Vandut Trading Limited ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4585/13, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4585/13 Μεταξύ:- Vandut Trading Limited Ενάγοντες - και -
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12/07/2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/03/2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Ζ. Στυλιανού για κα Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1: κα Μ. Χατζηπίττα για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 2 και 3: κα Ε. Στυλιανού για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 4: κος Αλέξανδρος Παπαδόπουλος για κα Ιωάννα Δημητρίου ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αγωγή (γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα) και δια κλήσεως αίτηση (by summons) που καταχωρήθηκαν στις 12/07/13 οι Ενάγοντες-Αιτητές επιδιώκουν, πλην των αποζημιώσεων, διατάγματα για τη μη απομείωση, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, τριών καταθετικών λογαριασμών τους συνολικού ποσού €482.285,12 μετά των Εναγομένων 1 [$620.156,56 (€482.199,56), €82,14 και RUB136,02 (€3,42)]. Παραθέτω αυτούσια τα αιτούμενα προς έκδοση διατάγματα των Αιτητών: «Α. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή από κοινού να προβαίνουν σε οποιαδήποτε μείωση και/ή επέμβαση και/ή αλλοίωση και/ή μηδενισμός και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση, ολικώς ή μερικώς και/ή ανταλλαγή και/ή συμψηφισμό ολικώς ή μερικώς και/ή οιαδήποτε μορφής άλλη παρέμβαση επί των πιστωτικών υπολοίπων κατά την 26/03/2013 των καταθετικών λογαριασμών υπ΄ αρ. 058240060092, 058240063024, 058201021675 (πιστωτικά υπόλοιπα συνολικού ποσού €482.285,12), που διατηρούν οι Ενάγοντες-Αιτητές, επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτησης, χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός εύλογης αποζημίωσης σε ταχύ χρόνο από αρμόδιο Δικαστήριο ασκών Αστική Δικαιοδοσία, στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι τελικής περάτωσης της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον προστακτικό Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή από κοινού να επαναφέρουν και/ή αποκαταστήσουν τα πιστωτικά υπόλοιπα κατά την 26/03/2013 των καταθετικών λογαριασμών υπ΄ αρ. 058240060092, 058240063024, 058201021675 (πιστωτικά υπόλοιπα συνολικού ποσού €482.285,12), που διατηρούν οι Ενάγοντες-Αιτητές, επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτησης, μέχρι τελικής περάτωσης της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή οποιασδήποτε από αυτούς και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή από κοινού και/ή στη συνέχιση οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου, μέσω του οποίου και/ή συνέπεια του οποίου, θα προκύπτει και/ή θα συνεπάγεται οποιαδήποτε και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση και/ή μηδενισμός και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση, ολικώς ή μερικώς και/ή ανταλλαγή και/ή συμψηφισμό ολικώς ή μερικώς και/ή οιαδήποτε μορφής άλλη παρέμβαση επί του οιουδήποτε πιστωτικού υπολοίπου των καταθετικών λογαριασμών υπ΄ αρ. 058240060092, 058240063024, 058201021675 (πιστωτικά υπόλοιπα συνολικού ποσού €482.285,12), που διατηρούν οι Ενάγοντες-Αιτητές, επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτησης, χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός εύλογης αποζημίωσης σε ταχύ χρόνο από αρμόδιο Δικαστήριο ασκών Αστική Δικαιοδοσία, στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέχρι τελικής περάτωσης της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω και/ή Εναλλακτικά με την υπό Γ θεραπεία: Δ. Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4, όπως από κοινού και/ή κεχωρισμένως και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς από του να προβαίνουν στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή στη συνέχιση οποιουδήποτε υφιστάμενου μέτρου και/ή στη λήψη οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου, μέσω του οποίου και/ή συνέπεια του οποίου, θα προβαίνουν σε μηδενισμό και/ή μείωση και/ή εξάλειψη και/ή επιβάρυνση ολικώς ή μερικώς και/ή μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή ανταλλαγή και/ή συμψηφισμό ολικώς ή μερικώς του υπολοίπου των λογαριασμών και/ή καταθέσεων στους λογαριασμούς υπ΄ αρ. 058240060092, 058240063024, 058201021675 (πιστωτικά υπόλοιπα συνολικού ποσού €482.285,12), που διατηρούν οι Ενάγοντες-Αιτητές, επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Εναγομένης 1-Καθ΄ ης η Αίτησης, προς το σκοπό αποφυγής άμεσου αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, εις βάρος της Ενάγουσας Εταιρείας-Αιτητών, μέχρι την πλήρη περάτωση της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει τους Εναγόμενους αρ. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν τα ακίνητα (το όλο ή μερίδιο αυτών) με αριθμούς Τεμαχίων 559 και 560 Φ./Σχ. 54/580504, Τμήμα 3 τα οποία βρίσκονται στην ενορία Αγίας Νάπας, στον Δήμο Λεμεσού της επαρχίας Λεμεσού μέχρι την πλήρη περάτωση της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου, έκδοσης απόφασης και εκτέλεσης της στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. ΣΤ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις να παράσχει. Ζ. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. 18% (αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 102736321)». Μετά από καταχωρηθείσες ενστάσεις των Εναγομένων-Καθών η Αίτηση, είχα την ευκαιρία να εξετάσω τα εγειρόμενα θέματα τόσο εγώ όσο και άλλοι αδελφοί Δικαστές και δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομερέστατη εξέταση των λόγων που η παρούσα αίτηση είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Νομική Βάση Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προκειμένου να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν σωρευτικά και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι υπάρχει πιθανότητα οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία, και (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα και στην υπόθεση Κουνούνα ν. C & A Simonos Ltd,
(2002)1(B) ΑΑΔ 1361, καθώς και στην πιο πρόσφατη Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδης κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 317, αναφέρθηκε ότι η απλή ύπαρξη των τριών νομοθετημένων προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει επίσης να διαπιστώσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (ισοζύγιο της ευχέρειας - balance of convenience). Έχει νομολογηθεί ότι σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων, το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει τον βασικό νόμο, ενώ η διαδικασία διέπεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 (Parico Aluminium Designs v. Muskita Aluminium,
(2002)1 ΑΑΔ 2014). Κατά τη διαδικασία έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει (περιορίζεται όμως στη διαπίστωση), κατά πόσο οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ικανοποιούνται σωρευτικά, καθώς αυτές οι προϋποθέσεις έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω σωρείας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το άρθρο 32 επιτρέπει, μέσω της ευρύτητας του λεκτικού του, την έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος το οποίο το δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Αυτή η ευρύτητα έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων, ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης,
(1994)1 ΑΑΔ 694, Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala, Lykourgos Kyprianou v. Lasala, King Mazax Limes Ltd v. Lasala,
(2007)1 ΑΑΔ 162), όπου τονίστηκε ότι το άρθρο 32 δεν περιέχει οποιοδήποτε περιορισμό για την έκδοση οποιουδήποτε είδους διατάγματος το οποίο το Δικαστήριο κρίνει ως εύλογο και δίκαιο, εκτός από την ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων που επιβεβαιώθηκαν από τη νομολογία. Στην Κιταλίδης, (πιο πάνω), αναφέρθηκε ότι: «η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στην σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους ώστε να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Η μαρτυρία που δίδεται υπό μορφή Ενόρκων Δηλώσεων επιτρέπει στο Δικαστήριο να διακρίνει την αληθή βάση για την αίτηση. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία μέσω εκτενούς έρευνας και εξέτασης των γεγονότων της αγωγής, αλλά μέσω της αξιολόγησης των ισχυρισμών των Ενόρκων Δηλώσεων. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δικαστήριο δεν πρέπει στο στάδιο αυτό να κάνει αξιολόγηση της μαρτυρίας ή να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει αντιφατικές μαρτυρίες και/ή να φθάσει σε συμπεράσματα σε σχέση με την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων. Αυτό γίνεται στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο εξέτασης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Ως αναφέρεται από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδη, στο άρθρο του «The Power of the Courts for the Issue of Interim Orders in Cyprus», που δημοσιεύτηκε στο Corpus de Jure Cyprii, 1987, V. 1, Εκδόσεις Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Λευκωσία, σελ. 211: «είναι καθαρό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπέρασμα. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει την διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας στην μια περίπτωση ή κάποιου ορατού ενδεχομένου επιτυχίας στην άλλη.» Η ύπαρξη ενός σοβαρού θέματος που είναι η πρώτη προϋπόθεση συνδέεται με κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό με τη δεύτερη προϋπόθεση η οποία ικανοποιείται με την δυνατότητα απόδειξης της υπόθεσης που αφορά την πιθανότητα επιτυχίας. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί για να ικανοποιηθεί αυτό το κριτήριο είναι κάτι περισσότερο από μια απλή υπόθεση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στην υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd,
(1979)FSR 466, σελ. 474, τονίστηκε ότι: «The prospects of the plaintiff's success are to be investigated to a limited extent, but they are not to be weighed against the prospects of failure. All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success, which in substance and reality exist. Odds against success no longer defeat the plaintiff, unless they are so long that the plaintiff can have no expectation of success, but only a hope. It his prospects on success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff falls, for he can point to no question to be tried which can be called "serious" and no prospect of success which can be called "real"». Παρομοίως, στην Alfred Dunhill Ltd v. Synoptics SA,
(1979)FSR 337, σελ. 373, αποφασίστηκε ότι: «it is irrelevant whether the court thinks that the plaintiff's chances of success in establishing liability are 90 per cent or 20 per cent». Τα αιτούμενα προς έκδοση προσωρινά διατάγματα δεν είναι μόνο ιδιαίτερα δραστικά αλλά και σε άμεση σύγκρουση και/ή διαφωνία και/ή αντίθετα με τα όσα έχουν προγενέστερα της Αίτησης προς έκδοσή τους αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 7.6.2013 με την τελεσίδικη και δεσμευτική Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά προσφυγών υπ' αρ. 551/12 κ.α. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά., κατά των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχής Εξυγίανσης, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/13). Σύμφωνα με την Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ 7.6.2013, τόσο το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/13, το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και το Διάταγμα Κ.Δ.Π.103/13, το οποίο προνοεί για την με τα ίδια μέσα διάσωση της Τράπεζας Κύπρου, αφορούν τη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα και δεν αφορούν τους αιτητές στις εν λόγω υποθέσεις, ήτοι τους πιστωτές καταθέτες και τους άλλους (μη καταθέτες) πιστωτές, που μόνο συμβατική σχέση έχουν με τις εν λόγω Τράπεζες. Συνεπώς, τα ως άνω αναφερόμενα Διατάγματα Κ.Δ.Π.103/13 και Κ.Δ.Π.104/13, όπως έχουν τροποποιηθεί μεταγενέστερα, δεν ρυθμίζουν - σύμφωνα με την τελεσίδικη και δεσμευτική Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου - τις σχέσεις της πολιτείας και του πολίτη αλλά της διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου με τα δικά της μέσα (Διάταγμα Κ.Δ.Π.103/13) και της πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου βάση συμφωνίας (Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/13) αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι πράξεις που προκύπτουν και που ρυθμίζονται με τα υπό κρίση Διατάγματα εμπίπτουν - σύμφωνα πάντα με την απόφαση ημερ. 7.6.2013 - στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν δημιουργεί στους καταθέτες αυτούς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων αλλά ο επηρεασμός αυτός θα μπορούσε να καθοριστεί και/ή να εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών στη βάση της συμβατικής σχέσης των καταθετών με τις εν λόγω Τράπεζες. Συγκεκριμένα, η αποτυχία των Τραπεζών να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι των καταθετών τους, λόγω της συμμόρφωσης των εν λόγω Τραπεζών με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.103/13 και Κ.Δ.Π.104/13 βάσει του Ν.17(Ι)/13, δίνει ενδεχομένως το δικαίωμα στους καταθέτες όπως προχωρήσουν σε αστική διαδικασία σε σχέση με την οποιαδήποτε ζημιά που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες εναντίον των Τραπεζών, (όπως οι Ενάγοντες έπραξαν στην παρούσα υπόθεση), ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις προς τους καταθέτες τους, και εναντίον της Δημοκρατίας, και/ή της Αρχής Εξυγίανσης, ως προκαλέσασες τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια των δύο Διαταγμάτων, θέματα όμως που θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Το Διάταγμα (Κ.Δ.Π.103/13) που εκδόθηκε βάσει του Νόμου 17(Ι)/13 εκδόθηκε από αρμόδια δημόσια αρχή και δεν έχει μέχρι τώρα ακυρωθεί από Δικαστήριο ούτε έχει ανακληθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή της Δημοκρατίας που το εξέδωσε. Με βάση το Νόμο 17(Ι)/13, Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και εκτελεστέο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης. Οι Εναγόμενοι 1, συνεπώς, δεν είχαν οποιανδήποτε επιλογή από το να εφαρμόσουν στην ολότητα τους και να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες των εν λόγω Διαταγμάτων και της ευρύτερης Νομοθεσίας βάσει της οποίας αυτά είχαν εκδοθεί. Αυτό που έχει κατ' ουσία συμβεί είναι θέσπιση νομοθεσίας και/ή κανονισμών που επιβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων που έχει προκύψει, με τις Τράπεζες να μην έχουν οποιαδήποτε επιλογή παρά συμμόρφωση με το Νόμο. Στο βαθμό που η όποια ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο, αυτή έχει ματαιωθεί. Όσον τώρα αφορά το θέμα της επιδίωξης αποζημιώσεων, είναι λανθασμένο να θεωρείται ότι ο καταθέτης έχει απωλέσει το μέρος της κατάθεσης του που έχει υποβληθεί στην υπό κρίση εξυγίανση. Στην ουσία, το ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξακριβωθεί κατά τη διάρκεια των αστικών διαδικασιών είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα ζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν. Αυτό βασίζεται άλλωστε στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/13, ότι οι πιστωτές «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Θα πρέπει συμπληρωματικά να τονιστεί (όπως έχει ειπωθεί και στη Χριστοδούλου), ότι ο λογαριασμός του εκάστοτε καταθέτη με μια τράπεζα, σε αντίθεση με τη θέση του καταθέτη που διατηρεί θυρίδα σε μια τράπεζα, δεν του δίνει το δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η βάση της αγωγής των Εναγόντων αλλά και της αίτησης ημερ. 12.7.2013 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εδράζεται στην ουσία στην εξέταση της νομιμότητας των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν βάσει του Νόμου 17(Ι)/13 αλλά και στην εξέταση της συνταγματικότητας του τελευταίου. Αυτό, άλλωστε, το οποίο ζητείται με την αγωγή και την αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών όπως επίσης και με την έκδοση των διαταγμάτων είναι ο εμποδισμός του «κουρέματος» των υπό κρίση λογαριασμών των Εναγόντων και κατ' επέκταση η απαγόρευση, μεταξύ άλλων, της οποιασδήποτε επέμβασης στους λογαριασμούς τους. Η βάση με την οποία ζητείται η έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων έχει καταρρεύσει σαν αποτέλεσμα της Απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρομαι πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα, τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα εδράζονται πάνω σε βάση που δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί λανθασμένη και πεπλανημένη, ως αποτέλεσμα της πιο πάνω δικαστικής Απόφασης. Όπως έχει αναφερθεί με λεπτομέρεια, η Απόφαση ημερ. 7.6.2013 ξεκαθαρίζει ότι το θέμα το οποίο θα εξεταστεί στις υποθέσεις τέτοιας φύσης δεν είναι δημοσίου αλλά ιδιωτικού δικαίου και ότι θα περιορίζεται στην ουσία στις αποζημιώσεις που θα πρέπει να αποδείξει ότι δικαιούται έκαστος καταθέτης λόγω της ζημιάς την οποία έχει υποστεί εν όψει της ισχυριζόμενης παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων από μέρους των Τραπεζών. Η ζημιά τονίζεται ότι θα πρέπει να περιοριστεί στη διαφορά μεταξύ του τι έχει απωλέσει με το «κούρεμα» ο καταθέτης με το τι θα είχε απωλέσει εάν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν και ότι η ζημιά δεν μπορεί κατ' ουδένα λόγο να θεωρηθεί το ποσό το οποίο ο καταθέτης διατηρούσε στον οποιοδήποτε λογαριασμό του με την Τράπεζα καθότι ο λογαριασμός του, ως έχει τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Απόφαση του ημερ. 7.6.2013 δεν δίνει στον καταθέτη δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του. Συνεπώς τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα δεν συνάδουν και/ή δεν συμφωνούν με τα όσα ρητά προβλέπονται και/ή επιβάλλονται μέσω της δεσμευτικής και τελεσίδικης Απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013. Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται με την αίτησή τους την οποιανδήποτε γενική απαγόρευση επέμβασης στο λογαριασμό τους (ουσιαστική αναστολή των Κ.Δ.Π.103/13 και 104/13 μέχρι να εξεταστεί η θέση τους περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου 17(Ι)/13), και να αναφέρουν μάλιστα συγκεκριμένα ποσά που έχουν απωλέσει. Θα συμφωνήσω με τον αδελφό Δικαστή κ. Οικονόμου, ο οπίος σε πρόσφατη απόφασή του για το ίδιο θέμα αναφέρει ότι: «Στο προδικαστικό στάδιο όπου βρισκόμαστε ο Νόμος και τα συνεπακόλουθα του διατάγματα θωρακίζονται από τεκμήριο συνταγματικότητας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση A. Efthymiou Enter. Ltd v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά., (Αρ.2)
(1998)1 ΑΑΔ 1596, 1601: «Η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρι ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός». Αυτά απαντούν ευθέως και καταλυτικά στο αίτημα για αναστολή του Διατάγματος μέχρι να εκδικαστεί η εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας. Συνεπώς είναι άνευ ετέρου που δεν μπορούν να δοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. Έκδοση τους θα προσέβαλλε το τεκμήριο συνταγματικότητας και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, σε αυτό το στάδιο, παρέμβαση της δικαστικής στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον δεν θα ήταν παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, η απόδοση της θεραπείας που ενδιαμέσως τώρα ζητείται, η οποία έγκειται κατ' ουσία στη διατήρηση ή επαναφορά συγκεκριμένου χρηματικού ποσού στο λογαριασμό της Ενάγουσας, δεν βρίσκει έρεισμα στη σχέση καταθέτη-τράπεζας όπως αυτή διατυπώθηκε αυθεντικά στην υπόθεση Χριστοδούλου. Η συνήθης έννοια του ενδιαμέσου διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante. Εν προκειμένω όμως, οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα στα συγκεκριμένα χρήματα ούτε τώρα, ούτε ακόμα και στο τέλος της αγωγής. Το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη του ποσού στο λογαριασμό τους. Το δικαίωμα τους θα είναι για αποζημιώσεις με τον τρόπο που εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και με «κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας».» Κατά συνέπεια θεωρώ αχρείαστο να υπεισέλθω και να εξετάσω την σωρευτική ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Η αίτηση απορρίπτεται ως προς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Τα έξοδα θεωρώ δίκαιο να είναι έξοδα δίκης και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο