← Κύπρος

M.O.B. INTERIOR DESIGNS LTD ν. Μιχάλη Αναστασιάδη κ.α., Αγωγή αρ.: 2579/2009, 21/3/2014

M.O.B. INTERIOR DESIGNS LTD ν. Μιχάλη Αναστασιάδη κ.α., Αγωγή αρ.: 2579/2009, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2579/2009 Μεταξύ: M.O.B. INTERIOR DESIGNS LTD Ενάγοντες και

  1. Μιχάλη Αναστασιάδη
  2. Κωνσταντίας Αναστασιάδη Εναγομένων 21 Μαρτίου, 2014 Για τους ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους, εμφανίζεται ο κος Γ. Παναγίδης για τους κ.κ. Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο αρ. 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα, εμφανίζεται ο κος Α. Πέτσας για τους κ.κ. Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι («οι ενάγοντες») επιδιώκουν την έκδοση δήλωσης του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος αρ. 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγων («ο εναγόμενος αρ. 1») παρέβηκε τη γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 καθώς και την επιδίκαση, υπέρ τους, του ποσού των €4.
  3. Επικαλούνται, ως αιτίες αγωγής, την παραβίαση προνοιών της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008, τον άδικο πλουτισμό καθώς και την εύλογη αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Ως προς την επίκληση διαζευκτικών αιτιών αγωγής, εξ αρχής σημειώνεται πώς, εφ΄ όσον δια των δικογράφων τους και δια της μαρτυρίας την οποίαν αυτοί προσεκόμισαν (ως θα φανεί στη συνέχεια) παρουσιάζεται η εικόνα σύναψης μίας συμβατικής σχέσης, η οποία αφορά στην παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, αποκλείεται η εξέταση αξίωσης επί τη βάσει των αρχών της εύλογης αμοιβής (Συμεού άλλως Κλατσιάς ν. Μιχαήλ κ.α.

(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 16, 22, Βασιλαράς κ.α. ν. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1754, 1763). Διαρκούσης της εκκρεμότητάς της, η αγωγή απεσύρθηκε και, κατ΄ ακολουθίαν, απερρίφθηκε σε όση έκταση αφορά στην εναγομένη αρ.
  1. Ο εναγόμενος αρ. 1 απορρίπτει τις αξιώσεις και τις αιτιάσεις των εναγόντων και ανταπαιτεί το ποσόν των €6.059,12 ως το αντάλλαγμα για υπηρεσίες οι οποίες δεν παρεσχέθηκαν και/ή ως αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Οι ενάγοντες, οι οποίοι εξ επαγγέλματος ασχολούνται με τη διακόσμηση και την αρχιτεκτονική, συνήψαν, στις 27.03.2008, γραπτή συμφωνία με τον εναγόμενο αρ. 1 στα πλαίσια της οποίας ανέλαβαν να εκπονήσουν λεπτομερή μελέτη και σχέδια για τη γενική εσωτερική διαρρύθμιση και τη διακόσμηση της οικίας του καθώς και για την επίβλεψη της εκτέλεσης των κατασκευαστικών εργασιών. Συνεφωνήθηκε, ως αμοιβή των εναγόντων, το ποσόν των €15.000, επιπλέον Φ.Π.Α. Συνεφωνήθηκε, περαιτέρω, η τμηματική καταβολή της αμοιβής των εναγόντων ως εξής: καταβολή ποσοστού 50% αυτής άμα τη υπογραφή της συμφωνίας, καταβολή ποσοστού 20% αυτής άμα τη παραδώσει όλων των τελικών προτεινόμενων σχεδίων της μελέτης, καταβολή ποσοστού 20% αυτής άμα τη παραδώσει όλων των κατασκευαστικών σχεδίων της μελέτης και καταβολή ποσοστού 10% αυτής, προς εξόφληση, άμα τη παραδώσει της οικίας. Έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής ο εναγόμενος αρ. 1 κατέβαλε μόνον το ποσόν των €6.059,12, παρά το ότι αυτός παρέλαβε όλα τα τελικά προτεινόμενα σχέδια της μελέτης, εξέφρασε ικανοποίηση και συνεφώνησε με αυτά. Παρά τις οχλήσεις, ο εναγόμενος αρ. 1 αρνήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008, ποσόν των €4.966 και ετερμάτισε την συμφωνία. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας διευκρινίσθηκε πώς το διεκδικούμενο, από τους ενάγοντες, ποσόν των €4.966 αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των €11.025 (το οποίο αντιπροσωπεύει το 70% της συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής των €15.000, επιπλέον Φ.Π.Α.) και του ποσού των €6.059,12 (το οποίο κατέβαλε ο εναγόμενος αρ. 1). Είναι η θέση των εναγόντων πώς, εφ΄ όσον, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2088, ο εναγόμενος αρ. 1 όφειλε να καταβάλει το 50% της συνολικής αμοιβής άμα τη υπογραφή αυτής (δηλ. ποσόν ύψους €7.875) και το 20% της συνολικής αμοιβής άμα τη παραδώσει των τελικών προτεινόμενων σχεδίων της μελέτης (δηλ. ποσόν ύψους €3.150), αυτός, στις 14.05.2008, όταν έλαβε, επί τη βάσει της ήδη υπογεγραμμένης γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008 τα τελικά προτεινόμενα σχέδια της μελέτης, όφειλε να είχε καταβάλει το ποσόν των €11.025 (€7.875 + €3.150). Ο εναγόμενος αρ. 1 κατέβαλε μόνον ποσόν ύψους €6.059,12, άρα, σύμφωνα, πάντα με τους ενάγοντες, αυτός εξακολουθεί να οφείλει ποσόν ύψους €4.
