. Αυτό όχι τόσο λόγω του χρόνου που παρήλθε, αλλά επειδή τα στάδια από τα οποία πέρασε η υπόθεση, ιδιαίτερα των πολλαπλών αναβολών ακροάσεως, θα ανέμενε κανείς ότι από την πρώτη στιγμή θα φανέρωναν τις ελλείψεις της υφιστάμενης υπεράσπισης και συνεπώς ο εναγόμενος θα αποτίνετο το συντομότερο δυνατό για τροποποίηση τούτης. Εν τούτοις, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ούτε και με την άλλη θέση του ενάγοντα μπορώ να διαφωνήσω. Η αιτιολόγηση της καθυστέρησης συμπυκνώνεται στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως «Όπως έχω πληροφορηθεί από τον κ. Γεωργιάδη, Δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, κατά τη μελέτη των δικογράφων και των άλλων εγγράφων, για σκοπούς προετοιμασίας για την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, έχει διαπιστώσει ότι η Έκθεση Υπεράσπισης είναι ελλιπής και/ή γενική. Έχει διαπιστωθεί πως δεν διευκρινίζονται ζητήματα αποφασιστικής και καθοριστικής σημασίας, τα οποία θα βοηθήσουν προς αποκρυστάλλωση των πραγματευτικών γεγονότων κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας». Επί του προκειμένου δεν χρειάζεται να ειπωθούν πάρα πολλά. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο εναγόμενος δεν επεξηγεί πως και γιατί διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης μετά πάροδο τεσσάρων ετών από την καταχώριση της υπεράσπισης. Η μελέτη που επικαλείται τοποθετείται χρονικά πριν την ακρόαση. Έχει υποδειχθεί όμως ότι η πρώτη φορά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση είναι την 07.06.
- Συνακόλουθα δεν επεξηγείται γιατί η αναγκαιότητα δεν εντοπίστηκε τότε, ή έστω πολύ πριν την 16.09.
- Επιπλέον, ο εναγόμενος δεν επικαλείται ότι νέα στοιχεία ήλθαν σήμερα στην αντίληψή του και απλή ανάγνωση της προτιθέμενης τροποποίησης φανερώνει ότι πλείστα τόσα ζητήματα που επιθυμεί να προσθέσει ήταν εις γνώση του, ή τουλάχιστον μπορούσαν να εξακριβωθούν, από της καταχωρίσεως της υφιστάμενης υπεράσπισης. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η αίτηση υποβάλλεται χωρίς ιδιαίτερη αιτιολόγηση του χρόνου που διέρρευσε μέχρις ότου υποβληθεί. Εν τούτοις τα πιο πάνω είναι η μια πτυχή του νομίσματος. Ως θέμα αρχής η δυνατότητα τροποποίησης δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό (βλ. Παναγιώτης Χατζηχρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd
(2007)1Α Α.Α.Δ.650). Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση είναι μια από τις παραμέτρους που εξετάζονται και ότι η αιτιολόγηση της ποικίλλει αναλόγως του σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση και συναρτάται με τις λοιπές περιβάλλουσες περιστάσεις. Συνεπώς συναρτάται με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση αλλά και την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Στην προκείμενη περίπτωση η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει. Δεν έχει ακουστεί μαρτυρία και είναι τούτο ένα στοιχείο που αποκαλύπτει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα παρατείνει υπερβολικά την εκκρεμοδικία και ούτε θα προκαλέσει υπέρμετρη ταλαιπωρία και καθυστέρηση. Εις επίμετρον, έχει ήδη υποδειχθεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προς το σκοπό εξακρίβωσης της αλήθειας, απώτερος και ουσιαστικός στόχος του Δικαστηρίου, και ότι η τυχόν ζημία που θα υποστεί ο ενάγων μπορεί να ικανοποιηθεί από τα έξοδα που δυνατό να επιδικασθούν. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και χωρίς ποσώς να παραγνωρίζω την υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις η καθυστέρηση και ή μη δέουσα αιτιολόγηση τούτης, δεν είναι στοιχεία ικανά να ανακόψουν την πορεία της αναγκαίας κατά τα άλλα τροποποίησης (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ.1005, 1009). Στάθμιση όλων των πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ζυγαριά γέρνει υπέρ της τροποποίησης που είναι αναγκαία. Κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτό επιβάλλει το δίκαιο. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι το αίτημα διέπεται από κακοπιστία γιατί το περιεχόμενο της προτεινόμενης τροποποίησης ανέκαθεν ήταν σε γνώση του εναγομένου και όμως σε κάθε προηγούμενη ημερομηνία ακροάσεως δήλωνε έτοιμος και μόλις την 16.09.2013 εξέφρασε πρόθεση τροποποίησης και αυτό αφότου προμηθεύτηκε αντίγραφο γραπτής δήλωσης της οποίας το περιεχόμενο ο ενάγων προτίθετο να υιοθετήσει ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Αυτοί οι ισχυρισμοί γεγονότων δεν απαντήθηκαν από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, εφόσον δεν διαπιστώνεται εγγενής αναξιοπιστία δεν μπορεί παρά να υιοθετηθούν και ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Εν τούτοις σχετική είναι και πάλι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ, πιο πάνω. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος όμως ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Ουδόλως παραγνωρίζω ό,τι ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Σε αυτό το πλαίσιο προστίθενται και οι σχετικές αιτιάσεις του ενάγοντα, δηλαδή ότι η πρόθεση του εναγομένου για τροποποίηση εκφράστηκε μετά που έλαβε τη γραπτή δήλωση του ενάγοντα. Εν τούτοις, δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν κακοπιστία. Είναι προφανές ότι το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα, καθώς ότι αν η πλευρά του εναγομένου ασκούσε δεόντως και με επιμέλεια τα καθήκοντά της θα εντόπιζε το πρόβλημα πολύ πιο πριν. Παρόλα αυτά, δεν δέχομαι ότι αυτά και μόνο τα γεγονότα αποκαλύπτουν κακοπιστία. Δεν αντιλαμβάνομαι πως η γραπτή δήλωση του ενάγοντα διαφοροποίησε τη στάση του εναγομένου, όπως εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα. Τούτη η δήλωση, η οποία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αδύνατο είναι να εκφεύγει των έγγραφων προτάσεων. Συνακόλουθα, αν ο εναγόμενος δεν εντόπισε το πρόβλημα της υπεράσπισης από τις έγγραφες προτάσεις που καταχωρίστηκαν, ποια η σκοπιμότητα και πού έγκειται η κακοπιστία επειδή υπέβαλε το επίδικο αίτημα αμέσως μετά που του δόθηκε αντίγραφο της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα. Είμαι της γνώμης ότι το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλει το αίτημα δεν αποκαλύπτει κακοπιστία. Προτού ολοκληρώσω κρίνω ορθό να αναφέρω κάτι ακόμα. Είμαι της γνώμης ότι λανθασμένα ο ενάγων ταυτίζει την έγκριση του αιτήματος με επιβράβευση της αμέλειας του εναγομένου και της καθυστέρησης που διαπιστώνεται. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί κριτήριο είναι το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Η έγκριση του αιτήματος αυτό είναι που διαφυλάσσει. Με αυτό τον τρόπο παρέχεται η ευχέρεια στον εναγόμενο να προτάξει όλες τις θέσεις του ώστε να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου και να κριθούν. Υπό τις περιστάσεις, τούτο κρίθηκε επιτρεπτό. Κατ' ουδένα όμως λόγο υιοθετώ ή δέχομαι ότι η μη έγκαιρη αντίδραση του εναγομένου ήταν η πρέπουσα. Τούτο οφείλω να το αναγνωρίσω και να το κακίσω. Καταλήγω όμως ότι οι λοιποί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, επιτρέπουν έγκριση του αιτήματος, παρά τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το αίτημα τροποποίησης εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και συνακόλουθα ασκώ τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της έγκρισης τούτου. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της επίδικης αίτησης. Το διάταγμα να ζητηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών. Η τροποποίηση να διενεργηθεί εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός δέκα ημερών από της παραδόσεως της τελευταίας. Διαφυγόντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. Το ήμισυ των εξόδων της επίδικης αίτησης επίσης επιδικάζεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. Ο περιορισμός των εξόδων της αίτησης έγκειται στο ότι οι θέσεις του ενάγοντα απερρίφθησαν. Εν τούτοις κρίνω ότι δικαιούται μέρος των εξόδων της αίτησης εφόσον το σφάλμα του εναγομένου είναι εκείνο που επέβαλε την τροποποίηση και οδήγησε τα μέρη στην επίδικη διαδικασία. Αν όμως και ο ενάγων αντιμετώπιζε τούτη διαφορετικά τα έξοδα θα περιορίζονταν. Γι' αυτό το λόγο είναι που επιδικάζω μόνο το ήμισυ των εξόδων της αίτησης. Το σύνολο των εξόδων να υπολογισθεί από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθεί από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο