Αναφορικά με την Εταιρεία ELIANISA HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αιτ. 903/2011, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 903/2011 Αναφορικά με την Εταιρεία ELIANISA HOLDINGS LIMITED από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια/καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση: κα Στυλιανού δια Φοίβο, Χρ. Κληρίδης Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Καθ' ης η Αίτηση/Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση: κα Ε. Χριστοφή, δια Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτ. ημερομ. 25/10/2013 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Η Aιτήτρια στην κυρίως αίτηση, στις 2/12/2011 καταχώρησε αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να «διατάσσει τη διάλυση της Εταιρείας Elianisa Holdings Ltd». Την εν λόγω αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Gyrin Pavel ο οποίος δηλώνει ότι είναι γνώστης των γεγονότων στα οποία αφορά η υπόθεση και ο οποίος αφού κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα επισυνάπτοντας παράλληλα και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, αιτείται την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Στη συνέχεια και αφού η αίτηση επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση Elianissa Holdings Ltd, καταχωρήθηκε από την καθ' ης η αίτηση ένσταση, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Σιάτη, ο οποίος για τους λόγους που προβάλλει, αρνείται στην ουσία το βάσιμο της αίτησης και ζητεί την απόρριψη της. Στις 25/10/2013 η καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση (Elianissa Holdings Ltd στο εξής καλούμενη η «Εταιρεία») καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο για καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για στήριξη της Ένστασης που καταχωρήθηκε την 25/05/2012 για περίοδο που να λήγει 15 μέρες μετά τη σύνταξη του Διατάγματος. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για σκοπούς στήριξης της ένστασης που καταχωρήθηκε την 25/05/2012 σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης ως το Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα. Γ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα/Θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 10239150R)» Η αίτηση όπως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.1,2,3, 4
(2), Δ.39 Θ.1, Δ.25, Δ.54 0.1,2,3,4 στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α-γ), 213, 214, στον Κανονισμό 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών, στους Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς καν. 3 και 4 στους εν Αγγλία ισχύοντες Κανονισμούς Companies and Winding Up Rules 1949, Κανονισμός 36
(1), στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα εν Αγγλία πρακτική. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Σιάτη ο οποίος αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκο δήλωση εκ μέρους της «Εταιρείας» στην υπό εξέταση αίτηση αφού έχει λάβει σχετική εξουσιοδότηση και έχει «απευθείας γνώση των γεγονότων της υπόθεσης». Όπως αναφέρει στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της καταχώρησης της ένστασης και της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης μεσολάβησαν γεγονότα τα οποία ως αναφέρει έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας και στα οποία κάνει εκτενή αναφορά και τα οποία όπως ισχυρίζεται καθιστούν επιτρεπτή την καταχώρηση «πρόσθετης» ένορκης δήλωσης για να παρασχεθεί η δυνατότητα στην «Εταιρεία» να προσκομίσει όλη την απαραίτητη μαρτυρία προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Διαζευκτικά όπως αναφέρει, στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, στο βαθμό που η δίκη διεξάγεται μόνο στη βάση γεγονότων που αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η καταχώρηση «πρόσθετης» ένορκης δήλωσης. Όπως πρόσθετα αναφέρει στην Κύπρο εφαρμόζεται η Αγγλική Πρακτική με βάση την οποία είναι επιτρεπτή η καταχώρηση «πρόσθετων» ενόρκων Δηλώσεων. Στην ουσία και ως προκύπτει από το προσχέδιο της «πρόσθετης» ένορκης δήλωσης η οποία επιχειρείται μέσω της υπό εξέταση αίτησης να καταχωρηθεί και η οποία επισυνάπεται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, με αυτήν (την «πρόσθετη» ένορκη δήλωση) επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας που αφορά τον ισχυρισμό της «Εταιρείας» ότι ενώ η Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση και καθ' ης στην υπό εξέταση αίτηση, (στο εξής καλούμενη η «Αιτήτρια») γνωρίζει και/ή ισχυρίζεται σε άλλες εκκρεμούσες διαδικασίες ότι το δάνειο το οποίο αποτελεί το έρεισμα για την κυρίως αίτηση (ως και άλλα συνδεδμένα με αυτό) είναι άκυρο και αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών, καταχώρησε την κυρίως εξέταση (εκκαθάρισης) καταχρηστικά. Επίσης επιχειρείται η εισαγαγωγή μαρτυρίας αναφορικά με την ισχυριζόμενη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της «Αιτήτριας», η οποία μεταβίβαση σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλούντας, ισοδυναμεί με εξόφληση της οποιασδήποτε οφειλής της «Εταιρείας» προς την «Αιτήτρια». Με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση του ομνύοντα ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού συντρέχει καλός λόγος προς τούτο και αφού είναι αναγκαίο για να δοθεί η δυνατότητα στην «Εταιρεία» να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα την υπεράσπιση της. Η «Αιτήτρια» καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου γίνεται καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί και/ή χρησιμοποιείται ως ένα μέσο καταπίεσης των Καθ' ων η αίτηση και/ή προσβολής των νομίμων δικαιωμάτων και/ή των έννομων συμφερόντων αυτών και/ή προσβολή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους και/ή καθορισμό των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου και/ή σκοπεί στην προώθηση παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώριση Πρόσθετης ή Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
- Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
- Οι Θεσμοί και/ή νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και/ή δεν εφαρμόζονται.
- Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα καταχώρισης συμπληρωματικής ή πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης μετά την καταχώριση Ειδοποίησης Ένστασης και/ή το αίτημα της βρίσκεται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδει με την διαδικασία που ακολουθείται και/ή το αποδεικτικό δίκαιο που ισχύει και/ή εφαρμόζεται σε αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρούνται να κατατεθούν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί και/ή τα τεκμήρια που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια με την πρόσθετη ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα και/ή ασύνδετα με τα επίδικα θέματα με την κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή η προσαγωγή της μαρτυρίας που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια και/ή καταχώριση της είναι ανεπίτρεπτη.
- Η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει την προσκόμιση μαρτυρίας η οποία είναι ελλιπής και/ή παραπλανητική και/ή τα τεκμήρια τα οποία αιτείται όπως καταχωριστούν είναι αδικαιολόγητα ημιτελή και/ή παρουσιάζονται με τρόπο επιλεκτικό.» Η ενσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Ιωάννου, ο οποίος ως αναφέρει είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της «Αιτήτριας», είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, ως και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Χρυσόστομο Νικολάου, δικηγόρο οι οποίος χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση, αλλά και από αντιπροσώπους της «Αιτήτριας». Είναι η θέση του ότι η «Εταιρεία» επιχειρεί παράτυπα, αντικανονικά, καθυστερημένα και καταχρηστικά να εισαγάγει μαρτυρία αχρείαστη στο παρόν στάδιο και αντίθετα από τις πρόνοιες των σχετικών νόμων και δικονομικών θεσμών. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται, οι δικονομικοί θεσμοί και οι σχετικοί νόμοι δεν προνοούν για την καταχώρηση πρόσθετης ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια εκκρεμούσης αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. Όπως δε αναφέρει η καταχώρηση οποιασδήποτε πρόσθετης ένορκης δήλωσης, είτε συμπληρωματικής είτε απαντητικής είτε άλλως πως, γίνεται μόνο έπειτα από σχετική άδεια του Δικαστηρίου εφόσον ικανοποιήσει ο αιτητής για την ύπαρξη καλού λόγου για την εν λόγω καταχώρηση, και μόνο στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων και όχι στα πλαίσια πρωτογενούς ή εναρκτήριας αίτησης ή κλήσης, όπως είναι η μορφή της αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. Επιπρόσθετα, ως αναφέρει θέμα συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ακόμα και σε ενδιάμεσες αιτήσεις μπορεί να εγερθεί και σχετικό αίτημα να προωθηθεί, προς απάντηση ή αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλει η άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση όπως εισηγείται ήδη δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά της «Εταιρείας» να καταχωρήσει την ένσταση της στην κυρίως αίτηση, μετά που η «Αιτήτρια» καταχώρησε την κυρίως αίτηση της και δεν υπάρχει όπως υποστηρίζει διαδικασία «συμπληρωματικής» της ένστασης με επιπρόσθετη ένορκη δήλωση. Επίσης αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας γίνεται με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς υποστήριξη των ισχυρισμών που βρίσκονται στις ένορκες δηλώσεις ήδη κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου μέσω της αρχικής αίτησης εκκαθάρισης και της ένστασης σε αυτήν, και κατά την ακρόαση της αίτησης τα διάδικα μέρη μπορούν να εισάγουν και νέα μαρτυρία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους εφόσον βέβαια αυτή κριθεί σχετική με τα επίδικα θέματα. Σε αντίθεση με τις δικονομικές πρόνοιες που εφαρμόζονται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και οι οποίες εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατίθενται στα πλαίσια τους και για τις οποίες το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης, τέτοια εξουσία δεν προσφέρεται για τη διαδικασία αίτησης εκκαθάρισης η οποία θεωρείται ως πρωτογενής αίτηση και της οποίας η ακρόαση γίνεται με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα για την «Αιτήτρια» η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και