  2. Δια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο εναγόμενος αρ. 1 παραδέχεται ότι, πράγματι, συνήφθηκε η γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.
  3. Ισχυρίζεται, όμως, πώς συνεφωνήθηκε παραλλήλως πώς το συνολικό κόστος για τη διεκπεραίωση της ανακαίνισης της οικίας του, την οποίαν θα προέτειναν και θα εσχεδίαζαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής αυτών, δεν θα υπερέβαινε το ποσόν των €171.
  4. Σε αντίθετη περίπτωση, η όποια μελέτη των εναγόντων θα ήταν αχρείαστη εφ΄ όσον ο ίδιος δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε υψηλότερο κόστος. Ο εναγόμενος αρ. 1 προσθέτει πώς όταν έλαβε το προσχέδιο της μελέτης αντελήφθηκε πώς αυτό περιελάμβανε εισηγήσεις η πραγματοποίηση των οποίων θα απαιτούσε κόστος πολύ μεγαλύτερο των €171.
  5. Διεμαρτυρήθηκε αμέσως και έλαβε διαβεβαιώσεις ότι θα υπήρχε αναπροσαρμογή. Πλην όμως, αυτό δεν έγινε και έτσι, κληθείς να παραλάβει τα τελικά προτεινόμενα σχέδια, να συμφωνήσει με αυτά και να τα υπογράψει, αρνήθηκε και ετερμάτισε τη συμφωνία. Εξ ου και ανταπαιτεί το ποσόν των €6.059,12, το οποίο ήδη κατέβαλε στους ενάγοντες. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση οι ενάγοντες απορρίπτουν τις θέσεις και την αξίωση του εναγομένου αρ. 1 και παραπέμπουν στο αρχικό δικόγραφό τους. Περαιτέρω, αυτοί αρνούνται ότι συνεφωνήθηκε, μεταξύ των ιδίων και του εναγομένου αρ. 1, ότι το συνολικό κόστος της ανακαίνισης της οικίας του, συμπεριλαμβανομένης και της δικής τους αμοιβής, θα έπρεπε να ήταν έως και €171.
  6. Επαναλαμβάνουν δε πώς ο εναγόμενος αρ. 1 παρέλαβε τα τελικά προτεινόμενα σχέδια και εξέφρασε πλήρη ικανοποίηση. Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων καθιστούν την γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 κεντρικό σημείο αναφοράς. Δεδομένου ότι η αξίωση των εναγόντων βασίζεται στην εκπλήρωση μέρους της συμφωνίας αυτής και δεδομένου ότι η αξίωση του εναγομένου αρ. 1 βασίζεται στον τερματισμό της, θα πρέπει να διαπιστωθούν τα εξής: Πρώτον, κατά πόσον η συμφωνία ημερ. 27.03.2008 αποτελεί συμφωνία πλήρους εκπλήρωσης (entire contract) ή διαιρετή συμφωνία (divisible contract). Δεύτερον, εάν η συμφωνία ημερ. 27.03.2008 αποτελεί διαιρετή συμφωνία (divisible contract), κατά πόσον οι ενάγοντες εξετέλεσαν το τμήμα των υποχρεώσεών τους για το οποίο διεκδικούν τη συμφωνηθείσα τμηματική αμοιβή. Τρίτον, κατά πόσον συνήφθηκε, πράγματι, η παράλληλη συμφωνία, την παράβαση της οποίας επικαλείται ο εναγόμενος αρ. 1 ως τη νόμιμη αιτία του τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 27.03.
  7. Συναφώς αναφέρονται τα ακόλουθα:
(1)Στην περίπτωση συμφωνίας πλήρους εκπλήρωσης (entire contract) η πλήρης εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος αποτελεί προϋπόθεση (condition precedent) για την ευθύνη του εναγομένου (Demetriades v. Caxton Publishing Co Ltd
(1973)1 C.L.R. 35, 45 επ. Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, Thirteenth edition, σελ. 960). Στην περίπτωση διαιρετής συμφωνίας (divisible contract) η αξίωση για αμοιβή μπορεί να εγερθεί εφ΄ όσον εκπληρωθεί το αντίστοιχο τμήμα της (Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Volume 8, παρα. 284, Coli Maritime Agencies Company Limited v. The Ship «El Sexto»
(1989)1 C.L.R. 76, 83-4).
(2)Στις περιπτώσεις σύναψης γραπτής συμφωνίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων προκύπτουν από το ίδιο το κείμενό της. Εάν στο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, τότε είναι αναγκαία η ερμηνεία. Η ερμηνεία μίας ασαφούς συμβατικής πρόνοιας ή ενός ασαφούς συμβατικού όρου, δηλαδή η διαδικασία απόδοσης του αληθινού τους νοήματος, είναι ζήτημα νομικό, ακολουθεί συγκεκριμένους (ερμηνευτικούς) κανόνες και γίνεται από το Δικαστήριο (Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 33). Βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τα όσα καταγράφονται σε μία σύμβαση. Στα καταγεγραμμένα αποδίδεται η σημασία που αυτά ενέχουν στην κοινή καθημερινή συνεννόηση. Είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί με ποία σημασία οι όροι, που χρησιμοποιούνται σε μια σύμβαση, γίνονται αντιληπτοί από το μέσο συνετό ενήλικα. Για το σκοπό αυτό είναι συχνά χρήσιμο να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της συμφωνίας, αποκλειομένων, όμως, των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων (Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1058, 1068, Θεολόγος κ.α. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809).
(3)Θεμελιώδης κανόνας απόδειξης ορίζει πώς στις περιπτώσεις γραπτών , κατ΄ αρχήν, δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας η οποία να προσθέτει στους ήδη γραπτούς όρους της συμφωνίας ή να διαφοροποιεί αυτούς ή να αντιφάσκει με αυτούς (the parol evidence rule). Ο κανόνας αυτός παρουσιάζει εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της παράλληλης συμφωνίας (collateral agreement). Έτσι, όπου δεν επιτρέπεται η παρουσίαση εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence) προς το σκοπό προσθήκης όρου σε γραπτή συμφωνία ή τροποποίησης υφισταμένου τέτοιου όρου, δεν αποκλείεται η προσαγωγή μαρτυρίας προς το σκοπό απόδειξης του ισχυρισμού πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα μέρη συνήψαν μίαν γραπτή συμφωνία και μίαν παράλληλη προφορική (G.H. Treitel, The Law of Contract, eighth edition, Sweet and Maxwell/Stevens 1991, 176 επ). Όπως αναφέρεται στην απόφαση Marketventures Ltd v. Δικωμίτη
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 383, 400-1.: «Όταν μια συμφωνία διατυπωθεί σε γραπτό κείμενο ..... ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα από τα δύο μέρη να διαφοροποιήσει τη συμφωνία. Πρόκειται για τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd
(1976)2 ALL E.R. 930, στη σελίδα 935:- «Τhe court is entitled to look at and should look at all the evidence from start to finish in order to see what the bargain was that was struck between the parties» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:- «Το δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182 και Γερμανού ν. Κόκκαλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 788».
