Cuboleaf Limited ν. Λευτέρης Δημητρίου, Αρ. Αγωγής 6675/06, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6675/06 Μεταξύ: Cuboleaf Limited Ενάγουσας και Λευτέρης Δημητρίου Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2014 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Κακουλλής Για τον Εναγόμενο: κ. Μ. Παναγιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιοί από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.5810 περιλαμβανομένου ΦΠΑ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως αυτοί αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, η ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου - υδραυλικού με έδρα τη Λευκωσία. Σύμφωνα με την ενάγουσα ο εναγόμενος ήταν πελάτης της και ιδιοκτήτης υπό ανέγερση διαμερισμάτων στην οδό Πυθαγόρου 18Β στο Στρόβολο. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή και/ή κατά ή περί την 18/2/05, ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα, σύμφωνα με προηγηθείσα προσφορά και/ή προφορική συμφωνία την κατασκευή των ηλεκτρομηχανολογικών, υδραυλικών εργασιών και/ή άλλων εγκαταστάσεων των αναφερόμενων διαμερισμάτων του, έναντι του συμφωνηθέντος και/ή εύλογου τιμήματος των Λ.Κ.9.607.00- πλέον ΦΠΑ. Σύμφωνα με την ενάγουσα ήταν ρητός όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι οποιεσδήποτε επιπλέον εργασίες («EXTRA») θα πληρώνονταν επιπλέον από τον εναγόμενο και ότι το τίμημα της συμφωνίας θα καταβάλλετο από τον εναγόμενο στην ενάγουσα, τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και/ή αμέσως με την διεκπεραίωση των εργασιών. Κατά/ή περί την 18/12/2005 και ενώ η ενάγουσα όπως ισχυρίζεται κατασκεύασε και αποπεράτωσε πλήρως τις εργασίες στο ένα εκ των τριών διαμερισμάτων και ενώ ανέμενε τον εναγόμενο να αποπερατώσει τις ξυλουργικές εργασίες στις κουζίνες των δύο άλλων διαμερισμάτων, για να τοποθετήσει τους τελευταίους 4 ρευματοδότες (πρίζες) και δύο ρευματοδότες για συσκευές μαγειρικής (cooker), συνολικής αξίας Λ.Κ.50.00-, ο εναγόμενος μονομερώς και αδικαιολόγητα διέκοψε την αναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων και ανάθεσε τις αναφερόμενες εργασίες σε τρίτους και κατά συνέπεια η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.9.557,00- πλέον ΦΠΑ (ποσό αρχικής συμφωνίας Λ.Κ.9.607.00- μείον Λ.Κ.50.00 που αφορούν εργασίες που δεν έγιναν), πλέον επιπλέον εργασίες «(EXTRA)» τις οποίες εκτέλεσε συνολικής αξίας Λ.Κ. 1400.00- πλέον ΦΠΑ, πλέον ζημιές τις οποίες υπέστη λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση των αναγκαίων και/ή απαραίτητων υλικών από τον εναγόμενο σ' αυτήν, συνολικού ύψους Λ.Κ.1000 χωρίς το ΦΠΑ. Όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος σε διάφορες ημερομηνίες πριν από τον αναφερόμενο μονομερή και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της συμφωνίας των διαδίκων, κατέβαλε συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ. 8.000.00 και έτσι η τελική οφειλή του είναι Λ.Κ. 5.810.55. Το εν λόγω οφειλόμενο ποσό όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται δεν καταβλήθηκε σ' αυτήν παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και ως εκ τούτου το αξιοί με την παρούσα αγωγή πλέον τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτης ακινήτων στην οδό Πυθαγόρου στο Στρόβολο, πλην όμως εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής διότι ουδέποτε ο εναγόμενος συμβλήθηκε με την ενάγουσα και αρνείται τους συναφείς ισχυρισμούς της, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν ασκεί το επάγγελμα που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι δε η θέση του ότι κατά ή περί την χρονική περίοδο που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, συμφώνησε με κάποιο Βασίλη την κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών, υδραυλικών και άλλων εγκαταστάσεων στα ακίνητα στην οδό Πυθαγόρου 12 στο Στρόβολο. Με επιφύλαξη της υπεράσπισης του ως ανωτέρω, ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε και/ή ζήτησε από την ενάγουσα να προβεί σε οιεσδήποτε εργασίες που περιλαμβάνονταν σε γραπτή ή προφορική συμφωνία και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στην απίθανη περίπτωση που αποδειχθεί ότι έχει συμβληθεί με την ενάγουσα και όχι με κάποιο Βασίλη για ανάθεση παρόμοιων εργασιών με αυτές που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή, οι εργασίες αυτές έμειναν ημιτελείς και/ή παρουσίαζαν πολλαπλές κακοτεχνίες και/ή καθυστερούσαν αδικαιολόγητα, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιές. Περαιτέρω και με την ίδια επιφύλαξη αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί καθυστέρησης στην παράδοση των αναγκαίων και/ή απαραίτητων υλικών από τον εναγόμενο σ' αυτήν, ως και τις συναφείς ζημιές που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη, και ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση των εργασιών οφείλεται στην ενάγουσα, επειδή δεν εργοδοτούσε αδειούχο και/ή επαγγελματικά ικανό προσωπικό ούτως ώστε να διεκπεραιώσει εμπρόθεσμα τις ισχυριζόμενες εργασίες. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς το κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας οφειλόμενο υπόλοιπο, πλην όμως παραδέχεται ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 8000 στον Βασίλη και αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε απόδειξη για τις σχετικές πληρωμές που διενεργήθηκαν. Διαζευκτικά και/ή υπό την επιφύλαξη και/ή άνευ βλάβης των όσων στην υπεράσπιση του αναφέρει, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι εργασίες στις οποίες αναφέρεται η ενάγουσα δεν έχουν ολοκληρωθεί για το λόγο ότι η ενάγουσα αδυνατούσε να πράξει τούτο και ότι οιεσδήποτε εργασίες έγιναν, ήταν ημιτελείς και παρουσίασαν σοβαρές κακοτεχνίες με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιές για τις οποίες εργοδότησε άλλα άτομα για να τις διορθώσουν και να τις φέρουν εις πέρας, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα όφειλε να ολοκληρώσει τις εργασίες με την δέουσα επιμέλεια και/ή προσοχή. Παραθέτει δε τις λεπτομέρειες αμέλειας της ενάγουσας ως και τις λεπτομέρειες της ζημιάς που υπέστη και η οποία ως τελικά προκύπτει συνίσταται σε απώλεια ενοικίων εκ Λ.Κ. 1080, πληρωμή επιπλέον 2 μηνών σε ενοίκια για ιδιοκατοίκηση εκ Λ.Κ. 486, πληρωμές για αποκατάσταση κακοτεχνιών και προβληματικών υλικών εκ Λ.Κ. 1000 και πληρωμές σε εργατικά εκ Λ.Κ. 500. Με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης του και ισχυρίζεται, άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης και χωρίς να παραδέχεται ότι έχει συμβληθεί με την ενάγουσα, ότι το ποσό της αποζημίωσης για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου ανέρχεται στις Λ.Κ. 1.566 και ότι «το ποσό αυτό δέον όπως αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό που κατ' ισχυρισμόν οφείλει στην ενάγουσα, το οποίο είναι Λ.Κ. 1.500,00 σεντ, λαμβανομένου υπόψη του ποσού του συμβολαίου και των πληρωμών, ήτοι προκύπτει ότι η ενάγουσα οφείλει στον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 3.066,00 σεντ», ποσό το οποίο ανταπαιτεί από την ενάγουσα πλέον τιμωρητικές και/ η παραδειγματικές και/ η επαυξημένες και/ή άλλης μορφής αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας πλέον τόκους και έξοδα. Η μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Υπέρ της ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο Βασίλης Μιάρης (ΜΕ1) και ο Τάκης Τσούντας (ΜΕ2) ενώ για τον εναγόμενο κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ1) και η σύζυγος του, Σοφία Ιωάννου (ΜΥ2). Ο ΜΕ1 Βασίλης Μιάρης καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε ότι ο ίδιος είναι διευθυντής της ενάγουσας η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται με ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις. Όπως ανέφερε η ίδια η εταιρεία δεν κατέχει σχετική άδεια επειδή τέτοια άδεια δύνανται να έχουν μόνο φυσικά πρόσωπα και ο ίδιος σαν διευθυντής της ενάγουσας είναι κάτοχος τέτοιας σχετικής άδειας. Ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά ανέφερε ότι μέσω ενός γνωστού του, του ζητήθηκε να έρθει σε επαφή με τον εναγόμενο για να του δοθούν τα σχέδια μιας μικρής πολυκατοικίας για να δώσει προσφορά για τη διενέργεια των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών. Αφού ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο πήρε τα σχέδια από αυτόν, ο οποίος του ζήτησε όπως εκτελέσει όλες τις εργασίες που προέκυπταν από τα σχέδια εκείνα. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ως προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία, στα σχέδια που παραδόθηκαν τότε στον ΜΕ1 ο δεύτερος όροφος ήταν διαγραμμένος επειδή δεν θα κτιζόταν, πράγμα που και ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε με τη μαρτυρία του. Ο ίδιος αφού μελέτησε τα σχέδια και έκανε κάποια αναλυτική προεργασία και υπολόγισε το κόστος, συναντήθηκε στη συνέχεια με τον εναγόμενο του έδειξε την προεργασία που έκανε και ακολούθως προέβη σε κανονική προσφορά ως το Τεκμήριο 7, το οποίο και παρέδωσε στον εναγόμενο. Στη συνέχεια όπως ανέφερε υπεγράφη η συμφωνία Τεκμήριο 7 της οποίας αντίγραφο κράτησαν και τα δύο μέρη και μετά από 1-1 ½ μήνα, δηλαδή περί τον Μάρτιο - Απρίλιο του 2005 ξεκίνησαν οι εργασίες Στην πορεία ως ανέφερε ζήτησε και πληρώθηκε Λ.Κ.3000 με επιταγή η οποία εκδόθηκε στο όνομα του ΜΕ1. Οι εργασίες προχώρησαν ως τον Ιούνιο-Ιούλιο του 2005 και ξαφνικά σταμάτησαν διότι ο εργολάβος δεν ερχόταν στη δουλειά και ως εκ τούτου δεν διεκπεραιώνονταν οι οικοδομικές εργασίες. Μετά από απουσία του εργολάβου για 1 ή 1 ½ μήνα, ο εναγόμενος του ανέφερε ότι άλλαξε εργολάβο, καθ' ότι τον προηγούμενο τον είχε σταματήσει «η πολεοδομία του Δημαρχείου» γιατί δεν είχε άδειες για τέτοιου είδους έργα. Όπως εξήγησε στο διάστημα αυτό δεν μπορούσε να προχωρήσει με τις δικές του εργασίες, διότι όταν οι εργασίες του φθάσουν σ' ένα σημείο χρειάζεται τη βοήθεια του εργολάβου για να συνεχίσει (π.χ. για να ανοίξει για παράδειγμα σχίσματα στους τοίχους να περάσουν σωλήνες κλπ.) Ορισμένες από αυτές τις εργασίες όπως ανέφερε τις είχε διενεργήσει ο προηγούμενος εργολάβος και ο ίδιος είχε προχωρήσει με τις δικές του εργασίες μέχρι εκεί που του επέτρεπαν οι εργασίες που είχε διεκπεραιώσει ο πρώτος εργολάβος. Όταν στη συνέχεια ο εναγόμενος του σύστησε το νέο εργολάβο και όταν ο ΜΕ1 σχεδίασε στους τοίχους τα ανοίγματα που θα έπρεπε να κάνει ο νέος εργολάβος, ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν υπήρχε στο συμβόλαιο του πρόνοια για ανοίγματα/σχίσματα τοίχων, και έτσι, όπως ο ΜΕ1 ανέφερε, αναγκάστηκε ο ίδιος να τα κάνει για να μπορέσει να προχωρήσει με τις δικές του εργασίες. Γύρω στο Σεπτέμβριο του 2005 ζήτησε χρήματα από τον εναγόμενο και ο εναγόμενος εξέδωσε ακόμη μια επιταγή για Λ.Κ.5000. Εν τω μεταξύ ο ίδιος είχε ήδη υποβάλει όλες τις σχετικές αιτήσεις και προέβη σε όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις για τη διενέργεια του νενομισμένου ελέγχου από την ΑΗΚ, ο οποίος έλεγχος ορίστηκε από την ΑΗΚ για τις 22/12/2005. Λίγο πριν τον προγραμματισμένο έλεγχο, ο ίδιος έκρινε ορθό να δώσει στον εναγόμενο τις επιπλέον εργασίες που έγιναν και οι οποίες αφορούσαν εργασίες εκτός σχεδίων και εκτός προσφοράς. Του ανακοίνωσε την ημερομηνία ελέγχου από την ΑΗΚ και του έδωσε ιδιοχείρως το έγγραφο με τις επιπλέον εργασίες (βλ. Τεκμήριο 12). Τότε ο εναγόμενος τον παρακάλεσε να του δώσει την προσφορά για να βγάλει αντίγραφο γιατί δεν έβρισκε τη δική του την αρχική, ούτως ώστε να ελέγξει τις χρεώσεις. Ενώ δε, ο εναγόμενος ανέφερε στον ΜΕ1 ότι θα του επέστρεφε την αρχική προσφορά, δεν το έπραξε. Διευκρίνισε μάλιστα ότι το Τεκμήριο 7 είναι το ίδιο με αυτό που παρέδωσε στον εναγόμενο απλά είναι ανυπόγραφο, ενώ αυτό που έδωσε στον εναγόμενο ήταν υπογραμμένο από τον ίδιο και από τον εναγόμενο. Μετά από αυτό ο εναγόμενος τον ειδοποίησε να σταματήσει από τη δουλειά, ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι θα εργοδοτούσε άλλον στη θέση του για να ολοκληρώσει το μικρό μέρος της δουλειάς το οποίο είχε απομείνει. Ο ίδιος ο ΜΕ1 όπως ανέφερε κάλεσε τότε τον αρχιτέκτονα και τον εργολάβο στην οικοδομή και τους εξήγησε την κατάσταση. Ο αρχιτέκτονας απεφάνθη ότι αυτό που έκανε ο εναγόμενος δεν ήταν ορθό και θα το συζητούσε μαζί του και θα ειδοποιούσε τον ΜΕ1. Η εξέλιξη ήταν ότι ο εναγόμενος δεν δεχόταν τίποτε και έτσι ο ΜΕ1 απευθύνθηκε στο δικηγόρο κ. Κακουλλή μέσω του οποίου απεστάλη σχετική επιστολή. Στην επιστολή αυτή Τεκμήριο 13, δεν πήρε απάντηση και η επόμενη ενέργεια του ήταν να αποταθεί στο ΕΤΕΚ. Όπως ανέφερε αποτάθηκε με δική του χειρόγραφη επιστολή (βλ. Τεκμήριο 14) και του απάντησαν με την επιστολή Τεκμήριο 15. Το ΕΤΕΚ, ως ανέφερε, τον συμβούλευσε επίσης να ειδοποιήσει τον εναγόμενο να μην προβεί εν τω μεταξύ σε ολοκλήρωση του έργου, πράγμα που ο ΜΕ1 έκανε, αλλά ο εναγόμενος του ανέφερε ότι απαγορεύει σε οποιονδήποτε να εισέλθει μέσα στο κτίριο και να καταγράψει οτιδήποτε. Ο ίδιος μετέβη στο ΕΤΕΚ το οποίο και ενημέρωσε για την εξέλιξη αυτή, και οι υπεύθυνοι του, τού ανέφεραν, ότι χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη δεν μπορούν να εισέλθουν και να ελέγξουν το σημείο στο οποίο βρίσκονταν οι εργασίες και έτσι ο μόνος του δρόμος πλέον ήταν το Δικαστήριο. Σε σχέση με τη θέση του εναγόμενου ως αυτή καταγράφεται στην υπεράσπιση του ότι προέβη σε κακοτεχνίες, αρνήθηκε ότι κάτι τέτοιο ισχύει, τονίζοντας πως ο ίδιος πιστεύει πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την εργασία του, ούτε και δεχόταν ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με εργασία που δεν του επετράπη να παραδώσει και πως το γεγονός ότι κάποια πράγματα όπως πρίζες δεν τοποθετήθηκαν, οφείλετο στον εναγόμενο ο οποίος δεν τοποθέτησε τους πάγκους της κουζίνας για να τοποθετηθούν πάνω από αυτούς τα κεραμεικά και να μπορέσει και ο ίδιος να εφαρμόσει τις πρίζες σε αυτά. Αυτά δε που δεν έγιναν λόγω υπαιτιότητας του εναγόμενου, όπως διευκρίνισε, δεν διεκδικούνται και αφαιρέθηκαν τόσο από την αγωγή όσο και από την προηγηθείσα επιστολή. Επίσης διευκρίνισε ότι ο έλεγχος με την ΑΗΚ δεν έγινε ποτέ διότι ο εναγόμενος δεν του παρέδωσε τη βούρνα της κουζίνας για να τοποθετηθεί με αποτέλεσμα η ΑΗΚ στις 22/12/2005 να απορρίψει τη διαδικασία ελέγχου, διότι σύμφωνα με τους ισχύοντες την εποχή εκείνη κανονισμούς έπρεπε στη βούρνα της κουζίνας να τοποθετείτο η ηλεκτρική προσγείωση. Αντεξετασθείς από το συνήγορο του εναγόμενου σε σχέση με το εάν η ενάγουσα είχε τις απαιτούμενες άδειες για να εκτελεί τις εργασίες για τις οποίες γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης και στη μαρτυρία του, επανέλαβε τη θέση του ως στην κυρίως εξέταση. Αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με την προσφορά (Τεκμήριο 7) σε σχέση με την οποία η θέση του εναγόμενου ήταν ότι αυτή καταρτίστηκε μετά τη διακοπή της συνεργασίας των μερών και ότι ουδέποτε παραδόθηκε ή υπογράφηκε από τον εναγόμενο, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε κατηγορηματικά. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι θέση του εναγόμενου ήταν ότι δόθηκαν στον ΜΕ1 προσωπικά (και όχι ως διευθυντή της ενάγουσας) τα σχέδια του έργου με οδηγίες να υπολογίσει το ποσό που θα χρειαζόταν για να εκτελέσει τις εργασίες (ηλεκτρολογικές και υδραυλικές) που φαίνονταν στα σχέδια, και το οποίο ο ΜΕ1 καθόρισε στις Λ.Κ.9500 χωρίς αναφορά σε Φ.Π.Α ή εταιρεία. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς το ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα του προσωπικά και όχι στο όνομα της εταιρείας, για να του υποβληθεί ότι ο εναγόμενος ουδέποτε συμβλήθηκε με την ενάγουσα αλλά με τον ίδιο προσωπικά, υποβολή την οποία επίσης αρνήθηκε κατηγορηματικά και ανέφερε ότι ο λόγος που εισέπραξε προσωπικά τις επιταγές ήταν διότι ο εναγόμενος καθυστερούσε στις πληρωμές και ο ίδιος χρειαζόταν άμεσα τα χρήματα και αν οι επιταγές εκδίδοντο στο όνομα της εταιρείας θα καθυστερούσε περαιτέρω στην είσπραξη. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς τις επιπλέον εργασίες που εκτελέσθηκαν κατ' ισχυρισμό του, ως και για τις εργασίες που δεν διεκπαιρεώθηκαν ως και σε σχέση με τον τρόπο που υπολόγισε το ποσό που αφαίρεσε σε σχέση με αυτές, ζητήματα στα οποία εκτενέστερη αναφορά θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας προς αποφυγή επαναλείψεων. Σε υποβολή ότι απέτυχε να ολοκληρώσει τις ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις ανέφερε ότι γνωρίζει τις εκκρεμότητες που έμειναν και που ήταν ορισμένες πρίζες πάνω από τους πάγκους της κουζίνας και για τις οποίες δεν ευθυνόταν ο ίδιος, πλην όμως επανέλαβε ότι αφαίρεσε τις εργασίες που δεν έγιναν από το λογαριασμό. Τόνισε δε πως αν ο ίδιος δεν είχε εκτελέσει τις εργασίες δεν θα είχε λόγο να καλέσει το ΕΤΕΚ για έλεγχο, αφού ο ίδιος θα έβγαινε ζημιωμένος. Αντίθετα όπως τόνισε ο εναγόμενος ήταν αυτός που αρνήθηκε να επιτρέψει στο ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει και να προβεί σε έκθεση, και όπως ανέφερε ο ίδιος πιστεύει ότι ο εναγόμενος το έκανε για να μην διαφανεί ότι οι εργασίες είχαν πράγματι αποπερατωθεί και ότι όφειλε να πληρώσει. Περαιτέρω η αντεξέταση του περιστράφηκε και γύρω από ζητήματα που αφορούσαν κακοτεχνίες, υλικά κακής ποιότητας και εν γένει ως προς την ποιότητα της εργασίας του. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος μετά που τον έπαυσε πλήρωσε Λ.Κ.1500 για τις κακοτεχνίες του, ανέφερε ότι το μεγαλύτερο ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει ήταν Λ.Κ.50 που ήταν για αγορά και τοποθέτηση των πριζών που είχαν απομείνει και το υπόλοιπο ποσό για τοποθέτηση του κατανεμητή της CYTA. Σε υποβολή ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος του ζήτησε να φύγει ήταν διότι είχε καθυστερήσει στη διεκπεραίωση του έργου, επανέλαβε τις θέσεις του και ανέφερε ότι δεν προκαλούσε καθυστέρηση διότι οι εργασίες του έπρεπε να συμβαδίζουν με τις υπόλοιπες οικοδομικές εργασίες και επανέλαβε ότι ποτέ κανένας δεν του ανέφερε ότι καθυστερούσε. Όπως δε τόνισε η καθυστέρηση δεν προερχόταν από τον ίδιο αλλά από τον εναγόμενο ο οποίος καθυστερούσε αφ' ενός στην παράδοση υλικών για όλους τους εκεί εργαζόμενους και αφετέρου είχε προσλάβει αρχικά μη αδειούχο εργολάβο, τον οποίο αναγκάστηκε να παύσει και για να διορίσει το δεύτερο πέρασε, ως ήταν η θέση του ΜΕ1, το λιγότερο 1,5 μήνας. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος τον έδιωξε από την εργασία του διότι κατ' επανάληψη δεν εμφανιζόταν στην οικοδομή και ασχολείτο με άλλες εργασίες κατηγορηματικά, ανέφερε ότι δεν δέχεται την υποβολή και ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα και περαιτέρω ανέφερε ότι αν υπήρχε κάποιος που ήθελε να τελειώσει το έργο ήταν ο ίδιος και επανέλαβε ότι υπαίτιος για την καθυστέρηση ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος. Ο ΜΕ2 Τάκης Τσούντας ήταν ο εργολάβος που ανέλαβε σε αντικατάσταση του πρώτου που παύθηκε λόγω του ότι δεν κατείχε άδεια. Σε γενικές γραμμές ανέφερε ότι ο ίδιος είχε καλές σχέσεις με τον ΜΕ1 και δεν αντιλήφθηκε ο εναγόμενος να είχε παράπονα από τον ΜΕ1. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος είχε κάνει προσφορά στον εναγόμενο για τις εργασίες που θα εκτελούσε ο ΜΕ2 στην υπό αναφορά οικοδομή, την οποία υπέγραψαν και οι δύο, πλην όμως σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος του την ζήτησε επειδή δεν έβρισκε τη δική του και όταν ο ΜΕ2 του την ζήτησε πίσω ο εναγόμενος του παρουσίασε μια η οποία δεν είχε τις υπογραφές των μερών. Αναφέρθηκε δε εκτενώς και με λεπτομέρεια στα γεγονότα αυτά. Ερωτηθείς αν στη δική του προσφορά υπήρχε πρόνοια πότε θα έπρεπε να παραδοθεί τελειωμένο το έργο ανέφερε ότι δεν υπήρχε, αλλά πρόσθεσε ότι το έργο παραδόθηκε κανονικά. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος έκανε μόνο όσα σχίσματα περιλαμβάνονταν στην συμφωνία, και πως σχίσματα όπως αυτά του ρολογιού του οποίου θα άλλαζε ο χώρος, δεν τα έβγαλε επειδή δεν περιλαμβάνονταν στη συμφωνία του και ο εναγόμενος δεν τον πλήρωνε και πιστεύει ότι αυτά τα έκανε ο ΜΕ1. Ερωτηθείς αν υπήρχαν διαρροές νερού απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς αν διόρθωσε τον τοίχο λόγω υγρασίας απάντησε καταφατικά και εξήγησε το λόγο της υγρασίας ο οποίος σχετιζόταν με το ότι ο μηχανικός τους ζήτησε να μην κάνουν σηπτικό λάκκο επειδή θα περνούσε το αποχετευτικό και τους ζήτησε να κάνουν ένα λάκκο 20 πόδια για τρία διαμερίσματα, ο οποίος γέμιζε και ξεχείλιζε τόσο αυτός όσο και τα τρια παραδεξάμενα του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η υγρασία στον τοίχο. Ο ίδιος καθάρισε τον εν λόγω λάκκο, μετά όμως ξαναγέμισε και ο ίδιος εισηγήθηκε στον εναγόμενο να φέρει αμμωνία και να ρίξει μέσα στο λακκο, πράγμα που ο εναγόμενος συμφώνησε να κάνει αναθέτοντας του μάλιστα την εν λόγω εργασία, παραλείποντας όμως να τον πληρώσει για αυτήν. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθήκε ως προς το χρόνο που θα έπρεπε να ολοκληρωθεί το έργο και αν κατά το χρόνο που εργαζόταν στον εναγόμενο εργαζόταν και αλλού ως και σε σχέση με τη συμφωνία που ο ίδιος είχε με τον εναγόμενο το πρωτότυπο της οποίας του παρουσιάστηκε και κατατέθηκε χωρίς ένσταση (βλ. Τεκμήριο 18). Επίσης ερωτήθηκε σε σχέση με συγκεκριμένο συμβάν όπου απείλησε τον εναγόμενο ότι θα του βάλει «πόμπα με το Φανιέρο», το οποίο ο μάρτυρας παραδέχθηκε και ανέφερε ότι όταν τον πήραν τηλέφωνο από την Αστυνομία τους ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον εναγόμενο, ούτε που αυτός διαμένει, πράγμα το οποίο όπως παραδέχθηκε δεν ήταν αλήθεια, πλην όμως ο ίδιος (ο ΜΕ2) θεώρησε απόλυτα φυσιολογικό να ενεργήσει έτσι, αφού δεν θεωρούσε δίκαιο να κινδυνεύσει να καταδικαστεί για αυτή του την αναφορά στην οποία προέβη χωρίς να σοβαρολογεί ως ανέφερε. Ο εναγόμενος ΜΥ1, καταθέτοντας ανέφερε ότι ο ίδιος είναι εκπαιδευτικός και ερωτηθείς να αναφέρει ποια η σχέση του με την ενάγουσα ανέφερε ότι δεν έχει καμία σχέση μαζί της και για πρώτη φορά έμαθε για αυτήν όταν παρέλαβε την αγωγή και τόνισε πως πριν την αγωγή δεν είχε ξανακούσει ποτέ για αυτή την εταιρεία. Με τον ΜΕ1 ανέφερε ότι γνωρίστηκαν μέσω ενός κοινού γνωστού όταν έψαχνε ηλεκτρολόγο και υδραυλικό για τα διαμερίσματα που έχτιζε. Όπως ανέφερε συναντήθηκαν στο διαμέρισμα του (εναγόμενου), όπου ο ίδιος (ο εναγόμενος) του έδωσε τα σχέδια της οικοδομής και του ζήτησε να του βγάλει ένα τελικό ποσό που θα ήθελε για να τελιώσει τις εργασίες. Ο ΜΕ1 πήρε τα σχέδια και επανήλθε αναφέροντας του ότι ήθελε Λ.Κ.9500. Ερωτηθείς αν του έφερε κάποιο έγγραφο για να συμφωνήσουν, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 του είπε απλά το ποσό. Ερωτηθείς αν ρώτησε λεπτομέρειες ως προς το τι θα γινόταν στην οικοδομή απαντησε αρντητικά και ανέφερε ότι όλα ήταν πάνω στα σχέδια και ο ίδιος φανταζόταν ότι ο ΜΕ1 ξέρει τη δουλεία του. Όπως ανέφερε συμφώνησαν και έδωσαν τα χέρια για να ξεκινήσει. Κληθείς να αναφέρει πως προχωρούσε η κατάσταση στην οικοδομή ανέφερε ότι αρχικά ήταν εντάξει, αλλά μετά επειδή ο ίδιος ήταν μετατεθειμένος στο Παραλίμνι δεν μπορούσε να ελέγχει τι γινόταν. Όπως ανέφερε κάποιες φορές έπαιρνε άδεια για να δει πως προχωρούσε η δουλειά. Ήταν η θέση του ότι πολλές φορές δεν τους έλεγε ότι θα πήγαινε και όταν έφθανε εκεί ο ΜΕ1 δεν ήταν στο μέρος, επειδή όπως ανέφερε είχε και άλλες δουλειές να κάνει και καθυστερούσε τη δουλειά του στη δική του οικοδομή πράγμα που προκαλούσε καθυστέρηση και στις άλλες εργασίες οι οποίες βασίζονταν στη δική του. Ο ίδιος όπως ανέφερε είχε πάρει όλα όσα χρειαζόταν να πάρει όσον αφορά το διαμέρισμα στο οποίο θα κατοικούσε ο ίδιος, γιατί δεν ήθελε να καθυστερεί η ολοκλήρωση του και να πληρώνει εν τω μεταξύ ενοίκια. Ερωτηθείς να αναφέρει ποια ήταν η εξέλιξη αυτής της κατάστασης ανέφερε ότι λόγω των προστριβών που σχετίζονταν με την καθυστέρηση αποπεράτωσης κάποιων εργασιών και μετά λόγω του ότι ο ΜΕ1 του παρουσίασε μια «κόλλα» με υποτιθέμενες επιπλέον χρεώσεις, αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία. Ο ίδιος αποδεχόταν μόνο την πρόνοια συναγερμού ως επιπλέον εργασία που δεν ήταν στα σχέδια και προσφέρθηκε να τον πληρώσει για αυτήν αφότου διέκοψαν τη συνεργασία τους. Ερωτηθείς πότε έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 13 ανέφερε ότι δεν ξέρει αν την έλαβε διότι η διεύθυνση είναι διαφορετική από την πραγματική του διεύθυνση. Επίσης ανέφερε ότι το Τεκμήριο 7 είναι έγγραφο που το έκανε ο ΜΕ1 και ο δικηγόρος του και του το παρουσίασαν στη συνάντηση τους στο δικηγορικό γραφείο για πρώτη φορά και δεν έχει σχέση μαζί του. Ανέφερε επίσης ότι είναι ψευδής η θέση του ΜΕ1 ότι το Τεκμήριο 7 αποτελεί την μεταξύ των μερών συμφωνία, και ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 εξαφάνισε το πρωτότυπο της συμφωνίας αυτής. Ερωτηθείς ποια ήταν η συνεννόηση καθ' όσον αφορά στις πληρωμές ανέφερε ότι ο εναγόμενος έκανε λίγη δουλειά και του έδινε λεφτά και πως για ό,τι δουλειά έκανε ο εναγόμενος πληρώθηκε με το ακριβές ποσό, ήτοι Λ.Κ.8000. Μετά τη διακοπή της συμφωνίας ως ανέφερε βρήκε ένα ηλεκτρολόγο τον Σταύρο και ένα υδραυλικό Κλεάνθη οι οποίοι ανέλαβαν να τελιώσουν τις εργασίες. Κληθείς να αναφέρει με ακρίβεια τι δουλειές έκαναν ανέφερε ότι εφτιαξαν το μίξερ μπάνιου που είχε πρόβλημα με διαρροές, βρύσες στις κουζίνες, εξωτερική βρύση, τα κλιματιστικά σε σχέση με τα οποία ανέφερε ότι λογω κακής κατασκευής της τρύπας που μπαίνει το κλιματιστικό αναγκάστηκαν να τους αλλάξουν τοποθεσία με αποτέλεσμα να φαίνονται άσχημα τώρα. Ο ηλεκτρολόγος άλλαξε τις πρίζες στο κάτω διαμέρισμα, όλη την εγκατάσταση που ήταν μέσα οι ασφάλειες και έκανε αίτηση στην ΑΗΚ και έφτιαξε και τις αντένες. Ανέφερε ότι ο ηλεκτρολόγος κόστισε Λ.Κ. 1000 και ο υδραυλικός κοντά στις Λ.Κ.500. Ερωτηθείς ως προς το χρόνο που συμφωνήθηκε να περατωθούν οι εργασίες ανέφερε ότι με τον χτίστη θα τέλιωνε γύρω στο Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2006. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο χρόνος που χρειάστηκε ο ηλεκτρολόγος και ο υδραυλικός για να τελιώσουν τις ημιτελείς εργασίες του ΜΕ1, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που χρειάστηκε ο ίδιος για να τους βρει ήταν 4 μήνες. Το διαμέρισμα στο οποίο θα έμενε ο ίδιος ολοκληρώθηκε Μάρτιο-Απρίλιο του 2006 και ένα μήνα μετά τα υπόλοιπα. Ερωτηθείς γιατί δεν υπέδειξε στον ίδιο τον ΜΕ1 τις διαρροές από τα μίξερς του μπάνιου, ανέφερε ότι δεν τα είχε ελέγξει ενώ στη συνέχεια ο ΜΕ1 είχε φύγει λόγω διακοπής της συνεργασίας τους. Κληθείς να παρουσιάσει αποδείξεις για τις διορθωτικές εργασίες παρουσίασε το τιμολόγιο Τεκμήριο 19 το οποίο ως ανέφερε είναι η απόδειξη του ηλεκτρολόγου τον οποίο του είχε σύστησε ο Κλεάνθης (ο υδραυλικός) γι' αυτό και το Τεκμήριο 19 αναγράφει το όνομα του Κλεάνθη. Ερωτηθείς ποιος πλήρωσε αυτό το τιμολόγιο ανέφερε ότι το πλήρωσε ο ίδιος. Κληθείς να παρουσιάσει απόδειξη για τον υδραυλικό ανέφερε ότι δεν είχε. Αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση του ότι η πρώτη φορά που άκουσε για την ενάγουσα εταιρεία ήταν όταν παρέλαβε την αγωγή, για να του υποβληθεί δεν λέει την αλήθεια και ότι είχε ακούσει για την ενάγουσα μεταξύ άλλων και όταν παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 13. Ο ίδιος αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμάται την εν λόγω επιστολή, ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι την παρέλαβε προσωπικά όπως αναφέρεται και στη δήλωση του επιδότη αλλά, επέμεινε ότι δεν την θυμόταν, ενώ σε υποβολή ότι όταν με τη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν την είχε πάρει δεν έλεγε την αλήθεια, επιχείρησε να αναφέρει ότι ήταν άλλο τεκμήριο που του επιδείχθηκε, θέση την οποία στη συνέχεια ανασκεύασε αναφέροντας ότι είδε τη διεύθυνση επί της επιστολής που ήταν λάθος και γι' αυτό απάντησε έτσι. Στη συνέχεια κληθείς να διευκρινίσει τη θέση του αν τελικά πήρε την εν λόγω επιστολή, ανέφερε ότι μάλλον την πήρε. Σε ερώτηση δε αν συμφωνεί ότι ήταν ψέματα ότι την ενάγουσα εταιρεία την άκουσε για πρώτη φορά όταν πήρε την αγωγή, δεν έδωσε σαφή απάντηση. Σε υποβολή δε ότι ο λόγος για τον οποίο ανέφερε ότι δεν την πήρε ήταν για να δικαιολογήσει τη θέση του ότι δεν ήξερε την ενάγουσα, ανέφερε ότι δεν θυμάται αν την πήρε, αλλά επέμεινε ότι γράφει λάθος διεύθυνση. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το θέμα της προσφοράς. Επί τούτου ήταν η θέση του ότι η προσφορά Τεκμήριο 7 του δόθηκε στο γραφείο του συνηγόρου της ενάγουσας, όπου παρόντες ήταν ο ίδιος ο ΜΕ1 και ο εν λόγω δικηγόρος, και επανέλαβε ότι η προσφορά αυτή δεν υπήρχε ποτέ προηγουμενως. Αντεξετάστηκε επίσης εκτενώς σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες ως και τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν πλήρωσε για την εκτέλεση των εργασιών που σύμφωνα με τη θέση του δεν εκτελέστηκαν καθώς και τα ποσά που επίσης κατ' ισχυρισμόν πλήρωσε για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών ως και για τις επιπλέον εργασίες που αμφισβητούσε. Αναφορά στα ζητήματα αυτά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του προς αποφυγή επαναλήψεων. Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να μην επιτρέψει στο ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει το έργο. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το λόγο για τον οποίο εκδίωξε τον ΜΕ1, θέμα σε σχέση με το οποίο η θέση του εναγόμενου ήταν ότι ο ΜΕ1 καθυστερούσε και ζητούσε να πληρωθεί για μη συμφωνηθέντα από τα οποία τα μόνα που δικαιούτο ήταν τα όσα αφορούσαν την καλωδίωση και το σύστημα συναγερμού. Σε υπόδειξη ότι στην παράγραφο 9 (
- i)της υπεράσπισης του ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος «Αντί αυτού εγκατέλειψε το έργο και επισκέπτετο την οικοδομή με μόνο σκοπό την παρακώλυση της συνέχισης του έργου ...», θέση η οποία δεν συνάδει με τη μαρτυρία του με βάση την οποία ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που τον έδιωξε, ανέφερε ότι αυτοί είναι όροι του δικηγόρου και ότι η θέση του ίδιου ήταν ότι ο ΜΕ1 παρέλειψε να ολοκληρώσει τις εργασίες και όταν τον έδιωξε ερχόταν και ενοχλούσε τους άλλους που έμειναν. Ανέφερε επίσης ότι με την αναφορά σε εγκατάλειψη εννοούσε ότι ενώ του ανέθεσε μια εργασία αυτός πήγαινε από τη μια δουλειά στην άλλη και την εκτελούσε με καθυστέρηση. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το χρόνο που κατοίκησε στην οικοδομή για να του υποβληθεί ότι το δικό του διαμέρισμα στις 24/1/2006 είχε ηλεκτροδοτηθεί και είχε ολοκληρωθεί, υπόβολή στην οποία η θέση του ήταν ότι ο ίδιος μπήκε στο διαμέρισμα Απρίλιο του 2006. Ερωτηθείς αν η οικοδομή έχει τελική έγκριση ανέφερε πως δεν έχει. Ως δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά του εναγόμενου κατέθεσε κατέθεσε η σύζυγος του Σοφία Ιωάννου (ΜΥ2). Η ίδια αναφέρθηκε στα παράπονα του συζύγου της για την καθυστέρηση που παρατηρείτο στην οικοδομή. Ανέφερε ότι όλες τις φορές που πέρασε από την οικοδομή πλην μιας, ο ΜΕ1 δεν ήταν εκεί. Όπως περαιτέρω ανέφερε ενώ υπήρχε συμφωνία για ένα ποσό και για τα τρία διαμερίσματα, ο σύζυγος της, της έλεγε ότι ο κ. Βασίλης κάθε τι το ζητούσε σαν επιπλέον εργασία. Μετά από όλα αυτά ως ανέφερε η ίδια ξαναπέρασε ακόμη μια φορά και δεν ήταν ο ΜΕ1 εκεί. Επίσης όπως πληφορήθηκε από τον κ. Τσούντα, ο ΜΕ1 είχε πει ότι θα μείνει στην οικοδομή όσο πιο πολύ μπορεί για να φάει όσα πιο πολλά μπορεί. Μετά από αυτό ο σύζυγος της, του είπε να φύγει. Ήταν δε η θέση της ότι η μοναδική επιπλέον εργασία που ο ΜΕ1 είχε εκτελέσει ήταν αυτή που σχετίζετο με το σύστημα συναγερμού, εργασία για την οποία ο σύζυγος της επέμενε να πληρώσει, αλλά ο ΜΕ1 δεν δεχόταν γιατί ήθελε να πάει δικαστικώς και απειλούσε το νέο ηλεκτρολόγο που είχαν φέρει. Επίσης αναφέρθηκε σε κακοτεχνίες και συγκεκριμένα διαρροές και παρουσίασε φωτογραφίες τις οποίες τράβηξε η ίδια, ως ανέφερε, και τις οποίες εκτύπωσε. Παρ' όλο που ανέφερε ότι δεν γνωρίζει από τεχνικά θέματα ανέφερε την άποψη της σε σχέση με προβλήματα που υπήρχαν στην οικοδομή. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι τις φωτογραφίες τις έβγαλε μια βδομάδα προηγουμένως με σκοπό να τις παρουσίασει στο Δικαστήριο. Σε υπόδειξη ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες που η ίδια παρουσίασε ακόμη εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα και κληθείσα να υποδείξει για ποιο λόγο φταίει η ενάγουσα, ανέφερε ότι η υγρασία αργεί να φύγει και ότι όσο και να ξύνουν βγάζει ακόμα υγρασία και τους ανέφεραν ότι θα περάσουν αρκετά χρόνια για να φύγει. Ερωτηθείσα αν τους ανέφεραν ότι θα έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια, ανέφερε ότι δεν τους είπαν νούμερα. Κληθείσα να υποδείξει ποιος της είπε κάτι τέτοιο ανέφερε ότι της το είπε ο τεχνίτης που φώναξαν για να ξύσει τον τοίχο και να τον ξαναβάψει πριν 4 χρόνια. Ερωτηθείσα αν τον συνάντησε απάντησε καταφατικά και ανέφερε ότι ήταν μπογιατζής αλλά δεν ήξερε αν ήταν ειδικός σε θέματα οικοδομής, ούτε και θυμόταν το όνομα του. Σε υποβολή ότι δεν μίλησε ποτέ με τον πογιατζή ανέφερε ότι του μίλησε. Σε υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως προέκυψε η υγρασία αφού δεν είναι ειδικός, ανέφερε ότι είναι «κοινός νους» ότι όταν εμφανίζεται υγρασία στον πρώτο όροφο σε απόσταση από το έδαφος δεν μπορεί να φταίει το κυρίζι και τόνισε ότι σε όλες τις περιπτώσεις η υγρασία εμφανίζεται δίπλα από το μπάνιο. Σε περαιτέρω υποβολή ότι αφού τα προβλήματα υγρασίας διορθώθηκαν προ εξαετίας είναι παράλογο να εμφανίζεται μέχρι σήμερα υγρασία, ανέφερε ότι ο άνθρωπος που έφεραν για να ξύσει, τους ανέφερε ότι θα έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να στεγνώσει ο τοίχος. Σε υποβολή ότι η υγρασία στον όροφο οφείλεται σε υδροροή που τοποθετήθηκε πριν την ανάληψη εργασιών από την ενάγουσα στην κολώνα και όχι από το μπάνιο, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει και ότι η ίδια γνωρίζει αυτά που της μετέφερε ο σύζυγος της από τον υδραυλικό. Ερωτηθείσα αν μπορεί να αποκλείσει αυτή τη πιθανότητα ανέφερε ότι αποκλείει την πιθανότητα να της λέει ψέματα ο σύζυγος της αναφορικά με τις συζητήσεις που είχε με τον υδραυλικό. Ερωτηθείσα πως γνωρίζει ότι οι όποιες κακοτεχνίες έγιναν από τον ΜΕ1 και όχι τον επόμενο που προσέλαβαν, ανέφερε ότι ο επόμενος έκανε λόγο για πολλές κακοτεχνίες του προηγούμενου. Ερωτηθείσα πως γνωρίζει ότι δεν τους έλεγε ψέματα ο δεύτερος, ανέφερε ότι τους τα είπε από την αρχή που προσλήφθηκε. Ερωτηθείσα αν τα ανέφερε στην ίδια, ανέφερε ότι τα είχε αναφέρει στο σύζυγο της. Ερωτηθείσα αν τις φορές που ανέφερε ότι περνούσε από την οικοδομή και ο ΜΕ1 δεν ήταν εκεί, ήταν μόνη ανέφερε ότι ήταν με το σύζυγο της. Ερωτηθείσα πόσες φορές πήγαν ανέφερε ότι θυμόταν 2-3 φορές και την τελευταία που θυμόταν βρήκαν εκεί τον ΜΕ2. Ερωτηθείσα αν με βάση τα πιο πάνω έκρινε ότι δεν πήγαινε να εργαστεί ο ΜΕ1 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα αν ο σύζυγος της πλήρωσε, απάντησε καταφατικά, χωρίς να θυμάται πόσα και χωρίς να έχει δει την επιταγή για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι η γνώση της πηγάζει από τα όσα της ανέφερε ο σύζυγος της. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολούθησω με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, την ειλικρίνεια τους, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την μνήμη και τους και εν γένει την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος κατά την αξιολόγηση σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο ΜΕ1 πρέπει να πω ότι μου έκανε γενικά πολύ καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του με εξαίρεση δύο σημεία για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω και που στην ουσία αφορούν το ότι η μαρτυρία του δεν ήταν επί του προκειμένου αρκούντος σαφής. Κατά τα λοιπά ήταν γενικά σταθερός και απαντούσε με σταθερότητα φυσικότητα και αμεσότητα και παρά την εκτενή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη παρέμεινε ήρεμος και πρόθυμος μέχρι τέλους να απαντήσει και μάλιστα με υποδειγματική λεπτομέρεια σε κάθε τι που ερωτάτο, δίδοντας γενικά σαφείς απαντήσεις, οι οποίες είχαν συνάφεια τόσο μεταξύ τους και όσο με τη λογική αλλά και τα κατατεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια. Εν γένει δεν περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις οι οποίες να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του ενώ στα δύο σημεία που ανέφερα πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή λόγω του ότι παρατηρείται κάποια ανακρίβεια σε αυτήν η οποία δεν μου επιτρέπει να την αποδεχθώ, αλλά σε καμία περίπτωση με οδηγεί στην απόρριψη της ολότητας της μαρτυρίας του. Άλλωστε η νομολογία είναι σαφής ως προς το ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χ. Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 455 Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207, Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Αρχίζοντας από το ζήτημα του κατά πόσον η ενάγουσα είχε άδεια να εκτελεί εργασίες της φύσεως που η παρούσα υπόθεση αφορά, σημειώνω ότι ο μάρτυρας επέμεινε έντονα ότι η ενάγουσα ως νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο, δεν μπορούσε να είναι κάτοχος τέτοιας άδειας, αλλά μπορούσε να εκτελεί τις εν λόγω εργασίες εάν εργοδοτούσε αδειούχο φυσικό πρόσωπο, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο ίδιος. Το γεγονός ότι δεν προβλέπετο η δυνατότητα εγγραφής εταιρείας στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (στο εξής ΕΤΕΚ), για σκοπούς άσκησης ηλεκτρολογικών εργασιών προκύπτει και επιβεβαιώνεται από το άρθρο 7
(1)του Νόμου Περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ν. 224/90)ως ίσχυε τότε (Ν.224/90). Σημειώνεται βέβαια ότι από το 2012 είναι πλέον δυνατή η εγγραφή εταιρείας δυνάμει σχετικής τροποποίησης που έγινε στο Ν. 224/90με το άρθρο 5 του Ν.101(Ι)/2012 (βλ. άρθρο 6Β του Ν. 224/90 ως τροποποιήθηκε με τον ως άνω νόμο), πλην όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο πράγματι ίσχυαν τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε και ως εκ τούτου δέχομαι τη θέση του. Τώρα όσον αφορά την αναφορά στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 11 που φέρει τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ» και το γεγονός ότι στο κάτω μέρος της εν λόγω σελίδας κάτω από τη φράση «ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΙΤΗΤΗ» αναφέρεται «Σφραγίδα Εταιρείας/Υπογραφή Αιτητή», και την εισήγηση του εναγόμενου ότι από αυτή την αναφορά προκύπτει ότι υπάρχει δυνατότητα για εταιρεία να είναι εργολήπτης, σημειώνω ότι η εισήγηση του εναγόμενου είναι παντελώς λανθασμένη, αφού είναι σαφές από απλή ανάγνωση της εν λόγω σελίδας ότι η αίτηση υποβάλλεται από τον ιδιοκτήτη και όχι τον εργολήπτη και ότι η αναφορά σε σφραγίδα υπάρχει για τις περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της οικοδομής είναι νομικό πρόσωπο και δεν αφορά τον εργολήπτη-τεχνικό. Άλλωστε η δεύτερη σελίδα η οποία υπογράφεται από τον εργολήπτη δεν κάνει αναφορά σε σφραγίδα εταιρείας αλλά σε «Υπογραφή Εργολήπτη Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων» γεγονός που επιβεβαιώνει περαιτέρω τη θέση του ΜΕ
- Ως προς το εάν ο ΜΕ1 ήταν αδειούχος κατά τον εν λόγω χρόνο σημειώνω ότι τούτο δεν αμφισβητήθηκε εν τέλει από την υπεράσπιση, αφού ο συνήγορος υπεράσπισης ρητώς ανέφερε ότι δεν επιμένει στο ζήτημα αυτό και γι' αυτό άλλωστε ο ΜΕ1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετικά με το ζήτημα έγγραφα. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα του κατά πόσον ο εναγόμενος συμβλήθηκε με την ενάγουσα ή τον ΜΕ1 προσωπικά, ζήτημα το οποίο θεωρώ άμεσα συνυφασμένο με το ουσιαστικότερο ίσως ζήτημα της αντιπαράθεσης στην παρούσα υπόθεση, που ήταν το ζήτημα του κατά πόσον το Τεκμήριο 7 καταρτίστηκε και υπεγράφη υπό τις περιστάσεις που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ή κατά πόσον καταρτίστηκε μετά τη διακοπή της συνεργασίας υπό τις περιστάσεις που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε. Και τούτο διότι αν το Τεκμήριο 7 αποτελεί την πραγματική συμφωνία των μερών, τούτο απαντά και στο ερώτημα του ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτά κατονομάζονται ξεκάθαρα στο εν λόγω τεκμήριο και είναι η ενάγουσα και ο εναγόμενος. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατ' αρχήν να σημειώσω ότι η θέση του ΜΕ1 ως προς τον τροπο που ετοιμάστηκε και υπογράφηκε το Τεκμήριο 7 ήταν σταθερή τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση. Η δε εισήγηση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση ότι δηλαδή δεν ευσταθεί η θέση του ΜΕ1 ότι την προσφορά την ετοίμασε ο ίδιος ο ΜΕ1 στον υπολογιστή, διότι η άλλη αλληλογραφία που παρουσίασε ήταν χειρόγραφη και ότι αν ο ίδιος πράγματι είχε γνώση υπολογιστή ως υποστήριξε, θα είχαν ετοιμαστεί και οι άλλες επιστολές που παρουσίασε σε υπολογιστή, σίγουρα δεν θεωρώ ότι μπορεί να οδηγήσει σε ανάλογο εύρημα ούτε και μπορεί να αποδείξει τα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίζεται ή να καταρρίψει τη θέση του μάρτυρα, αφού είναι σαφές και προφανές ότι κάθε πρόσωπο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε κάποιες άλλες χειρόγραφο μέσο. Σημειώνω δε ότι αυτή ήταν στην ουσία και η θέση του ΜΕ1 ο οποίος απαντώντας σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε ότι από το 1989-1990 χρησιμοποιούσε υπολογιστή για δουλειές της κυβέρνησης και τόνισε πως το γεγονός ότι υπάρχει και κάποια χειρόγραφη αλληλογραφία, δεν αποδεικνύει οτιδήποτε ούτε αλλάζει την ουσία, αφού όπως υποστήριξε δεν του απαγορεύει κανένας να γράφει άλλοτε χειρόγραφα και άλλοτε στον υπολογιστή, αλλά σίγουρα όπως ανέφερε όταν είναι μέσω υπολογιστή δείχνει κάποια σοβαρότητα. Ερωτηθείς δε κατά πόσον δεν ήθελε να δείξει σοβαρότητα με την επιστολή προς το ΕΤΕΚ (η οποία ήταν χειρόγραφη - βλ. Τεκμήριο 14), εξήγησε με αμεσότητα και εμφανή φυσικότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε η εν λόγω επιστολή, αναφέροντας ότι είχε πάει στο ΕΤΕΚ πρωί για να τους αναφέρει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον εναγόμενο και να ρωτήσει τι να κάνει και οι αρμόδιοι εκεί του ανέφεραν ότι θα έπρεπε να τους δώσει μια επιστολή για να μπορέσουν να μελετήσουν το αίτημα του και του ανέφεραν και τι θα έπρεπε να περιέχει η επιστολή και έτσι και για να μην χάνει χρόνο όπως ανέφερε, συνέταξε μια επιστολή επί τόπου χειρόγραφη και την παρέδωσε προς το σκοπό αυτό. Ως προς το ότι το Τεκμήριο 7 δεν φέρει υπογραφές ήταν σαφές από την μαρτυρία του ότι η θέση του ήταν ότι ο εναγόμενος του πήρε το υπογραμμένο πρωτότυπο, όταν ο ΜΕ1 του κοινοποίησε τις χρεώσεις για τις επιπλέον εργασίες, με τη δικαιολογία ότι ο ίδιος ο εναγόμενος δεν έβρισκε το δικό του για να μπορέσει να εξακριβώσει την ορθότητα των επιπλέον χρεώσεων του ΜΕ1, και ενώ ο ΜΕ1 του το έδωσε για το σκοπό αυτό, ο εναγόμενος δεν του το επέστρεψε. Σε σχετική υποβολή ότι ψεύδεται σε σχέση με τη θέση του αυτή διότι ενώ από τη μια μιλά για δακτυλογραφημένη προσφορά, από την άλλη ισχυρίζεται ότι αυτό που έδωσε στον εναγόμενο και ο τελευταίος δεν του επέστρεψε ήταν χειρόγραφη προσφορά, ο ΜΕ1 διευκρίνισε (και πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα με βάση τα πρακτικά) ότι ουδέποτε ανέφερε ότι έδωσε στον εναγόμενο χειρόγραφη προσφορά και ότι ο εναγόμενος δεν του την επέστρεψε, αλλά αυτό που είχε αναφέρει ήταν ότι ετοίμασε προσχέδιο προσφοράς γράφοντας μέσα τα σημεία φωτισμού πριζών κλπ τα οποία μέτρησε ο ίδιος και το έδειξε στον εναγόμενο για να δει αν ήθελε να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι και όπως εξήγησε το έγγραφο αυτό δεν είχε να κάνει με το έντυπο προσφοράς που υπεγράφη στη συνέχεια (και το οποίο έδωσε σε κατοπινό στάδιο στον εναγόμενο και ο τελευταίος δεν το του επέστρεψε). Όπως όμως διευκρίνισε επειδή ο εναγόμενος δεν άλλαξε κάτι από το προσχέδιο που του παρουσίασε αρχικά, το προσχέδιο και η προσφορά περιείχαν τα ίδια σημεία και χρεώσεις. Επομένως ουδεμία αντίφαση εντοπίζεται στη μαρτυρία του επί του προκειμένου. Το γεγονός δε ότι στο Τεκμήριο 11 στην πρώτη σελίδα κάτω από τον τίτλο «Στοιχεία Εργολήπτη Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων» αναφέρεται το όνομα Βασίλης Μίαρης, και όχι το όνομα της εταιρείας, δεν αποτελεί αντίφαση, αλλά αντίθετα συνάδει πλήρως με τη θέση του μάρτυρα ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να εγγραφεί στο σχετικό μητρώο και επομένως το όνομα της δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο σημείο εκείνο αφού αμέσως πιο κάτω ζητείται και αριθμός μητρώου εγγραφής, τον οποίο η εταιρεία προφανώς δεν είχε. Πέραν των πιο πάνω σημειώνω ότι οι θέσεις που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση για απόδειξη της θέσης ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του ΜΕ1 προσωπικά και του εναγόμενου και πως το Τεκμήριο 7 δημιουργήθηκε μεταγενέστερα ήταν εν πολλοίς αντιφατικές. Συγκεκριμένα η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης προς τον ΜΕ1 ήταν ότι το Τεκμήριο 7 το κατασκεύασε ο εναγόμενος μετά τη διακοπή της συνεργασίας των μερών. Ο δε εναγόμενος προέβαλε διαφορετική θέση ήτοι ότι το Τεκμήριο 7 κατασκευάστηκε από τον ΜΕ1 μαζί με το συνήγορο του μετά τη διακοπή της συνεργασίας με σκοπό να προωθήσουν την υπόθεση εναντίον του. Πέραν της διαφοροποίησης στις θέσεις της πλευράς του εναγόμενου η οποία κιόλας είναι άγνωστο από που αντλεί το έρεισμα της, τουλάχιστον εν σχέσει με την εμπλοκή του δικηγόρου, θεωρώ πως εάν πράγματι το έγγραφο αυτό είχε κατασκευαστεί μετά τη διακοπή της συνεργασίας και μάλιστα με τη βοήθεια δικηγόρου σίγουρα θα μπορούσε σε αυτό να αναγραφεί το όνομα του εναγόμενου προσωπικά, εφόσον οι επιταγές συμπληρώθηκαν και πληρώθηκαν στο όνομα του ΜΕ1 προσωπικά, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, έτσι ώστε να μην υπάρχει αυτή η ανακολουθία στην υπόθεση του. Αντίθετα θεωρώ ότι ο ΜΕ1 ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα γεγονότα όπως έγιναν, ακόμη και στα σημεία που η αλήθεια δεν βοηθούσε την υπόθεση του, πράγμα που καταδεικνύει και επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια του. Από την άλλη η θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος συμφώνησε για τη διεκπεραίωση των εργασιών του με κάποιο Βασίλη σίγουρα από μόνη της στερείται πειστικότητας, αφού μου είναι δύσκολο να δεχθώ πως κάποιο πρόσωπο του μορφωτικού επιπέδου του εναγόμενου (ο οποίος υπενθυμίζω ότι είναι εκπαιδευτικός) συμφώνησε να πληρώσει ένα σεβαστό ποσό χρημάτων σε πρόσωπο του οποίου δεν γνώριζε καν το επίθετο για την διεκπεραίωση ουσιαστικών εργασιών στην περιουσία του, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποιο έγγραφο. Σημειώνω δε παρενθετικά ότι ο εναγόμενος με τον ΜΕ2 κατήρτισε συμφωνία για τις εργασίες που ο τελευταίος θα εκτελούσε την οικοδομή (βλ. Τεκμήριο 18). Στα πιο πάνω σίγουρα θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ως ο εναγόμενος παραδέχθηκε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του, ο ίδιος δεν μπορούσε να «διαβάσει», με άλλα λόγια να αντιληφθεί, τα αρχιτεκτονικά σχέδια γεγονός που καθιστά ακόμη πιο εξωπραγματική την εκδοχή του ότι η συμφωνία έγινε στη βάση των σχεδίων και μόνο, τα οποία ο ίδιος με βάση τα λεγόμενα του, δεν αντιλαμβανόταν. Σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκε άλλωστε και η θέση του ΜΕ1 ο οποίος σε υποβολή ότι έκανε την προσφορά μετά το έργο και προβάλλει αυτή την εκδοχή για να καλύψει όλα αυτά που υποτίθεται ότι πρόβλεψε, απάντησε διερωτώμενος κατά πόσον είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος βρήκε κάποιον τυχαίο και του ανέφερε «έλα να μου κάνεις τη δουλειά» χωρίς δέσμευση και κάποια απόδειξη ότι κάνει τη δουλειά. Πέραν των πιο πάνω τα οποία συνηγορούν χωρίς άλλο στην αποδοχή της εκδοχής του ΜΕ1, σημειώνω ότι η εν γένει μαρτυρία του εναγόμενου αλλά και ειδικότερα η εκδοχή του ως προς το πως έγινε η συμφωνία, σίγουρα δεν μπορεί να ανατρέψει την πιο πάνω κατάληξη μου για αποδοχή της θέσης του ΜΕ1, αφού η μαρτυρία του εναγόμενου τόσο στο σύνολο της όσο και σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, κάθε άλλο παρά πειστική μπορεί να θεωρηθεί με δεδομένες τις σοβαρότατες αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε ο μάρτυρας. Βέβαια αναφορά στο ζήτημα αυτό θα γίνει στα πλαίσια της αξιολόγησης του εναγόμενου, αλλά παρενθετικά και ενδεικτικά σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση του προώθησε τη θέση ότι είχε δώσει μόνο τα σχέδια (και τίποτε άλλο ως χαρακτηριστικά ανέφερε) στον ΜΕ1 και ζήτησε από τον τελευταίο να του δώσει τιμή, στη συνέχεια κατά την αντεξέταση και αφού αντελήφθη ότι κάποιες εργασίες που έγιναν και ζητούντο ως επιπλέον, δεν περιλαμβάνονταν με σαφήνεια στα σχέδια έσπευσε να διαφοροποιήσει τη θέση του και να αναφέρει ότι μαζί με τα σχέδια είχε αναφέρει στον ΜΕ1 και κάποια πράγματα που ήθελε, όπως το τρεχούμενο νερό σε όλα τα διαμερίσματα καθώς και τις πρόνοιες για το δεύτερο όροφο ο οποίος δεν θα κτιζόταν και τα οποία συμπεριλήφθηκαν, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, στην τιμή που του έδωσε ο ΜΕ
- Η πιο πάνω διαφοροποίηση πέραν του ότι είναι ουσιώδης, αφορά και σε ένα από τα ουσιαστικότερα επίδικα θέματα της υπόθεσης πλήττωντας έτσι καίρια την αξιοπιστία της εκδοχής του εναγόμενου. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι η συμφωνία δεν έγινε με τον ΜΕ1 προσωπικά, ως η υπεράσπιση εισηγήθηκε, αλλά έγινε με την ενάγουσα εταιρεία με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο ΜΕ1 ήτοι μέσω του Τεκμηρίου 7 και επομένως και η θέση ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε την ενάγουσα σίγουρα καταρρίπτεται. Ως προς τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι στις δύο επιταγές που εκδόθηκαν προς πληρωμή, ο ΜΕ1 συμπλήρωσε το όνομα του και όχι της ενάγουσας επειδή εργαζόταν προσωπικά και όχι ως εταιρεία, σημειώνω ότι ο μάρτυρας έδωσε την εξήγηση του, αφού ανέφερε ότι για να του φέρει την πρώτη επιταγή ο εναγόμενος, ο ίδιος τον πίεζε ένα μήνα και όταν τελικά ο εναγόμενος ήρθε και του την έφερε ο ίδιος χρειαζόταν άμεσα χρήματα μετρητά για τους εμπόρους και αν έγραφε το όνομα της εταιρείας στην επιταγή θα χρειαζόταν 10 μέρες για να μπορέσει να πάρει τα χρήματα. Αναφορικά με τη δεύτερη επιταγή (βλ. Τεκμήριο 16) ανέφερε ότι η εν λόγω επιταγή ημερ. 2/9/2005 εκδόθηκε μετά από μήνες από την έκδοση της πρώτης επιταγής, διότι όλο το καλοκαίρι δεν μπορούσε να βρει τον εναγόμενο επειδή απουσίαζε στο εξωτερικό. Την περίοδο εκείνη ο ίδιος όπως ανέφερε έπρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό για να πάρει τον γιο του για σπουδές και δεν είχε την πολυτέλεια να περιμένει 10 μέρες για να πάρει μετρητά. Η θέση του ΜΕ1 ότι χρειαζόταν άμεσα τα χρήματα τουλάχιστον καθ' όσον αφορά τη δεύτερη επιταγή επιβεβαιώνεται πράγματι και από τη μαρτυρία του εναγόμενου ο οποίος παραδέχθηκε ότι έδωσε την άδεια του για πληρωθεί η δεύτερη επιταγή σε μετρητά την ίδια μέρα ως και από την ίδια τη σημείωση που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Παρά δε το γεγονός ότι η πρακτική που ακολούθησε ο ΜΕ1 να συμπληρώνει το όνομα του σε επιταγές που αφορούσαν στην πραγματικότητα την ενάγουσα δεν είναι ορθή, και παρά το γεγονός ότι οι ενέργειες αυτές του ΜΕ1 ενδεχομένως να έχουν άλλες συνέπειες για τον ίδιο, δεν θεωρώ ότι από μόνες τους μπορούν να καταδείξουν ότι η συμφωνία έγινε με τον ΜΕ1 και όχι την ενάγουσα υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και των όσων πιο πάνω ανέφερα. Ως προς το ότι δεν έδωσε αποδείξεις για τις πληρωμές και δεν εξέδωσε τιμολόγιο, ο ίδιος ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ανέμενε στο τέλος να εκδώσει τιμολόγιο και αποδείξεις. Όπως εξήγησε το τιμολόγιο τελικά δεν βγήκε γιατί δεν μπόρεσε να τελειώσει τη δουλειά του, να την ελέγξει και στη συνέχεια να προχωρήσει στην έκδοση τιμολογίου. Επί τούτου σημειώνω ότι ακόμα και εάν και αυτή η πρακτική του ΜΕ1 δεν είναι η ορθή από νομικής απόψεως, δεν βλέπω πως μπορεί να μεταβάλει το γεγονός που προκύπτει από όλα όσα πιο πάνω ανέφερα, ότι δηλαδή η συμφωνία έγινε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα των εργασιών που δεν εκτελέστηκαν, σημειώνω τα εξής. Ο μάρτυρας τοσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του ανέφερε, ως η δικογραφημένη θέση του, ότι δεν τοποθετήθηκαν 4 ρευματοδότες (πρίζες) και 2 ρευματοδότες μαγειρικής (cooker) και ότι σε σχέση με αυτά αφαίρεσε συνολικά Λ.Κ.
- Όπως εξήγησε ο λόγος μη τοποθέτησης έγκειτο στο ότι ο εναγόμενος δεν είχε προμηθεύσει τους πάγκους της κουζίνας ώστε ο εργολάβος να τοποθετήσει τα κεραμεικά και να μπορέσει και ο ίδιος να τοποθετήσει τις πρίζες αυτές, ενώ στη συνέχεια η συνεργασία διεκόπη. Όπως εξήγησε η συμφωνία τους διαλάμβανε χρέωση Λ.Κ.20 για κάθε διπλή πρίζα και Λ.Κ.35 για το cooker αλλά όπως τόνισε δεν υπήρχε πρόνοια ως προς το πόσα θα χρεώνετο αν δεν τοποθετείτο το καπάκι της πρίζας ή του cooker που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ακριβώς αυτό που δεν είχε τοποθετηθεί, δηλαδή το εξωτερικό μέρος (αυτό που βλέπουμε). Εξήγησε δε ότι για να μπορεί να τοποθετηθεί το εξωτερικό μέρος, υπάρχει προεργασία που γίνεται και εργασία υποδομής, την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος εκτέλεσε και την οποία επεξήγησε. Σε υποβολή ότι υπολόγισε τα ποσά στο περίπου, ανέφερε ότι επειδή δεν υπήρχε παρόμοια περίπτωση στη συμφωνία για να υπολογίσει το ποσό που θα έπρεπε να αφαιρεθεί, αφαίρεσε από το λογαριασμό Λ.Κ.50 για 6 πρίζες και 2 cooker εξηγώντας το σκεπτικό του. Δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για να καταδείξει το εσφαλμένο της κρίσης του επομένως δέχομαι τη μαρτυρία του επί τούτου. Παρά τα πιο πάνω όμως δεν μου διαφεύγει ότι σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασης του δέχθηκε ότι επίσης δεν διεκπαιρεώθηκε ένα μικρό μέρος των εργασιών που σχετίζονται με την τοποθέτηση του κατανεμητή της CYTA. Ερωτηθείς αν αφαίρεσε κάποιο ποσό σε σχέση με αυτήν την εργασία που δεν εκτελέστηκε πλήρως, ανέφερε ότι αφαίρεσε συνολικά Λ.Κ.
- Έχοντας υπόψη ότι η αρχική αναφορά του σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.
- συσχετίστηκε με το ποσό των 4 πριζών και 2 cooker και με δεδομένο ότι δεν διευκρινιστηκε ποιο ποσό αντιστοιχεί στη μη εκτέλεση του μέρους της εργασίας αυτής που όπως ο ΜΕ1 ανέφερε σχετίζεται με την αναφορά «Σχέδια - Έλεγχος -CYTA» στο Τεκμήριο 7 σε σχέση με την οποία η συνολική χρέωση είναι Λ.Κ.80 βάση του Τεκμηρίου 7, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως στο ποσό των Λ.Κ.50 που αφορά τις μη εκτελεσθείσες εργασίες προστεθεί και το ποσό των Λ.Κ.80 δεδομένης αυτής της ανακρίβειας στη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία βέβαια δεν είναι ουσιώδης και σε καμία περίπτωση μπορεί να κρίνει το σύνολο της αξιοπιστίας του. Ως προς τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η εγκατάσταση του γκαζιού δεν έγινε, σημειώνω ότι δέχομαι τη θέση του ΜΕ1 ότι δεν ήταν υποχρέωση του να πράξει κάτι τέτοιο, αφού τούτη συνάδει με το Τεκμήριο
- Όπως δε ανέφερε τέτοια εγκατάσταση δεν του ζητήθηκε ποτέ και αν του ζητείτο θα την χρέωνε ως επιπλέον εργασία, ενώ επεσήμανε ότι η συγκεκριμένη κουζίνα δεν είχε πρόνοια γκαζιού αλλά ηλεκτρικού ρεύματος. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα των επιπλέον εργασιών. Σε σχέση με αυτές παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 12 στο οποίο καταγράφονται οι επιπλέον εργασίες και το οποίο σύμφωνα με τον ΜΕ1 δόθηκε στον εναγόμενο στις 18-19 Δεκεμβρίου του 2005, δηλαδή 3-4 μέρες πριν τον έλεγχο με την ΑΗΚ. Ήταν δε η θέση του ότι οι επιπλέον εργασίες δεν περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 7 και του ζητούντο από τον εναγόμενο ανάλογα με την πρόοδο του έργου και έτσι χρεώθηκαν επιπλέον. Η θέση του εναγόμενου ήταν ότι όλες οι εργασίες που ζητούνται ως επιπλέον πλην της πρόνοιας συναγερμού, συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία, αφού υπενθυμίζω ότι η θέση του εναγόμενου ήταν ότι έδωσε τα σχέδια στον ΜΕ1 και του ζήτησε να επανέλθει με μια συνολική τιμή για να του ολοκληρώσει όλες τις εργασίες που φαίνονταν πάνω στα σχέδια. Με δεδομένο ότι έχω ήδη αποδεχθεί το Τεκμήριο 7 ως τη συμφωνία των μερών απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πράγματι τα όσα ζητούνται ως επιπλέον εργασίες δεν περιέχονται στο Τεκμήριο 7 και είναι επομένως πράγματι επιπλέον εργασίες, ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε. Σε σχέση με τις πρόνοιες συναγερμού η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι αυτές δεν περιλαμβάνονταν στα σχέδια ούτε και στην προσφορά και ζητήθηκαν αργότερα. Όπως και πιο πάνω αναφέρω ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι πράγματι η πρόνοια συναγερμού αποτελεί επιπλέον εργασία. Σε σχέση με το τρεχούμενο νερό αυτό εξαιρείται ρητώς από τη συμφωνία Τεκμήριο
- (βλ. πρώτη σελίδα Τεκμηρίου 7 - στοιχείο 3). Περαιτέρω ο ΜΕ1 επί τούτου ανέφερε ότι στις πολυκατοικίες δεν τοποθετείται τρεχούμενο νερό εκτός και αν ζητηθεί, και στη δεδομένη περίπτωση ως ανέφερε ζητήθηκε μετά την κατάρτιση της συμφωνίας, να τοποθετηθεί τρεχούμενο νερό στον πρώτο όροφο ο οποίος είχε δύο διαμερίσματα (εξ ου και αναγράφεται ο αριθμός «
(2)» δίπλα από την αναγραφή τρεχούμενο νερό στο Τεκμήριο 12), πράγμα το οποίο δεν περιλαμβάνετο στα σχέδια. Ερωτηθείς δε πως και πρόβλεψε ότι ο εναγομενος θα ζητούσε την παροχή τρεχούμενου νερού και αναφέρει ρητά στην προσφορά Τεκμήριο 7 ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται, ανέφερε ότι αυτό είχε συζητηθεί εκ των προτέρων, και στην πορεία και όταν άρχισαν οι εργασίες ήρθε ο αρχιτέκτονας του έργου και έβαλαν σημάδια σε όλα τα διαμερίσματα με σπρέι ως προς το που θα τοποθετούντο οι πρίζες, το φως, το νερό, τις διαδρομές των σωληνώσεων και των αποχετεύσεων και διαπιστώθηκε απο τον αρχιετέκτονα ότι δεν θα τοποθετείτο παροχή για τρεχούμενο νερό και εισηγήθηκε στον εναγόμενο ότι, λόγω του ότι το κόστος δεν θα ήταν μεγάλο, θα ήταν προς το συμφέρον του να τοποθετηθεί. Σε υποβολή ότι αυτά που λέει είναι ψέματα για να δικαιολογηθούν τα όσα αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 7 ανέφερε ότι δεν δέχεται την υποβολή και παρέπεμψε και στα σχέδια όπου φαίνεται η αλλαγή των διασωληνώσεων και τόνισε πως δεν μπήκαν από την αρχή αυτά αλλά έγιναν μετά κατά παραγγελία. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι και σε αυτό η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής είχε συνοχή και συνάφεια με τα τεκμήρια που παρουσίασε και την αποδέχομαι. Όσον αφορά την πρόνοια νερού, θέρμανσης και ηλεκτρικού ρεύματος 2ου ορόφου (ο οποίος δεν κτίστηκε), σημειώνω ότι ούτε αυτό περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι η κατασκευή του δεύτερου ορόφου δεν θα γινόταν και του είπε να μην την λάβει υπόψη για τίποτα. Παρεμβάλλεται εκ νέου εδώ ότι όπως και ο εναγόμενος δέχθηκε, στα σχέδια που παρέδωσε στον ΜΕ1 είχε διαγράψει με κόκκινο τον 2ο όροφο, ακριβώς επειδή δεν θα κτιζόταν. Στη συνέχεια όμως, όπως ο ΜΕ1 ανέφερε και αφού προχώρησαν οι εργασίες ο εναγομενος σκέφθηκε ότι εάν υπήρχε η πιθανότητα μελλοντικά να χτιστεί ο δεύτερος όροφος θα ήταν καλό να υπάρχουν οι πρόνοιες και προς το σκοπό αυτό του ανέφερε να τοποθετήσει τις πιο πάνω πρόνοιες. Ερωτηθείς κατά πόσον ήταν ξεκάθαρο ότι ο δεύτερος όροφος δεν θα κτιζόταν απάντησε καταφατικά και τόνισε ότι δεν περιλήφθηκε στην προσφορά. Σε υποβολή ότι λέει ψέματα καθότι στο Τεκμήριο 7 στην 1η σελίδα στο σχετικό πίνακα γίνεται αναφορά σε χρεώσεις «ΟΡΟΦΟΥ Β», εξήγησε ότι στην προσφορά γίνεται αναφορά αφ' ενός σε ισόγειο διαμέρισμα και αφ' ετέρου (σε διαμέρισμα) ορόφου, Α και ορόφου Β. Όπως δε εξήγησε η αναφορά σε (διαμέρισμα) ορόφου Α και ορόφου Β αφορά και εννοεί τα δύο διαμερίσματα αντίστοιχα που υπήρχαν στον πρώτο όροφο και δεν αναφέρεται σε διαμέρισμα 1ου και 2ου ορόφου. Σημειώνω ότι το γεγονός ότι έτσι έχουν τα πράγματα υποστηρίζεται και από τη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 7 υπό στοιχείο Γ όπου γίνεται αναφορά σε «Σημεία 1ου ορόφου α' Διαμερ.» και «Σημεία 1ου ορόφου β' Διαμέρ.». Ως προς το εάν πράγματι οι υπό συζήτηση πρόνοιες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία δέχομαι τη θέση του ΜΕ1 όχι μόνο διότι τούτη συνάδει με το Τεκμήριο 7 το οποίο έχω ήδη αποδεχθεί ως τη συμφωνία των μερών και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται (άρα είναι επιπλέον εργασίες), αλλά και διότι η θέση που προώθησε ο εναγόμενος επί του προκειμένου ήταν αντιφατική, αφού όπως έχω ήδη αναφέρει ενώ αρχικά ανέφερε ότι η συμφωνία έγινε στη βάση των σχεδίων και μόνο, στη συνέχεια, και όταν αντελήφθη ότι κάποια πράγματα όπως οι πρόνοιες δεν προέκυπταν από τα σχέδια, έσπευσε να αναφέρει ότι είχε δήθεν αναφέρει στον ΜΕ1 να τα υπολογίσει στην τιμή που θα του έδιδε και ότι ως εκ τούτου περιλαμβάνονταν στην αρχική τιμή που σύμφωνα με τον ίδιο ήταν Λ.Κ.9,500 χωρίς ΦΠΑ. Αναφορικά με την επιπλέον βρύση κοινοχρήστων σημειώνω ότι ούτε αυτή περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 7 και αποδέχομαι και στο ζήτημα αυτό τη θέση του ΜΕ1 ότι επρόκειτο περί επιπλέον εργασίας, αφού όπως ο ΜΕ1 ανέφερε ο εναγόμενος ζήτησε να τοποθετηθεί επιπλέον βρύση κοινοχρήστων πέραν από την μια που θα τοποθετούσε και ως εκ τούτου χρεώθηκε επιπλέον. Σημειώνω ότι δεν έγινε κάποια συγκεκριμένη υποβολή στον ΜΕ1 σε σχέση με αυτό το ζήτημα, ενώ η θέση που προώθησε ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του, ότι δηλαδή τη δεύτερη βρύση την έκανε ο επόμενος υδραυλικός που προσέλαβε, δεν τέθηκε στον ΜΕ1 και ως εκ τουτου δεν προτίθεμαι να την λάβω υπόψη. Συνακόλουθα και επί αυτού του θέματος κρίνω αξιόπιστο το ΜΕ
- Ως προς την «αλλαγή διασωληνώσεων ηλιακών» που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά την ετοιμασία της προσφοράς κοστολόγησε την εργασία τοποθέτησης των ηλιακών θερμοσιφώνων και ντεποζίτων σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια της οικοδομής, όμως στη συνέχεια ο εναγόμενος υπέδειξε στον ΜΕ1 νέο σημείο τοποθέτησης, με αποτέλεσμα να υπάρξει αλλαγή στις διασωληνώσεις που συνεπάγετο κόστος σε υλικά και εργασία τα οποία χρεώθηκαν επιπλέον. Επί τούτου δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 έχοντας υπόψη και το ίδιο το Τεκμήριο 6 (βλ. πρότελευταια σελίδα) στο οποίο σημειώθηκαν τα αρχικά και τελικά σημεία των ηλιακών και με το οποίο ο εναγόμενος συμφώνησε. Σημειώνω δε ότι όταν υπεβλήθη στον εναγόμενο ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να αλλάξει τις διασωληνώσεις λόγω του ότι άλλαξε ο χώρος τοποθέτησης τους σε σχέση με το τι προβλεπόταν στα σχέδια, ο ΜΥ1 αρχικά ανέφερε ότι ο ΜΕ1 διάβασε τα σχέδια λάθος, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι το κόστος για την τοποθέτηση τους σε άλλο σημείο αφορούσε τον ΜΕ1 ο οποίος δεν αντελήφθη που έπρεπε να τα τοποθετήσει με βάση τα σχέδια. Όταν του υπεδείχθη ότι επειδή δεν κτίστηκε ο δεύτερος όροφος ο ΜΕ1 τα τοποθέτησε στον αντίστοιχο χώρο του πρώτου ορόφου βάζοντας και τις αντίστοιχες διασωληνώσεις, ενώ στη συνέχεια ο ίδιος (ο εναγόμενος) του υπέδειξε να τα αλλάξει εξ ου και σήμερα δεν βρίσκονται στον αντίστοιχο, με βάση τα σχέδια, χώρο του 1ου ορόφου, ανέφερε ότι του είχε πει από την αρχή να τα τοποθετήσει εκεί που βρίσκονται σήμερα για να μην εμποδίζουν το χτίσιμο του δεύτερου ορόφου. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω θέσεις του εναγόμενου δεν συνάδουν και σίγουρα δεν μπορούν να ανατρέψουν την σαφή μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία ήταν σταθερή και είχε συνοχή συνάφεια με τη λογική και την πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία οι ηλιακοί ως και ο ίδιος ο ΜΥ1 τελικά παραδέχθηκε δεν βρίσκονται τώρα στην αντίστοιχη θέση του πρώτου ορόφου ως τα αρχιτεκτονικά σχέδια, αλλά σε άλλο σημείο αρκετά πιο μακριά (βλ. Τεκμήριο 6 πρότελευταια σελίδα). Ως προς τα είδη υγιεινής πράγματι ούτε αυτά περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 7 (βλ. Τεκμήριο 7 - πρώτη σελίδα υπό στοιχείο 2), πλην όμως οι σχετικές εργασίες είναι παραδεκτό ότι εκτελέστηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του εναγόμενου, (ασχέτως εάν ο ίδιος ο εναγόμενος θεωρεί ότι περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία). Πέραν των πιο πάνω τα οποία είναι αρκετά για την αποδοχή της θέσης του ΜΕ1 δεδομένου του ότι έχω ήδη αποδεχθεί ότι το Τεκμήριο 7 αποτελεί την μεταξύ των μερών συμφωνία, σημειώνω ότι ο ΜΕ1 έδωσε πλήρεις εξηγήσεις ως προς το γιατί οι εν λόγω εργασίες δεν περιλήφθηκαν στο Τεκμήριο 7 οι οποίες συνάδουν πλήρως και με τα όσα αναφέρονται επί του ίδιου του τεκμηρίου[1]. Συγκεκριμένα ερωτηθείς γιατί με δεδομένο ότι είχε συμφωνήσει να εκτελέσει και τις υδραυλικές εργασίες, κατατάσσει τα είδη υγιεινής ως επιπλέον εργασία, ανέφερε ότι όταν ετοιμάζεται μια προσφορά αυτός που την δίδει είναι υποχρεωμένος να ρωτήσει τον ιδιοκτήτη για τις λεπτομέρειες των εγκαταστάσεων που επιθυμεί να τοποθετηθούν για να υπάρχει ξεκάθαρη άποψη για το τι θέλει. Στην προκειμένη περίτπωση, όπως εξήγησε, όταν ερωτήθηκε ο εναγόμενος αν θα ήθελε να τοποθετηθούν συνηθισμένα μπάνια ή τζακούζι αυτός δεν είχε ακόμη αποφασίσει, οπόταν μέσα στην προσφορά δεν υπάρχει σχετική χρέωση και αυτό διότι όπως εξήγησε για να τοποθετηθεί ένα μπάνιο απλό χρειάζονται δύο ώρες εργασίας πλέον υλικά κλπ, ενώ στην περίπτωση που θα τοποθετηθεί τζακούζι το οποίο δουλεύει διαφορετικά αφού χρειάζεται μοτέρ, ρεύμα, συστήματα προστασίας, ξεχωριστή τροφορδότηση νερού κλπ, η χρέωση διαφέρει κατά πολύ. Το ίδιο όπως ανέφερε ισχύει και για τους νιπτήρες, βούρνες κλπ, αφού όπως εξήγησε στην αγορά κυκολοφορούν πολλά είδη υγιεινής τα οποία απαιτούν διαφορετικό χρόνο εφαρμογής αναλόγως του είδους τους και στη δοσμένη περίπτωση έχοντας ρωτήσει σχετικά τον ιδιοκτήτη για το τι θα τοποθετούσε, ο οποίος δεν είχε αποφασίσει κατά τον χρόνο της προσφοράς, δεν περιέλαβε χρέωση για αυτά. Αναφορικά τώρα με τα σκαψίματα/ανοίγματα στους τοίχους η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι μετά την αντικατάσταση του εργολάβου από τον νέο, ζήτησε από το νέο να συμπληρώσει τα σχίσματα στους τοίχους για νερά και θερμάνσεις και αυτός του ανέφερε ότι δεν του ζητήθηκε να συμπεριληφθεί βοήθεια προς άλλους εργολάβους και κατόπιν τούτου ως ανέφερε δεν υπήρχε άλλη επιλογή από του να κάνει ο ίδιος με το γιο του τα ανοίγματα για να προχωρήσει η δουλειά. Δεν ανέφερε πουθενά ότι έλαβε οδηγίες από τον εναγόμενο για να διενεργήσει τις εργασίες αυτές, ούτε ότι τον ενημέρωσε σχετικά, ούτε και εξήγησε γιατί αποφάσισε να ενεργήσει με βάση τα όσα του ανέφερε ο ΜΕ2 και δεν αποτάθηκε στον εναγόμενο για οδηγίες. Πέραν τούτου δεν μου διαφεύγει ότι ο συνήγορος της ενάγουσας υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι αυτός (ο ΜΥ1) ανέθεσε στην ενάγουσα τα σκαψίματα και μάλιστα ο λόγος ήταν διότι μετά που σταμάτησε τον πρώτο εργολάβο και μέχρι να ανατεθεί η εργασία στο δεύτερο εργολάβο έπρεπε να προχωρήσουν οι ηλεκτρολογικές εργασίες και έτσι ανέθεσε στην ενάγουσα να κάνει την εν λόγω εργασία. Δηλαδή ενώ ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τα έκανε στην ουσία αυτεπάγγελτα μετά που προσλήθφθηκε ο νέος εργολάβος, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν υπήρχε στο δικό του συμβόλαιο τέτοια πρόνοια, στον ΜΥ1 υποβλήθηκε ότι ο ίδιος (ο ΜΥ1) τα ανέθεσε στην ενάγουσα πριν προσλάβει το νέο εργολάβο αφού ήταν ανάγκη να γίνουν οι δουλειές. Οι δύο θέσεις αυτές δεν συνάδουν και υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ορθό να μην λάβω υπόψη τη μαρτυρία του ΜΕ1 επί του προκειμένου. Επομένως με εξαίρεση τα σκαψίματα όπου η θέση της ενάγουσας δεν ήταν σαφής, για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα κατά τα λοιπά αποδέχομαι τις θέσεις του ΜΕ1 ως προς το ότι είχε λάβει οδηγίες για εκτέλεση εργασιών οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία και τις οποίες πράγματι εκτέλεσε. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας σημειώνω ότι η θέση που υπεβλήθη στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ήταν ότι ο εναγόμενος τον έδιωξε διότι κατ' επανάληψη δεν εμφανιζόταν στην οικοδομή και ασχολείτο με άλλες εργασίες και διότι είχε καθυστερήσει στη διεκπεραίωση του έργου. Από την άλλη ο ίδιος ο εναγόμενος σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε ότι αναγκάστηκε να τερματίσει λόγω των καθυστερήσεων και λόγω του ότι ο εναγόμενος του παρουσίασε έγγραφο για επιπλέον εργασίες για τις οποίες δεν δικαιολογείτο χρέωση. Πέραν της πιο πάνω σαφούς διαφοροποίησης στις θέσεις της υπεράσπισης όπως αυτές προβλήθηκαν στα πλαίσια αφ' ενός της αντεξέτασης του ΜΕ1 και αφ' ετέρου της μαρτυρίας του ίδιου του εναγόμενου, σημειώνω ότι δεν υπάρχει κανένας συναφής δικογραφήμένος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης ως προς το ότι ήταν ο εναγόμενος αυτός που τερμάτισε τη συμφωνία. Αντίθετα στην Έκθεση Υπεράσπισης ο εναγόμενος αρνείται γενικά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός από την ενάγουσα ότι ο εναγόμενος διέκοψε τη συμφωνία, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αναφορά, ενώ στην παράγραφο 9(β)(i) προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι ο ΜΕ1 που εγκατέλειψε το έργο ο οποίος στη συνέχεια επισκέπτετο την οικοδομή με μόνο σκοπό την παρακώλυση της συνέχισης του έργου. Σε κάθε περίπτωση όμως δέχομαι ότι ήταν ο εναγόμενος αυτός που διέκοψε τη συμφωνία, αφού τούτο δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και αποτελεί τελικά κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Ως προς το εάν οι λόγοι που προβλήθηκαν από τον ΜΥ1 βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα σε συνάρτηση με την μεταξύ των μερών συμφωνία σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης δεν μπορώ να αντιληφθώ πως μπορεί να εγείρεται ζήτημα καθυστέρησης από τον εναγόμενο τη στιγμή κατά την οποία δεν τέθηκε στον ΜΕ1, ούτε και ο ΜΥ1 ανέφερε καθ' οιονδήποτε σαφή τρόπο ότι υπήρχε όρος στη σχετική συμφωνία ως προς το χρόνο που θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί το έργο. Εξ άλλου πρέπει να πω ότι εάν πράγματι ο χρόνος παράδοσης του έργου ήταν τόσο σημαντικός για τον εναγόμενο σίγουρα θα αναμένετο να προβεί σε κάποιο ρητό όρο περί τούτου και όχι να συμβληθεί απλά με κάποιο Βασίλη όπως ισχυρίστηκε δίνοντας του τα σχέδια και ζητώντας μόνο τιμή. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και στην απουσία γραπτής ή ρητής συμφωνίας επί τούτου, θα αναμένετο εάν πράγματι υπήρχε τόση καθυστέρηση να αποταθεί στον ΜΕ1 σε κάποιο στάδιο και να καταστήσει το χρόνο παράδοσης ουσιώδη όρο στη συμφωνία ή έστω όταν του δόθηκε η ευχέρεια να προσέλθει το ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει να το επιτρέπεψει και να θέσει μάλιστα και το θέμα αυτό προς εξέταση. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν έπραξε ο εναγόμενος απλά περιορίστηκε να θέσει το θέμα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και αφότου κινήθηκε εναντίον του αγωγή. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι ως προκύπτει από το συμβόλαιο του ΜΕ2 με τον εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 18) του οποίου το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον μου, ο ΜΕ2 ειχε υποχρέωση να παραδώσει το έργο μέχρι τις 4/3/06 (βλ. την συμφωνία Τεκμήριο 18 ημερομηνίας 4/7/2005 «Η παράδοση του κτιρίου θα γίνει σε 8 μήνες»), ενώ ο ΜΕ1 περί τον Δεκέμβριο του 2005 είχε ήδη ουσιαστικά ολοκληρώσει τις εργασίες του[2] επομένως, δεν μπορώ να αντιληφθώ τελικά πως μπορεί να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός αυτός τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν ολοκληρώθηκαν οι ελάχιστες εργασίες που απέμειναν, ήταν επειδή διεκόπη η συνεργασία από την πλευρά του εναγόμενου. Συνακόλουθα κρίνω αβάσιμες τις αιτιάσεις της υπεράσπισης και δέχομαι επί τούτου ως αξιόπιστη τη θέση του ΜΕ1 ο οποίος αντεξετασθείς επί του τούτου έδωσε πλήρεις και σαφείς εξηγήσεις για τη θέση του ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνταν οι εργασίες. Συγκεκριμένα ερωτηθείς αν οι εργασίες που θα εκτελούσε χρειάζονταν τόσο χρόνο ανέφερε ότι οι εργασίες εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι η πρόοδος της εργασίας του εξαρτάται και από τον εργολάβο, αφού οι δύο εργάζονται συμπληρωματικά ο ένας προς τον άλλο, με την έννοια ότι πρώτα ο ίδιος κάνει την προεργασία για να μπορέσει να συνεχίσει ο εργολάβος και αφού ολοκληρώσει ο εργολάβος την εργασία του, μεταβαίνει ο ίδιος για να συνεχίσει και αυτή η διαδικασία ισχύει μέχρι να αποπερατωθούν όλες οι εργασίες. Σε υποβολή ότι η εργασία που εκτέλεσε μπορούσε να περατωθεί σε 3 μήνες και ο ίδιος έκανε 9, επανέλαβε ότι για την όποια καθυστέρηση δεν ευθυνόταν ο ίδιος αλλά ο εργαλάβος του εναγόμενου που δεν εκτελούσε τις εργασίες που απαιτούντο για να μπορέσει να συνεχίσει ο ίδιος ως και το γεγονός ότι ο πρώτος εργολάβος του εναγόμενου παύθηκε αφού δεν ήταν αδειούχος και μέχρι να προσέλθει ο επόμενος πέρασε 1,5 μήνας περίπου. Με ειλικρίνεια δε παραδέχθηκε ερωτηθείς σχετικά ότι κατά τον ίδιο χρόνο εργαζόταν και σε άλλα έργα, αναφέροντας, όμως ότι φροντίζει να συνεννοείται με τους εργολάβους κάθε έργου και όταν τον χρειάζονται ο ίδιος είναι εκεί. Περαιτέρω σημειώνω ότι σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του εναγόμενου σίγουρα δεν μπορεί να ανατρέψει την πιο πάνω κατάληξη μου. Η σχετική θέση που προωθήθηκε ήταν ότι σε κάποιες περιπτώσεις που ο ΜΥ1 ή και ΜΥ2 επισκέφθηκαν την οικοδομή ο ΜΕ1 δεν ήταν εκεί. Η ΜΥ2 αναφέρθηκε σε 2-3 περιπτώσεις, οι οποίες σίγουρα δεν είναι ικανές για την εξαγωγή βέβαιου συμπεράσματος προς την κατεύθυνση που εισηγήθηκε η ΜΥ2, ενώ ο ΜΥ1 δεν συγκεκριμενοποίησε τις αναφορές του. Οι πιο πάνω θέσεις πέραν του ότι δεν είναι πειστικές και δεν δικογραφούνται, έρχονται σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου με βάση την οποία η πρόκληση καθυστέρησης από τον ΜΕ1 περιορίζεται στο ότι ο τελευταίος δεν εργοδοτούσε αδειούχο και/ή επαγγελματικά ικανό προσωπικό ούτως ώστε να διεκπεραιώσει εμπρόθεσμα τις ισχυριζόμενες εργασίες. Ως προς τη σχετική θέση που τέθηκε στον ΜΕ1 ότι δηλαδή ένας από τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε την περάτωση των εργασιών ήταν το γεγονός ότι εργοδοτούσε παράνομο αλλοδαπό, σημειώνω ότι αυτή πέραν του ότι και πάλιν δεν συνάδει πλήρως με τη δικογραφημενη θέση της ενάγουσας, όπου η καθυστέρηση συνδέεται μόνο με το ζήτημα του μη αδειούχου ή ικανού προσωπικού, σημειώνω ότι υποβολή τέθηκε κατά τρόπο πολύ γενικό και παρά το ότι δεν έγινε δεκτή, καμία μαρτυρία προσκομίστηκε είτε για να συγκεκριμενοποιήσει είτε για να αποδείξει το βάσιμο τούτης και επομένως σίγουρα δεν μπορώ να δώσω σημασία σε αυτήν την εισήγηση, την οποία επίσης θεωρώ ότι είναι ανάξια να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΕ1 ή να καταδείξει ότι αυτός είχε ευθύνη για καθυστέρηση στην περάτωση των εργασιών. Προχωρώντας τώρα στο ζήτημα των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε κανένας εμπειρογνώμονας από την πλευρά του εναγόμενου για να υποστηρίξει αυτά που υποβλήθηκαν στον ΜΕ
- Ο δε ΜΕ1, ο οποίος κατείχε τις απαιτούμενες άδειες γνώσεις και εμπειρία ως ηλεκτρολόγος και υδραυλικός, σε σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσε ερωτηθείς σχετικά με τα ζητήματα των κακοτεχνιών, απέρριψε κάθε ένα εκ των ισχυρισμών αυτών. Πιο συγκεκριμένα ως προς τη θέση ότι το μιξερ του μπάνιου είχε διαρροές και ουδέποτε το επιδιόρθωσε, σημειώνω ότι όπως ορθά επεσήμανε ο ΜΕ1 στην απάντηση του, η συγκεκριμένη θέση έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του εναγόμενου στην υπεράσπιση ότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες από τον ίδιο τον ΜΕ
- Σε κάθε όμως περίπτωση δεν προσήλθε ενώπιον μου κανένας εμπειρογνώμονας να καταθέσει περί τούτου, ενώ δεν μου διαφεύγει πως ο ίδιος ο εναγόμενος αποστέρησε τον εαυτό του από την ευκαιρία να εξεταστεί η εργασία από ανεξάρτητο πρόσωπο που θα διοριζόταν από το ΕΤΕΚ για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα πάντα με τις θέσεις που τέθηκαν στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος γνώριζε για τη διαρροή προτού ο εναγόμενος εγκαταλείψει το έργο. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 ερωτήθηκε κατά πόσον ο εναγόμενος τον ενημέρωσε πριν να φύγει από την οικοδομή για το γεγονός ότι μια από τις σωλήνες στον τοίχο είχε διαρροή και ότι αναγκάστηκε να γκρεμίσει τον τοίχο μερικώς, ερώτηση από την οποία συνάγεται εμμέσεως πλην σαφώς ότι η θέση του εναγόμενου ήταν ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον ΜΕ1 για το ζήτημα αυτό πριν ο ΜΕ1 εγκαταλείψει την οικοδομή. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα σίγουρα θα αναμένετο από τον εναγόμενο να επιτρέψει στο ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει για να διαφανούν όλα αυτά που ο ιδιος ισχυρίζεται, πράγμα που δεν έκανε. Ο λόγος δε που πρόβαλε ο εναγόμενος ως προς το γιατί δεν άφησε το ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει το μέρος, (ήταν η θέση του ότι δεν τους επέτρεψε επειδή δεν ήθελε να του φέρουν πίσω τον ΜΕ1), πρόδηλα στερείται σοβαρότητας. Από την άλλη το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 αποτάθηκε τόσο στον αρχιτέκτονα όσο και στο ΕΤΕΚ για να προσέλθουν και να επιθεωρήσουν το έργο θεωρώ ότι καταδεικνύει το καλόπιστο των προθέσεων του. Ως προς θέση που προωθήθηκε ότι ο εναγόμενος εγκατέστησε διακόπτες και ρευματοδότες «αμφιβόλου ποιότητας», σημειώνω ότι παραμένει άγνωστο τι ακριβώς εννοεί η υπεράσπιση με αυτή τη θέση η οποία ήταν γενική και αόριστη και η οποία σε συνδυασμό με το ότι δεν υποστηρίχθηκε από οποιοδήποτε ειδικό επί του προκειμένου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να λάβει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία του Τάκη Τσούντα (ΜΕ2) σημειώνω ότι αυτή προβληματίζει, αφού κατ' αρχήν σε αρκετά σημεία ήταν ασαφής όπως για παράδειγμα στις αναφορές του για τα σκαψίματα που διενήργησε ο ίδιος ή και ο ΜΕ1, ως και σε σχέση με το εάν ο ίδιος εν τέλει έχει εξοφληθεί από τον εναγόμενο ή όχι. Επίσης σε κάποια άλλα σημεία περιείχε αντιφάσεις όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι η συμφωνία του με τον εναγόμενο δεν είχε όρο ως προς το χρόνο της παράδοσης του έργου, ενώ ως προκύπτει από το Τεκμήριο 18 είχε και ήταν 8 μήνες από την ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που προβληματίζει αφορά στο ότι μέσα από δική του παραδοχή προέκυψε ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία έγινε αναφορά δεν δίστασε να πει ψέματα στις αστυνομικές αρχές για να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον και συγκεκριμένα να αποφύγει να κατηγορηθεί για συγκεκριμένη πράξη που πράγματι ο ίδιος δεν αρνήθηκε ότι διέπραξε, παρ' ότι έδωσε τη δικαιολογία του για αυτήν. Υπό το φως αυτού του γεγονότος και παρά το γεγονός ότι δεν αποκλείω την πιθανότητα στην προκειμένη περίπτωση, όπου στην ουσία δεν προωθούσε τα δικά του συμφέροντα, να ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια τουλάχιστον σε κάποια ζητήματα, θεωρώ ορθό και ασφαλές να μην αποδεχθώ και να μην στηριχθώ στη μαρτυρία του. Το γεγονός τώρα ότι η μαρτυρία του ήταν τέτοια που το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 ο οποίος για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα κρίθηκε καθ΄όλα αξιόπιστος, με εξαίρεση τα σημεία που υπέδειξα. Έρχομαι τώρα στον εναγόμενο (ΜΥ1). Πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ούτε το ύφος του, ούτε γενικά ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε αλλά πολύ περισσότερο ούτε αυτά που κατέθετε μπορούσαν να πείσουν για την αλήθεια τους, αφού δεν είχαν συνοχή ή συνάφεια με τη λογική, αλλά αντίθετα περιείχαν πολλές και σοβαρές αντιφάσεις και μάλιστα σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα, ενώ απείχαν σε πολλές περιπτώσεις άρδην από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Γενικά η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν ότι προωθούσε κάθε δυνατή υπεράσπιση με σκοπό να αποφύγει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Χωρίς καμία αμφιβολία απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ. Κατ' αρχήν η θέση του ότι οι εργασίες που έγιναν μέχρι τη στιγμή της διακοπής της συνεργασίας ήταν αξίας Λ.Κ. 8000 είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο, πράγμα που και ο ίδιος ο ΜΥ1 αναγκάστηκε να παραδεχθεί. Το γεγονός ότι όπως ισχυρίζεται για να διεκπαιρεωθούν οι εργασίες που δεν είχαν τελειώσει ή και για να επιδιορθωθούν κακοτεχνίες χρειάστηκε να πληρώσει Λ.Κ.1500, ακόμα και εάν ευσταθούσε (που δεν ευσταθεί για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ), σίγουρα δεν του ήταν γνωστό κατά τον χρόνο διακοπής της συνεργασίας οπόταν και αποφάσισε ότι δεν όφειλε να καταβάλει άλλα χρήματα στην ενάγουσα, για να μπορεί να λεχθεί ότι έτσι υπολόγισε ότι η αξία των εργασιών που είχαν διεκπαιρεωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν Λ.Κ.
- Η δε θέση του ότι λίγο πριν τη διακοπή της συνεργασίας είχε κάνει την τελευταία πληρωμή και ότι επομένως η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν πληρωμένη, και πάλιν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού πρώτον, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η πληρωμή ανταποκρίνετο επακριβώς στην μέχρι τότε εκτελεσθείσα εργασία, ενώ δεν παραβλέπω ότι η εν λόγω πληρωμή παραπλανητικά φέρεται από τον ΜΥ1 να έγινε λίγο πριν τη διακοπή της συνεργασίας, ενώ έγινε τουλάχιστον 3 μήνες πριν. Το μόνο δε λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί καποιος να καταλήξει είναι ότι ο εναγόμενος εξ αρχής προώθησε τη θέση ότι η αξία της εργασίας που διεκπαιρεώθηκε μέχρι τη στιγμή της διακοπής της συνεργασίας ήταν Λ.Κ.8000, επειδή απλούστατα αυτό ήταν πολύ βολικό για τον ίδιο αφού συνέπιπτε με το ποσό που είχε μέχρι τότε πληρώσει και επομένως προωθώντας τη θέση αυτή δεν θα έπρεπε να πληρώσει οτιδήποτε άλλο. Σε κάθε περίπτωση τονίζω δεν έχω πειστεί ούτε στον πιο απειροελάχιστο βαθμό από τα έγγραφα και εν γένει τη μαρτυρία που παρουσίασε ότι πράγματι πλήρωσε αυτά τα ποσά για να διεκπεραιώσει τις εργασίες που κατ' ισχυρισμόν δεν ολοκληρώθηκαν από τον ΜΥ1 ή για να επιδιορθώσει κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του οι οποίοι κάθε άλλο παρά σαφείς ήταν, σε συνδυασμό με την πλήρως αντιφατική, δυσνόητη και χωρίς συνοχή μαρτυρία του έκαναν την χείριστη εντύπωση στο Δικαστήριο και σίγουρα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι όλα όσα ανέφερε ο εναγόμενος εντάσσονται στα πλαίσια της ευρύτερης του προσπάθειας να αποφύγει να καταβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό στην ενάγουσα. Και εξηγώ. Κατ' αρχήν παρά το ότι η θέση του ότι κατέβαλε Λ.Κ.500 σε υδραυλικό αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα, δεν παρουσίασε καμία απόδειξη. Εφόσον δε το ποσό αυτό, το οποίο κατ' ισχυρισμόν πλήρωσε, καταβλήθηκε σε χρόνο που ήταν προφανώς κοντινός στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής, θα αναμένετο ο εναγόμενος να είχε φυλάξει τη σχετική απόδειξη και αν δεν το είχε κάνει, να είχε φροντίσει να την εξασφαλίσει ή έστω να εξασφαλίσει τα στοιχεία του προσώπου που την εξέδωσε για να μπορεί να τον καλέσει ως μάρτυρα. Τίποτε απ' αυτά δεν φαίνεται να έκανε. Σημειώνω δε ότι στην Έκθεση υπεράσπισης δεν δικογραφείται καν ότι πληρώθηκε σε υδραυλικό ποσό Λ.Κ.500, αλλά η μοναδική αναφορά σε Λ.Κ.500 αφορά σε «Πληρωμές σε εργατικά» (βλ. παρ.9Α της υπεράσπισης - λεπτομέρειες ζημιών που υπέστη ο εναγόμενος υπό στοιχείο 4). Κατά την αντεξέταση του δε και ερωτηθείς ποιου τα εργατικά ζητεί με την 9Α
(4)της υπεράσπισης ανέφερε ότι είναι του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου και επίσης ως ανέφερε είναι και τα έξοδα για τις δύο φορές που έπρεπε να φτιάξει την υγρασία λόγω κακοτεχνιών όπου και πλήρωσε Λ.Κ.450. Ερωτηθείς αν αυτά περιλαμβάνονταν στις Λ.Κ.500 απάντησε καταφατικά τονίζοντας πως είναι όλα μεσα. Ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι με βάση τα όσα ανέφερε μένουν Λ.Κ 50 για τα εργατικά του υδραυλικού και του ηλεκτρολόγου, ανέφερε ότι οι Λ.Κ.50 ήταν για τον υδραυλικό. Σε υπόδειξη ότι αλλάζει την εκδοχή του ανέφερε ότι η θέση του είναι ότι πλήρωσε Λ.Κ.1500 στον υδραυλικό και ηλεκτρολόγο και ότι η ζημιά στον τοίχο παρουσιάστηκε μετά. Οι πιο πάνω εξόφθαλμες αντιφάσεις καταδεικνύουν πιστεύω αβίαστα και το βαθμό σοβαρότητας με τον οποίο αντιμετωπίζει ο ίδιος ο εναγόμενος την όλη διαδικασία, στην οποία με πολλή προχειρότητα προώθησε θέσεις που δεν συνάδουν ούτε με το δικόγραφο του, αλλά ούτε με την κοινή λογική. Περαιτέρω απόδειξη τούτου αποτελεί το Τεκμήριο 19 που είναι η κατ' ισχυρισμό απόδειξη που έλαβε από τον επόμενο ηλεκτρολόγο που προσέλαβε. Και τούτο διότι πέραν του ότι δεν δικογραφείται πουθενά στην Υπεράσπιση ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος υπέστη ζημιά ή έξοδα ηλεκτρολόγου για το ποσό της απόδειξης που είναι €1080, η μοναδική αναφορά στην υπεράσπιση σε ποσό 1080 δεν είναι σε ευρώ αλλά σε Λίρες Κύπρου και αφορά την ισχυριζόμενη απώλεια δύο ενοικίων λόγω καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των εργασιών (βλ. παρ.9Α
(1)της Υπεράσπισης). Ερωτηθείς δε από πότε έχει στην κατοχή του το Τεκμήριο 19 ανέφερε ότι το έχει από πάντα, ενώ διευκρίνισε ερωτηθείς σχετικά ότι το είχε και όταν έδιδε οδηγίες στους δικηγόρους του για καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αφού τα είχε όλα σε ένα file όπως ανέφερε. Ερωτηθείς αν το έδωσε στο δικηγόρο του ανέφερε ότι δεν το έδωσε, αλλά θυμόταν ότι το είχε. Το εύλογο βέβαια ερώτημα που γεννάται είναι γιατί εάν πράγματι είχε το εν λόγω τεκμήριο ως αναφέρει και μάλιστα σε ένα file, δεν το παρουσίασε ούτως ώστε το δικόγραφο του να συνταχθεί ορθά. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι επειχείρησε να συνδέσει το ποσό των €1080 της απόδειξης Τεκμήριο 19 με το ποσό των Λ.Κ. 1000 που αναφέρεται στην στην Υπεράσπιση, όμως και αυτό το εγχείρημα απέτυχε παταγοδώς. Συγκεκριμένα κληθείς δε να υποδείξει πως προκύπτει το ποσό των ΛΚ. 1000 που αφορά σύμφωνα με την παράγραφο 9 Α
(3)της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης «Πληρωμές για αποκατάσταση κακοτεχνιών και προβληματικών υλικών Λ.Κ. 1000» παρέπεμψε στο Τεκμήριο 19 χωρίς όμως να μπορεί να εξηγήσει εάν το εν λόγω τεκμήριο αφορούσε μη εκτελεσθείσες εργασίες ή επιδιόρθωση κακοτεχνιών. Σε υπόδειξη δε ότι το Τεκμήριο 19 είναι για €1080 ενώ η σχετική αναφορά στην ανταπαίτηση είναι για Λ.Κ.1000, ανέφερε ότι το τιμολόγιο είναι το σωστό αλλά στην ανταπαίτηση του αναφέρεται και σε κακοτεχνίες και ελαττωματικά υλικά, ενώ στην απόδειξη αναφέρονται και άλλα πράγματα. Τούτα βέβαια ως είναι προφανές συγχύζουν παρά εξηγούν και πάντως δεν επιτρέπουν να κατανοηθεί πως είναι δυνατόν ο ΜΥ1 να προσπαθεί να πείσει ότι ταυτίζονται ή έστω σχετίζονται αναφορές σε διαφορετικά ποσά και νομίσματα, ήτοι €1080 με Λ.Κ.1000. Σε ερώτηση δε πώς, ενώ τα ποσά που αναφέρει στις παραγράφους 9(β)(iii),(iv),(
- v)συμποσούνται σε Λ.Κ.220, ο ίδιος έχει απόδειξη για €1080, ανέφερε ότι η απόδειξη αφορά τόσο τις ζημιές όσο και τις μη εκτελεσθείσες εργασίες, αφήνοντας να νοηθεί ότι σε κάθε περίπτωση η απόδειξη Τεκμήριο 19 περιλάμβανε τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και τα οποία συμποσούνται σε Λ.Κ.220. Όμως η ζημιά που αναφέρεται στην παράγραφο 9 (β)(iii) και αφορά στην αντένα δεν περιλαμβάνεται στην απόδειξη των €1080 όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, όπως δεν περιλαμβάνεται και το ποσό των Λ.Κ.50 που αναφέρεται στην παράγραφο 9 (β)(
- iv)που αφορά στη διακλάδωση των τηλεφώνων. Σημειώνω δε ότι σε άλλο σημείο ερωτηθείς ως προς το ζήτημα της αντένας ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσα πλήρωσε και δεν είχε απόδειξη για την επιδιόρθωση που ισχυρίστηκε. Σημειώνω επίσης ότι για το ζήτημα της διακλάδωσης που ισχυρίζεται στην παράγραφο 9(β)(
- iv)ερωτηθείς σε άλλο σημείο γιατί δεν το αξιώνει στις λεπτομέρειες ζημιάς στην παρ. 9Α της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δεν μπορούσε να δώσει απάντηση, ενώ δεν παρουσίασε απόδειξη παρ' όλο που του ζητήθηκε, και δεν κατονόμασε καν το πρόσωπο που κατά τη θέση του προέβη στη σχετική επιδιόρθωση. Ανεξαρτήτως τούτου όμως η ίδια η απόδειξη Τεκμήριο 19, ιδωμένη αφ' εαυτής σίγουρα δεν πείθει για τη γνησιότητα της, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το ότι δεν κλήθηκε το πρόσωπο που την εξέδωσε χωρίς καμία ουσιαστική εξήγηση, δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο για την αποδοχή της εν λόγω εξ ακοής μαρτυρίας λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, οι οποίες διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας (βλ. άρθρο 27 του Κεφ.9 ως ετροποιήθη με το Ν.32(Ι)/2004). Και τούτο διότι πέραν του ότι δεν φέρει ημερομηνία και υπογραφή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου αφορά σε εργασίες που έγιναν το 2006[3], και σίγουρα πριν το 2008 που η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επομένως είναι άξιον απορίας γιατί η απόδειξη αναφέρεται σε ποσό σε ευρώ και όχι λίρες. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 19 το κατασκεύασε ο ίδιος για να το φέρει στο Δικαστήριο εξ ου και δεν φέρει ημερομηνία ή υπογραφή ανέφερε, ότι υπάρχουν τηλέφωνα. Παρά ταύτα όμως και παρά τη σθεναρή αμφισβήτηση όλων των σχετικών του θέσεων από την ενάγουσα, δεν κάλεσε το πρόσωπο το οποίο προέβη στην έκδοση της απόδειξης για να το επιβεβαιώσει, για λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο. Άλλη σοβαρότατη αντίφαση προκύπτει από τις αναφορές του εν σχέσει με το Τεκμήριο 11 (ειδοποίηση προς την ΑΗΚ για επιθεώρηση και έλεγχο). Σε σχέση με αυτό ενώ αρχικά δεχθηκε ότι πρέπει να το πήρε ο ΜΕ1 στην ΑΗΚ στη συνέχεια όταν του υπεδείχθη ότι στο Τεκμήριο 19 αναφέρεται ότι την εργασία αυτή την έκανε άλλος, έσπευσε να αναφέρει ότι δεν εντοπίζει σφραγίδα της εταιρείας του ΜΕ1 ούτε και κάτι επίσημο της ΑΗΚ. Σε υποβολή ότι ενώ αρχικά δέχθηκε ότι το πήρε ο ΜΕ1 στη συνέχεια και μετά την υπόδειξη ότι με το Τεκμήριο 19 φαίνεται να αξιοί το ποσό για την εργασία αυτή ως εκτελεσθείσα από άλλο πρόσωπο, επανέλαβε ότι με μια καλύτερη ματιά είδε ότι η αίτηση είναι χωρίς κάτι επίσημο της ΑΗΚ και στη σελ. 3 δεν έχει σφραγίδα της εταιρείας. Πέραν του ότι στη σελίδα 3 ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω (στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1) δεν είναι ο εργολήπτης που υπογράφει αλλά ο ιδιοκτήτης ο οποίος μπορεί να είναι φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία, η διαφοροποίηση της θέσης του μάρτυρα όταν διαπίστωσε ότι η αρχική τοποθέτηση του δεν τον συνέφερε, είναι προφανής. Επίσης πολύ κακή εντύπωση έκανε στο Δικαστήριο και το γεγονός ότι με περισσό θράσος θα έλεγα και χωρίς βέβαια κανένα στοιχείο προχώρησε και καταλόγισε στο συνήγορο της ενάγουσας συμμετοχή στη σύνταξη του, κατά τη θέση του εναγόμενου, εκ των υστέρων κατασκευασθέντος Τεκμηρίου 7, ενώ ερωτηθείς που βασίζει αυτή του θέση ανέφερε ότι τη βασίζει στο ότι όπως υποστήριξε για πρώτη φορά είδε το έγγραφο αυτό στο γραφείο του εν λόγω δικηγόρου, θέση η οποία για να πω το ολιγότερο δεν παρέχει έρεισμα για τις αιτιάσεις του εναγόμενου κατά του δικηγόρου. Καταδεικνύει όμως ότι ο ίδιος ο εναγόμενος όταν προβαίνει στις τοποθετήσεις του δεν αισθάνεται ότι θα πρέπει αυτές να είναι το αποτέλεσμα τεκμηριωμένης σκέψης, αρκεί να βοηθούν τον ίδιο και τα όσα επιθυμεί να προωθήσει, νοοτροπία η οποία πρέπει να πω ότι ήταν εμφανής και διάχυτη σε όλη του τη μαρτυρία. Άλλη κεφαλαιώδους σημασίας αντίφαση παρατηρείται σε σχέση με τη θέση του ως προς το ζήτημα της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί του προκειμένου πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης του ΜΕ1 και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Τονίζω όμως ότι ενώ αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ξεκάθαρα ότι η συμφωνία βασιζόταν στα όσα προβλέπονταν στα σχέδια τα οποία παρέδωσε στον ΜΕ1 με οδηγίες να τα δει και να του αναφέρει το ποσό που θα ήθελε για να τελειώσει τις εργασίες που περιλαμβάνονται στα σχέδια και τίποτε άλλο, στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του όταν αντελήφθη ότι κάποια πράγματα δεν περιλαμβάνονταν στα σχέδια άρχισε να διαφοροποιεί τη θέση του και να λέει ότι ανέφερε και συγκεκριμένα πράγματα στον ΜΕ1 προτού συμφωνήσουν τα οποία περιλήφθηκαν στην τιμή. Συγκεκριμένα σε υποβολή ότι στα σχέδια σύμφωνα με τα οποία ο ίδιος λέει ότι έγινε η συμφωνία δεν προβλέπετο η σύνδεση με τρεχούμενο νερό ανέφερε ότι το ζήτησε από την αρχή για όλα τα διαμερίσματα. Σε υποβολή ότι λέει ψέματα αφού η θέση του ήταν ότι η συμφωνία τους όπως ο ίδιος την ανέφερε ήταν να προβεί (ο ΜΕ1) στις εργασίες όπως προβλέπονταν στα σχέδια και τίποτε άλλο, ανέφερε ότι το ζήτησε από την αρχή πριν του πει τιμή ο ΜΕ1 όπως και τις πρόνοιες των ορόφων. Ερωτηθείς γιατί αυτό δεν το ανέφερε πιο πριν ανέφερε ότι τώρα ερωτήθηκε περί τούτου, πράγμα το οποίο σίγουρα δεν μπορεί να καλύψει τη σαφή διαφοροποιήση της θέσης του εναγόμενου ο οποίος είχε ρητώς αναφέρει στην κυρίως εξέταση του ότι μόνο τα σχέδια έδωσε στον ΜΕ1 και τίποτε άλλο και με βάση αυτά προέκυψε το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει και το οποίο ήταν Λ.Κ.9500 χωρίς ΦΠΑ. Ερωτηθείς μάλιστα γιατί δεν ανέφερε, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις επιπλέον εργασίες, ότι οι πρόνοιες των ορόφων ως και το τρεχούμενο νερό δεν ήταν extra επειδή περιλαμβάνονταν στην τιμή επειδή το είχε ζητήσει, απάντησε αναφέροντας ότι η θέση του ήταν ότι εκτός από το σύστημα συναγερμού και την καλωδίωση, δεν ζήτησε extra εννοώντας ότι κάποια τα ζήτησε από την αρχή όπως το τρεχούμενο νερό, θέση η οποία σαφώς και δεν συμβιβάζεται με την αρχική και σίγουρα δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής, αφού αυτό που ο ίδιος αναφέρει ότι εννούσε σίγουρα δεν μπορεί σε καμία να θεωρηθεί ότι εξυπακούετο από τα λεγόμενα του, τα οποία ήταν σαφή στην κυρίως εξέταση του, όπου ανέφερε ότι η προσφορά των Λ.Κ.9500 λήφθηκε με βάση τα σχέδια και τίποτε άλλο. Επίσης ερωτηθείς σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 13 η θέση του ήταν συγκεχυμένη αφού σε κάποια σημεία ανέφερε ότι δεν την έλαβε ενώ σε άλλο φαίνεται ότι δέχθηκε ότι την έλαβε ενώ σε άλλο σημείο δεν ήταν βέβαιος. Με δεδομένο το γεγονός ότι το Τεκμήριο 13 περιλαμβανομένης και της δήλωσης του επιδότη δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 αλλά ούτε στην ουσία και από τον εναγόμενο, μαρτυρεί πως πράγματι ο εναγόμενος έλαβε τη σχετική επιστολή στην οποία γίνεται αναφορά στο όνομα της ενάγουσας, και επομένως θεωρώ ότι ο μονος λόγος για τον οποίο αρχικά προσπάθησε να αναφέρει ότι δεν την έλαβε ήταν για να προσδώσει περαιτέρω πειστικότητα στη θέση του ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη της ενάγουσας μέχρι που έλαβε την αγωγή. Αντιφατική ήταν και η θέση του καθ' όσον αφορά την αλλαγή διασωληνώσεων στους ηλιακούς αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1. Άλλη θέση του στην οποία καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί αποτελεί η θέση του σε σχέση με την επιπλέον βρύση στο χώρο των κοινοχρήστων όπου ανέφερε ότι αυτήν την έβαλε ο νέος υδραυλικός. Τέτοια θέση για πρώτη φορά ακούστηκε από τον εναγόμενο και ουδέποτε τέθηκε στον ΜΕ1 ενόσω κατέθετε γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς το βάσιμο της, ενώ ως μονόπλευρη σίγουρα είναι απορριπτέα. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα των κακοτεχνιών σημειώνω ότι παρά τη σπουδή με την οποία τόσο ο ίδιος ο ΜΥ1 όσο και σύζυγος του προώθησαν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους κανείς δεν ήταν εμπειρογνώμονας στο συγκεκριμένο θέμα, όπως άλλωστε και οι ίδιοι παραδέχθηκαν, ενώ για άγνωστους προς το Δικαστήριο λόγους παρά το ότι έγινε αναφορά σε διάφορα άτομα που επισκέφθηκαν την οικία τους και εξέφρασαν μάλιστα και γνώμη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ΜΥ1 και ΜΥ2, για τα προβλήματα του έργου, ουδείς προσήλθε να καταθέσει. Συνακόλουθα δεν μπορώ να δεχθώ τις οποιεσδήποτε θέσεις τέθηκαν από τα πρόσωπα αυτά σε σχέση με το ζήτημα των κακοτεχνιών, αφού στο βαθμό που εξέφραζαν προσωπική γνώμη, δεν είχαν την απαιτούμενη κατάρτιση για να το πράξουν ενώ στο βαθμό που μετέφεραν εξ ακοής μαρτυρία στο Δικαστήριο, δεν θεωρώ ορθό να αποδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα υπό τις περιστάσεις λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9. Μεταξύ άλλων αναφέρω ότι δεν δόθηκε κανένας καλός λόγος για τον οποίο δεν κλήθηκαν τα ίδια τα πρόσωπα αυτά για να καταθέσουν για ένα τόσο ουσιαστικό μάλιστα επίδικο ζήτημα, ενώ δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς έγιναν οι δηλώσεις τους και εάν μεταφέρθηκαν επακριβώς, και σίγουρα δεν θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής κάποιου το κίνητρο που είχε τόσο ο εναγόμενος οσο και η σύζυγος του να παραποιήσουν τα γεγονότα. Η δε σύζυγος του εναγόμενου έκανε αναφορά μάλιστα σε δηλώσεις προσώπων που δεν μπορούσε καν να κατονομάσει, ενώ σε σχέση με τον υδραυλικό δέχθηκε ότι μετέφερε το τί είπε στην ίδια ο σύζυγος της ο οποίος είχε μιλήσει στον υδραυλικό (δεύτερου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία). Εν πάσει περιπτώσει σημειώνω ότι σε σχέση με τις διαρροές εν τέλει ο εναγόμενος δέχθηκε και ο ίδιος ότι πράγματι δεν γνωρίζει, αλλά υποθέτει για το μέρος που έσπασε και προκάλεσε τη διαρροή. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι στο ζήτημα αυτό παρατηρείται και διάσταση στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του σε σχέση με τη μαρτυρία του, αφού ενώ με τη μαρτυρία του αναφέρθηκε σε δύο μεγάλες διαρροές στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο οι οποίες παρατηρήθηκαν από τότε που λειτούργησε το σύστημα ως ανέφερε, στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρει ότι μόνο μια σωλήνα είχε διαρροή, γεγονός που προσθέτει στην γενικά αναξιόπιστη εικόνα του. Διάσταση παρατηρείται και στη δικογραφημένη θέση του αναφορικά τα κλιματιστικά, αφού ενώ στην υπεράσπιση στις λεπτομέρειες παράβασης δεν αναφέρει ότι είχαν πρόβλημα οι πρόνοιες, αλλά λέει ότι η εγκατάσταση για τα 3 κλιματιστικά δεν έγινε ποτέ, ο ίδιος υποστήριξε με τη μαρτυρία του ότι οι πρόνοιες για τα κλιματιστικά δεν τοποθετήθηκαν εκεί που έπρεπε γεγονός που ως ανάφερε το ανακάλυψε μετά που τέλιωσαν τα διαμερίσματα. Ερωτηθείς γιατί δεν αναφέρεται η θέση του αυτή στην υπεράσπιση ανέφερε ότι δεν τα θυμόταν όλα. Εύλογα βέβαια διερωτάται κάποιος πως τότε δεν τα θυμόταν όλα και 6 και πλέον έτη μετά θυμήθηκε κάτι, το οποίο μάλιστα δεν συμβαδίζει με τα όσα αρχικά ισχυρίστηκε στην υπεράσπιση του. Η δε θέση ότι οι διακόπτες ήταν «αμφιβόλου ποιότητας» προέκυψε, ως τελικά διεφάνη, από τα λεγόμενα του νέου ηλεκτρολόγου τον οποίο ως ανέφερε εμπιστεύτηκε «διότι δεν είναι αστείο το ρεύμα», και τον οποίο όμως δεν κάλεσε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Την εξ ακοής αυτή μαρτυρία σίγουρα δεν μπορώ να την αποδεχθώ υπό αυτές τις περιστάσεις. Πέραν των πιο πάνω η θέση του ότι πολλές εργασίες δεν είχαν διεκπεραιωθεί ή και ότι υπήρχαν καθυστερήσεις ή και ότι παρατηρήθηκε διαρροή στο μπάνιο, δεν έχει συνοχή αφού εάν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα σίγουρα δεν θα είχε λόγο να μην επέτρεψει στο ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει το μέρος και τις εργασίες. Τουναντίον θα αναμένετο να το επιδιώκει για να διαφανεί μέσω ενός τρίτου και ανεξάρτητου οργάνου το αληθές της θέσης του. Η θέση που επιχείρησε να προβάλει ότι δηλαδή εάν άφηνε το ΕΤΕΚ να επιθεωρήσει, το ΕΤΕΚ θα τον υποχρέωνε να πάρει πίσω στη δουλειά τον ΜΕ1 για να πω το ολιγότερο στερείται σοβαρότητας και σίγουρα δεν μπορεί να πείσει. Πέραν τούτου η θέση αυτή από μόνη της εμπεριέχει και μια έμμεση παραδοχή του ότι ο ΜΕ1 δεν έπραξε κάτι μεμπτό, άλλως πως δεν θα υπήρχε λόγος να υποψιάζεται ή να φοβάται ο εναγόμενος, ότι το ΕΤΕΚ θα του επέβαλλε να πάρει πίσω τον ΜΕ1. Αξιοσημείωτη ήταν και η απαξιωτική έως και αλαζονική του απάντηση στο ερώτημα του γιατί ενόψει του ότι δεν είναι ειδικός δεν αφησε το ΕΤΕΚ να εξετάσει την περίπτωση, όπου ανέφερε ότι «είναι κοινή λογική αν υπάρχει καθυστέρηση ή κακοτεχνίες» και ο ίδιος δεν χρειαζόταν κάποιον για να του πει ότι «ο ΜΕ1 άλλα λέει και άλλα χρεώνει». Στην ίδια γραμμή ήταν και απάντηση του σε σχέση με το ερώτημα γιατί δεν ανέφερε τα παράπονα του στον επιβλέποντα αρχιτέκτονα Γιώργος Χρίστου για να αποφασίσει αυτός αν υπήρχε καθυστέρηση ή αν οι επιπλέον εργασίες ήταν παράλογες, όπου εμμέσως πλην σαφώς και πάλιν ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν εις θέση να αντιληφθεί και να αποφασίσει και δεν χρειαζόταν την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα. Ενώ δε στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφέρει ρητώς ότι δεν έγιναν επιπλέον «extra» εργασίες, με τη μαρτυρία του δέχθηκε ότι το σύστημα συναγερμού και η καλωδίωση για τη διάτρηση (την οποία σημειωτέον ο ΜΕ1 δεν διεκδικεί ως επιπλέον εργασία) δεν περιλαμβάνονταν στη συμφωνία και ήταν επιπλέον εργασίες. Η δε θέση του ότι πάντα ήταν πρόθυμος να πληρώσει τα χρήματα αυτά μετά τη διακοπή της συνεργασίας, δεν συνάδει με το ότι αρνείται πλήρως ότι έγιναν οποιεσδήποτε επιπλέον εργασίες στην υπεράσπιση του. Δεν μου διαφεύγει ότι και ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι σε κάποιο στάδιο ο ΜΥ1 του είχε προτείνει το ποσό των Λ.Κ.300, πλην όμως τούτο δεν διαφοροποιεί την ανακολουθία η οποία παρατηρείται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τις θέσεις του ο εναγόμενος, γεγονός που σίγουρα δεν βοηθά την γενικότερη εικόνα του ίδιου ούτε και την αξιοπιστία της εκδοχής του. Στην ίδια γραμμή σημειώνω ότι η δικογραφημένη θέση του ότι ο ΜΕ1 εγκατέλειψε το έργο και το επισκέπτετο μόνο για να παρακωλύσει τη συνέχιση του έργου, δεν συνάδει με τη θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος τον εκδίωξε για συγκεκριμένους λόγους. Η θέση του ότι με τον όρο εγκατάλειψη εννοούσε ότι ενώ του ανέθεσε μια εργασία αυτός πήγαινε από τη μια δουλειά στην άλλη και την εκτελούσε με καθυστέρηση, σίγουρα δεν συνάδει με το σαφές νόημα της παραγράφου 9(
- i)της υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι «Παρέλειψε να ολοκληρώσει τις εργασίες ως είχε συμφωνηθεί. Αντί αυτού εγκατέλειψε το έργο και επισκέπτετο την οικοδομή με μόνο σκοπό την παρακώλυση της συνέχισης του έργου με απειλές και εκφοβισμό των ηλεκτρολόγων και/ή εργολάβων και/ή υδραυλικών που ανέλαβαν την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και την αποπεράτωση του έργου». Ως προς το ζητημα των καθυστερήσεων επαναλαμβάνω τα όσα έχουν αναφερθεί στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ1 και περαιτέρω σημειώνω ότι με δεδομενες όλες τις πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΕ1 δεν είμαι διατεθειμένη να αποδεχθώ τη θέση του σε σχέση με το ζήτημα αυτό, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η μαρτυρία τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του ήταν επί του προκειμένου γενική και αόριστη και βασιζόταν στο ότι σε κάποιες περιπτώσεις που επισκέφθηκαν το μέρος και τις οποίες η σύζυγος του προσδιόρισε σε 2-3, ο ΜΕ1 δεν ήταν εκεί. Ως προς το ζήτημα των ζημιών του εναγόμενου από τα ενοίκια που αναγκάστηκε να πλήρωσει ο ίδιος καθώς και από ενοίκια που απώλεσε λόγω της ισχυριζόμενης καθυστέρησης του ΜΕ1 να ολοκληρώσει έγκαιρα της εργασίες του, σημειώνω τα εξής. Πέραν του ότι ως και πιο πάνω ανέφερα δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός περί καθυστέρησης για τους λόγους που προανέφερα ούτως ώστε να έχει οποιαδήποτε σημασία το ζήτημα της ενοικίασης, σημειώνω ότι εφόσον ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι η οικοδομή δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης μέχρι και τη στιγμή που κατέθετε στο Δικαστήριο, είναι άξιον απορίας για ποια ζημιά μιλά αφού ούτως ή άλλως σύμφωνα με το νόμο δεν εδικαιούτο να χρησιμοποιεί ή να ενεργεί ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί την οικοδομή καθ' οιονδήποτε τρόπο πριν την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού[4], αφού κάτι τέτοιο συνιστά ποινικό αδίκημα. Υπο το φως όλων των πιο πάνω και χωρίς ίχνος δισταγμού απορρίπτω τη μαρτυρία του εναγόμενου αφού δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο εναγόμενος προέβαλε αυτές τις εν πολλοίς αλλοπρόσαλλες θέσεις σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγει να πληρώσει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, εξ ου και ως πιο πάνω ανέφερα δεν επέτρεψε και στο ΕΤΕΚ να προχωρήσει στην επιθεώρηση του έργου στα πλαίσια των ενεργειών στις οποίες ο ΜΕ1 προέβη. Ερχόμενη τώρα στην ΜΥ2 πρέπει να πω ότι ούτε αυτή η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Το κυριότερο στοιχείο στη μαρτυρία της το οποίο προβληματίζει ήταν ότι σε πολλές περιπτώσεις προέβαινε σε αναφορές αφήνοντας να νοηθεί ότι τα όσα ανέφερε προέρχονταν από δική της γνώση για να παραδεχθεί λίγο αργότερα ότι οι αναφορές της βασίζονταν σε πληροφορίες που έλαβε από άλλα πρόσωπα, τα οποία μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις δεν μπορούσε καν να κατονομάσει. Για παράδειγμα ενώ στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι η δουλειά δεν έγινε καλά αφού παρατηρήθηκαν ως ανέφερε διαρροές (βλ. και φωτογραφίες τις οποίες τράβηξε και εκτύπωσε ως ανέφερε η ίδια λίγες μέρες πριν την κατάθεση της στο Δικαστήριο), ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση πως ενώ δεν είναι ειδικός αποδίδει την ευθύνη για τις διαρροές στον ΜΕ1 ανέφερε ότι ήρθε υδραυλικός και επιδιόρθωσε τη ζημιά και κατά τα λεγόμενα του ευθύνη έφερε ο προηγούμενος υδραυλικός. Ερωτηθείσα δε αν η άποψη της είναι αυτή επειδή της το ανέφερε κάποιος άλλος απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα δε αν γνωρίζει ποιος είναι αυτός ο υδραυλικός ή αν του μίλησε απάντησε αρνητικά και διευκρίνισε ότι του μίλησε ο σύζυγος της και ότι η ίδια μεταφέρει το τι της είπε ο σύζυγος της. Επίσης σημειώνω ότι δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει το όνομα του, όπως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα του τεχνικού που έφεραν για να «ξύσει» τους τοίχους με τον οποίο επέμενε ότι μίλησε. Ερωτηθείσα δε αν ο σύζυγος της πλήρωσε για τη δουλειά που έγινε μέχρι τη διακοπή της συνεργασίας, απάντησε καταφατικά με εξαίρεση το συναγερμό για τον οποίο όπως ανέφερε ο ΜΕ1 δεν δεχόταν να πληρωθεί, για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι η γνώση της πηγάζει από τα όσα της ανέφερε ο σύζυγος της. Ερωτηθείσα να εξηγήσει επί ποιας βάσης υποστηρίζει ότι ήταν λανθασμένη η τοποθέτηση των προνοιών του κλιματιστικού, ανέφερε ότι οι ίδιοι δεν το ήθελαν να βρίσκεται στην είσοδο. Ερωτηθείσα αν ήξερε σε ποιο σημείο ήταν οι πρόνοιες επί των σχεδίων απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα τότε πως ξέρει ότι ήταν λάθος ανέφερε και πάλιν ότι βασίζεται στο τι της έχει πει ο σύζυγος της. Σε υποβολή ότι πρόνοιες για το κλιματιστικό είχαν υποδειχθεί στον ΜΕ1 από τον αρχιτέκτονα ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Επίσης η θέση της ότι ο ΜΕ1 μετά την παύση του απειλούσε το νέο τεχνικό διεφάνη ότι και αυτή βασιζόταν στα όσα της ανέφερε ο ΜΥ1 αφού σε υποβολή ότι έγιναν διαδικασίες στο ΕΤΕΚ και πως την ίδια περίοδο έγινε υπομνηση στο νέο τεχνικό από τον ΜΕ1 ότι δεν εδικαιούτο με βάση τους κανονισμούς να αναλάβει εφόσον ήταν απλήρωτος ο προηγούμενος, ανέφερε ότι ο σύζυγος της της ανέφερε ότι ο Βασίλης απειλούσε το νέο τεχνικο. Κληθείσα να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την απειλή όπως που και πως έλαβε χώρα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Επίσης σημειώνω ότι πολύ κακή εντύπωση έκανε και η γενικότερη προσπάθεια της να αναφερθεί σε τεχνικά θέματα των οποίων ως και η ίδια παραδέχθηκε δεν ήταν γνώστης για να υποστηρίξει την υπόθεση του συζύγου της. Παραπέμπω δε στα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν επί του προκειμένου στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1. Ως προς τις φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν και οι οποίες λήφθηκαν μόλις λίγες μέρες πριν την ημερομηνία που κατέθεσε στο Δικαστήριο σύμφωνα με την ίδια, αυτές σίγουρα δεν μπορούν, στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα που να τις συσχετίζει με τις εργασίες του ΜΕ1, να καταδείξουν κακοτεχνία οφειλόμενη στην ενάγουσα, μετά από την πάροδο μάλιστα έξι και πλέον χρόνων. Με δεδομένα τα πιο πάνω ως και το προφανές συμφέρον της ΜΥ2 από την έκβαση της υπόθεσης ως και το γεγονός ότι πλείστα όσα ανέφερε βασίζονταν στα όσα άλλα πρόσωπα της ανέφεραν κάποια εκ των οποίων παρέμειναν άγνωστα, ενώ ο ΜΥ1 επί του οποίου επίσης βασίστηκε για να καταθέσει κρίθηκε αναξιόπιστος, θεωρώ ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια για να γίνει αποδεχτή η μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα. Η εναγουσα η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρείων δια του διευθυντή της ΜΕ1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τις απαραίτητες άδειες για την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν την παρούσα υπόθεση, προέβη σε συμφωνία με τον εναγόμενο ως το Τεκμήριο 7 για την εκτέλεση των εργασιών που αναφέρονται σε αυτό, έναντι της συνολικής αμοιβής των Λ.Κ.9607 πλέον Φ.ΠΑ. Η εν λόγω συμφωνία δεν περιείχε οποιοδήποτε όρο αναφορικά με το χρόνο διεκπεραίωσης των εργασιών. Ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας διεκπαιρέωσε τις εργασίες πλην 4 ρευματοδότες (πρίζες) και 2 ρευματοδότες για συσκευές μαγειρικής (cooker) συνολικής αξίας Λ.Κ.50 τις οποίες δεν μπόρεσε να εκτελέσει αφού ο εναγόμενος έπαυσε την ενάγουσα περί τον Δεκέμβριο του 2005. Περαιτέρω δεν εκτέλεσε μέρος της εργασίας που αφορούσε την τοποθέτηση του κατανεμητή της ΑΤΗΚ, εργασία για την οποία η συνολική χρέωση με βάση το Τεκμήριο 7 ήταν Λ.Κ.80. Επίσης αποτελεί εύρημα μου ότι η ενάγουσα δια του διευθυντή της πάντα ΜΕ1 προ της παύσης της εκτέλεσε και επιπλέον εργασίες οι οποίες ζητήθηκαν από τον εναγόμενο δηλαδή εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 7, ως το Τεκμήριο 12 (εξαιρουμένων των σκαψιμάτων για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1). Η συνολική αξία των εργασιών αυτών ως καθορίστηκε από τον ΜΕ1 σύμφωνα με το Τεκμήριο 12 ήταν Λ.Κ. 1400 πλέον Φ.Π.Α και η αξία των σκαψιμάτων (τα οποία περιλαμβάνονται στο πιο πάνω ποσό) ήταν Λ.Κ.300 πλέον ΦΠΑ. Ο εναγόμενος έναντι των εργασιών αυτών κατέβαλε ποσό Λ.Κ.8000. Νομική Πτυχή Έχει πολλάκις νομολογηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι τυχόν παραβίαση ουσιώδους όρου μιας συμφωνίας δίδει δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να τερματίσει κατ' εκλογή του τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις από το υπαίτιο μέρος. Επίσης σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων διακρίνονται τρεις ουσιαστικά περιπτώσεις που οδηγούν στην απαλλαγή του αναίτιου μέρους της συμφωνίας από τη συμφωνία και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles, 27η έκδοση σελ. 1160-1161 παρά. 24-015:- "Circumstances of discharge. The three sets of circumstances giving rise to a discharge of contract are tabulated by Anson as:
(1)renunciation by a party of his liabilities under it;
(2)impossibility created by his own act; and
(3)total or partial failure of performance. In the case of the first two, the renunciation may occur or the impossibility be created either before or at the time for performance. In the case of the third it can occur only at the time or during the course of performance. Moreover, if the third be partial, the failure must occur in a matter which goes to the root of the contract. All these acts may be compendiously described as repudiation, though that expression is more particularly used of renunciation before the time for performance has arrived." Ιδιαίτερα σχετικές με τα εγειρόμενα στην υπό εξέταση υπόθεση ζητήματα είναι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της αποκήρυξης μιας συμφωνίας (renunciation) η οποία, όταν υφίσταται, δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να θεωρήσει ότι έχει απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις που τον βαραίνουν στη βάση της συμφωνίας. Οι αρχές αυτές παρατίθενται με ευκρίνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS General Principles, 27η έκδοση, σελ.1161 παρα. 24-016:- "Renunciation: A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evidences an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. . . . . .." Με απλά λόγια διαπιστώνεται η αποκήρυξη μιας συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει ή ρητά διακηρύττει ότι δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε, βάσει της συμφωνίας, σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Η απόλυτη δε άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του ότι απαλλαγμένο από τις δικές του υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας. Ως προς τα δικαιώματα του αναίτιου μέρους σε τέτοια περίπτωση σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα «Chitty on Contracts », 25η έκδ., Τόμος Ι, παράγρ.1630, σελ.899, κάτω από τον τίτλο "Position of innocent party": «Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the other´s breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract. Discharge also deprives him of any right as against the other party to continue to perform them. After such discharge he is not bound to accept, or pay for, any further performance by the other party. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Rights unconditionally acquired by him before the time of discharge in principle remain unaffected. Thus he can retain or recover sums paid or due or sue in respect of breaches committed before that time». (η έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς είναι ουσιώδες να αποφασισθεί κατά πόσον ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία που σύμφωνα με τα ανωτέρω ευρήματα μου καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ή σε κάθε περίπτωση κατά πόσον συνέτρεχαν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που επέτρεπαν στον εναγόμενο να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από αυτήν. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική θα πρέπει να αποφασισθεί ποιες αποζημιώσεις δικαιούται και περαιτέρω κατά πόσον η ενάγουσα μπορεί να διεκδικεί αμοιβή για τις προ του τερματισμού εκτελεσθείσες εργασίες ως η απαίτηση της. Εάν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι αρνητική τότε θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσον πόσον η συμπεριφορά του εναγόμενου να τερματίσει την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ισοδυναμούσε με αποκήρυξη της συμφωνίας από τον ίδιο τον εναγόμενο δίνοντας το δικαίωμα στην ενάγουσα να θεωρήσει ότι απηλλάγη η ίδια από τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας, καθώς και δικαίωμα να αξιώσει αμοιβή για εκτελεσθείσες προ της αποκήρυξης εργασίες οι οποίες δεν πληρώθηκαν ως και αποζημιώσεις. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και των ευρημάτων μου, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογούσε τον από πλευράς του εναγόμενου τερματισμό της συμφωνίας, αφού η μαρτυρία του εναγόμενου δεν κρίθηκε αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει ουδείς όρος της συμφωνίας είχε παραβιασθεί, ενώ κανένας λόγος συνέτρεχε για να θεωρήσει τον εαυτό του ο εναγόμενος απαλλαγμένο από τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας. Και τούτο διότι αφ' ενός το γεγονός που ο εναγόμενος πρόβαλε ότι δηλαδή ο ΜΕ1 του παρουσίασε χρεώσεις για τις επιπλέον εργασίες ήταν δικαίωμα της ενάγουσας που πηγάζει από την ίδια τη συμφωνία των μερών, η οποία δεν προέβλεπε χρέωση για τις εργασίες που αξιούνται ως επιπλέον εργασίες και οι οποίες εκτελέστηκαν από την ενάγουσα με πρόθεση η τελευταία να αμοιφθεί για αυτές (βλ. και Τεκμήριο 7 στην τελευταία σελίδα) και αφ' ετέρου σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης που πρόβαλε, τούτο δεν έγινε αποδεκτό για όλους τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Αρκεί να σημειώσω ότι ο χρόνος εκπλήρωσης της συμφωνίας δεν προσδιορίστηκε για να τίθεται θέμα παραβίασης του σχετικού όρου. Σημειώνω δε ότι ακόμα και εάν προσδιοριζόταν, ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, ουσιώδη όρο σε μια σύμβαση σύμβασης εκτός αν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της (βλ. άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Ο χρόνος θεωρείται ουσιώδης και αποτελεί συστατικό στοιχείο, η μη τήρηση του οποίου καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη, στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στη συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή όταν κάποιο μέρος τον καταστήσει ουσιώδη όρο θέτοντας εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση (βλ. Chitty on Contracts 25η έκδοση, παρ. 1391). Με βάση τα πιο πάνω καθίσταται προφανές ότι η ενέργεια του εναγόμενου να τερματίσει τη συμφωνία και να εκδιώξει την ενάγουσα από το υποστατικό αναφέροντας της ότι δεν θα της καταβάλει άλλα χρήματα και ότι θα προσλάβει άλλο πρόσωπο για να διεκπεραιώσει τις εναπομείνασες εργασίες συνιστά αποκήρυξη της συμφωνίας από πλευράς του ίδιου του εναγόμενου. Η δε ενάγουσα ως το αναίτιο μέρος εδικαιούτο να θεωρήσει τον εαυτό της απαλλαγμένο από οποιεσδήποτε περαιτέρω υποχρεώσεις βάση της σύμβασης όπως και έπραξε με βάση τα γεγονότα, και περαιτέρω εδικαιούτο να διεκδικήσει τα οφειλόμενα ποσά για εκτελεσθείσες μέχρι την στιγμή της αποκήρυξης εργασίες ως και αποζημίωση για τις όποιες ζημιές της συνεπεία της αποκήρυξης, πράγμα που επίσης έπραξε δια της παρούσας αγωγής. Σχετικό ειναι το απόσπασμα που παρατίθεται πιο πάνω από τον Chitty on Contracts, 25η έκδ., Τόμος Ι, παράγρ.1630, σελ.899, κάτω από τον τίτλο "Position of innocent party". Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον η ενάγουσα απέδειξε τις απαιτήσεις της και αρχίζοντας από το ποσό των εργασιών που με βάση τη συμφωνία όφειλε να εκτελέσει και εκτέλεσε πριν την αποκήρυξη και δεν πληρώθηκε, σημειώνω ότι η αρχική συμφωνία αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.9607 πλέον Φ.Π.Α. Η ενάγουσα συμφωνα με την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας εκτέλεσε όλες τις εργασίες που προβλέποντο στη συμφωνία πλην της εφαρμογής του καπακιού 4 πριζών και 2 πριζών για μαγειρικές συσκευές (cooker) συνολικής αξίας Λ.Κ.50, ενώ για τους λόγους που εξήγησα στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των Λ.Κ.80 που αφορά στις εργασίες που αφορούν την CYTA. Επομένως το ποσό που δικαιούται ανέρχεται σε Λ.Κ.9477 πλέον ΦΠΑ, (ήτοι Λ.Κ.9607 μείον Λ.Κ.50, μέιον Λ.Κ80, πλέον Φ.Π.Α). Ως προς τις επιπλέον εργασίες σημειώνω ότι στη συμφωνία Τεκμήριο 7 προνοείται ότι: «Αν κατά τη διάρκεια των εργασιών γίνουν προσθέσεις ή αφαιρέσεις, θα υπολογίζονται με βάση τις τιμές μονάδος». Με άλλα λόγια αναγνωρίζεται το ενδεχόμενο εκτέλεσης επιπλέον εργασιών χωρίς όμως να καθορίζονται αυτές ή αμοιβή τους. Με βάση δε την κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες ή και συμφώνησε (με εξαίρεση τα σκαψίματα για λόγους που ήδη εξήγησα) πριν τον παράνομο τερματισμό, στην εκτέλεση όλων των εργασιών που ζητούνται ως επιπλέον εργασίες, ασχέτως του εάν ο ίδιος προώθησε τη θέση (η οποία απερρίφθη) ότι οι χρεώσεις αυτές περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία. Τούτου δοθέντος το ερώτημα που απομένει να εξεταστεί αφορά στο κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται στην αμοιβή που ζητεί ως εύλογη αμοιβή (quantum meruit) στην απουσία ρητής συμφωνίας καθορίζουσας συγκεκριμένο ποσό αμοιβής. Η απάντηση σίγουρα θα πρέπει να είναι καταφατική, αφού η έλλειψη συμφωνίας που να καθορίζει συγκεκριμένο ποσό αμοιβής δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή στον εναγόμενο των συγκεκριμένων υπηρεσιών που επικαλέστηκε η ενάγουσα (βλ. Βασιλαράς κ.α. ν. Α/φοι Θράσου &Συνεργάτες
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1754[5] ) Σε τέτοια δε περίπτωση όπου δηλαδή πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού (quantum meruit). Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Βασιλάρας (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Επίσης στο σύγγραμμα Pollock& Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Βλ. επίσης και Kyriacou v. Petrou
(1961)C.L.R. 300 και S.O.R.E.L. Ltd v. Servos
(1968)1 C.L.R. 123». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Ανδρέας Μιχαήλ Συμεου άλλως Κλατσιάς ν. Σωτήρης Μιχαήλ κ.α Πολ. Έφεση 9849, 13.1.1999 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Οι αρχές του quantum meruit επεξηγούνται διεξοδικά στο σύγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, των Pollock and Mulla, 11η έκδοση, Τόμος 1, σελ. 723- 729. Προκύπτει σαφώς ότι η αρχή τυγχάνει εφαρμογής όπου η συμβατική σχέση ενυπάρχει ενώ δεν καθορίζεται η αξία ή αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες.( Βλ. επίσης την Way v. Catilla
(1937)3 All E.R 759, η οποία υιοθετείται στην δική μας S.O.R.E.L v. Servos
(1968)1C.L.R 123).» Ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εύλογης αμοιβής στα πλαίσια αυτά σχετικά είναι τα λεχθέντα στην Χ'Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 173 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: . «Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123)». Στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η εφαρμογή των αρχών αυτών σε σχέση με τις επιπλέον εργασίες, οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση των μερών και για την εκτέλεση των οποίων ο εναγόμενος ήταν σύμφωνος, αλλά δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή που θα καταβάλλετο από τον εναγόμενο ο οποίος με βάση την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας ζήτησε, έλαβε και επωφελήθηκε από τις εργασίες αυτές. Σε κάθε περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από την ενάγουσα, έγινε υπό περιστάσεις οι οποίες δεν αφήνουν αμφιβολία ότι θα παρείχοντο επ' αμοιβή. Με δεδομένη δε την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι το ποσόν που ζητείται για κάθε μια από αυτές με βάση το Τεκμήριο 12 (με εξαίρεση το ποσό που αφορά τα σκαψίματα για τους λόγους επεξηγούνται στα πλαίσια αξιολόγησης του ΜΕ1 ανωτέρω) είναι λογικό και δίκαιο. Σημειώνω ότι στην κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη ότι ο ΜΕ1 ο οποίος αντεξετάστηκε ήταν σταθερός επί του προκειμένου και εν γένει η μαρτυρία του κρίθηκε αξιόπιστη, ενώ ο εναγόμενος δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι οι χρεώσεις που ζητεί η ενάγουσα σε σχέση με τις επιπλέον εργασίες είναι υπερβολικές. Συνακόλουθα το ποσό που δικαιούται για τις επιπλέον εργασίες κρίνω ότι είναι το ποσό των Λ.Κ.1100 πλέον Φ.Π.Α (ήτοι Λ.Κ.1400 που είναι το συνολικό ποσό των επιπλέον εργασιών με βάση το Τεκμήριο 12 μείον το ποσό των Λ.Κ.300 που αφορά στα σκαψίματα, πλέον Φ.Π.Α). Επομένως και λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο εναγόμενος κατέβαλε έναντι το ποσό των Λ.Κ.8000, συνεπάγεται ότι αυτός οφείλει ακόμη προς την ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.4163.55 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, ποσό το οποίο προκύπτει αφού προστεθεί το ποσό των εκτελεσθεισών εργασιών εκ Λ.Κ.9477 με το ποσό των επιπλέον εργασιών εκ Λ.Κ.1100, πλέον το Φ.Π.Α προς 15% ήτοι Λ.Κ.10577 πλέον Φ.Π.Α 15% σύνολο Λ.Κ.12,163.55, και αφού αφαιρεθεί από αυτό το ποσό των Λ.Κ.8000 που αντιστοιχεί στις πληρωμές που έκανε ο εναγόμενος. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον απεδείχθησαν οι ζημιές που η ενάγουσα αξιώνει λόγω καθυστέρησης στην παράδοση υλικών σημειώνω τα εξής. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και παρ' όλο που ο ΜΕ1 κρίθηκε αξιόπιστος, δεν προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού των ισχυριζόμενων ζημιών λόγω καθυστερήσεων στην παράδοση υλικών εκ Λ.Κ.800, ούτε και των ζημιών που αξιώνονται λόγω καθυστέρησης στην παράδοση υλικών που οδήγησε στη μη έγκριση της ηλεκτριικής εγκατάστασης από την ΑΗΚ εκ Λ.Κ. 200 και επομένως δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί για να μπορούν να αποδοθούν στην ενάγουσα. Ερχόμενη τώρα στην ανταπαίτηση σημειώνω τα εξής. Ως προς την απαίτηση του εναγόμενου στη βάση της ισχυριζόμενης καθυστέρησης με βάση την οποία απαιτεί πρώτον ενοίκια που πλήρωσε λόγω του ότι δεν μπόρεσε πιο έγκαιρα να μετακομίσει στο διαμέρισμα του και δεύτερον απωλεσθέντα ενοίκια λόγω της απώλειας του δικαιώματος ενοικίασης ενωρίτερα των διαμερισμάτων σε τρίτους, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός περί καθυστέρησης δεν έχει αποδειχθεί για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας και επομένως έπεται πως καμία ανταπαίτηση επ' αυτού μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Ανεξαρτήτως τούτου όμως διερωτόμαι πως θα μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στην πιο πάνω βάση τη στιγμή που δεν έχει ακόμα εκδοθεί, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για την οικοδομή και συνακόλουθα και σύμφωνα με το Κεφ. 96 δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την οικοδομή η να ενεργεί ούτως ώστε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιεί αυτήν, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί ποινικό αδίκημα λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 10
(1)και 20
(1)του Κεφ. 96 αναφορά στα οποία γίνεται πιο πάνω και συνακόλουθα η χρήση από τον ίδιο ή συμφωνία για να επιτραπεί χρήση από άλλους