υπερβολικά καθυστερημένα και σκοπεί στον εκτροχιασμό της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της, προσβάλλοντας έτσι τα δικαιώματα της «Αιτήτριας» για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός εύλογου χρόνου. Όπως δε προσθέτει όλα τα τεκμήρια και η μαρτυρία που επιθυμεί η αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση να καταχωρήσει μέσω της αιτούμενης πρόσθετης ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ήταν γνωστά σε αυτήν εδώ και αρκετούς μήνες. Περαιτέρω ως αναφέρει ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση πρόσθετης ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και οι σχετικοί δικονομικοί θεσμοί που διέπουν το θέμα. Συγκεκριμένα όπως υποστηρίζει δεν αποδείχθηκε από την «Εταιρεία» ότι συντρέχει «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ή πρόσθετης ένορκης δήλωσης αφού στην προκειμένη περίπτωση, η «Εταιρεία» αιτείται να συμπληρώσει τη μαρτυρία της με γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της μετά την καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης της ίδιας και όχι ως απάντηση σε μαρτυρία που πρόσφερε ή ως αντίδραση σε διάβημα που έλαβε η «Αιτήτρια». Όπως δε αναφέρει εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει, σύμφωνα με τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και δεν στοιχειοθετείται καλός λόγος για την αιτούμενη καταχώρηση, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή την περαιτέρω μαρτυρία θα μπορεί να την προσφέρει η «Εταιρεία» κατά την ακρόαση της αίτησης εκκαθάρισης. Επίσης, είναι η θέση του ότι η μαρτυρία που αιτείται η «Εταιρεία» όπως καταχωρήσει υπό τη μορφή πρόσθετης ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της αρχικής αίτησης εκκαθάρισης και αχρείαστη. Και τούτο διότι ως αναφέρει η «Εταιρεία» με την υπό κρίση αίτηση επιχειρεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να προσφέρει μέσω της, μαρτυρία η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας, με άλλα διάδικα μέρη προσπαθώντας να την συνδέσει με την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης και η οποία μαρτυρία ουδόλως αναιρεί την οφειλή του χρέους από την «Εταιρεία» στην «Αιτήτρια». Σε απάντηση δε των ισχυρισμών του κ. Σιάτη αναφέρει ότι η Τράπεζα δεν «θεωρεί» αλλά «υποψιάζεται χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα» σύμφωνα με την παράγραφο 35 του Τεκμηρίου Α επισυνημμένο στην προτεινόμενη πρόσθετη ένορκη δήλωση, ότι τα κυπριακά δάνεια που χορηγήθηκαν ήταν δόλια ή παράνομα. Είναι δε η θέση του ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, ότι δηλαδή τα κυπριακά δάνεια είναι παράνομα ή άκυρα, έχει εν πάση περιπτώσει ήδη δικογραφηθεί από την «Εταιρεία» στην ένσταση της ημερομηνίας 25/05/2012 ως ο ίδιος ο κ. Σιάτης παραδέχεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του και συνεπώς περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού θα μπορεί να προσφερθεί κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης εκκαθάρισης, αν αυτή κριθεί ως σχετική από το Δικαστήριο. Επίσης προσθέτει ότι η Αιτήτρια παρουσιάζει μια ελλιπή και παραπλανητική εικόνα γεγονότων στο Δικαστήριο καθώς το Τεκμήριο Β της προτεινόμενης πρόσθετης ένορκης δήλωσης το οποίο αποτελείται από δύο ένορκες δηλώσεις είναι ελλιπές και ημιτελές καθώς οι ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται χωρίς τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια ή με συγκεκριμένα τεκμήρια επισυνημμένα σε αυτές, κατ' επιλογή της «Εταιρείας» χωρίς μάλιστα η «Εταιρεία» να προσφέρει κάποια εξήγηση για αυτήν την επιλεκτική παρουσίαση τεκμηρίων η οποία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να κρίνει την σχετικότητα της μαρτυρίας που επιζητείται όπως καταχωριστεί με την υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε και να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των ισχυρισμών που προβάλλονται από την κάθε πλευρά. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης. Νομική Πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση ουσιαστικά βασίζεται στη Δ.48 θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει ότι: "Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39". Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Ως δε προκύπτει από την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα ή και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Θεωρώ ότι η ουσία του ζητήματος που θα πρέπει να αποφασιστεί και στο οποίο εν τέλει καταλήγει και η κύρια διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών είναι το κατά πόσον η Δ.48 θ. 4