(4)Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση, εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1, αποζημιώσεων λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόντων αποτελεί ο νόμιμος τερματισμός (rescission) της συμφωνίας ημερ. 27.03.2008. Μόνον υπό αυτήν την προϋπόθεση ο εναγόμενος αρ. 1 θα εδικαιούτο να ζητήσει αποζημιώσεις για ζημίες που υπέστηκε λόγω μη εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων (άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και Κωμοδρόμου ν. Α. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, 487, Halsbury's Law of England, fourth edition, reissue, Vol. 9
(1)παρά. 989, 993). Για να αποδειχθεί η αξίωση των εναγόντων και για να αντιμετωπισθεί η ανταπαίτηση κλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο Σταύρος Ιωάννου (Μ.Ε.1), διευθυντής των εναγόντων, η Αγγελική Ιωάννου (Μ.Ε.2), σύζυγος αυτού, και η Κρίστη Παφίτη (Μ.Ε.3), υπάλληλος των εναγόντων. Για να προωθηθεί η υπεράσπιση και να αποδειχθεί η ανταπαίτηση κατέθεσε ενόρκως μόνον ο εναγόμενος αρ. 1 Μιχάλης Αναστασιάδης (Μ.Υ.1). Επιπλέον, κατετέθηκε έγγραφη μαρτυρία, μέρος της οποίας αποδεικνύεται χρήσιμο για να διαπιστωθούν κρίσιμες παράμετροι της υπόθεσης. Αναφέρονται η γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 (τεκμήριο 1) καθώς και τα τελικά προτεινόμενα σχέδια της επίδικης μελέτης (τεκμήριο 2). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Κρίνεται ευχερέστερο και αρκετό η ουσιώδης μαρτυρία να παρουσιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση εκάστου των επίδικων ζητημάτων: Η γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 (τεκμήριο 1) είναι σαφής και λεπτομερής. Δεδομένων δε των όσων διαλαμβάνονται στον «όρο
  1. Αντάλλαγμα» αυτής προκύπτει και ο χαρακτήρας της ως διαιρετής συμφωνίας. Ο όρος
  2. ρητώς διαλαμβάνει πώς η συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους €15.000, επιπλέον Φ.Π.Α., θα καταβάλλεται από τον εναγόμενο αρ. 1, στους ενάγοντες, «σε δόσεις, αναλόγως προς την πορεία των εργασιών, η οποία θα υπολογίζεται ως εξής: (α) Ποσοστό 50% της συνολικής αμοιβής θα καταβληθεί ..... με την υπογραφή της (συμφωνίας) .... (β) Ποσοστό 20% της συνολικής αμοιβής θα καταβληθεί με την παράδοση στον (εναγόμενο αρ. 1) .... όλων των τελικών προτεινόμενων σχεδίων της Μελέτης όπως θα συμφωνηθούν με (αυτόν) .... και θα υπογραφούν από αυτόν και την έναρξη έρευνας αγοράς και την έκδοση προσφορών». Συνεπώς, η επί τη βάσει του όρου 2.β) της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008 υποχρέωση του εναγομένου αρ.
  3. να καταβάλει ποσοστό 20% της συνολικής αμοιβής δημιουργείται αφού παραλάβει, από τους ενάγοντες, όλα τα τελικά προτεινόμενα σχέδια της μελέτης, συμφωνήσει με αυτά και τα υπογράψει και αφού οι ενάγοντες ξεκινήσουν να διερευνούν την αγορά και εκδώσουν προσφορές. Εξετάσθηκαν τα όσα οι μάρτυρες των εναγόντων εδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσον κατά την κυρίως εξέτασή τους όσον και κατά την αντεξέταση, και διαπιστώνεται πώς ουδείς ισχυρίσθηκε πώς οι ενάγοντες διεκδίκησαν το επίδικο ποσοστό 20% αφού, μεταξύ άλλων, εξέδοσαν και τις απαραίτητες προσφορές για την διεκπεραίωση της επίδικης ανακαίνισης. Ο Σταύρος Ιωάννου (Μ.Ε.1), η Αγγελική Ιωάννου (Μ.Ε.2) και η Κρίστη Παφίτη (Μ.Ε.3), των οποίων η μαρτυρία υπήρξε ευθυγραμμισμένη, ανεφέρθηκαν στο γεγονός της ετοιμασίας, εκ μέρους των εναγόντων, των τελικών προτεινόμενων σχεδίων της μελέτης (τεκμήριο 2) και την παράδοση τους στον εναγόμενο αρ.
  4. Ισχυρίσθηκαν, επίσης, και οι τρεις πώς παρά το ότι ο εναγόμενος αρ. 1 δεν υπέγραψε τα σχέδια αυτά (τεκμήριο 2), εντούτοις, συνεφώνησε και τα απεδέχθηκε. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός κρίνεται αξιόπιστος δεδομένης της θετικής εντύπωσης που εδημιούργησαν και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων. Πρόκειται για πρόσωπα μέσης ηλικίας, με αντίληψη και λόγο ευθύ, άμεσο και κατατοπιστικό. Όμως, η αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει την επίδικη αξίωση εφ΄ όσον διαπιστώνεται κενό όσον αφορά στην εκ μέρους των εναγόντων εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών τους ως αυτές καθορίζονται δια του όρου 2.β) της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.