(2)τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον μέσα από τους ισχυρισμούς που τέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης καταδεικνύεται καλός λόγος ο οποίος να δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, ζήτημα βέβαια επί του οποίου επίσης οι θέσεις των δύο πλευρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα που σύμφωνα με τα ανωτέρω θα πρέπει να εξεταστεί, ήτοι το κατά πόσον η Δ.48.4
(2)τυγχάνει εφαρμογής, σημειώνω ότι τούτο είναι άμεσα συνυφασμένο με το ζήτημα της διαδικασίας η οποία ακολουθείται για την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης, το οποίο με τη σειρά του και ως θα διαφανεί πιο κάτω, συνδέεται με τη φύση της εν λόγω αίτησης. Το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) προβλέπει ρητώς ότι η αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας με βάση το άρθρο 212 στο οποίο βασίζεται η κυρίως αίτηση γίνεται με «Petition» (βλ. αγγλικό κείμενο του νόμου) και όχι με κλήση (by "summons"). Παρά ταύτα ουδεμία αναφορά κάνει στην ακολουθητέα διαδικασία κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης. Ούτε όμως και οι σχετικοί κανονισμοί διαφωτίζουν επί τούτου. Έγινε η εισήγηση από πλευράς της «Εταιρείας» στη βάση του Κανονισμού 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών[1] επί του οποίου επίσης βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση, ότι εφόσον δεν καθορίζεται ο τρόπος εκδίκασης της κυρίως αίτησης στους περί Εταιρειών Κανονισμούς θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που ακολουθείται στην Αγγλία όπου η διαδικασία διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων και να εφαρμοσθεί κατ' αναλογία η Δ.48 για να μπορέσει να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην «Εταιρεία» ούτως ώστε να μπορεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα τις θέσεις. Είναι γεγονός ότι στο αγγλικό νομικό σύστημα η αίτηση εκκαθάρισης εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση εκτός εάν το Δικαστήριο δώσει άδεια ώστε να δοθεί προφορική μαρτυρία. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Επίσης σχετική είναι και η απόφαση Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All ER. 408.) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της «Εταιρείας» οπου αναφέρονται τα εξής: «The conjoint effect of s.210
(5)and s.365 of the Act is that r.3 and r.30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949, apply, and, therefore, having regard to the authorities, prima facie the statutory affidavit is sufficient to support a petition under s.210. It is difficult to see why, on the language of r.3 and r.30, the statutory affidavit is applicable. In Re Gold Hill Mines
(3), LINDLEY, L.J., said (23 Ch. D.214): 'The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer'. Its validity was challenged as long ago as 1882 in Re New Callao, Ltd
(4), but SIR GEORGE JESSEL, M.R., said that it had then been acted on for twenty years and the court could not throw any doubt on it. Notwithstanding the opportunities presented by subsequent Companies Acts, the legislature has not seen fit to replace this form of affidavit, which 'strictly is no proof of anything', and which, therefore, presumably could not result in anyone who should take his oath on it getting into trouble. The result of the decided cases appears to be that, while the statutory affidavit is always necessary, it is not always sufficient: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd
(5), and Re South Staffordshire Tramways Co.
(6); and it is never sufficient where the petition is based on allegations of fraud. In such cases the facts of the alleged fraud must be stated on affidavit: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd.
(5), Re South Staffordshire Tramways Co.
(6), and Re Ilfracombe Permanent Mutual Benefit Building Society
(7), per WRIGHT, J. ([1901] 1 Ch. 110). The court has never attempted to state exhaustively the circumstances in which, apart from cases based on allegations of fraud, the statutory affidavit is to be regarded as insufficient. Each case must depend on its peculiar facts. In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-
- up)Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' I find this statement also in the 8th edition of BUCKLEY, dated 1902 [in a note to r.36 of the Companies Winding-up Rules, 1890, at p. 882]. I accept this statements so far as it goes, but, of course, much depends on the scope of the words 'in general'. In the ordinary case of a creditors' petition for a winding-up order on the ground of insolvency, no more that the statutory affidavit can be justified in the first instance'.» Η σχετική εισήγηση της «Εταιρείας» ότι θα πρέπει να εφαρμοσθεί η διαδικασία που ακολουθείται στην Αγγλία, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω κρίνω ότι η διαδικασία που εφαρμόζεται στην Αγγλία και η οποία όπως προκύπτει και από την απόφαση που παρέθεσα πιο πάνω, βασίζεται στα προβλεπόμενα στους σχετικούς αγγλικούς κανονισμούς, Companies (Winding-
- up)Rules 1949 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα πλαίσια αυτά. Και τούτο διότι όπως με σαφήνεια έχει επεξηγηθεί στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με σύνθεση τους κ.κ. Γ. Πική και Π. Αρτέμη Καραογλανιάν v. Kαραογλανιάν
(1976)12 JSC 1875, η οποία υιοθετήθηκε από τον Π.Ε.Δ. Λευκωσίας κ. Πασχαλίδη (ως ήταν τότε) στην αποφαση του ημερ. 20/6/2003 στην Aίτ. αρ. 289/02 Αναφορικά με την εταιρεία Unitrade Stores Ltd, Ex Tradex Ltd, δεν είναι αυτός ο σκοπός του Κανονισμού 3, ήτοι να θέσει σε εφαρμογή τους εν λόγω αγγλικούς κανονισμούς του 1949 στην Κύπρο, αλλά σκοπός του είναι να καταστήσει εφαρμόσιμους τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς όπως αυτοί τυγχάνουν εφαρμογής σε πολιτικές υποθέσεις, στις περιπτώσεις απουσίας ειδικής πρόνοιας στους περί Εταιρειών Κανονισμούς που να ρυθμίζει οποιοδήποτε διαδικαστικό θέμα. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: "Further we incline to the view that even if we were to hold that r. 3 of the Cyprus Companies Rules is the relevant enactment that governs matters pertaining to the service of a winding up petition this rule does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules, 1949. What r. 3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter. Thus both under the 1933 Rules as well as under the Companies Rules we are driven to the same conclusion, that is that no room is left for the application of the English Companies (Winding Up) Rules, 1949." (η έμφαση δική μου) Σημειώνω βέβαια ότι εάν κατέληγα ότι οι Αγγλικοί Κανονισμοί ή και η αγγλική διαδικασία και πρακτική τύγχαναν εφαρμογής στην Κύπρο βάση του Κανονισμού 3 των Περί Εταιρειών Κανονισμών ως η εισήγηση της «Εταιρείας» και ότι κατ' επέκταση η διαδικασία ακρόασης της αίτησης εκκαθάρισης διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, τότε θα θεωρούσα ότι η Δ.48 θ.4
(2)θα μπορούσε να εφαρμοσθεί κατ' αναλογίαν και σύμφωνα με τα λεχθέντα στην Τραπεζα Κύπρου v. Dynacon
(1998)1 AAΔ 1978 (λεπτομερής αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω), αφού άλλως πως ένας διάδικος θα αποστερείτο στην κατάλληλη περίπτωση του δικαιώματος του να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των θέσεων και ισχυρισμών του και εν τέλει θα αποστερείτο του συνταγματικού του δικαιώματος να ακουστεί. Επομένως και με δεδομένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στην Αγγλία κατά την εκδίκαση αιτήσεων εκκαθάρισης δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, έπεται πως για τον τρόπο εκδίκασης της κυρίως αίτησης, ελλείψει πρόνοιας στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς θα πρέπει να εφαρμοσθεί η διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων της φύσεως που απασχολεί με βάση το ημεδαπό νομικό πλαίσιο. Όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η αίτηση εκκαθάρισης στη βάση του άρθρου 212 γίνεται με "Petition". Ως προς το εάν η αίτηση γνωστή ως "Petition" εμπίπτει στις διαδικασίες που προβλέπονται στους θεσμούς ως εναρκτήριες σχετική είναι Undruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως "petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση.» Θεωρώ ότι από το αμέσως πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται να γίνεται κάποια διαφοροποίηση μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και αίτησης γνωστής στο σύστημα ως «Petition», αφού το Δικαστήριο αναφέρει ότι στην περίπτωση εκείνη η εκεί επίδικη διαδικασία θα μπορούσε να είχε αρχίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (δήλαδή με εναρκτήρια κλήση ή με αίτηση «Petition») αφήνοντας να νοηθεί ότι πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες. Τούτο όμως βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού σε κάθε περίπτωση τόσο η εναρκτήρια κλήση (originating summons) όσο και η αίτηση γνωστή ως «Petition» παραμένουν πρωτογενείς διαδικασίες, με τις οποίες αξιώνονται ουσιαστικές και τελικές θεραπείες, και εμπίπτουν στον όρο «αγωγή» ως αυτός απαντάται στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Η δε διαδικασία εκδίκασης τους ακολουθεί το πρότυπο της ακροαματικής διαδικασίας σε αγωγή εκτός εάν γίνεται συγκεκριμένη πρόνοια σε οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό. Υποστήριξη για την πιο πάνω τοποθέτηση μου αντλώ και από τα όσα πιο κάτω αναφέρονται, τα οποία αποτελούν παράδειγμα τέτοιας ρητής πρόνοιας η οποία τέθηκε με σκοπό να ρυθμίσει συγκεκριμένα τη διαδικασία σε πρωτογενή αίτηση, η διαδικασία της οποίας προηγουμένως διεξαγόταν στη βάση προφορικής μαρτυρίας, ακολουθώντας τη διαδικασία αγωγής. Συγκεκριμένα παραπέμπω στον Κανονισμό με αρ. 21, των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956, με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο προηγούμενος κανονισμός 10
(3)με νέο, σύμφωνα με τον οποίο προβλέπεται τώρα ρητά ότι η ακρόαση της σχετικής αίτησης, (η οποία είναι πρωτογενής και προηγουμένως διεξαγόταν στη βάση προφορικής μαρτυρίας), διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ γίνεται ρητή πρόνοια και σε σχέση με τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατόπιν αιτήματος και εφόσον καταδειχθεί καλός λόγος. Σημειώνω ότι οι εν λόγω Κανονισμοί του 1956 περιέχουν πρόνοια σύμφωνα με την οποία για ζήτημα για το οποίο δεν γίνεται ρητή πρόνοια σε αυτούς, εφαρμογή έχουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί[2] στην έκταση που αυτοί μπορεί να είναι εφαρμόσιμοι. Έπεται πως αν η Δ.48.4 μπορούσε να εφαρμοστεί στον τρόπο εκδίκασης της σχετικής αίτησης, η οποία επαναλαμβάνω είναι πρωτογενής, δεν θα υπήρχε και η ανάγκη για την πιο πάνω αναφερθείσα τροποποίηση στον πιο πάνω κανονισμό. Στην προκειμένη περίπτωση ελλείψει τέτοιας πρόνοιας η διαδικασία στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης, θα ακολουθεί τη διαδικασία σε αγωγή και δεν μπορεί να περιορίζεται από τα όσα η Δ.48 θ. 4 διαλαμβάνει η οποία διέπει τον τρόπο υποβολής και εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, αίτησης δηλαδή που παρεμβάλλεται κατά την εκδίκαση μιας αγωγής ή μιας άλλης πολιτικής διαδικασίας που εγείρεται με καθορισμένο εναρκτήριο τύπο (ως προς το ότι η Δ.