  5. Ας σημειωθεί πώς, σχολιάζοντας πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008, ο Σταύρος Ιωάννου (Μ.Ε.1) ανέφερε πώς πρόκειται για τυποποιημένη, γενική συμφωνία, «οι όροι της οποίας δεν ήταν όλοι σημαντικοί». Όμως, η δήλωση αυτή του Σταύρου Ιωάννου (Μ.Ε.1) είναι αντίθετη με τον όρο 7 της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008 (τεκμήριο 1) ο οποίος χαρακτηρίζει όλους τους όρους αυτής ως ουσιώδεις. Ούτε τίθεται ζήτημα καταβολής στους ενάγοντες του ποσού των €4.966 επί τη βάσει των αρχών της αποκατάστασης (restitution) και του άδικου πλουτισμού (unjust enrichment). Παρά το ότι όσα οι ενάγοντες εξετέλεσαν, επί τη βάσει του όρου 2.β) της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008, δεν τα εξετέλεσαν χαριστικώς, εντούτοις, οι συνθήκες υπό τις οποίες οι διάδικοι συνεβλήθηκαν, η εξέλιξη της συναλλαγής τους και το γεγονός πώς οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος αρ. 1 τελικώς εχρησιμοποίησε τα επίδικα τελικά προτεινόμενα σχέδια της μελέτης (τεκμήριο 2), δεν δημιουργούν συνθήκες άδικου πλουτισμού του τελευταίου (Minerva Finance Investments Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173, 2180 επ., Α.Ι. Καρπασίτης και Υιοί Λτδ ν. Καραφωκά κ.α.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Εν όψει αυτών των διαπιστώσεων η απαίτηση οδηγείται σε αποτυχία. Σε αποτυχία οδηγείται και η ανταπαίτηση εφ΄ όσον δεν απεδήχθηκε η σύναψη της παράλληλης συμφωνίας την οποίαν επικαλείται ο εναγόμενος αρ. 1 και η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, προέβλεπε για το συνολικό κόστος της επίδικης ανακαίνισης της οικίας του, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής των εναγομένων. Κατ΄ αρχάς, παρατηρείται πώς η γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 (τεκμήριο 1) είναι επαρκής. Επί τη βάσει των καταγεγραμμένων όρων της, αυτή δύναται να επιφέρει πρακτικά αποτελέσματα (business efficacy). Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα η κατ΄ ισχυρισμόν παράλληλη συμφωνία να αποτελούσε μίαν αναγκαιότητα (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Bauer v. Διογένης Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 324, 333-4). Δεύτερον, εφ΄ όσον ο όρος για το ανώτατο κόστος της διεκπεραίωσης της επίδικης ανακαίνισης της οικίας του ήταν, για τον εναγόμενο αρ. 1, καθοριστικός, ευλόγως θα ανεμένετο αυτός να επιμένει ώστε ο όρος να συμπεριληφθεί στο γραπτό κείμενο της συμφωνίας ημερ. 27.03.2008. Σημειώνεται πώς ο εναγόμενος αρ. 1, άνδρας μέσης ηλικίας, επαρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκροτημένος, δυναμικός και διεκδικητικός. Η εικόνα του εναγομένου αρ. 1 Μιχάλη Αναστασιάδη (Μ.Υ.1) είναι αυτή ενός άνδρα ο οποίος μπορεί να ελέγχει τις υποθέσεις του και να προστατεύει τα συμφέροντά του. Ο ισχυρισμός του πώς συνεφωνήθηκε με τους ενάγοντες ο καθοριστικός όρος περί του κόστους της διεκπεραίωσης της ανακαίνισης αλλά δεν συμπεριελήφθηκε στην, κατά τα λοιπά, λεπτομερή γραπτή συμφωνία ημερ. 27.03.2008 δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μάρτυρος εναγομένου αρ. 1 Μιχάλη Αναστασιάδη (Μ.Υ.1). Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του εναγομένου αρ. 1 Μιχάλη Αναστασιάδη (Μ.Υ.1) περί σύναψης παράλληλης συμφωνίας δεν είναι πειστικός. Τρίτον, οι ισχυρισμοί και των τριών μαρτύρων των εναγόντων σύμφωνα με τους οποίους ουδεμία παράλληλη συμφωνία συνήφθηκε, συνάδουν με την γραπτή μαρτυρία (τεκμήριο 1) και τη λογική των πραγμάτων και είναι, και για τον πρόσθετο αυτό λόγο, πειστικός. Η διαπίστωση περί απουσίας συνομολόγησης παράλληλης συμφωνίας καθιστά τον εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1 τερματισμό της γραπτής συμφωνίας ημερ. 27.03.2008 παράνομο και εκθεμελιώνει την ανταπαίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους: Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου αρ. 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος και εναντίον των εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον του εναγομένου αρ. 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος. (Υπ.) ............................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.