- 4 τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις βλ. τη σχετική αναφορά στην Τ Dynacon (πιο πάνω) στη σελίδα 1983). Είναι βέβαια γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η «Εταιρεία» ως είναι προφανές έκανε χρήση της Δ.48 Θ.4 για τους σκοπούς καταχώρησης της ένστασης της στην κυρίως αίτηση δεδομένου του ότι δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς ως προς τον τύπο της ένστασης η οποία θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια αυτά. Τούτο φαίνεται να είναι ορθό αφού όπως προκύπτει από την απόφαση Dynacon πιο πάνω (η οποία αφορούσε αίτηση για παύση διαιτητή) η Δ.48 μπορεί να εφαρμόζεται και επί εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων, αναφορικά με τον τύπο της αίτησης και της ένστασης τηρουμένων των αναλογιών, όπου δεν υπάρχει άλλη σχετική πρόνοια. Στην προκειμένη περίπτωση παρ' ότι η διαδικασία αφορά σε «Petition» δεν θεωρώ ότι τα πράγματα διαφοροποιούνται. Τούτο όμως δεν θεωρώ ότι εξομοιώνει τις εναρκτήριες αιτήσεις ή και τις αιτήσεις γνωστές στο σύστημα ως «Petition» καθ' όσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία εκδίκασης τους με τις ενδιάμεσες, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από τη συνολική θεώρηση της πιο πάνω απόφασης (Dynacon) στην οποία πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι πρωτογενείς αιτήσεις θα εκδικάζονται ως ενδιάμεσες, αλλά αντίθετα η αναφορά φαίνεται ότι περιορίζεται στους τύπους της αίτησης/ένστασης ως και πιο πάνω έχει υπομνησθεί. Με δεδομένη δε την κατάληξη μου ότι η κυρίως αίτηση αποτελεί πρωτογενή αίτηση η οποία εκδικάζεται ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, και ότι συνακόλουθα η Δ.48 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η διάταξη που διέπει τον τρόπο εκδίκασης της κυρίως αίτησης, καταλήγω ότι το διάβημα που επιχειρείται να ληφθεί από την «Εταιρεία» με βάση την Δ.
- 4
(2)δεν χωρεί και είναι εν πάση περιπτώσει αχρείαστο αφού με δεδομένη τη διαδικασία που σύμφωνα με τα ανωτέρω ακολουθείται κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας, νοουμένου πάντα ότι τέτοια ήθελε κριθεί σχετική και αναγκαία. Με αυτή δε την έννοια η Δ.48.4
(2)δεν εφαρμόζεται ούτε και έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία και επομένως με την ίδια πάντα έννοια κρίνω ότι η αίτηση στερείται υποβάθρου. Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Η πιο πάνω κατάληξη μου δεν θεωρώ ότι αδικεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την «Εταιρεία», αφού όπως και πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί με δεδομένη τη διαδικασία εκδίκασης της κυρίως αίτησης όπως προδιαγράφεται με βάση τα ανωτέρω θα υπάρχει η δυνατότητα στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης να προσαχθεί μαρτυρία από την «Εταιρεία» για τα ζητήματα που επιθυμεί, νοουμένου βέβαια πάντα ότι θα κριθεί ότι τέτοια μαρτυρία είναι σχετική και αναγκαία. Τούτου δεδομένου και λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν δεδομένη η επιχείρηση προσπάθειας από πλευράς της «Εταιρείας» κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης, να προσκομίσει μαρτυρία ανάλογη με αυτήν που επιχειρήθηκε να εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να εξετάσω ποια θα ήταν η κατάληξη μου επί πραγματικής βάσης, αν αντίθετα με τα πιο πάνω ήθελε αποφασισθεί ότι η διαδικασία εκδίκασης αίτησης εκκαθάρισης είναι διαφορετική και ότι η Δ.48 4
(2)τυγχάνει εφαρμογής, αφού κάτι τέτοιο θα προκαταλάμβανε την κρίση του Δικαστηρίου επί της σχετικότητας ή και αποδεκτότητας της εν λόγω μαρτυρίας, η οποία θεωρώ ότι είναι ορθότερο και καταλληλότερο να κριθεί στο στάδιο εκείνο. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης μου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της «Αιτήτριας» (καθ' ης η αίτηση στην παρούσα, αιτήτριας στην κυρίως αίτηση) και εναντίον της «Εταιρείας» (αιτήτριας στην παρούσα, καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] O Κανονισμός 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: "
- Οι κανονισμοί Δικαστηρίου που θα είναι σε ισχύ σχετικά με πολιτικές αγωγές και η γενική πρακτική και διαδικασία στα Δικαστήρια (ή αν δεν υπάρχει τοπική πρόνοια ή πρακτική και η διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία) θα εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τες διαδικασίες που σχετίζονται με αιτήσεις που έχουν σχέση αυτοί οι κανονισμοί όσο είναι πρακτικό, εκτός αν ο Νόμος ή αυτοί οι κανονισμοί προνοούν διαφορετικά"' [2] Συγκεκριμένα στον Κανονισμό 17 αναφέρονται τα εξής: "
- Matters of Practice and Procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable" (η έμφαση δική μου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο